Εισηγήσεις στο 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ (3ο τμήμα)

Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

e-mail: smavro@uom.gr

Ι. Εισαγωγή

Η εργασία αυτή υποστηρίζει ότι οι ερμηνείες της ελληνικής κρίσης που ακολουθούν την θέση περί «χρηματιστικοποίησης» δεν ευσταθούν τόσο για αναλυτικούς όσο και για εμπειρικούς λόγους. Τα βασικά σημεία της είναι τα ακόλουθα.

Οι θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» προέρχονται από μετα-κεϋνσιανά και μαρξο-κεϋνσιανά ρεύματα και υποστηρίζουν ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί δραστικά σε σχέση με τον κλασσικό καπιταλισμό. Στην γενική τους διατύπωση οι θεωρίες αυτές υποστηρίζουν ότι το χρηματικό κεφάλαιο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο και δημιουργεί μία καπιταλιστική οικονομία ασύγκριτα πιο επιρρεπή σε χρηματοπιστωτικές «φούσκες» και επομένως πιο ασταθή. Η θέση αυτή εντάσσεται είτε μέσα σε μετα-κεϋνσιανές προσεγγίσεις τύπου Minsky είτε σε μαρξο-κεϋνσιανες προσεγγίσεις που αναφέρονται στον Hilferding ή/και στη Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης. Ορισμένες μαρξο-κεϋνσιανές θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» προχωρούν περισσότερο και υποστηρίζουν ότι όχι μόνο το χρηματικό κεφάλαιο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο αλλά έχει αυτονομηθεί εντελώς από αυτό καθώς έχει αποκτήσει δικούς του ιδιαίτερους διαύλους για να εκμεταλλεύεται τόσο το παραγωγικό κεφάλαιο (και καρπώνεται σε μόνιμη βάση ένα μεγάλο τμήμα της κερδοφορίας του) όσο και την εργατική τάξη (μέσω ουσιαστικά τοκογλυφικού δανεισμού). Οι θεωρίες αυτές προτείνονται επίσης σαν ερμηνείες της ελληνικής κρίσης.

Η εισήγηση αυτή αμφισβητεί (1) το αναλυτικό πλαίσιο των θεωριών της «χρηματιστικοποίησης» και (2) την εμπειρική βασιμότητα τους όσον αφορά την ελληνική περίπτωση.

Όσον αφορά το αναλυτικό πλαίσιο υποστηρίζεται ότι οι θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» ουσιαστικά – εντελώς εσφαλμένα – προτείνουν ότι ο καπιταλισμός έχει, κατά κάποιο τρόπο, επιστρέψει σε ένα προ-καπιταλιστικό στάδιο: την περίοδο όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις κυοφορούνταν, μέσα στα πλαίσια του ύστερου φεουδαλικού συστήματος, από τις προ-καπιταλιστικές και πρωτο-καπιταλιστικές φιγούρες του εμπόρου και του τραπεζίτη. Έτσι το επιτόκιο δεν αποτελεί τμήμα της υπεραξίας και η κερδοφορία του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν υπάγεται στην διαδικασία δημιουργίας ενός γενικού μέσου ποσοστού κέρδους. Αν αυτό ίσχυε τότε το χρηματικό κεφάλαιο δεν αποτελεί τμήμα της αστικής τάξης αλλά συγκροτεί μία άλλη ξεχωριστή τάξη πέραν της παραδοσιακής αστικής τάξης. Όσον αφορά την εμπειρική βασιμότητα της ερμηνείας της «χρηματιστικοποίησης» για την ελληνική περίπτωση δείχνεται ότι κανένας από τους δύο βασικούς μηχανισμούς της «χρηματιστικοποίησης» – δηλαδή ο βαθμός μόχλευσης και το ιδιωτικό χρέος (ιδιαίτερα αυτό των εργαζομένων) – δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικά ούτε είναι επαρκή για να εξηγήσουν την ελληνική κρίση.

ΙΙ. H θεωρία της «χρηματιστικοποίησης»: ένα θεωρητικό αδιέξοδο

Οι πιο δημοφιλείς Ετερόδοξες ερμηνείες συγκροτούνται γύρω από την θέση περί «χρηματιστικοποίησης». Οι υποκαταναλωτικές ερμηνείες – που ήταν δημοφιλείς σε προηγούμενες κρίσεις – σήμερα είναι περιθωριακές ή συνδυάζονται με την «χρηματιστικοποίηση». Ο κύριος λόγος της περιθωριοποίησης τους είναι ότι τα εμπειρικά δεδομένα τόσο για την παγκόσμια κρίση του 2007-8 όσο και για την ελληνική δεν συνάδουν καθόλου με κάποια ανεπάρκεια της ζήτησης.

Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» (ή του ηγεμονευόμενου από το χρηματιστικό κεφάλαιο καπιταλισμού [finance-led capitalism]) υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί δραστικά καθώς το χρηματικό κεφάλαιο κυριαρχεί επί των άλλων καπιταλιστικών δραστηριοτήτων (παραγωγικού και εμπορικού κεφαλαίου)[1].

Όσον αφορά την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η έννοια έλκει την καταγωγή της από την πρωτοποριακή εργασία του Hilferding (1910 (1981)) και την υπόρρητη θέση του ότι ο μοντέρνος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί ριζικά σε σχέση με αυτόν που τόσο οι κλασσικοί του Μαρξισμού αλλά και αυτοί της Κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας είχαν γνωρίσει και μελετήσει. Ένα βασικό στοιχείο της κατά Hilferding μετάλλαξης είναι ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο (δηλαδή η σύμφυση τραπεζικού και παραγωγικού κεφαλαίου υπό τον έλεγχο του πρώτου) αποκτά κυρίαρχο ρόλο στην λειτουργία του συστήματος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αναλαμβάνει τα ηνία ελέγχου του συστήματος εκτοπίζοντας από την θέση αυτή το παραγωγικό (και ιδιαίτερα το βιομηχανικό) κεφάλαιο[2]. Η άποψη αυτή υιοθετήθηκε και από τον Sweezy (1942). Όμως τόσο ο Hilferding όσο και ο Sweezy ποτέ δεν αμφισβήτησαν την κλασσική Μαρξιστική άποψη ότι ο τόκος (που καρπώνεται το χρηματικό κεφάλαιο, το οποίο είναι μη-παραγωγικό κεφάλαιο) είναι ένα τμήμα της υπεραξίας (που εξάγεται υπό τον έλεγχο του παραγωγικού κεφαλαίου). Η τελευταία εξάγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας από το παραγωγικό κεφάλαιο στη σφαίρα της παραγωγής και στη συνέχεια αναδιανέμεται μεταξύ κερδών (που πηγαίνουν στο παραγωγικό κεφάλαιο), τόκου (που πηγαίνει στο χρηματικό κεφάλαιο) και εμπορικού κέρδους (που πηγαίνει στο εμπορικό κεφάλαιο). Η εμπειρική βασιμότητα της έννοιας του χρηματιστικού κεφαλαίου, παρά την εξαιρετική δημοφιλία της, έχει αμφισβητηθεί βάσιμα (βλέπε Bond (2010). Ιδιαίτερα, η έννοια του χρηματιστικού κεφαλαίου ως σύμφυσης του τραπεζικού και του παραγωγικού κεφαλαίου υπό την ηγεμονία του πρώτου δεν επιβεβαιώνεται εμπειρικά για τις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες (καθώς ιδιαίτερα στον αγγλο-σαξωνικό κόσμο τα χρηματιστήρια και όχι οι τράπεζες είναι ο βασικός δίαυλος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων).

Όμως οι σημαντικές αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα επηρέασαν σημαντικά τις απόψεις για τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η μακρά περίοδος «σιωπηρής ύφεσης» που ακολούθησε την κρίση κερδοφορίας του 1973 και η ανεπαρκής ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας με τα μετέπειτα κύματα καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων οδήγησε το σύστημα στη φυγή προς τα εμπρός. Από την δεκαετία του 1990 ξεκινά η λεγόμενη «χρηματιστικοποίηση», δηλαδή η προσπάθεια διατήρησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης (και συνεπώς του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας) μέσω της αξιοποίησης του πλασματικού κεφαλαίου[3]. Αυτό οδήγησε στην επικράτηση μίας σειράς εμπειρικών πεποιθήσεων (ή τυποποιημένων γεγονότων)[4] με πιο ισχυρή απ’ όλες αυτή ότι μία νέα εποχή του καπιταλισμού έχει ανατείλει: το χρηματοπιστωτικό σύστημα έσπασε πλέον την εξάρτηση του από το παραγωγικό κεφάλαιο και συνεπώς εξασφάλισε την αυτοδύναμη πλέον κυριαρχία του. Αρκετές νέο-Μαρξιστικές θεωρίες ή/και θεωρίες της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας (π.χ. η Προσέγγιση της Ρύθμισης) είχαν ήδη αρχίσει να προδιαγραφούν το συμπέρασμα αυτό.

Έτσι προέκυψε στις αρχές του 21ου αιώνα η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης». Ο όρος, αυτός καθ’ εαυτός, διαμορφώθηκε αρχικά από Κεϋνσιανές και νέο-Μαρξιστικές προσεγγίσεις συνδεόμενες με την αμερικανική Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης[5]. Μάλιστα σε ένα από τα τελευταία κείμενα του Sweezy (2004) είχε υπονοηθεί περίπου η έννοια της «χρηματιστικοποίησης». Για την ακρίβεια, ο όρος «χρηματιστικοποίηση» προτάθηκε για πρώτη φορά σε μία σειρά κειμένων (από τους Kippner, Crotty κλπ.) που παρουσιάσθηκαν σε ένα σημαντικό συλλογικό τόμο επιμελημένο από τον Epstein (2005). Βέβαια στη συνέχεια η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης δεν πολυχρησιμοποίησε τον όρο καθώς επικεντρώθηκε στις παραδοσιακές υποκαταναλωτικές αντιλήψεις της. Όμως ο όρος υιοθετήθηκε ενεργητικά από τις μετα-κεϋνσιανές προσεγγίσεις που τον ανέπτυξαν περαιτέρω (π.χ. Stockhammer (2004)) και πολλές φορές τον θεωρούν αποκλειστική ιδιοκτησία τους (π.χ. Treeck (2008)). Συχνά οι μετα-κεϋνσιανοί τοποθετούν την «χρηματιστικοποίηση» μέσα στα πλαίσια μίας θεωρίας σταδίων του καπιταλισμού και υποστηρίζουν ότι από τις αρχές του 21ου αιώνα διανύουμε πλέον ένα νέο στάδιο ενός «ηγεμονευόμενου από το χρηματοπιστωτικό σύστημα καπιταλισμού» (‘finance-dominated capitalism’ (Hein (2013)) ή ενός «ηγεμονευόμενου από το χρηματοπιστωτικό σύστημα καθεστώτος συσσώρευσης» (‘finance-dominated regime of accumulation’ (Stockhammer (2009)). Η μετα-κεϋνσιανή υιοθέτηση του όρου «χρηματιστικοποίηση» πατά επάνω στην κεϋνσιανή ταξική ανάλυση περί ραντιέρηδων[6].

Η ενσωμάτωση του όρου «χρηματιστικοποίηση» σε πιο «καθαρόαιμες» Μαρξιστικές αναλύσεις ακολούθησε λίγο αργότερα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης – παρόλο ότι είχε πρώτη κινηθεί στην κατεύθυνση αυτή και είχε εφεύρει τον όρο – δεν τον αξιοποίησε. Το υιοθέτησε ξανά αφού είχε ήδη γίνει δημοφιλής για να εξηγήσει την κρίση του 2007-8 καθώς μία καθαρά υποκαταναλωτική ερμηνείας της τελευταίας δεν μπορούσε να σταθεί με αξιοπιστία (π.χ. Foster (2010)). Ο όρος όμως χρησιμοποιούνταν πλέον από αναλύσεις μέσα στον χώρο της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας είτε με ένα μάλλον «χαλαρό» περιγραφικό τρόπο είτε με πιο φιλόδοξες αναλύσεις.

Για παράδειγμα, ο Fine (2009) χρησιμοποιεί τον όρο «χρηματιστικοποίηση» όχι ως ένα ξεχωριστό στάδιο του καπιταλισμού αλλά ως μία ιδιαίτερη φάση του νεο-φιλελευθερισμού και των πολιτικών του. Για τον Fine η ανάπτυξη της «χρηματιστικοποίησης» σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι το χρηματικό κεφάλαιο αυτονομήθηκε από το παραγωγικό κεφάλαιο και απέκτησε αυτοτελή μηχανισμό λειτουργίας. Οι πρόσοδοι του χρηματικού κεφαλαίου προέρχονται πάντα από την υπεραξία που υπεξαιρεί το παραγωγικό κεφάλαιο και η οποία στη συνέχεια αναδιανέμεται μεταξύ των τριών βασικών μερίδων του κεφαλαίου (παραγωγικό, χρηματικό, εμπορικό κεφάλαιο). Οι νέες μορφές λειτουργίας του χρηματικού κεφαλαίου και οι νέοι θεσμικοί διακανονισμοί είναι πολιτικές που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να αντιπαρέλθει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και τις αντιθέσεις που το διαπερνούν.

Αντιθέτως, ο Lapavitsas (2008) υιοθέτησε τον όρο «χρηματιστικοποίηση» από τις μετα-κεϋνσιανές αναλύσεις και προσπάθησε να του δώσει μία φιλόδοξη και ιδιόμορφη θεώρηση η οποία ενώ υιοθετεί μαρξιστική ορολογία ουσιαστικά υπονομεύει θεμελιακά στοιχεία της μαρξιστικής ανάλυσης. Υποστήριξε ότι η «χρηματιστικοποίηση» αποτελεί ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού* όπως είχαν ήδη προτείνει μετα-κεϋνσιανές και άλλες ετερόδοξες προσεγγίσεις. Μέχρι το σημείο αυτό το επιχείρημα του δεν έχει κάποια αξιοσημείωτη πρωτοτυπία. Αυτό που το προσδίδει μία ξεχωριστή διάσταση είναι η θέση ότι σε αυτό το νέο στάδιο του καπιταλισμού το χρηματιστικό κεφάλαιο (finance)[7] όχι μόνο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο (το οποίο εκμεταλλεύεται απομυζώντας μέρος των κερδών του) αλλά επιπλέον έχει αποκτήσει και ένα δικό του αυτόνομο δίαυλο εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Ο δίαυλος αυτός έχει να κάνει με την εκτεταμένη δανειοδότηση των εργαζόμενων και μικρομεσαίων στρωμάτων (δηλαδή την ραγδαία αύξηση του χρέους των νοικοκυριών). Ο δανεισμός αυτό θεωρείται ότι λειτουργεί ουσιαστικά τοκογλυφικά και συνεπώς αποφέρει αντίστοιχα (εκμεταλλευτικά) κέρδη στο χρηματιστικό κεφάλαιο. Αρχικά ο Lapavitsas χρησιμοποίησε τον όρο χρηματοοικονομική εκμετάλλευση (financial exploitation). Ακολούθησαν ορισμένες κριτικές (π.χ. Fine (2009)) με κεντρικό ζήτημα ότι ο όρος αυτός συγχέεται με την καπιταλιστική εκμετάλλευση (δηλαδή την ιδιοποίηση απλήρωτης εργασίας στη σφαίρα της παραγωγής). Στη συνέχεια ο Lapavitsas τροποποίησε τον αρχικό όρο σε «χρηματοοικονομική υπεξαίρεση (financial expropriation). Επί της ουσίας όμως, το θεωρητικό περιεχόμενο του όρου παρέμεινε το ίδιο.

Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» είναι εξαιρετικά προβληματική. Τα βασικά προβλήματα της είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον, υποκύπτει στη γοητεία βραχυπρόθεσμων και συγκυριακών φαινομένων τα οποία ανάγει αδικαιολόγητα σε μακροχρόνιες δομικές αλλαγές. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός επιστρέφει στην προ-καπιταλιστική περίοδο, όταν κυοφορούνταν μέσα στη φεουδαλική οικονομία από ιδιόμορφες εμπορικές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Οι δραστηριότητες αυτές βασίζονταν στην άνιση ανταλλαγή που προέκυπτε λόγω του εξαιρετικά ρυθμισμένου χαρακτήρα της φεουδαλικής οικονομίας και των συνεπαγόμενων ολιγοπωλιακών εμπορικών και χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων (τοκογλυφία). Οι προ-καπιταλιστικές αυτές δραστηριότητες δημιούργησαν την κρίσιμη μάζα (την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου) για την επικράτηση του καπιταλισμού. Όμως μετά από αυτή η ανταλλαγή ισοδυνάμων γίνεται ο κανόνας λειτουργίας του συστήματος. Τότε το χρηματικό κεφάλαιο αποκτά τον τυπικά καπιταλιστικό χαρακτήρα του, δηλαδή συλλέγει κεφάλαια για την λειτουργία του παραγωγικού κεφαλαίου και λαμβάνει ένα μερίδιο από τον πλούτο που δημιουργείται υπό τον έλεγχο του τελευταίου με την μορφή του τόκου. Το χρηματικό κεφάλαιο δεν παράγει το ίδιο πλούτο και αποτελεί πάντα ένα εξάρτημα (άσχετα από την ισχύ του) του παραγωγικού κεφαλαίου. Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» υποστηρίζει ότι στο σημερινό καπιταλισμό το χρηματικό κεφάλαιο αυτονομείται εντελώς και ουσιαστικά «εκμεταλλεύεται» το παραγωγικό κεφάλαιο. Μάλιστα στις μαρξίζουσες εκδοχές της υποστηρίζει ότι το χρηματικό κεφάλαιο μπορεί πλέον και εκμεταλλεύεται άμεσα τους εργαζόμενους μέσω τοκογλυφικών δανείων. Όμως πέρα από την γοητεία ορισμένων συγκυριακών φαινομένων (υπερανάπτυξη των χρηματοικονομικών δραστηριοτήτων από το 1990 και μετά) το ερώτημα είναι πως είναι δυνατόν να επιβιώσει μακροχρόνια ένας τέτοιος παραμορφωμένος καπιταλισμός που βασίζεται σε μη-παραγωγικές δραστηριότητες και στην τοκογλυφία. Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική.

Ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης» (ιδιαίτερα για τις μαρξίζουσες εκδοχές της) είναι ότι θεωρεί την κρίση του 2007-8 μία χρηματοοικονομική κρίση όπου το ποσοστό κέρδους δεν παίζει κανένα ρόλο. Και στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: αν η κρίση είναι τόσο βαθειά δομική και μακροχρόνια όσο αποδέχεται η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» τότε πως γίνεται να μην έχει καθόλου ρίζες στη σφαίρα της παραγωγής;

Ένα τελευταίο σημαντικό πρόβλημα της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης» είναι ότι για να ευσταθεί πρέπει να δείξει ότι ουσιαστικά η παραδοσιακή τάξη των καπιταλιστών έχει ουσιαστικά διασπαστεί και μέσα από τα σπλάχνα της έχει προκύψει μία νέα τάξη: αυτή του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το τελευταίο έχει δικό του αυτοτελή τρόπο λειτουργίας και εκμετάλλευσης όχι μόνο των εργαζομένων αλλά και της παραδοσιακής καπιταλιστικής τάξης. Παρά κάποια αδύναμα επιχειρήματα του Lapavitsas ότι η παραδοσιακή καπιταλιστική τάξη διαπλέκεται στενά με το χρηματιστικό κεφάλαιο και «χρηματιστικοποιείται» και αυτή για να ευσταθεί η θέση του πρέπει αυτές οι δύο να διαχωρίζονται με σχετική σαφήνεια. Στο βαθμό που το χρηματιστικό κεφάλαιο αντλεί έχει ένα πρόσθετο μόνιμο μηχανισμό εκμετάλλευσης τότε προφανώς δεν συμμετέχει στην διαμόρφωση του γενικού μέσου ποσοστού κέρδους* διαδικασία που αποτελεί έναν από τους βασικούς οικονομικούς μηχανισμούς ενοποίησης της καπιταλιστικής τάξης. Μόνο αν ισχύει αυτό – όπως εύστοχα επισήμανε ο Fine (2009) – μπορεί το χρηματιστικό κεφάλαιο να διατηρεί αυτή την ηγεμονική θέση που του αποδίδεται. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει αποδειχθεί εμπειρικά για μακροπρόθεσμα χρονικά διαστήματα (και όχι για τις συνήθεις βραχυχρόνιες θεωρήσεις των υπερβολικών αποδόσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα).

IΙΙ. Ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την «χρηματιστικοποίηση»

Υπάρχουν τρείς βασικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την θεωρία της «χρηματιστικοποίησης». Η πρώτη προτάθηκε από τους Lapavitsas et al. (2010) και ακολουθεί την δική του μαρξίζουσα θεωρία. Η δεύτερη προτάθηκε από τους Milios & Sotiropoulos (2010) και συνδέεται περισσότερο με τις μετα-κεϋνσιανές αντιλήψεις περί «χρηματιστικοποίησης». Η τρίτη προτάθηκε από τον Αργείτη (2012) και ακολουθεί την Μινσκιανή προσέγγιση.

ΙIΙ.1 Χρηματοοικονομική Υπεξαίρεση

Οι Lapavitsas et al. (2010a, 2010b) θεωρούν ότι η ελληνική κρίση είναι απλά μία κρίση χρέους. Σε αυτό συμφωνούν με τις Ορθόδοξες ερμηνείες. Όμως προσθέτουν ότι είναι «σύμπτωμα ενός ευρύτερου κακού» (Lapavitsas et al.  (2010a, σ.11) που δεν έχει εθνικές ρίζες αλλά προκύπτει από (α) τον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό και (β) την ΟΝΕ. Ο πρώτος προκάλεσε την κρίση του 2007-8 που δεν είναι μία κρίση a-la-Marx αλλά απλά μία χρηματοπιστωτική κρίση. Το ποσοστό κέρδους δεν παίζει κανένα ρόλο σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τον Lapavitsas (και χωρίς κάποια εμπειρική τεκμηρίωση) το ποσοστό κέρδους «δεν έπεσε αλλά δεν αυξήθηκε επίσης». Η κρίση προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη χρηματοοικονομική μόχλευση που καλλιέργησε η «χρηματιστικοποίηση» και η οποία οδήγησε σε μη-βιώσιμες «φούσκες». Αυτή η κρίση διασάλευσε τα σαθρά θεμέλια της ΟΝΕ. Η τελευταία, σύμφωνα πάντα με τους Lapavitsas et al., δεν είναι μία ΒΝΠ και χαρακτηρίζεται από ανισορροπίες στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της. Υποστηρίζουν ότι η ΟΝΕ έχει τρεις πυλώνες: (α) την ανεξάρτητη ΕΚΤ, (β) την δημοσιονομική λιτότητα και (γ) την αδιάλειπτη πίεση μείωσης των μισθών για να διασφαλισθεί η ανταγωνιστικότητα. Επισημαίνουν εύστοχα ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ ακολουθεί τις ανάγκες των χωρών του ευρω-κέντρου ακόμη και όταν αυτές βλάπτουν τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας. Όμως, όσον αφορά τον τρίτο πυλώνα της ΟΝΕ, αποδέχονται πλήρως τις Ορθόδοξες θεωρίες περί ανταγωνιστικότητας. Θεωρούν δηλαδή ότι αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από τον ανταγωνισμό κόστους και άρα από το επίπεδο των μισθών. Μάλιστα όχι το απόλυτο επίπεδο αλλά το σχετικό, δηλαδή τον ρυθμό αύξησης των μισθών. Έτσι ουσιαστικά αναπαράγουν αντεστραμμένο το Ορθόδοξο επιχείρημα: δεν ήταν υπερβολικές οι ελληνικές μισθολογικές αυξήσεις αλλά η γερμανική μισθολογική στασιμότητα. Η τελευταία δημιουργεί μία νεο-μερκαντιλιστική εμπορική ανισορροπία μεταξύ του πλεονασματικού ευρω-κέντρου και της ελλειμματικής ευρω-περιφέρειας. Το επιχείρημα αυτό έχει μία προφανή αδυναμία: τι θα πρέπει να γίνει εφόσον η Γερμανία και οι χώρες του ευρω-κέντρου επιμείνουν σε μία τέτοια εισοδηματική πολιτική (που εξάλλου είναι και εθνικό τους δικαίωμα); Η μόνη εύλογη απάντηση είναι ότι πρέπει να προσαρμοσθεί ο πιο αδύνατος και συνεπώς οι πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής προσαρμογής είναι ο μόνος δρόμος για τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας.

Η συνέχεια της ερμηνείας των Lapavitsas et al. Παραμένει εντός του πλαισίου της ΥΔΕ αλλά αναστρέφοντας την σειρά αιτιότητας (δηλαδή αποδίδοντας αιτιακό ρόλο στον δεύτερο πόλο της): η κρίση χρέους προέκυψε από τα εμπορικά ελλείμματα και εν τέλει το ΕΙΤΣ της Ελλάδας. Η ΟΝΕ έχει πολώσει την ευρωζώνη σε ένα ευρω-κέντρο με εμπορικά πλεονάσματα και μία ευρω-περιφέρεια με εμπορικά ελλείμματα. Το ευρω-κέντρο τροφοδοτούσε με δανειακά κεφάλαια κυρίως την ευρω-περιφέρεια έτσι ώστε η τελευταία να μπορεί να αγοράσει τις εξαγωγές του πρώτου. Η έκρηξη της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 διασάλευσε το κύκλωμα αυτό καθώς οι διεθνείς αγορές άρχισαν να φοβούνται για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δανεισμού. Έτσι ξέσπασε η κρίση κρατικού χρέους της ευρωζώνης. Σύμφωνα με τους Lapavitsas et al. η ΟΝΕ μετέδωσε την παγκόσμια κρίση στην Ευρώπη λόγω των εγγενών ανισορροπιών της.

Μέχρι το σημείο αυτό η ανάλυση των Lapavitsas et al. δεν διαφέρει ουσιαστικά από τις μετα-κεϋνσιανές αναλύσεις που υιοθετούν το επιχείρημα της διαίρεσης μεταξύ ευρω-κέντρου και ευρω-περιφέρειας.[8]. Η μόνη ουσιαστική διαφορά είναι η προσθήκη του μηχανισμού της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης».

Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης των Lapavitsas et al. είναι ότι η ΟΝΕ δεν επιδιορθώνεται και η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι η έξοδος από αυτή. Μερικές φορές αναφέρονται στη δυνατότητα ενός ευρωπαϊκού «σχεδίου Μάρσαλ» ως μίας λύσης στα αδιέξοδα της ΟΝΕ αλλά γρήγορα το απορρίπτουν ως μη-ρεαλιστικό. Σχετικά με την γενικότερη σχέση με την ΕΕ (δηλαδή την παραμονή της Ελλάδας εντός του πλαισίου πολιτικών θεσμών και της Κοινής Αγοράς) παραμένουν αγνωστικιστές.

Η ερμηνεία αυτή πάσχει από τις γενικές αδυναμίες της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης». Παραγνωρίζει εντελώς το ζήτημα της παραγωγικής δομής της ελληνικής και των ευρωπαϊκών οικονομιών και συνεπώς αδυνατεί να δι την ύπαρξη σχέσεων οικονομικής εκμετάλλευσης της ευρω-περιφέρειας από το ευρω-κέντρο όχι με βάση νομισματικές ή μισθολογικές σχέσεις αλλά με βάση τις διαφορετικές παραγωγικές δομές τους. Επιπλέον, αποδέχεται άκριτα το Ορθόδοξο επιχείρημα ότι το ονομαστικό ΜΚΕ είναι το βασικό κριτήριο ανταγωνιστικότητας. Συνεπώς η αντιστροφή του είναι αδύναμη και οδηγεί στο Ορθόδοξο συμπέρασμα: εφόσον η Γερμανία δεν αυξάνει τους μισθούς της τότε, δικαίως ή αδίκως, δεν μένει παρά να μειωθούν οι ελληνικοί μισθοί. Επίσης (και αυτό ισχύει και για την δεύτερη ερμηνεία «χρηματιστικοποίησης»), η ελληνική οικονομία δεν έχει βασικά χαρακτηριστικά του «χρηματιστικοποιημένου» καπιταλισμού. Ο βαθμός χρηματοοικονομικής μόχλευσης ήταν χαμηλός όπως επίσης και ο ιδιωτικός δανεισμός των νοικοκυριών. Συνεπώς, η «χρηματιστικοποίηση» εισάγεται μόνο από το εξωτερικό (μέσω του δημόσιου χρέους). Το σχήμα αυτό είναι εξαιρετικά αδύναμο.

Το τελευταίο σφάλμα της ανάλυσης των Lapavitsas et al. αφορά τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής τους. Εάν η ελληνική κρίση είαι απλά μία κρίση χρέους τότε μπορεί να δύναται να επιλυθεί χωρίς την έξοδο από την ΟΝΕ αλλά με την μεταρρύθμιση της τελευταίας έτσι ώστε να γίνει μία ΒΝΠ (δηλαδή με την πολιτική, τραπεζική και δημοσιονομική ενοποίηση της). Εάν όμως η κρίση έχει ένα βαθύτερο δομικό περιεχόμενο τότε μία απλή ανάκτηση της συναλλαγματικής και νομισματικής πολιτικής δεν επαρκεί ούτε για να αναδιαρθρώσει την οικονομία ούτε για να βελτιώσει βιώσιμα την ανταγωνιστικότητα.

 

 

ΙIΙ.2 Ταξική Πάλη και Χρηματιστικοποίηση

Αντίθετα με τους Lapavitsas et al., οι Milios & Sotiropoulos (2010) υποστηρίζουν ότι δεν ευθύνεται ούτε η φθίνουσα ανταγωνιστικότητα ούτε η ΟΝΕ για την ελληνική υπερχρέωση. Αντιθέτως, η ΟΝΕ – ενώνοντας οικονομίες με διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και κερδοφορία – διευκόλυνε την κίνηση κεφαλαίων από τις πιο αναπτυγμένες (και με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και κερδοφορία) προς τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες. Ο λόγος της μετακίνησης κεφαλαίων από τις οικονομίες του ευρω-κέντρου σε αυτές τις ευρω-περιφέρειες έχει να κάνει με τα υψηλότερα ποσοστά κερδοφορίας που χαρακτηρίζουν τις δεύτερες. Η τάση αυτή ενισχύθηκε μετά την ΟΝΕ καθώς η τελευταία εξασφάλισε στις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού απ’ ότι προηγουμένως με τα εθνικά νομίσματα τους. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε αναπτυξιακή ώθηση στην ευρω-περιφέρεια. Έτσι οι υψηλοί ελληνικοί ρυθμοί ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990 δεν ήταν «φούσκα» αλλά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ουσιαστικά, οι Milios & Sotiropoulos απορρίπτουν το επιχείρημα της διαίρεσης της ΕΕ σε Βορρά και Νότο θεωρώντας το έκφραση της προβληματικής θεωρίας της Εξάρτησης (π.χ. Amin (1976)). Για αυτούς οι κεφαλαιακές εισροές δεν ήταν δάνεια από τις χώρες του ευρω-κέντρου προς αυτές τις ευρω-περιφέρειας για να χρηματοδοτήσουν την αγορά των εξαγωγικών προϊόντων των πρώτων. Αντιθέτως, είχε θετικά αναπτυξιακά αποτελέσματα καθώς αποτελούσαν παραγωγικές επενδύσεις στην ελληνική οικονομία.

Στο σημείο αυτό η ανάλυση των Milios & Sotiropoulos (2010) συμφωνεί με τις Ορθόδοξες ερμηνείες που θεωρούν θετική την εισροή ξένου κεφαλαίου καθώς και με τις αντίστοιχες απόψεις περί «ισχυρής Ελλάδας» που προβλήθηκαν την περίοδο εκείνη. Το βασικό Ορθόδοξο επιχείρημα – ιδιαίτερα από το λεγόμενο «εκσυγχρονιστικό» ρεύμα – στην περίοδο πριν από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης ήταν ότι το ΕΙΤΣ δεν είναι πρόβλημα αλλά είναι μία «καλή ανισορροπία» (good imbalances) επειδή οι οικονομίες της ευρω-περιφέρειας έχουν σχετικά χαμηλά επίπεδα πραγματικού κατά κεφάλην ΑΕΠ. Αυτό – σύμφωνα με τις Ορθόδοξες εμπειρικές πεποιθήσεις – μεταφράζεται περίπου αυτόματα σε δυνατότητα γρηγορότερης αύξησης της παραγωγικότητας και συνεπώς μεγαλύτερου ρυθμού μεγέθυνσης. Οι δυνατότητες αυτές οδηγούν σε αυξημένες ροές επενδύσεων (τόσο άμεσων επενδύσεων όσο και επενδύσεων χαρτοφυλακίου και ιδιαίτερα δανείων) προς τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας. Ιδιαίτερα η εισροή δανειακών κεφαλαίων έρχεται να συμπληρώσει την μη-επαρκή δεξαμενή εγχώριων καταθέσεων. Συνεπώς, το ΕΙΤΣ είναι μία «καλοήθης διαδικασία που θα καλυφθεί στο μέλλον από τις αποδόσεις των κεφαλαιακών αυτών ροών και την γρηγορότερη μεγέθυνση της οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό οι λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες της ευρω-περιφέρειας μπαίνουν σε μία διαδικασία «προφθάσματος» (catching up) των πιο αναπτυγμένων οικονομιών του ευρω-κέντρου. Έτσι υλοποιείται η πολυθρύλητη διαδικασία σύγκλιση μεταξύ των οικονομιών αυτών.

Συνεπώς, για τους Milios & Sotiropoulos (2010), το ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν αποτελεί πρόβλημα αλλά ένδειξη εισροής αναπτυξιακών κεφαλαίων. Βέβαια αυτή η εισροή κεφαλαίων είχε παρενέργειες. Ο εξωτερικός δανεισμός και η εισροή κεφαλαίων τόνωσε την εγχώρια ζήτηση των χωρών της ευρω-περιφέρειας με αποτέλεσμα την αύξηση του πληθωρισμού και την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας.

Όπως προαναφέρθηκε, μέχρι εδώ οι Milios & Sotiropoulos ουσιαστικά αναδιατυπώνουν την ειδυλλιακή «επιτυχημένη ιστορία» της «ισχυρής Ελλάδας» που παρουσιαζόταν πριν από την κρίση από του Ορθόδοξους ακαδημαϊκούς και κυβερνητικούς κύκλους. Στη συνέχεια, οι Milios & Sotiropoulos προσθέτουν την θέση της «χρηματιστικοποίηση»: ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει χρηματιστικοποιηθεί με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται από υπερβολική μόχλευση και χρηματοοικονομικές «φούσκες». Το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 (την οποία επίσης κατανοούν ως απλά χρηματοπιστωτική κρίση) εκτροχίασε τα μέχρι πρότινος «καλοήθη» ΕΙΤΣ της ευρω-περιφέρειας. Για να μπορέσουν τα τελευταία να εξισορροπηθούν χρειάσθηκε η δραματική αύξηση του ΔΕ. Το τελευταίο οδήγησε στην κατάρρευση των οικονομιών της ευρω-περιφέρειας.

Αν και οι Milios & Sotiropoulos αποδέχονται ότι η ΟΝΕ δεν είναι μία ΒΝΠ και είναι νεο-φιλελεύθερης έμπνευσης, υποστηρίζουν ότι έπαιξε μόνο ένα περιφερειακό ρόλο στο όλο πρόβλημα. Αποδέχονται ότι η λογική τη ΟΝΕ είναι νεο-φιλελεύθερη και επιβάλλει την λιτότητα στους εργαζόμενους υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού και του «κοινωνικού dumping» που προκαλεί η φιλελευθεροποίηση των διεθνών κεφαλαιακών κινήσεων. Αποδέχονται επίσης ότι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης έφερε στην επιφάνεια τις αδυναμίες της ΟΝΕ (μη-ΒΝΠ) και τον ταξικό χαρακτήρα της (καθώς το μεγαλύτερο βάρος των προσαρμογών που επιβάλλει πέφτουν επάνω στους εργαζόμενους. Όμως, θεωρούν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην έξοδο από την ΟΝΕ καθώς αυτό είναι ατελέσφορο και θα σήμαινει την επιστροφή σε μία εποχή οικονομικών και πολιτικών εθνικιστικών συγκρούσεων. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι πρέπει να επικεντρωθεί η οικονομική και πολιτική σύγκρουση στα καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά της κρίσης που απορρέουν από την αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην ενοποίηση των κοινωνικών κινημάτων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο σε μία καθαρά ταξική βάση. Με τον τρόπο αυτό η ταξική πάλη των δυνάμεων της εργασίας μπορεί να επιβάλλει την μεταρρύθμιση των σημερινών δομών της ΕΕ και της ΟΝΕ στην κατεύθυνση της δημιουργίας μίας «κοινωνικής Ευρώπης».

Αυτή η δεύτερη ερμηνεία «χρηματιστικοποίησης» έχει φυσικά τα γενικά προβλήματα της προσέγγισης αυτής. Επιπλέον όμως – ενστερνιζόμενη την Ορθόδοξη άποψη περί ευεργετικών εισροών ξένου κεφαλαίου και εξωτερικών ελλειμμάτων – δεν κατανοεί τα βαθειά διαρθρωτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην ελληνική οικονομία με την ένταξη της στην Κοινή Αγορά και τα οποία επιδεινώθηκαν με την ΟΝΕ. Ένα σημείο χρειάζεται ιδιαίτερη επισήμανση. Όπως δείχνουν πολλές εμπειρικές μελέτες, τα μακρόχρονα ΕΙΤΣ δεν χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις σε παραγωγικές δραστηριότητες αλλά  για να χρηματοδοτηθούν οι αγορές εισαγόμενων προϊόντων από τις χώρες του ευρω-κέντρου. Έτσι, οι Milios & Sotiropoulos αποδέχονται το επιχείρημα της «ισχυρής Ελλάδας» την ίδια ώρα που βασικοί τομείς της οικονομίας συρρικνώνονταν ή/και εξαρτιόνταν ασφυκτικά από ξένες δραστηριότητες. Συνεπακόλουθα, παραγνωρίζουν τις διαδικασίες οικονομικής εκμετάλλευσης της ευρω-περιφέρειας που δημιούργησαν πρώτα η Κοινή Αγορά και ακολούθως η ΟΝΕ.

 

 

ΙIΙ.3 Μινσκιανός Αποπληθωρισμός

Στα πλαίσια των Ετεροδόξων ερμηνειών της ελληνικής κρίσης έχουν διατυπωθεί και αναλύσεις που υιοθετούν την προσέγγιση του H.Minsky. Το Levy Institute, που άλλωστε συνδέεται άμεσα με την Μινσκιανή παράδοση, αποτελεί το κέντρο των αναλύσεων αυτών[9]. Οι απόψεις αυτές έχουν διατυπωθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια από τον Γ.Αργείτη σε μία σειρά μελετών (π.χ. Αργείτης (2012)). Ο Αργείτης υποστηρίζει ότι ο ελληνικός καπιταλισμός, μέχρι σήμερα, χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία:

(α) Το πρώτο χαρακτηριστικό του είναι η από παράδοση παρωχημένη και αδύναμη τεχνολογική δομή.

(β) Το δεύτερο χαρακτηριστικό του είναι η δομικά αδύναμη ανταγωνιστικότητα, η οποία προκαλεί χρόνια προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η αδύναμη ανταγωνιστικότητα προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την παρωχημένη και αδύναμη τεχνολογική δομή. Τα προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών προκύπτουν επειδή ο ελληνικός καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να εισάγει μεγάλο μέρος των αναγκαίων είτε ενδιάμεσων είτε τελικών εισροών.

(γ) Το τρίτο χαρακτηριστικό του είναι η στενή «διαπλοκή» (cronyism) που υπάρχει μεταξύ του ελληνικού κεφαλαίου και του κράτους. Ο Αργείτης (2012) υποστηρίζει ότι αυτό συνάδει με την κατά  Minsky έννοια του «ισχυρού κράτους» (‘strong state’). Βασικός ρόλος του κράτους και της κεντρικής τράπεζας είναι να διαχειρίζεται την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού χρησιμοποιώντας τον προϋπολογισμό και το ΔΕ έτσι ώστε να στηρίζει την καπιταλιστική κερδοφορία. Υπό αυτή την έννοια το ΔΕ χρησιμοποιούνταν περισσότερο σαν αναδιανεμητικό εργαλείο και λιγότερο σαν αντι-κυκλικό.

Το βασικό αίτιο της ελληνικής κρίσης είναι η ένταξη στην ΟΝΕ υπονόμευσε αυτό το παραδοσιακό υπόδειγμα λειτουργίας του ελληνικού καπιταλισμού χωρίς να κατορθώσει να το αντικαταστήσει με ένα εξίσου λειτουργικό. Συγκεκριμένα, μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, διατηρήθηκε το «ισχυρό κράτος» αλλά χωρίς μία αντίστοιχα ισχυρή κεντρική τράπεζα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η διαχείριση του χρέους να είναι δυσλειτουργική και να προκύψει η «χρηματιστικοποίηση» της οικονομίας (δηλαδή η μεγέθυνση με βάση την χρηματοοικονομική μόχλευση). Το τελευταίο αύξησε την εγγενή χρηματοοικονομική αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας στην οποία επικεντρώνεται ιδιαίτερα η Υπόθεση της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας (Financial Instability Hypothesis) του Minsky (1992).

Ως γνωστόν, η Υπόθεση της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας υποστηρίζει ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς επιρρεπές σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Οι τελευταίες προκύπτουν από την ενδογενή τάση του συστήματος να δημιουργεί κερδοσκοπικές «φούσκες» στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο μηχανισμός δημιουργίας των τελευταίων είναι, συνοπτικά, ο ακόλουθος. Σε περιόδους ευφορίας και ανόδου του οικονομικού κύκλου αυξάνουν τα εταιρικά ρευστά διαθέσιμα περισσότερο από ότι απαιτείται για την εξυπηρέτηση του υπάρχοντος εταιρικού δανεισμού. Αυτό δημιουργεί μία κερδοσκοπική ευφορία και οδηγεί σε υπερβολικό νέο δανεισμό που γρήγορα ξεπερνά τις δυνατότητες αποπληρωμής του. Αυτό γρήγορα ξεφεύγει από τον έλεγχο και προκαλεί μία χρηματοπιστωτική κρίση. Αντιδρώντας σπασμωδικά, οι τράπεζες και οι δανειστές υπεραντιδρούν (overshoot) και περιορίζουν τον δανεισμό περισσότερο απ’ ότι επιβάλλεται. Μάλιστα αυτό γενικεύεται και επεκτείνεται και σε επιχειρήσεις που δεν έχουν υπό φυσιολογικές συνθήκες πρόβλημα εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, λόγω της νομισματικής συστολής η οικονομία μπαίνει σε ύφεση.

Ο ειδικός μηχανισμός που προκαλεί την αρχική υπερεκτίμηση, σε περιόδους ευφορίας, είναι ο ακόλουθος. Κατά τον Minsky το κλειδί βρίσκεται στη συσσώρευση χρέους από τον ιδιωτικό τομέα. Διακρίνει τρεις κατηγορίες προβληματικών δανειζόμενων που συμβάλλουν στην συσσώρευση μη-δυνάμενου να εξυπηρετηθεί χρέους. Οι πρώτοι είναι οι αντισταθμιστικοί δανειζόμενοι (hedge borrowers), οι οποίοι μπορούν να εξυπηρετούν τα δάνεια τους με πληρωμές (τόσο επιτοκίων όσο και του κεφαλαίου) από τις τρέχουσες ροές ρευστότητας από τις επενδύσεις τους. Οι δεύτεροι είναι οι κερδοσκοπικοί δανειζόμενοι (speculative borrowers), που εξυπηρετούν τα χρέη τους αλλά πρέπει συστηματικά να μετακυλύουν (roll over) τα δάνεια τους με επιμηκύνσεις ή έκδοση νέων δανείων έτσι ώστε να μπορούν να παραμείνουν αξιόχρεοι (solvent). Τέλος, οι Ponzi δανειζόμενοι (Ponzi borrowers) δανείζονται προσδοκώντας ότι η αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων τους θα είναι τέτοια που θα επαρκεί για να επαναχρηματοδοτήσει την εξυπηρέτηση του χρέους τους καθώς η αποδόσεις των επενδύσεων τους δεν επαρκούν για αυτό. Συνεπώς, οι Ponzi δανειζόμενοι μόνο με μία συνεχή αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων μπορούν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Αν όμως ο αριθμός τους αυξηθεί πολύ τότε κάποια στιγμή θα υπάρξει αμφιβολία όσον αφορά την δυνατότητα συνεχούς αύξησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Η αμφιβολία αυτή θα γενικευθεί τότε θα οδηγήσει σε εμπλοκή στο σύστημα καθώς θα σταματήσει η αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Αυτό θα επηρεάσει άμεσα και τους κερδοσκοπικούς δανειζόμενους καθώς δεν θα μπορούν να αναχρηματοδοτήσουν μέσω μετακύλησης τον δανεισμό τους. Η πτώση των κερδοσκοπικών δανειστών θα συμπαρασύρει στη συνέχεια και τους αντισταθμιστικούς δανειστές καθώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα υπερεκτιμήσει το πρόβλημα και θα πανικοβληθεί.

Βέβαια ο Minsky υποστηρίζει ότι η εγγενής αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας είναι δυνατόν να σταθεροποιηθεί μέσω της κατάλληλης οικονομικής πολιτικής. Η πολιτική αυτή συνίσταται σε έναν συνδυασμό δημοσιονομικής και νομισματικής παρέμβασης με σκοπό τη διατήρηση και ενίσχυση των ονομαστικών κερδών των καπιταλιστών. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει μέσω της διόγκωσης των δαπανών του κράτους να δημιουργεί ενεργό ζήτηση. Η διαδικασία αυτή μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές και έτσι να στηρίζει τα κέρδη και την απασχόληση χωρίς παρενέργειες (πληθωρισμός, υπερβολικά ελλείμματα), λόγω της μονοπωλιακής δομής της οικονομίας. Ταυτόχρονα η νομισματική πολιτική οφείλει να είναι επεκτατική καθώς η βασική λειτουργία της κεντρικής τράπεζας συνίσταται σε αυτή του «δανειστή τελευταίας καταφυγής» (lender of last resort).

Η Μινσκιανή προσέγγιση υποστηρίζει ότι η κρίση του 2007-8 ήταν ακριβώς μία τέτοια «Μινσκιανή στιγμή» (Minskian moment) που προέκυψε επειδή η νεοφιλελεύθερη πολιτική εκθρόνισε την κατά βάση κεϋνσιανή πολιτική διαχείρισης της χρηματοοικονομικής αστάθειας που υποστηρίζει ο Minsky. Ακολουθώντας την ανάλυση αυτή, ο Αργείτης (2012) υποστηρίζει ότι το ξέσπασμα της του 2007-8 αποδόμησε το ήδη τραυματισμένο από την ΟΝΕ παραδοσιακό υπόδειγμα του ελληνικού καπιταλισμού. Πλέον το «ισχυρό κράτος» χωρίς την βοήθεια μίας «ισχυρής κεντρικής τράπεζας» δεν μπορούσε να ελέγξει την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του χρέους. Έτσι προέκυψε η ελληνική κρίση.

Η Μινσκιανή ανάλυση – παρά ορισμένες ενδιαφέρουσες ιδέες της – έχει δικαίως επικριθεί ως φαινομενολογική και επίσης ότι εστιάζει υπερβολικά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και δεν το συνδέει με την πραγματική οικονομία. Επιπλέον, έχει επικριθεί για την πολύ στενή και φτωχή αντίληψη που έχει για τον ρόλο της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Αυτή η αδύναμη αντίληψη προκύπτει από την προβληματική αντίληψη του Minsky για τον ρόλο και τον χαρακτήρα του μονοπωλίου στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας.

Όσον αφορά την ερμηνεία της ελληνικής κρίσης, η Μινσκιανή αντίληψη έχει σοβαρά προβλήματα. Το πιο βασικό είναι ότι η ελληνική κρίση δεν προέκυψε από υπερβολικό ιδιωτικό χρέος. Το τελευταίο είναι μικρό σε σχέση με αυτό των πιο ανεπτυγμένων δυτικών οικονομιών. Συνεπώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι το ελληνικό πρόβλημα προέκυψε από την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του ιδιωτικού χρέους. Γι’ αυτό άλλωστε η ανάλυση του Αργείτη (2012) μάλλον αφήνει στην άκρη τον τυπικό μηχανισμό της Υπόθεσης της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας και εμπνέεται περισσότερο από την προηγούμενη εργασία του Minsky (1986) σχετικά με την σημασία του πολιτικού και θεσμικού πλαισίου για την εξασφάλιση της σταθεροποίησης της χρηματοοικονομικής σφαίρας.

Το κεντρικό επιχείρημα του είναι ότι η διάλυση του δίδυμου «ισχυρό κράτος – ισχυρή κεντρική τράπεζα» οδήγησε στην αδυναμία λειτουργικής διαχείρισης της διαδικασίας πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του χρέους. Η προφανής αιτιολόγηση είναι ότι η ΕΚΤ ακολουθεί μία νομισματική πολιτική προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του ευρω-κέντρου και παραγνωρίζει τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των οικονομιών της ευρω-περιφέρειας. Κατά συνέπεια η νομισματική πολιτική δεν στήριξε επαρκώς τις ανάγκες της ελληνικής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όμως η ερμηνεία αυτή είναι αρκετά αυθαίρετη. Κατ’ αρχήν υποθέτει ότι η πολιτική της ελληνικής κεντρικής τράπεζας ήταν πάντα διευκολυντική (accommodative) στη μεταπολιτευτική περίοδο πράγμα το οποίο δεν είναι ορθό. Επίσης, θεωρεί εσφαλμένα ότι η ΟΝΕ και η απώλεια της συναλλαγματικής πολιτικής σημαίνει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος και η κυβέρνηση χάνει κάθε δυνατότητα διακριτικής πολιτικής* θέση επίσης μη ορθή. Τέλος, αν ίσχυε ακριβώς η ερμηνεία του Αργείτη (2012) τότε αυτός θα ήταν ένας ισχυρός λόγος για να υποστηρίξει την έξοδο της χώρας από την ΟΝΕ, πράγμα που απορρίπτει.

Το επόμενο σημαντικό πρόβλημα είναι η υπόθεση ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είχε παραδοσιακά μία τεχνολογικά καθυστερημένη παραγωγική δομή. Είναι θετικό στοιχείο η αναφορά στο ζήτημα της παραγωγικής δομής – κάτι όχι συνηθισμένο στις Μινσκιανές αναλύσεις – όμως η διαπίστωση αυτή δεν επαρκεί αλλά πρέπει να ερμηνευθεί. Η εύκολη απάντηση είναι η προσφυγή σε μία ερμηνεία που να ακολουθεί την Θεωρία της Εξάρτησης (π.χ. στην εκδοχή Baran και Sweezy), η οποία όμως έχει γνωστά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα. Επίσης, αν αυτό ίσχυε προηγουμένως για ποιο λόγο διατηρήθηκε και μετά την ένταξη στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΟΝΕ; Αυτό απαιτεί μία διεξοδικότερη μελέτη της σφαίρας τη παραγωγής η οποία λείπει.

Το τελευταίο, εν κατακλείδι, είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Μινσκιανής ερμηνείας. Παραμένει σε ορθά ή εσφαλμένα επιφαινόμενα της νομισματικής κυκλοφορίας και παραγνωρίζει την σφαίρα της παραγωγής.

 

 

IV. Ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την χρηματιστικοποίηση:

Εμπειρικές αδυναμίες

Συνολικά, οι ερμηνείες με βάση την θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» δίνουν μία αδύναμη δομική ερμηνεία της ελληνικής κρίσης (που περιορίζεται στην σφαίρα της κυκλοφορίας) και αδυνατούν να δουν τις βαθιές δομικές ρίζες της στη σφαίρα της παραγωγής.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημανθούν ορισμένα εμπειρικά προβλήματα της υπόθεσης της «χρηματιστικοποίησης» τα οποία, στη συνέχεια, οδηγούν σε ερμηνευτικές αδυναμίες όσον αφορά την ελληνική κρίση.

Για να ευσταθεί το επιχείρημα περί «χρηματιστικοποίησης» της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να προσδιοριστούν επακριβώς και πειστικά οι δίαυλοι της. Για το ζήτημα αυτό υπάρχει μία έντονη συζήτηση στη διεθνή Ορθόδοξη και Ετερόδοξη βιβλιογραφία (π.χ. Palley (2007)), που όμως δεν έχει καταλήξει σε κοινά συμπεράσματα και κάποιους αντίστοιχους κοινά αποδεκτούς δείκτες.

Όμως, τουλάχιστον για τις Ετερόδοξες απόψεις περί «χρηματιστικοποίησης», δύο πεδία είναι βασικά για την εκτίμηση του βαθμού «χρηματιστικοποίησης»:

(1)  Το πρώτο πεδίο είναι ο βαθμός μόχλευσης της οικονομίας. Στο πεδίο αυτό γίνεται ίσως η περισσότερη έρευνα αλλά υπάρχουν και οι περισσότερες τεχνικές διχογνωμίες στη διεθνή συζήτηση.

(2)  Το δεύτερο πεδίο είναι ο βαθμός χρέωσης των ιδιωτικών νοικοκυριών. Αυτό το δεύτερο πεδίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την θεωρία της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης» του Lapavitsas. Αυτό γιατί μόνο μέσω αυτού του διαύλου μπορεί να υποστηριχθεί η δυνατότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται αυτοτελώς τους εργαζόμενους μέσω του τοκογλυφικού δανεισμού.

Και στα δυο αυτά πεδία οι εμπειρικές ενδείξεις είναι εξαιρετικά δυσμενείς για την υπόθεση της «χρηματιστικοποίησης». Όσον αφορά τον βαθμό χρηματοοικονομικής μόχλευσης – με όποια μέθοδο και να υπολογισθεί – φαίνεται ότι αυτός ήταν χαμηλός στην ελληνική οικονομία. Η μόχλευση του τραπεζικού συστήματος ήταν χαμηλή συγκρινόμενη με τα δυτικά δεδομένα. Επίσης, ο βαθμός χρέωσης του μη-χρηματιστικού εταιρικού τομέα ήταν επίσης συγκριτικά μικρός. Επιπλέον, όσον αφορά το βαθμό δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών και αυτός είναι σημαντικά σημαντικότερος από ότι στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες.

Ο Πίνακας 6 δείχνει την συγκριτική θέση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με μία σειρά άλλες οικονομίες όσον αφορά τα πεδία αυτά. Είναι εξόφθαλμο το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι ουραγός (ή μεταξύ των ουραγών) σε όλα αυτά τα πεδία.

1

Ιδιαίτερα στον κρίσιμο για την θεωρία της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης» τομέα του δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών τα στοιχεία είναι εξαιρετικά «άβολα». Όπως φαίνεται στον Πίνακα 7, ο δανεισμός των ιδιωτικών νοικοκυριών είναι σχετικά νέο φαινόμενο για την ελληνική οικονομία. Ξεκινά από πολύ χαμηλά επίπεδα[10]. Αρχίζει να αυξάνει μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, από το 2004 και μετά, και μάλιστα με εντυπωσιακά γρήγορους ρυθμούς. Όμως παρόλο τον πολύ μεγάλο ρυθμό αύξησης παραμένει πάντα σε συγκριτικά χαμηλά επίπεδα. Μάλιστα, μετά την έκρηξη της ελληνικής κρίσης, οι ενδείξεις είναι ότι ο βαθμός δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών ασθμαίνει καθώς οι μεν τράπεζες ουσιαστικά δεν παρέχουν πλέον δάνεια και τα δε νοικοκυριά δεν μπορούν να πάρουν δάνεια λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησης τους.

2

Η εξήγηση για τον χαμηλό βαθμό δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών έχει να κάνει με τις μεταπολεμικές δομές της ελληνικής οικονομίας. Τα εκτεταμένα μεσοστρώματα αλλά και οι εργαζόμενοι και οι αγρότες είχαν ισχυρές δυνατότητες και τάσεις αποταμίευσης. Αυτό αλλάζει ιδιαίτερα με την ένταξη στην ΟΝΕ οπότε ο ρυθμός αποταμίευσης καταρρέει. Όλες οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες γνώριζαν ότι η εισαγωγή του νέου νομίσματος θα δημιουργούσε πληθωριστικές πιέσεις ιδιαίτερα σε χώρες (όπως η Ελλάδα) που η ισοδυναμία του νέου νομίσματος με το παλιό ήταν αρκετά μεγάλη έτσι ώστε ο μέσος καταναλωτής να χάνει την αίσθηση της πραγματικής αξίας της νέου νομίσματος. Στην Ελλάδα, αντίθετα με άλλες χώρες, δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη με αποτέλεσμα οι τιμές ιδιαίτερα των αγαθών μαζικής λαϊκής κατανάλωσης να εκτιναχθούν στα ύψη ενώ οι μισθοί περίπου ακολουθούσαν τον επίσημο δείκτη πληθωρισμού (βλέπε Ζωγραφάκης & Μητράκος (2005)). Συνεπακόλουθα, ο πραγματικός μισθός αδυνατεί να καλύψει το κόστος αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, δηλαδή πέφτει κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης. Αυτό συνεπάγεται την αναδιανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο. Συνεπακόλουθο της ήταν η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα αύξηση του δανεισμού των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων τα τελευταία χρόνια και τα συνακόλουθα προβλήματα αδυναμίας αποπληρωμής του, γεγονός όμως που έδωσε νέα πεδία κερδοφορίας στο τραπεζικό κεφάλαιο.

Συμπερασματικά, τα εμπειρικά δεδομένα δεν τεκμηριώνουν την άποψη ότι η ελληνική οικονομία είναι μία «χρηματιστικοποιημένη» οικονομία. Αυτό το εμπειρικό πρόβλημα οδηγεί τις ερμηνείες που βασίζονται στην υπόθεση περί «χρηματιστικοποίησης» στο να κάνουν ένα λογικό άλμα. Η «χρηματιστικοποίηση» εισάγεται στην ελληνική περίπτωση από το εξωτερικό. Όλες οι ερμηνείες αυτές αποδέχονται ότι η παγκόσμια κρίση του 2007-8 είναι απλά και μόνο μία χρηματοπιστωτική κρίση που προέκυψε λόγω «χρηματιστικοποίησης». Η κρίση αυτή λόγω «χρηματιστικοποίησης» επηρεάζει την ελληνική περίπτωση γιατί κάνει ανέφικτο πλέον τον ομαλό δανεισμό από τις διεθνείς χρηματαγορές. Συνεπώς, η «χρηματιστικοποίηση» που δεν ανευρίσκεται στο εσωτερικό εισάγεται μέσω του deus-ex-machina της παγκόσμιας κρίσης από το εξωτερικό. Αυτή είναι προφανώς μία εξαιρετικά αδύναμη και προβληματική επιχειρηματολογία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bond P. (2010), ‘A century since Hilferding’s `Finanz Kapital’ — again, apparently, a banker’s world?’, Links International Journal of Socialist Renewal, November 19.

Epstein G. ed. (2005), Financialization and the world economy, London: Edward Elgar.

 

Fine B. (2009), ‘Financialisation, the Value of Labour Power, the Degree of Separation, and Exploitation by Banking’, SOAS Research Students, Summer Seminar Series.

 

Fine B. (2010), ‘Locating financialization’, Historical Materialism 18(2).

Foster J.B. (2010), ‘The Financialization of Accumulation’, Monthly Review 62(5).

Hein E., Truger A. & van Treeck T. (2011), ‘The European Financial and Economic Crisis: Alternative Solutions from a (Post-)Keynesian Perspective’, IMK working paper 9.

Hein E. (2013), ‘Finance-dominated Capitalism and Redistribution of Income: A Kaleckian Perspective’, Levy Institute Working Paper 746.

Hilferding R. (1910 (1981)), Finance Capital, London: Routledge & Kegan Paul.

IMF (2012), Global Financial Stability Report: The Quest for Lasting Stability, Washington: IMF.

Krippner G. (2005), ‘The financialization of the American economy’, Socio-economic Review 3 (2).

Lapavitsas, C. (2008) ‘Financialised capitalism: direct exploitation and periodic bubbles’, SOAS.

Lapavitsas C. (2009), ‘Financialised Capitalism: Crisis and Financial Expropriation’, Historical Materialism 17(2).

Lapavitsas C., Kaltenbrunner A., Lindo D., Michell J., Painceira J. P., Pires E., Powell J., Stenfors A. & Teles N. (2010a), ‘Eurozone in Crisis: Beggar Thyself and Thy Neighbour’, Research on Money and Finance, Occasional Report.

Lapavitsas C., Kaltenbrunner A., Lambrinidis G., Lindo D., Meadway J., Michell J., Painceira J.P., Pires E., Powell J., Stenfors A., and Teles N. (2010b), ‘The Eurozone Between Austerity and Default’, Research on Money and Finance, Occasional Report.

Mavroudeas S. (2012), The Limits of Regulation: A Critical Analysis of Capitalist Development, Cheltenham: Edward Elgar.

Milios J. & Sotiropoulos D. (2010), ‘Crisis of Greece or Crisis of the Euro? A View from the European Periphery’, Journal of Balkan and Near Eastern Studies 12(3).

Mitrakos T., Simigiannis G. & Tzamourani P. (2008), ‘Indebtedness of Greek households: evidence from a survey’, Economic Bulletin 25, Bank of Greece.

Stockhammer E. (2004), ‘Financialization and the slowdown of accumulation’, Cambridge Journal of Economics 28.

Stockhammer E. (2011), ‘Peripheral Europe’s debt and German Wages: the role of wage policy in the Euro area’, International Journal of Public Policy 7(1-3).

Sweezy P. (1942), The Theory of Capitalist Development, New York and London: Monthly Review.

Sweezy P. (1994), ‘The Triumph of Financial Capital’, Monthly Review 46(2).

Sweezy P. (1997), ‘More (or Less) on Globalization’, Monthly Review 49(4).

Tomé J.P. (2011), ‘Financialization as a Theory of Crisis in a Historical Perspective: Nothing New under the Sun’, Working Paper Series 262, PERI.

Van Treeck T. (2008), ‘The political economy debate on ‘financialization’ – a macroeconomic perspective’, Working Paper 01/2008, IMK.


[1] Στην πραγματικότητα, η έννοια της «χρηματιστικοποίησης» καλύπτει μία ευρεία γκάμα φαινομένων: την απορύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των διεθνών κεφαλαιακών ροών, τον πολλαπλασιασμό των λεγόμενων «νέων χρηματοοικονομικών εργαλείων», την μετακίνηση από βασισμένα σε διαπραγματεύσεις (over the counter) σε βασισμένα σe ανοικτές αγορές (market-based) χρηματοπιστωτικά συστήματα, την ανάδυση των θεσμικών επενδυτών ως βασικών παραγόντων στις χρηματαγορές κλπ. Παρόλα αυτά ο ορισμός που υιοθετείται στην ανά χείρας μελέτη εστιάζει στις πολιτικο-οικονομικές (και μακροοικονομικές) πλευρές του όρου.

[2] Επιπλέον, η ανάλυση του Hilferding ουσιαστικά παραμερίζει την ΕΘΑ και άλλα βασικά στοιχεία της κλασσικής Μαρξιστικής ανάλυσης.

[3] Ο όρος πλασματικό κεφάλαιο προτάθηκε από τον Marx (κεφ. 29 του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου»). Το πλασματικό κεφάλαιο εκφράζεται από τα κεφαλαιακά περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, χρεόγραφα κλπ.) που η αγοραία αξία τους κυμαίνεται ανάλογα με τις προσδοκώμενες αποδόσεις τους στο μέλλον. Διαφέρει από το «πραγματικό κεφάλαιο» που είναι το κεφάλαιο που είναι πραγματικά επενδεδυμένο σε μέσα παραγωγής και αγορά εργασιακής δύναμης. Διαφέρει επίσης από το χρηματικό κεφάλαιο που είναι τα χρηματικά κονδύλια που διακρατούνται και διακινούνται. Ουσιαστικά το πλασματικό κεφάλαιο αντιπροσωπεύει συσσωρευμένες απαιτήσεις και νομικούς τίτλους σε μέλλουσα παραγωγή πλούτου. Δηλαδή, πρακτικά αποτελεί ένα (αβέβαιο) στοίχημα σε μέλλουσα να παραχθεί αξία και υπεραξία που όμως προεξοφλείται σήμερα. Η λειτουργία του συνδέεται στενά με την δημιουργία των ανώνυμων εταιρειών, την χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων και την δημιουργία πιστωτικού χρήματος (που καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις συναλλαγές και τις αποτιμήσεις αυτές). Σε περιόδους ευφορίας (δηλαδή υψηλών προσδοκιών) μπορεί να επιτείνει πολλαπλασιαστικά την ευφορία αυτή και να δημιουργήσει, για ένα διάστημα, μία περίοδο ισχυρής οικονομικής μεγέθυνσης καθώς οδηγεί σε επενδυτική επέκταση. Όμως, στο βαθμό που η «πραγματική οικονομία» δεν μπορεί να ακολουθήσει τουλάχιστον σε επαρκή ρυθμό αποδόσεων (δηλαδή οι επενδύσεις δεν αποφέρουν τις αναμενόμενες αποδόσεις) τότε, αργά ή γρήγορα, τα λεγόμενα θεμελιακά δεδομένα (fundamentals, δηλαδή η «πραγματική οικονομία») θα επαναφέρουν στην πραγματικότητα της αβάσιμη μεγέθυνση που δημιούργησε το πλασματικό κεφάλαιο. Αυτό συνεπάγεται συνήθως το ξέσπασμα μίας οικονομικής κρίσης λόγω κατάρρευσης της λεγόμενης «φούσκας» (bubble).

[4] Οι εμπειρικές πεποιθήσεις ή τυποποιημένα γεγονότα (stylized facts) είναι προ-θεωρητικές (δηλαδή μη-εμπειρικά αποδεδειγμένες) παραστάσεις της πραγματικότητας που όμως θεωρούνται αυταπόδεικτες και συνεπώς αδιαμφισβήτητες. Συνήθως αντανακλούν κάποια καινοφανή και εξαιρετικά εντυπωσιακά στοιχεία που όμως δεν είναι απαραίτητο ότι είναι είτε πλειοψηφικά είτε/και μόνιμα και όχι βραχύβια (βλέπε Mavroudeas (2012α), κεφ.3).

[5] Η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review) συγκροτήθηκε γύρω από το ομώνυμο αμερικανικό περιοδικό με κεντρικό εκφραστή τον P.Sweezy.

[6] Οι ραντιέρηδες είναι ένα επιχειρηματικό στρώμα που δεν έχει παραγωγικές δραστηριότητες αλλά αποκομίζει λόγω ιδιόμορφης θέσης υψηλές προσόδους. Οι τελευταίες όμως αφαιρούνται από και συνεπώς εξασθενίζουν τις παραγωγικές επενδύσεις. Συνεπώς, οι ραντιέρηδες είναι ένα βαρίδι για την καπιταλιστική συσσώρευση (όπως οι γαιοκτήμονες στην ανάλυση του A.Smith και του D.Ricardo) που πρέπει να εξουδετερωθεί.

[7] Ο όρος «χρηματιστικό κεφάλαιο» δεν ταυτίζεται με τον αντίστοιχο όρο του Hilferding (που υποδηλώνει την σύμφυση του παραγωγικού με το τραπεζικό κεφάλαιο υπό την ηγεμονία του δεύτερου). Αντιθέτως, η νεώτερη χρήση του όρου αναφέρεται στο κεφάλαιο που γενικά δραστηριοποιείται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μάλιστα δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο τμήμα του που ασχολείται με τις κεφαλαιαγορές (το χρηματιστήριο) και λιγότερη σε αυτό που ασχολείται με τις χρηματαγορές (δηλαδή το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα).

[8] Χαρακτηριστικά, ο Stockhammer (2011, σ.90) υποστηρίζει ότι «αυτή δεν ήταν μία πρωταρχικά ελληνική κρίση αλλά μία κρίση του συστήματος του ευρώ». «Το ευρώ ήταν εδώ και καιρό ένα πολιτικό σχέδιο με αμφίβολη οικονομική βάση» (Stockhammer (2011), σ.94). Επιπρόσθετα η ΟΝΕ είναι τμήμα του παγκόσμιου νέο-φιλελεύθερου υποδείγματος που ξεκίνησε με την χρηματοοικονομική απορρύθμιση (τον νεο-φιλελεύθερο τρόπο ρύθμισης) και δημιούργησε το ηγεμονευόμενο από το χρηματιστικό κεφάλαιο καθεστώς ρύθμισης. Αυτό πόλωσε την ΕΕ σε δύο ομάδες: μία Βόρεια που ακολούθησε μία βασισμένη σε εξαγωγές μεγέθυνση και μία Νότια που ακολούθησε μία βασισμένη στον δανεισμό μεγέθυνση (Stockhammer (2011), σ.86).

[9] Η αντίληψη του Hyman Minsky σε ότι αφορά  τα ζητήματα της εγγενούς αστάθειας της καπιταλιστικής οικονομίας έχει σοβαρές επιρροές από τις αντιλήψεις του M.Kalecki και της J.Robinson για τo ζήτημα του μονοπωλίου. Επίσης έχει πολλά κοινά σημεία και με την θεωρία του μονοπωλιακού καπιταλισμού των Baran και Sweezy.

[10] Αυτό επισημαίνεται από πάμπολλες μελέτες. Παραδείγματος χάριν, οι Mitrakos et al. (2008) υποστηρίζουν ότι ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός των ελληνικών νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν και συνεχίζει να είναι σημαντικά χαμηλότερος από αυτό της ευρωζώνης.

 

————————————————————————————————————————-

 

Συμμετοχή στα συνδικάτα και δομικοί προσδιοριστικοί παράγοντες την περίοδο της κρίσης: μια εμπειρική διερεύνηση

(3ο Συνέδριο Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας – Η Ελληνική Οικονομία και η Πολιτική των Μνημονίων: Κατάσταση και Προοπτικές)

 

Ζησιμόπουλος Γιάννης[1], Καρολίδης Γιώργος[2], Ανδρουλάκης Γιώργος[3] και Οικονομάκης Γιώργος[4]

 

 

Περίληψη

 

Η συμμετοχή των μισθωτών στα συνδικάτα (που καθορίζει τη λεγόμενη «συνδικαλιστική πυκνότητα») αποτελεί ένα σημαντικό δείκτη της δύναμης του εργατικού/συνδικαλιστικού κινήματος. Η συμμετοχή των μισθωτών στα ελληνικά συνδικάτα ακολουθεί τις τελευταίες δεκαετίες την πτωτική τάση που παρατηρείται παγκοσμίως. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει δομικούς – προσδιοριστικούς παράγοντες της συνδικαλιστικής συμμετοχής που χρωματίζουν την πτωτική της τάση στην Ελλάδα, και καθιστούν τα συνδικάτα αδύναμα και αναποτελεσματικά ως όργανα πάλης των μισθωτών τάξεων εν μέσω οικονομικής κρίσης και απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές μισθολογικής εξαθλίωσης, απολύσεων και αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων. Στην κατεύθυνση αυτή διερευνώνται ως δομικοί-προσδιοριστικοί παράγοντες της συνδικαλιστικής συμμετοχής και πυκνότητας η παραγωγική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και η διάρθρωση της απασχόλησης. Ειδικότερα εξετάζονται: η διαφοροποίηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας ανάμεσα στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, η επίδραση στη συνδικαλιστική συμμετοχή του μεγέθους της επιχείρησης, του τομέα παραγωγής αλλά και του επιπέδου εκπαίδευσης των μισθωτών.

 

Λέξεις κλειδιά: συμμετοχή στα συνδικάτα, συνδικαλιστική πυκνότητα, Ελλάδα, οικονομική κρίση

 

 

Εισαγωγή

 

Ένας από τους πρώτους ορισμούς που συναντούμε στη βιβλιογραφία των Εργασιακών Σχέσεων από τους Sidney και Beatrice Webb (1920: 1) ορίζει τα συνδικάτα ως «[…] την ένωση των μισθωτών με σκοπό τη διατήρηση και βελτίωση των συνθηκών του εργασιακού βίου τους».

Οι διάφοροι ορισμοί σε σχέση με τα συνδικάτα συγκλίνουν στο ότι αυτά μπορούν να οριστούν ως προς τους συμμετέχοντες και τους σκοπούς τους (Leat, 2007: 258). Έτσι, μπορούν να οριστούν ως οι ενώσεις εργατών ή/και υπαλλήλων που έχουν ως στόχο την προάσπιση των συμφερόντων τους στο πεδίο του εργασιακού χώρου και της κοινωνίας, καθώς επίσης και μέσω της συμμετοχής τους στις συλλογικές διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες/managers (Salamon, 2000: 93, βλ. επίσης Leat, 2007: 258).

Στη μαρξιστική ανάγνωση των εργασιακών σχέσεων τα συνδικάτα μπορούν να οριστούν ως οι συλλογικότητες εργαζομένων που στοχεύουν στον επηρεασμό του καθορισμού της τιμής πώλησης της εργατικής δύναμης αλλά και της άσκησης ελέγχου επί του εργασιακού περιβάλλοντος και της εργασιακής διαδικασίας αλλά και στον μετασχηματισμό της κοινωνίας[5] (Leat, 2007: 261, βλ. επίσης Hyman, 1989: 20-53). Η συλλογική δράση των εργαζομένων αποτελεί το αντίβαρο στην οικονομική εξουσία του κεφαλαίου. Έτσι, τα συνδικάτα αποτελούν τον πλέον προφανή θεσμό (foundation) που εκφράζει την συλλογική δράση των εργαζομένων έναντι της κυριαρχίας του κεφαλαίου / εργοδοτών στη σχέση απασχόλησης (Hyman, 1975:32), δίνοντας μορφή και γενικεύοντας τις διαδικασίες αντίστασης και διαπραγμάτευσης των εργαζομένων (Hyman, 1989: 36).

Το μέγεθός των συνδικάτων και η δυνατότητά τους να προσελκύουν και να διατηρούν μέλη εντός της δομής τους αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την θέση τους στο συσχετισμό δυνάμεων, για την επίτευξη των στόχων τους, την έκβαση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε οποιοδήποτε επίπεδο αυτές διεξάγονται, για την επίδραση που ασκούν στην πολιτική των κυβερνήσεων (ως όλον εργατικό κίνημα).

Ο δείκτης που χρησιμοποιείται συχνότερα για την απεικόνιση της δύναμης τους εργατικού κινήματος, του συσχετισμού δύναμης μεταξύ εργοδοτών-εργαζομένων και για τις διεθνείς συγκρίσεις αναφορικά με τη συμμετοχή στα συνδικάτα είναι η συνδικαλιστική πυκνότητα (Ebbinghaus & Visser, 1999: 135, Visser, 1992: 18). Στην Δυτική Ευρώπη, την μεταπολεμική περίοδο αύξησης της συμμετοχής τα συνδικάτα (1950 -1975) διαδέχθηκε η περίοδος που ακολούθησε την κρίση του 1973 και είναι περίοδος μείωσης της συμμετοχής (βλ. Ebbinghaus & Visser, 1999). Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πολλές έρευνες (π.χ. Western, 1995˙ Scruggs, 2002˙ Visser, 2006) έχουν δείξει την πτώση της συμμετοχής στα συνδικάτα – επομένως και της συνδικαλιστικής πυκνότητας – τόσο στην Ευρώπη[6] όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο (βλ. Διάγραμμα 1).

Διάγραμμα 1. Συνδικαλιστική πυκνότητα στις χώρες του ΟΟΣΑ, 1960-2011.

 

Πηγή: OECD Employment database

 

Η Ελλάδα – με τις ιδιαιτερότητές της – ακολουθεί αυτήν την γενική τάση μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Στην περίοδο της τρέχουσας κρίσης, παράγοντες που σχετίζονται αρνητικά με την συμμετοχή στα συνδικάτα παροξύνονται σαν αποτέλεσμα των πολιτικών λιτότητας και της αναμόρφωσης των εργασιακών σχέσεων που επιβάλλονται από ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ. Μεταξύ άλλων, τέτοιες είναι η εκρηκτική αύξηση της ανεργίας, η διάδοση μορφών ευέλικτης απασχόλησης όπως είναι η μερική απασχόληση, η αναμόρφωση του πλαισίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις στην κατεύθυνση της αποκέντρωσής τους (βλ. Zisimopoulos et al, 2011).

Η παρούσα εργασία επιχειρεί να συμβάλλει τόσο στην παροχή και παρουσίαση πρόσφατων εμπειρικών δεδομένων[7] σχετικά με την συμμετοχή στα ελληνικά συνδικάτα αλλά και μιας συνεκτικής ανάλυσης των παραγόντων που σχετίζονται με αυτή. Σε αυτή την κατεύθυνση η παρούσα εργασία δομείται ως εξής: Στην πρώτη ενότητα παραθέτουμε το εννοιολογικό πλαίσιο σχετικά με τη μέτρηση της συμμετοχής στα συνδικάτα και ειδικότερα αυτό της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Στην δεύτερη ενότητα γίνεται η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με τους παράγοντες που σχετίζονται με την συμμετοχή στα συνδικάτα. Στην τρίτη ενότητα παρουσιάζουμε την μεθοδολογία της έρευνας και στην τέταρτη ενότητα τα ευρήματα που προέκυψαν από αυτή. Τέλος, η παρούσα εργασία ολοκληρώνεται με τις συμπερασματικές παρατηρήσεις.

 

 

Συμμετοχή και μέτρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας

 

Η συνδικαλιστική πυκνότητα αποτελεί ένα σημαντικό μέτρο της δύναμης των συνδικάτων. Στο βαθμό που ο τρόπος ορισμού και μέτρησης επιτρέπει συγκρίσεις, περιγράφει πώς μεταβάλλεται η θέση των συνδικάτων μέσα στο χρόνο, πώς διαφοροποιείται η συμμετοχή μεταξύ των διαφόρων χωρών, των τομέων της οικονομίας και των κοινωνικών ομάδων. Μεγάλες διακυμάνσεις στη συνδικαλιστική πυκνότητα αντανακλούν σημαντικές αλλαγές στο νομικό, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον των συνδικάτων. Ως εκ τούτου αποτελεί έναν σημαντικό δείκτη συγκρίσεων στην έρευνα των εργασιακών σχέσεων (Visser, 2006: 38).

Τα δεδομένα για τη μέτρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας μπορούν να αντληθούν: α) από έρευνες που βασίζονται στα αρχεία των συνδικάτων (administrative surveys) σχετικά με τη συμμετοχή, β) από έρευνες εργατικού δυναμικού ή γενικά έρευνες με ερωτηματολόγιο που γίνονται απευθείας στους εργαζόμενους (labour force surveys/household surveys), γ) από έρευνες σε επιχειρήσεις όπου οι διοικήσεις των επιχειρήσεων δίνουν στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό των μισθωτών που είναι μέλη του συνδικάτου (establishment surveys) (Hayter and Stoevska, 2011: 4˙ Visser, 1991: 98). Ωστόσο, περισσότερο διαδεδομένη είναι η χρήση των δύο πρώτων τύπων ερευνών (Visser, 2006: 39˙ 1991: 98˙ Chang and Sorrentino, 1991: 46). Ιδιαίτερα ο δεύτερος τύπος ερευνών δίνει τη δυνατότητα να εξεταστούν επιπλέον παράγοντες που σχετίζονται με τη συμμετοχή στα συνδικάτα όπως είναι τα προσωπικά χαρακτηριστικά και οι συμπεριφορές/στάσεις των μισθωτών (Visser, 1991: 98).

Η συνδικαλιστική πυκνότητα ορίζεται ως το πηλίκο της πραγματικής συμμετοχής (actual union membership) στα συνδικάτα προς τη δυνητική συμμετοχή (potential union membership) (βλ. Visser, 2006: 43˙ Παλαιολόγος, 2006: 147˙ Kelly and Bailey, 1989: 55).

 

 

 

Ωστόσο, ανακύπτει το ζήτημα σχετικά με το τι θεωρείται κάθε φορά μέλος και ποιες είναι οι επιλέξιμες κοινωνικές ομάδες της δυνητικής συμμετοχής. Οι διαφοροποιήσεις στον ορισμό της ιδιότητας του μέλους και της δυνητικής συμμετοχής καθιστούν δύσκολη τόσο τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών ετών όσο και τη σύγκριση μεταξύ των διαφόρων χωρών.

 

Πραγματική και δυνητική συμμετοχή

 

Στην περίπτωση των ερευνών με ερωτηματολόγιο και των ερευνών εργατικού δυναμικού, ως μέλος θεωρείται αυτός που δηλώνει ότι ανήκει σε ένα συνδικάτο  (Visser, 2006: 40) και συνήθως οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι συνταξιούχοι ή όσοι για οποιονδήποτε λόγο είναι εκτός εργατικού δυναμικού δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτές τις στατιστικές (Chang and Sorrentino, 1991: 47). Στην περίπτωση των δεδομένων που προέρχονται από τα συνδικάτα ως μέλος θεωρείται αυτός που πληρώνει τη συνδρομή του ή αυτός που αναγνωρίζεται από το συνδικάτο ως μέλος (Visser, 2006: 40).

Τα δεδομένα που δίνονται από τα συνδικάτα τείνουν να υπερεκτιμούν τη συμμετοχή σε σχέση με τα δεδομένα των ιδιωτικών ερευνών (Chang and Sorrentino, 1991: 47) καθώς στη δύναμή τους εντάσσονται διάφορες κατηγορίες μη μισθωτών (π.χ. συνταξιούχοι, φοιτητές, αυτοαπασχολούμενοι, άνεργοι) (Visser, 2006: 42˙ Chang and Sorrentino, 1991: 49). Επιπλέον, οι στατιστικές που βασίζονται σε στοιχεία που παρέχουν τα ίδια τα συνδικάτα ποικίλουν από συνδικάτο σε συνδικάτο. Κάποια συνδικάτα εντάσσουν μόνο τους εργαζόμενους που είναι πλήρη μέλη ενώ άλλα εντάσσουν και μέλη τα οποία εξαιρούνται από την πληρωμή πλήρους συνδρομής όπως είναι οι άνεργοι, τα άτομα με αναπηρία, όσοι είναι σπουδαστές ή βρίσκονται σε διαδικασία κατάρτισης. Ενώ πολλά συνδικάτα θεωρούν ως μέλη μόνο εκείνους που είναι «ταμειακώς εντάξει» άλλα θεωρούν ως μέλη τους ψηφίσαντες (Chang and Sorrentino, 1991: 47).

Επιπλέον προβλήματα ανακύπτουν στα στοιχεία που δίνονται από τα συνδικάτα καθώς πολλές φορές είτε υπερεκτιμούν είτε υποεκτιμούν το μέγεθος των μελών. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις τα στοιχεία δεν είναι επικαιροποιημένα (π.χ. κάποια μέλη αποχωρούν ή αποβιώνουν), υπάρχουν εργαζόμενοι που είναι μέλη σε περισσότερα από δύο συνδικάτα. Τα συνδικάτα, επίσης, μπορεί να διογκώνουν το αριθμό των μελών σκοπίμως για λόγους κύρους, εντυπωσιασμού των εργοδοτών και των μελών τους ή για προβολή της δύναμης τους σε ανταγωνιστικά σωματεία. Μπορεί, επίσης, να μειώνουν τον αριθμό των μελών τους τεχνητά για να μειώνουν τις κατά κεφαλή εισφορές τους προς τις ομοσπονδίες. Ωστόσο, τα παραπάνω προβλήματα δεν υπάρχουν στις έρευνες με ερωτηματολόγιο και τις έρευνες εργατικού δυναμικού (Chang and Sorrentino, 1991: 49).

Η δυνητική συμμετοχή εξαρτάται από τα κριτήρια επιλογής, τα οποία συνήθως εξάγονται από το καταστατικό των σωματείων (union rulebook) ή από το σύνταγμα. Υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών καθώς σε μερικές χώρες μια σειρά από κατηγορίες εξαιρούνται (π.χ. εργαζόμενοι στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας στην Ιταλία, στην Πολωνία, στην Ισπανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο) (Visser, 2006: 43).

 

 

Ορισμοί συνδικαλιστικής πυκνότητας και συγκρισιμότητα

 

Ο στενός ορισμός της συνδικαλιστικής πυκνότητας (Narrow density Rate) αποτελεί έναν δείκτη με αριθμητή τα μέλη των συνδικάτων στη μισθωτή απασχόληση (αποκλείοντας τους άνεργους, τους αυτοαπασχολούμενους  και τους συνταξιούχους) και παρονομαστή τη συνολική μισθωτή απασχόληση (total employees).

 

 

Στην περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να αποκλειστούν οι μη μισθωτές κατηγορίες μελών από την καταγραφή της συμμετοχής στα συνδικάτα τότε ως αριθμητής ορίζεται το σύνολο των μελών (Hayter and Stoevska, 2011: 5-6).

 

 

Ο ευρύτερος δείκτης συνδικαλιστικής πυκνότητας (comprehensive density rate) έχει ως αριθμητή το σύνολο των μελών και ως παρονομαστή τη συνολική απασχόληση. Χρησιμοποιείται κυρίως στην περίπτωση αναπτυσσόμενων χωρών για τις οποίες υπάρχουν ελλιπή δεδομένα  (Hayter and Stoevska, 2011: 5-6).

 

%

 

Άλλοι διακριτοί δείκτες είναι η μεικτή και η καθαρή συνδικαλιστική πυκνότητα. H μεικτή συνδικαλιστική πυκνότητα (Gross Density) έχει ως παρονομαστή τους μισθωτούς απασχολούμενους και ως αριθμητή όλα τα μέλη των συνδικάτων συμπεριλαμβανομένων των ανέργων και των συνταξιούχων. Η καθαρή συνδικαλιστική πυκνότητα (Net Density) έχει ως αριθμητή μόνο τα μέλη που είναι μισθωτοί απασχολούμενοι (Lawrence and Ishikawa, 2005: 4).

Δεδομένων των προβλημάτων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, τα δεδομένα που δημοσιεύονται από κάθε χώρα είναι χρήσιμα ως δείκτες ευρύτερων τάσεων αλλά δεν είναι κατάλληλα για συγκρίσεις μεταξύ των χωρών. Τα μη προσαρμοσμένα δεδομένα παρουσιάζουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα των συγκριτικών τάσεων (Chang and Sorrentino, 1991: 46).

Η πολιτική μισθωτή απασχόληση είναι ένα μέτρο της δυνητικής απασχόλησης που επιτρέπει συγκρίσεις καθώς εστιάζει στα μέλη που επηρεάζονται περισσότερο από τις δραστηριότητες των σωματείων όπως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις (Chang and Sorrentino, 1991: 49). Προκειμένου να είναι συγκρίσιμα τα μεγέθη της συνδικαλιστικής πυκνότητας μεταξύ των διαφόρων χωρών χρησιμοποιείται το μέγεθος της πολιτικής μισθωτής απασχόλησης ως μέτρο της δυνητικής συμμετοχής. Αποκλείονται, δηλαδή, οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι στρατιωτικοί (Visser, 2006: 43). Σύμφωνα με τον OECD (2011: 360) το πολιτικό εργατικό δυναμικό περιλαμβάνει το σύνολο του εργατικού δυναμικού, εξαιρουμένων των στρατιωτικών απασχολούμενων στις ένοπλες δυνάμεις.[8] Έτσι η πολιτική μισθωτή απασχόληση αποκλείει τους αυτοαπασχολούμενους, τους συνταξιούχους, τους άνεργους, τους φοιτητές και τους στρατιωτικούς.

Έτσι, ο δείκτης που μπορεί να εξασφαλίσει τη συγκρισιμότητα μεταξύ των διαφόρων χωρών είναι:

 

 

 

 

Προσδιοριστικοί παράγοντες συμμετοχής στα συνδικάτα

 

Στη βιβλιογραφία αναφέρονται μια σειρά από παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν τη συμμετοχή στα συνδικάτα. Για τους σκοπούς της παρούσας εργασίας ταξινομούμε τους προσδιοριστικούς παράγοντες συμμετοχής στα συνδικάτα α) σε παράγοντες που σχετίζονται με τα προσωπικά χαρακτηριστικά, β) σε δομικούς παράγοντες, γ) σε θεσμικούς παράγοντες, δ) σε συμπεριφορικούς παράγοντες. Παρόμοιες κατηγορίες περιλαμβάνονται και στις ταξινομήσεις που υιοθετούνται από τους Ebbinghaus και Visser[9] (1999) και από τους Van den Berg και Groot[10] (1992˙ 1994).

 

α) Προσωπικά χαρακτηριστικά

 

Το επίπεδο εκπαίδευσης αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα συμμετοχής στα εργατικά σωματεία. Οι εργαζόμενοι χαμηλής ειδίκευσης και εκπαίδευσης (χαμηλότερης από δευτεροβάθμιας) και υψηλότερης εκπαίδευσης (τριτοβάθμιας) τείνουν να είναι λιγότερο συνδικαλισμένοι σε σχέση με τους εργαζόμενους μεσαίου επιπέδου εκπαίδευσης (δευτεροβάθμιας) (Ebbinghaus et al., 2011:111˙ Schnabel & Wagner, 2007: 22). Η διαφορά αυτή ερμηνεύεται από το γεγονός ότι οι υψηλότερης μόρφωσης μισθωτοί έχουν καλύτερη ατομική διαπραγματευτική δύναμη (συνεπώς έχουν λιγότερο ανάγκη την συλλογική εκπροσώπηση) και συνήθως ταυτίζονται με τη διοίκηση παρά με το εργατικό κίνημα. Οι χαμηλότερης μόρφωσης και ειδίκευσης εργαζόμενοι αν και είναι πιο φιλικοί προς τα συνδικάτα, εξαιτίας της υψηλής εργασιακής τους αστάθειας έχουν μικρότερη πιθανότητα να είναι μέλη συνδικάτων (Schnabel & Wagner, 2007: 22).

 

β) Δομικοί παράγοντες

 

Στους δομικούς παράγοντες συμπεριλαμβάνουμε παράγοντες που σχετίζονται με τη δομή της απασχόλησης όπως είναι η κατανομή της απασχόλησης μεταξύ των τριών τομέων παραγωγής, το μέγεθος της επιχείρησης, η κατανομή μεταξύ απασχόλησης στο δημόσιο και των ιδιωτικό τομέα, η διάδοση της μερικής απασχόλησης και των ατυπικών μορφών απασχόλησης.

Οι εργαζόμενοι σε κλάδους εξόρυξης πρώτων υλών και εν γένει στον δευτερογενή τομέα (μεταποίηση, κατασκευές) τείνουν να είναι περισσότεροι συνδικαλισμένοι σε σχέση με τους εργαζόμενους στο μη-βιομηχανικό τριτογενή τομέα παραγωγής (χρηματοπιστωτικός τομέας, εμπόριο, υπηρεσίες) με σημαντική εξαίρεση τον τομέα των μεταφορών. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε τομέα και ιδιαίτερα με το μέγεθος των επιχειρήσεων σε κάθε έναν από αυτούς. Μεταξύ των διαφόρων κλάδων του δευτερογενούς τομέα, μεγαλύτερη συμμετοχή στα συνδικάτα παρατηρείται σε εκείνους τους κλάδους οι οποίοι κυριαρχούνται από λίγες επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους και με μεγάλη αναλογία κεφαλαίου ανά εργαζόμενο (Freeman and Medoff, 1984: 32-33).

Το μέγεθος του δημόσιου τομέα και η συμμετοχή στα συνδικάτα συνδέονται θετικά (Ebbinghaus & Visser, 1999: 142). Εντός του δημόσιου τομέα, οι μεγάλης κλίμακας μονάδες απασχόλησης και ο μεγάλος βαθμός γραφειοκρατικοποίησης που τις χαρακτηρίζει, αυξάνουν το γενικό ενδιαφέρον των μισθωτών για τα συλλογικά τους συμφέροντα και την συλλογική τους εκπροσώπηση. Έτσι οι μισθωτοί στο δημόσιο τομέα είναι περισσότερο πρόθυμοι να αναγνωρίσουν τα συνδικάτα (Bean & Holden, 1992: 56). Τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής στα συνδικάτα των μισθωτών του δημόσιου τομέα συνδέονται επίσης με την λανθάνουσα πολιτική επιρροή που ασκούν οι δημόσιοι υπάλληλοι καθιστώντας έτσι ευκολότερη την αναγνώρισή τους από τις κυβερνήσεις αλλά και με τον υψηλό βαθμό εργασιακής ασφάλειας (Bean, 1994: 42; Hyman, 2008: 265˙ βλ. Ζησιμόπουλος και Οικονομάκης, 2012: 16). Έτσι, ο συνδικαλισμός είναι κυρίαρχος στο δημόσιο τομέα και η αναγνώριση των συνδικάτων συνήθης. Αντίθετα τα συνδικάτα συναντούν δυσκολίες στο να προσεγγίσουν εργαζόμενους σε μικρής κλίμακας επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα (Ebbinghaus et al., 2011:112).

Το μέγεθος της επιχείρησης/οργανισμού συνδέεται επίσης θετικά με την συμμετοχή στα εργατικά σωματεία, καθώς όσο μεγαλύτερη είναι μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός τόσο πιθανότερο είναι να υπάρχει σε αυτή σωματείο ή συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι (Ebbinghaus et al., 2011: 112-113, 119˙ βλ. Freeman and Medoff, 1984: 32-33) γεγονός που επιδρά θετικά στην στρατολόγηση μελών και στην οργάνωση των συνδικάτων (Schnabel & Wagner, 2007:25).

 

 

Σημειώσεις για τη μέτρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα

 

Η συμμετοχή στα ελληνικά συνδικάτα παρουσιάζει μια συνεχή πτωτική τάση τα τελευταία 20 χρόνια (βλ. Διάγραμμα 2). Ο Visser (2013) αναφέρει πως το 2011 υπήρξε μικρή αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας η οποία ανήλθε σε 25,4% (για τα έτη 2009-2010 δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία). Αυτή η αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας συγκριτικά με το 2008 (24%) είναι αποτέλεσμα της ταχύτερης συρρίκνωσης της μισθωτής εργασίας (η ανεργία το τέταρτο τρίμηνο του 2012 ανήλθε σε 26% από 7,9% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008[11]) συγκριτικά με την συρρίκνωση της συμμετοχής στα συνδικάτα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διάγραμμα 2. Συνδικαλιστική πυκνότητα στην Ελλάδα, 1977-2008

Πηγή: Visser, 2013.

 

Τα δεδομένα για τη μέτρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα βασίζονται στα στοιχεία (administrative data) που δίνονται από τις τριτοβάθμιες συνομοσπονδίες του δημόσιου (ΑΔΕΔΥ) και του ιδιωτικού τομέα (ΓΣΕΕ) (βλ. Visser et al., 2012: 3˙ Eurofound, 2009: 34). Ως μέλη θεωρούνται οι εργαζόμενοι που ψήφισαν στις εκλογές των συνδικάτων. Τα καταστατικά των συνδικάτων ορίζουν πως το μέλος που έχει δικαίωμα να ψηφίσει πρέπει να είναι ταυτόχρονα και «οικονομικώς τακτοποιημένος» (paid-up member), ωστόσο, όπως αναφέρει ο Κουζής (2009: 317) τα συνδικάτα δεν διαγράφουν τα μέλη που δεν πληρώνουν την συνδρομή τους.

Ωστόσο, στην ελληνική αρθρογραφία/βιβλιογραφία (βλ. Βερναρδάκης κ.ά., 2005: 8˙ Κάππος, 2005: 116-117) αναφέρεται πως συνήθως τα μεγέθη της συνδικαλιστικής πυκνότητας είναι υπερεκτιμημένα εξαιτίας της διόγκωσης του πραγματικού αριθμού των μελών από τα συνδικάτα για λόγους όμοιους με αυτούς που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα.

 

 

Όψεις της απασχόλησης και της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα

 

Η μισθωτή εργασία στην Ελλάδα ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης παραμένει και σήμερα[12] σε χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τις χώρες της Ε.Ε. Το 2012 αποτελούσε το 65,37% της συνολικής απασχόλησης, ενώ για την Ε.Ε των 27 χωρών και τη Γερμανία τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 84,26% και 89,03%[13]. Πρόκειται για χαρακτηριστικό που τονίζει την «αργή ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα» (Κουζής, 2007: 48).

Σημαντικό επίσης χαρακτηριστικό είναι η μεγάλη διασπορά της απασχόλησης στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις. Όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1. το 85,2% της απασχόλησης αντιστοιχεί σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Δηλαδή, στη μέση ελληνική επιχείρηση απασχολούνται 3,2 άτομα και με αναγωγή στη μισθωτή απασχόληση περίπου 2 εργαζόμενοι ανά επιχείρηση[14].

 

Πίνακας 1. Κατανομή της απασχόλησης ανά μέγεθος επιχείρησης, 2011*
 

Επιχειρήσεις

Απασχόληση

Ελλάδα

ΕΕ-27

Ελλάδα

ΕΕ-27

Μέγεθος** Αριθμός Ποσοστό Ποσοστό Αριθμός Ποσοστό Ποσοστό
Πολύ μικρές

703648

96,6%

92,2%

1338671

57,1%

29,6%

Μικρές

21586

3,0%

6,5%

404290

17,2%

20,6%

Μεσαίες

2649

0,4%

1,1%

255492

10,9%

17,2%

ΜΜΕ

727883

99,9%

99,8%

1998453

85,2%

67,4%

Μεγάλες

399

0,1%

0,2%

346200

14,8%

32,6%

Σύνολο

728282

100,0%

100,0%

2344653

100,0%

100,0%

Πηγή: European Commission (2012).
*Εκτιμήσεις.

**Πολύ μικρές <10 απασχολούμενοι, Μικρές < 50 απασχολούμενοι, Μεσαίες < 250 απασχολούμενοι,  Μεγάλες ≥ 250 απασχολούμενοι (European Commission, 2003̇ 2005).

Σημείωση: Τα στοιχεία αναφέρονται στην «επιχειρηματική οικονομία».

 

Το χαρακτηριστικό αυτό είναι καθοριστικής σημασίας καθώς στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις είναι περισσότερο πιθανόν να αναπτυχθεί η εργοδοτική τρομοκρατία επηρεάζοντας αρνητικά τη δράση των συνδικάτων και τη συμμετοχή σε αυτά. Από την άλλη πλευρά, οι διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των εργαζομένων που απασχολούνται σε μικρές επιχειρήσεις και των εργοδοτών, οι οποίοι συχνά απασχολούνται ως άμεσοι εργαζόμενοι στην παραγωγική διαδικασία, είναι ένας άλλος παράγοντας που αποθαρρύνει τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις (βλ. Κατσορίδας, 2002: 123-128).

Η συνολική απασχόληση στο δημόσιο τομέα στην Ελλάδα ακολουθεί τα τελευταία χρόνια το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (Ζησιμόπουλος και Οικονομάκης, 2012: 21). Η απασχόληση στη γενική κυβέρνηση (στενός δημόσιος τομέας) είναι κατά πολύ μικρότερη αυτής των χωρών του ΟΟΣΑ (βλ. Διάγραμμα 3).

 

Διάγραμμα 3. Δημόσια απασχόληση στην Ελλάδα ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού (2001, 2011).

Πηγή: OECD (2013: 103), επεξεργασία των συγγραφέων.

Σημειώσεις: Οι υπολογισμοί βασίζονται στα διαθέσιμα στοιχεί από 23 χώρες μέλη του OECD. Μη διαθέσιμα ή ανεπαρκή στοιχεία για Αυστραλία, Χιλή, Τουρκία και Βραζιλία.

 

Από το σύνολο της μισθωτής απασχόλησης κατά την περίοδο διεξαγωγής της παρούσας έρευνας, το 63,13% εργαζόταν στον ιδιωτικό τομέα και το 36,87% στο δημόσιο τομέα (ευρύτερο και στενό δημόσιο τομέα) (Διάγραμμα 4).

Διάγραμμα 4. Κατανομή των μισθωτών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα,

δ’ τρίμηνο 2012.

 Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, επεξεργασία των συγγραφέων.

 

Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των μισθωτών ανά επίπεδο εκπαίδευσης. Όπως προκύπτει από το Διάγραμμα 5 οι μισθωτοί που είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προσεγγίζουν το 50% του συνόλου των μισθωτών. Η αύξηση του ποσοστού της συγκεκριμένης κατηγορίας κατά την δεκαετία 2002-2012 ήταν της τάξης του 15%. Προκύπτει, δηλαδή, κατά τις τελευταίες δεκαετίες μια όλο και υψηλότερη εκπαιδευτική στάθμη της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα.

 

Διάγραμμα 5. Κατανομή μισθωτών ανά επίπεδο εκπαίδευσης.

 

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (2012), επεξεργασία των συγγραφέων.

 

Σχετικά με την κατανομή των μισθωτών ανά τομέα παραγωγής, από το Διάγραμμα 6 προκύπτει ότι η συντριπτική πλειοψηφία της μισθωτής εργασίας συγκεντρώνεται στον τριτογενή τομέα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ των 27.[15] Ωστόσο, το ποσοστό της μισθωτής εργασίας στον τριτογενή τομέα στην Ελλάδα είναι κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του μέσου όρου των 27 χωρών της Ε.Ε. Το αντίστροφο συμβαίνει με το ποσοστό των απασχολούμενων στο δευτερογενή τομέα.

 

Διάγραμμα 6. Κατανομή των μισθωτών ανά τομέα παραγωγής,

δ’ τρίμηνο 2012.

 

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (2012), Eurostat, επεξεργασία των συγγραφέων.

 

 

Μεθοδολογία

 

Η παρούσα μελέτη αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης περιγραφικής έρευνας η οποία έλαβε χώρα το τέταρτο τρίμηνο του 2012. Η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε σε πανελλαδική κλίμακα και συλλέχθηκαν 4012 πλήρως απαντημένα και έγκυρα ερωτηματολόγια που αποτελούν και το δείγμα της συνολικής έρευνας.

Σύμφωνα με τη θεωρητική προσέγγιση της παρούσας μελέτης, το ποσοστό συνδικαλιστικής πυκνότητας έχει υπολογισθεί ως προς την πολιτική μισθωτή απασχόληση και έχουν αποκλειστεί κατά τον υπολογισμό του το στρατιωτικό προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων καθώς επίσης και οι μη ενεργές ομάδες. Συνεπώς απομονώσαμε από το αρχικό δείγμα (4012), κατάλληλο δείγμα  896  απαντήσεων απασχολούμενων μισθωτών, σταθμισμένο ως προς τον κλάδο παραγωγής, το φύλλο και  την ηλικία.

Στο γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι μεταβλητές που χρησιμοποιήθηκαν. Η μεταβλητή απόκρισης, της οποίας τις μεταβολές επιθυμούμε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε, και οι ερμηνευτικές μεταβλητές των οποίων οι μεταβολές ελέγχουμε αν προκαλούν στατιστικά σημαντική μεταβολή και στη μεταβλητή απόκρισης.

 

 

 

Συνδικαλιστική Πυκνότητα  Επίπεδο εκπαίδευσης * Τομέας παραγωγής * Δημόσιος/Ιδιωτικός τομέας * Μέγεθος επιχείρησης/οργανισμού

Με τη χρήση πολυπαραγοντικής ανάλυση διακύμανσης εξετάσαμε την επίδραση κάθε παράγοντα στη μεταβλητή απόκρισης. Ελέγχθηκαν επίσης και οι αλληλεπιδράσεις όλων των πιθανών συνδυασμών μεταξύ των τεσσάρων παραγόντων, κάθε μία ως ξεχωριστός παράγοντας. Για κάθε παράγοντα, η αλληλεπίδραση που βρέθηκε να επιδρά στατιστικά σημαντικά στην μεταβλητή απόκρισης ελέγχθηκε σε δεύτερο επίπεδο προκειμένου να προσδιοριστεί το πρόσημο της επίδρασης.

 

Αποτελέσματα

 

Από την επεξεργασία των στοιχείων προέκυψε πως η συμμετοχή των μισθωτών στα συνδικάτα (συνδικαλιστική πυκνότητα) ανέρχεται σε 21,54% της συνολικής (πολιτικής) μισθωτής  απασχόλησης.[16] Σε συνθήκες συρρίκνωσης της μισθωτής απασχόλησης, το ποσοστό αυτό υποδεικνύει την αποστοίχιση των μισθωτών από τα συνδικάτα σε σχετικά και απόλυτα μεγέθη.

 

Πολυπαραγοντική ανάλυση

 

Στον Πίνακα 2 που ακολουθεί παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της πολυπαραγοντικής ανάλυσης διακύμανσης (ANOVA). Εστιάζουμε στις στατιστικά σημαντικές κύριες επιδράσεις αλλά και αλληλεπιδράσεις. Οι παράγοντες χωρίς κάποια ένδειξη στη στήλη sign δεν μπορούν να θεωρηθούν ως στατιστικά σημαντικοί για οποιοδήποτε επίπεδο σημαντικότητας.

Πίνακας 2.

Παράγοντας / Συνδυασμός παραγόντων Sign Επίδραση
Επίπεδο εκπαίδευσης *** Πίνακας 2
Τομέας παραγωγής   Πίνακας 2
Δημόσιος / Ιδιωτικός τομέας *** Πίνακας 2
Μέγεθος επιχείρησης *** Πίνακας 2
Επίπεδο εκπαίδευσης – Δημόσιος/Ιδιωτικός τομέας  * Πίνακας 5
Επίπεδο εκπαίδευσης – Μέγεθος επιχείρησης **  Πίνακας 6
Δημόσιος / Ιδιωτικός τομέας – Μέγεθος επιχείρησης *** Πίνακας 7
Επίπεδο εκπαίδευσης – Δημόσιος/Ιδιωτικός τομέας – Μέγεθος επιχείρησης    

Signif. codes:  0 ‘***’ 0.001 ‘**’ 0.01 ‘*’ 0.05 ‘.’ 0.1 ‘ ’ 1

 

 

 

 

Κύριες επιδράσεις

 

Από την μονοπαραγοντική ανάλυση προέκυψε πως μόνο οι τρεις από τις τέσσερις υπό εξέταση μεταβλητές επηρεάζουν στατιστικά σημαντικά τις απαντήσεις των ερωτώμενων σχετικά με το αν συμμετέχουν ή όχι σε σωματείο/συνδικάτο. Από τον Πίνακα 3 προκύπτει ότι την εντονότερη θετική επίδραση στη διαμόρφωση του μεγέθους της συνδικαλιστικής πυκνότητας ασκεί το μέγεθος της επιχείρησης και συγκεκριμένα από 50 έως 250 μισθωτούς. Την εντονότερη αρνητική επίδραση ασκεί η κατανομή της απασχόλησης σε δημόσιο/ιδιωτικό τομέα και συγκεκριμένα η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα.

 

Πίνακας 3. Γενικευμένο γραμμικό υπόδειγμα

Κατηγορίες

Sing.

Beta

Επίπεδο εκπαίδευσης

Τριτοβάθμια

**

0.0972

Μεταπτυχιακό

***

0.1483

Μέγεθος επιχείρησης/οργανισμού

10 έως 19

*

0.1083

20 έως 49

***

0.2624

50 έως 250

***

0.3335

Πάνω από 250

***

0.1658

Δημόσιοι υπάλληλοι / Άλλοι

Δημόσιοι υπάλληλοι

***

0.2356

Δημόσιος / Ιδιωτικός

Ιδιωτικός τομέας

***

-0.1734

Τομέας παραγωγής

Δευτερογενής

(-)

(-)

Τριτογενής

(-)

(-)

           

Από τον Πίνακα 3 και από το Διάγραμμα 7 προκύπτει ότι οι μισθωτοί που έχουν αποφοιτήσει από την τριτοβάθμια εκπαίδευση – και εντονότερα όσοι είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων – τείνουν να συμμετέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στα συνδικάτα έναντι των μισθωτών χαμηλότερης εκπαιδευτικής στάθμης. Το εύρημα αυτό δεν επιβεβαιώνει την υπόθεση που εξάγεται από τη θεωρητική επισκόπηση, σύμφωνα με την οποία η χαμηλότερης και η υψηλότερης  εκπαιδευτικής στάθμης μισθωτοί τείνουν να συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό στα συνδικάτα συγκριτικά με τους μισθωτούς μεσαίων βαθμίδων εκπαίδευσης. Λαμβάνοντας υπόψη τον Πίνακα 3 και την θετική αλληλεπίδραση της εκπαίδευσης με το δημόσιο τομέα, μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την διαφοροποίηση από το γεγονός ότι οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων αποτελούν αθροιστικά μεγαλύτερο ποσοστό της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα (Πίνακας 4) όπου υπάρχει μεγαλύτερη εργασιακή ασφάλεια και ευνοείται η συμμετοχή στα συνδικάτα. Ωστόσο, το εύρημα αυτό απαιτεί περεταίρω συγκριτική έρευνα αναφορικά με τη σύνθεση των μισθωτών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα ανά επίπεδο εκπαίδευσης με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Πίνακας 4. Κατανομή μισθωτών ανά επίπεδο εκπαίδευσης σε Δημόσιο/Ιδιωτικό τομέα.
  Βασικές Μεταλυκειακές ΤΕΙ ΑΕΙ Master PhD
Δημόσιος 20.1% 11.4% 17.1% 29.4% 18.3% 3.6%
Ιδιωτικός 32.3% 11.5% 18.8% 23.3% 13.5% 0.5%

 

 

Διάγραμμα 7. Συνδικαλιστική πυκνότητα ανά επίπεδο εκπαίδευσης

Αναφορικά με το μέγεθος τις επιχείρησης, από τον Πίνακα 3 και το Διάγραμμα 8 προκύπτει πως το μέγεθος της επιχείρησης επιδρά θετικά στη διαμόρφωση του ύψους της συνδικαλιστικής πυκνότητας καθώς αυξάνεται το μέγεθος, με εντονότερη στις επιχειρήσεις που απασχολούν από 50 έως 250 εργαζόμενους. Ωστόσο, αυτή η επίδραση μετριάζεται στις επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους. Μια πιθανή ερμηνεία αυτής της διαφοροποίησης είναι η αύξηση των ορίων (μαζικών) απολύσεων για τις μεγάλες επιχειρήσεις που επιβλήθηκε με τους νόμους που ακολούθησαν την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου,[17] εντείνοντας των φόβο έναντι των απολύσεων και αποθαρρύνοντας τη συμμετοχή στα συνδικάτα.

 

Διάγραμμα 8. Συνδικαλιστική πυκνότητα ανά μέγεθος επιχείρησης

 

Από την ανάλυση των δεδομένων προκύπτει επίσης πως οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα τείνουν να συμμετέχουν στα συνδικάτα σε υψηλότερα ποσοστά έναντι των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (βλ. Διάγραμμα 9). Το αποτέλεσμα αυτό είναι συνεπές με προϋπάρχουσες έρευνες.

Διάγραμμα 9. Συνδικαλιστική πυκνότητα σε δημόσιο/ιδιωτικό τομέα

Ωστόσο, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 10 διαφοροποιούνται τα επίπεδα συνδικαλιστικής πυκνότητας όταν γίνεται διαχωρισμός των μισθωτών ανάμεσα σε εκείνους που καλύπτονται από την ΑΔΕΔΥ (μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι) και σε εκείνους που καλύπτονται από την ΓΣΕΕ (μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα και μισθωτοί του δημοσίου υπό καθεστώς συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου).

 

Διάγραμμα 10. Συνδικαλιστική πυκνότητα δημοσίων υπαλλήλων/μισθωτών ιδιωτικού δικαίου

 

 

 

Αλληλεπιδράσεις δύο παραγόντων

 

Από τον Πίνακα 5 προκύπτει πως οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα τείνουν να συμμετέχουν στα συνδικάτα περισσότερο συγκριτικά με τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και από αυτούς εντονότερα διαφοροποιούνται οι μισθωτοί που έχουν πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές.

 

Πίνακας 5. Γενικευμένο γραμμικό υπόδειγμα

Επίπεδο εκπαίδευσης με δημόσιο/ιδιωτικό τομέα

Εκπαίδευση

Δημόσιος/Ιδιωτικός

Sign. level

Beta

Βασικές/Μεταλυκειακές

Δημόσιος

*

0.1338

Τριτοβάθμια

Δημόσιος

*

0.1384

Μεταπτυχιακές

Δημόσιος

***

0.3002

 

Αναφορικά με την αλληλεπίδραση του επιπέδου εκπαίδευσης και του μεγέθους της επιχείρησης, από τον Πίνακα 6 προκύπτει πως επιτείνεται η τάση χαμηλότερης συμμετοχής σε μικρότερες επιχειρήσεις (από 1 έως 9 εργαζόμενους) για του μισθωτούς με βασικές/μεταλυκειακές σπουδές και τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται συσχέτιση ανάμεσα σε μέγεθος επιχείρησης από 1-9 και Μεταπτυχιακό επίπεδο σπουδών ερμηνεύεται από το γεγονός ότι είναι πολύ μικρό το ποσοστό τους σε αυτές τις επιχειρήσεις.[18] Ο συνδυασμός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και μεγέθους επιχείρησης/οργανισμού από 50 έως 250 εργαζόμενους κάνει εντονότερη την τάση συμμετοχής, επιβεβαιώνοντας και επιτείνοντας τις τάσεις σχετικά με το συγκεκριμένο επίπεδο εκπαίδευσης και το συγκεκριμένο μέγεθος επιχείρησης που αναδείχθηκαν στον Πίνακα 3.

 

Πίνακας 6. Γενικευμένο γραμμικό υπόδειγμα

Επίπεδο εκπαίδευσης με μέγεθος επιχείρησης – οργανισμού

Εκπαίδευση

Μέγεθος επιχείρησης

Sign. level

Beta

Βασικές/Μεταλυκειακές

1 έως 9

**

-0.2019

Τριτοβάθμια

1 έως 9

*

-0.1725

Τριτοβάθμια

50 έως 250

***

0.3284

 

Από τον Πίνακα 7 προκύπτει η εντονότερη τάση συμμετοχής των εργαζόμενων στους μικρούς οργανισμούς του δημόσιου τομέα – εύρημα που έρχεται σε αντίθεση με τη βιβλιογραφία –  πιθανόν να μπορεί να μπορεί να ερμηνευθεί από το γεγονός ότι ο μεγάλος βαθμός γραφειοκρατικής δομής των οργανισμών του δημοσίου αποθαρρύνει παρά ενισχύει τη συλλογική δράση. Αντίθετα, η αρνητική τάση συμμετοχής των μισθωτών του ιδιωτικού σε επιχειρήσεις από 1-19 ερμηνεύεται από παράγοντες που έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία όπως η διευκόλυνση της ανάπτυξης εργοδοτικής τρομοκρατίας. Επιπλέον, με βάση το υπάρχον νομικό πλαίσιο συνδικάτα μπορούν να ιδρυθούν με ελάχιστη προϋπόθεση τη συμμετοχή 20 μισθωτών (βλ. άρθρο 78 Αστικού Κώδικα και νόμο 1264/1982), παράγοντας που δεν ευνοεί την συλλογική δράση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις με λιγότερους από 20 εργαζόμενους.

Τέλος, από τον Πίνακα 7 προκύπτει η εντονότερη τάση συμμετοχής των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα σε επιχειρήσεις με 50 έως 250 εργαζόμενους. Η ανάλυση αυτού του ευρήματος ενισχύει το επιχείρημα ότι υπάρχει μια τάση συγκράτησης της συνδικαλιστικής συμμετοχής στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, όπως εντοπίστηκε στον πίνακα 2. Το εύρημα της θετικής επίδρασης του μικρού μεγέθους επιχειρήσεων/οργανισμών του δημόσιου τομέα ερμηνεύει πιθανόν το γιατί συγκρατείται η συμμετοχή στις μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις/οργανισμούς.

 

.Πίνακας 7. Γενικευμένο γραμμικό υπόδειγμα

Δημόσιος/Ιδιωτικός τομέας με μέγεθος επιχείρησης – οργανισμού

Δημόσιος/Ιδιωτικός

Μέγεθος επιχείρησης

Sign. level

Beta

Δημόσιος

1 έως 9

*

0.2083

Ιδιωτικός

1 έως 9

***

-0.1835

Δημόσιος

10 έως 19

*

0.1870

Ιδιωτικός

10 έως 19

*

-0.1234

Ιδιωτικός

50 έως 250

***

0.2870

 

 

Συμπεράσματα

 

Στην παρούσα εργασία επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε το μέγεθος της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα την περίοδο της τρέχουσας κρίσης αλλά και τέσσερις προσδιοριστικούς παράγοντες της συμμετοχής στα συνδικάτα. Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει η συρρίκνωση της συμμετοχής των μισθωτών στα συνδικάτα σε σχετικά αλλά και απόλυτα μεγέθη. Από τους παράγοντες που διερευνήσαμε προέκυψε πως ο τομέας παραγωγής δεν ασκεί στατιστικά σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση του μεγέθους της συνδικαλιστικής πυκνότητας.

Σε σχέση με το επίπεδο εκπαίδευσης προέκυψε πως οι μισθωτοί που είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων, τείνουν να συμμετέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στα συνδικάτα έναντι των υπόλοιπων μισθωτών. Το μέγεθος της επιχείρησης ασκεί θετική επίδραση στη διαμόρφωση του ύψους της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Εντονότερη είναι η τάση των μισθωτών που εργάζονται σε επιχειρήσεις/ οργανισμούς με 50 έως 250 εργαζόμενους. Επιπλέον, οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα τείνουν να συμμετέχουν στα συνδικάτα σε υψηλότερα ποσοστά συγκριτικά με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα.

Από την ανάλυση των αλληλεπιδράσεων προέκυψε η εντονότερη τάση συμμετοχής στα συνδικάτα των μισθωτών του δημόσιου τομέα που είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών. Επιπροσθέτως, μισθωτοί σε μικρές επιχειρήσεις που είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και όσοι έχουν πραγματοποιήσει βασικές/μεταλυκειακές σπουδές τείνουν να συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό στα συνδικάτα. Τέλος, προέκυψε πως στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις/οργανισμούς – από 1 έως 19 εργαζόμενους – του δημόσιου τομέα είναι θετική η τάση συμμετοχής στα συνδικάτα ενώ αντίθετα στις αντίστοιχου μεγέθους επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι αρνητική η τάση συμμετοχής. Η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα σε επιχειρήσεις από 50 έως 250 εργαζόμενους επηρεάζει έντονα θετικά την συμμετοχή στα συνδικάτα.

 

Αναφορές

 

Bean, R and Holden, K. (1992). Cross-national differences in trade union membership in OECD countries. Industrial Relations Journal, 23(1): 52–59.

Bean, R. (1994). Comparative Industrial Relations: an introduction to cross-national perspectives. London: Routledge.

Chang, C. and Sorrentino, C. (1991). Union Membership Statistics in 12 Countries. Monthly Labor Review, 114: 46–53.

Ebbinghaus, B. and Visser, J. (1999). When Institutions Matter: Union Growth and Decline in Western Europe, 1950-1995. European Sociological Review, 15(2): 135-158.

Ebbinghaus, B., Göbel, C. and Koos, S. (2011). Social capital, ‘Ghent’ and workplace contexts matter: Comparing union membership in Europe. European Journal of Industrial Relations, 17(2): 107-124.

Eurofound (2009). Trade union membership 2003–2008. Available online at: http://www.eurofound.europa.eu/docs/eiro/tn0904019s/tn0904019s.pdf.

European Commission (2003). COMMISSION RECOMMENDATION of 6 May 2003 concerning the definition of micro, small and medium-sized enterprises, 2003/361/EC.

European Commission (2005). The new SME definition: User guide and model declaration. Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities. Official Journal of the European Union.

European Commission (2012). Enterprise and Industry – SBA Fact Sheet 2012 Greece. Διαθέσιμο σε: http://ec.europa.eu/enterprise/policies/sme/facts-figures-analysis/performance-review/files/countries-sheets/2012/greece_en.pdf.

Eurostat. Online database, http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/statistics/search_database .

Freeman, R. and Medoff, J. (1984). What do unions do? New York: Basic Books.

Hayter, S. and Stoevska, V. (2011). Social Dialogue Indicators: International Statistical Inquiry 2008-09. Geneva: International Labour Office.

Hyman, R. (1975). Industrial Relations: A Marxist introduction. London: Macmillan.

Hyman, R. (1989). The Political Economy of Industrial Relations: Theory and Practice in a Cold Climate. London: Macmillan.

Hyman, R. (2008). The State in Industrial Relations. In Blyton, P., Bacon, N., Fiorito, J. and Heery, E. (eds) The SAGE Handbook of Industrial Relations. London: SAGE Publications.

Kelly, J. and Bailey, R. (1989). British trade union membership, density and decline in the 1980s: a research note. Industrial Relations Journal, 20: 54–61.

Lawrence, S. and Ishikawa, J. (2005). Trade union membership and collective bargaining coverage: Statistical concepts, methods and findings. Geneva: International Labour Office.

Leat, M. (2007). Exploring Employee Relations. Oxford: Butterworth-Heinemann.

Meng, R. (1990). The relationship between unions and job satisfaction. Applied Economics, 22: 1635-1648.

OECD (2011). Labour Force Statistics 2010. OECD Publishing.

OECD Employment database. http://www.oecd.org/employment/emp/onlineoecdemploymentdatabase.htm .

OECD (2013). Government at a Glance 2013. OECD Publishing.

Salamon, M. (2000). Industrial Relations: Theory and Practice. Edinburgh: Prentice Hall.

Schnabel, C. and Wagner, J. (2007). Union density and determinants of union membership in 18 EU countries: evidence from micro data, 2002/03. Industrial Relations Journal, 38(1):  5-32.

Scruggs, L. (2002). The Ghent System and Union Membership in Europe, 1970-1996 Political Research Quarterly, 55(2): 275-297.

Van den Berg, A. and Groot, W. (1992). Union membership in the Netherlands: A cross-sectional analysis. Empirical Economics, 17: 537-564.

Van den Berg, A. and Groot, W. (1994). Why union density has declined. European Journal of Political Economy, 10: 749-763.

Visser, J (1991). Trends in Trade Union Membership. In OECD Employment Outlook 1991, pp. 97–134. Paris: OECD.

Visser, J. (1992). The Strength of Labour Movements in Advanced Capital Democracies: Social and Organizational Variations. In: Regini, M. (ed.) The Future of Labour Movements. London: Sage.

Visser, J. (2006). Union Membership Statistics in 24 Countries, Monthly Labor Review, January, 38–49.

Visser, J. (2013). ICTWSS: Database on Institutional Characteristics of Trade Unions, Wage Setting, State Intervention and Social Pacts in 34 countries between1960 and 2012 (Version 4.0). Available online at: http://www.uva-aias.net/207.

Visser, J. Martin, S. and Tergeist, P. (2012). Trade union members and union density in OECD countries: sources and definitions. Available online at: http://www.oecd.org/employment/emp/Trade%20union%20density_Sources%20and%20methodology.pdf.

Webb, S and Webb, B. (1920). The history of trade unionism. London: Chiswick.

Western, B. (1995). A Comparative Study of Working-Class Disorganization: Union Decline in Eighteen Advanced Capitalist Countries. American Sociological Review, 60(2): 179-201.

Βερναρδάκης, Χ., Μαυρέας, Κ. και Πατρώνης, Β. (2005). «Συνδικάτα και σχέσεις εκπροσώπησης στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1990-2004». Ανακοίνωση στο 10ο Συνέδριο του Ιδρύματος Καράγιωργα με θέμα: Εργασία και Πολιτική – Συνδικαλισμός και Οργάνωση Συμφερόντων στην Ελλάδα (1974-2004), 18-21 Μαΐου 2005, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΕΛΣΤΑΤ (2013). Έρευνα Εργατικού Δυναμικού: Β’ τρίμηνο 2013. Διαθέσιμο σε: http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0101&r_param=SJO01&y_param=2013_02&mytabs=0 .

ΕΛΣΤΑΤ (2013). Έρευνα Εργατικού Δυναμικού: Β’ τρίμηνο 2013. Διαθέσιμο σε: http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/BUCKET/A0101/Other/A0101_SJO01_TB_QQ_04_2002_13_F_BI_0.pdf

Ζησιμόπουλος, Γ. και Οικονομάκης, Γ. (2012). Εργασιακές Σχέσεις στην Ελλάδα: ο αντίκτυπος της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα. Θέσεις, 122: 13 – 36.

Κάππος, Κ. (2005). Η κατάσταση της εργατικής τάξης. Αθήνα: Αλήθεια.

Κατσορίδας, Δ. (2002). Το ζήτημα της  συνδικαλιστικής εκπροσώπησης: προβλήματα μορφής και συγκρότησης των συνδικάτων στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού. Θέσεις, 78: 103 – 136.

Κουζής, Γ. (2007). Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος: αποκλίσεις και συγκλίσεις με τον ευρωπαϊκό χώρο. Αθήνα: Gutenberg.

Λένιν, Β.Ι. (1975). Τι να κάνουμε; Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας. Αθήνα: Θεμέλιο.

Λένιν, Β.Ι. (1977). Για τα συνδικάτα. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Λένιν, Β.Ι. (1982). Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω: η κρίση μέσα στο κόμμα. Αθήνα: Θεμέλιο.

Μαρξ, Κ. (2003). Μιθός, τιμή και κέρδος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (2007). Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μπατίκας, Κ. (1994). Συνδικάτα και πολιτική. Αθήνα: Εργοεκδοτική.

 

 

 


[1] Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών. Email: jozisimo@upatras.gr

[2] Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών. Email: karolidis@upatras.gr

[3] Επίκουρος Καθηγητής Ποσοτικών Μεθόδων, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών. Email: gandroul@upatras.gr

[4] Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών. Email: economak@upatras.gr

[5] Ο Έγκελς αναφέρει πως τα «συνδικάτα αποτελούν την καθαυτό ταξική οργάνωση του προλεταριάτου, με την οποία διεξάγει τους καθημερινούς αγώνες με το κεφάλαιο, όπου εκπαιδεύεται […]» για την κατάργηση του καπιταλισμού (σε Μαρξ, 2007: 46).

Για τον Λένιν (1982: 84; 1977: 45-47; 1975: 140) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις συνενώνουν τους εργάτες που συνειδητοποιούν την αναγκαιότητα της ένωσής τους για την πάλη ενάντια στους εργοδότες και την κυβέρνηση. Αποτελούν τις πλατιές οργανώσεις των εργατών για την διεξαγωγή της οικονομικής πάλης. Ο Λένιν προσδίδει στην έννοια της οικονομικής πάλης την έννοια της αντίστασης και της συλλογικής πάλης των εργατών ενάντια στους εργοδότες για ευνοϊκούς όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, για τη βελτίωση των όρων εργασίας και της ζωής των εργατών (Λένιν, 1975: 69, 77).

Ο καθημερινός ταξικός αγώνας και ο συσχετισμός δύναμης είναι αυτός που καθορίζει το ύψος των μισθών, ανάμεσα στο φυσικό ελάχιστο όριο – πέρα από το οποίο θα έμπαινε σε κίνδυνο η ίδια η ικανότητα του εργάτη για εργασία – και στο μέγιστο όριο πέρα από το οποίο θα εξαντλούνταν τα κέρδη του καπιταλιστή (Μπατίκας, 1994: 305˙ Ένγκελς σε Μαρξ, 2007: 44-45). Ωστόσο, για τον Μαρξ (2003: 76) «[ο] ρόλος των συνδικάτων είναι να αποτελούν κέντρα αντίστασης ενάντια στους σφετερισμούς του κεφαλαίου αλλά αποτυχαίνουν ολοκληρωτικά στο σκοπό τους όταν περιορίζονται στα αποτελέσματα του σημερινού συστήματος αντί να προσπαθούν να το αλλάξουν χρησιμοποιώντας τις οργανωμένες δυνάμεις τους ως μοχλό για την οριστική κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας».

[6] Μια αναλυτική παρουσίαση της διαχρονικής εξέλιξης της συμμετοχής στα συνδικάτα παρουσιάζεται στην βάση δεδομένων του Visser.

[7] Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία προέρχονται από την βάση δεδομένων του Visser και αφορούν στο 2011.

[8] Οι ένοπλες δυνάμεις αναφέρονται στο προσωπικό που προέρχεται από το συνολικό εργατικό δυναμικό και κατά την υπό εξέταση περίοδο υπηρετούσε στις ένοπλες δυνάμεις. Εξαιρούνται α) το προσωπικό που προέρχεται από διαφορετική σε σχέση με την υπό εξέταση χώρα, β) το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας (με εξαίρεση τα ένοπλα τμήματα της χωροφυλακής και των συνοριοφυλάκων που λαμβάνουν τακτική στρατιωτική εκπαίδευση, είναι οπλισμένα κατά τα στρατιωτικά πρότυπα και είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να τεθούν υπό στρατιωτική διοίκηση), γ) οι έφεδροι που καλούνται για επανεκπαίδευση διάρκειας μικρότερης του ενός μήνα.

[9] Η ταξινόμηση που ακολουθούν οι Ebbinghaus και Visser (1999) περιλαμβάνει τους κυκλικούς παράγοντες (ανεργία, πληθωρισμός, πολιτικοί κύκλοι και υιοθέτηση κεϋνσιανών ή νεοφιλελεύθερων πολιτικών), τους δομικούς παράγοντες (μεταβολές στην κοινωνική δομή και στις κοινωνικές αξίες) και τους θεσμικούς/διαμορφωτικούς παράγοντες (προνοιακές λειτουργίες των συνδικάτων, ρόλος των συνδικάτων στο χώρο εργασίας, δομή των συλλογικών διαπραγματεύσεων κλπ).

[10] Η ταξινόμηση των Van den Berg και Groot (1992˙ 1993) περιλαμβάνει τα προσωπικά χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το επάγγελμα και τον τομέα παραγωγής, τους παράγοντες που σχετίζονται με τους μισθούς και τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες (αστικοποίηση, διαφοροποιήσεις μεταξύ περιοχών κλπ).

[11] Βλ. ΕΛΣΤΑΤ (2009˙ 2013)

[12] Το 1960 η μισθωτή απασχόληση αποτελούσε το 32,87% της συνολικής απασχόλησης ενώ ξεπέρασε το 50% το 1975. Οι υπολογισμοί βασίζονται σε επεξεργασία στοιχείων από την AMECO database.

[13] Οι υπολογισμοί βασίζονται σε επεξεργασία στοιχείων από την AMECO database.

[14] Η μισθωτή απασχόληση το 2011 (χρονιά στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία του πίνακα 1) ήταν 63,54% του συνόλου της απασχόλησης.

 

[15] Η επεξεργασία των στοιχείων για τη μισθωτή απασχόληση ανά τομέα παραγωγής έγινε σύμφωνα με την Στατιστική Ταξινόμηση Οικονομικών Δραστηριοτήτων – ΣΤΑΚΟΔ 08.

[16] Διάστημα εμπιστοσύνης σε επίπεδο σημαντικότητας 95% [18.92%, 24.41% ].

[17] Αύξηση των ορίων των ομαδικών απολύσεων σε 6 εργαζόμενους για επιχειρήσεις που απασχολούν 20 – 150 εργαζόμενους και 5% του προσωπικού (μέχρι και 30 άτομα) για επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 150 εργαζόμενους (Νόμος 3863/2010, Άρθρο 74, Παράγραφος 1).

 

[18] Οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων (μεταπτυχιακού και διδακτορικού) αποτελούν το 6,9% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς από 1έως 9 εργαζόμενους, το 22,6% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς από 10 έως 19 εργαζόμενους, το 20,8% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς από 20 έως 50 εργαζόμενους, το 17,9% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς από 50 έως 250 εργαζόμενους και το 20,3% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς με περισσότερους από 250 εργαζόμενους.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s