Εισηγήσεις στο 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ (1ο τμήμα)

Η καπιταλιστική κρίση και η κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση του επιστημονικού πλούτου.

Νίκος Α. Ασπράγκαθος

Καθηγητής,  Πανεπιστήμιο Πατρών

asprag@mech.upatras.gr

http://robotics.mech.upatras.gr/

Περίληψη

Σε αυτή την εργασία θα υποστηριχθεί ότι η επιστημονική ερευνητική εργασία κοινωνικοποιείται με αυξανόμενους ρυθμούς ενώ με παρόμοιους ρυθμούς ιδιοποιείται ο παραγόμενος επιστημονικός και τεχνολογικός πλούτος και συγκεντρώνεται κυρίως στο μονοπωλιακό κεφάλαιο.

Θα δεχθούμε ότι οι καπιταλιστικές κρίσεις οφείλονται στην  κεφαλαιοκρατική υπερσυσώρευση και υπερπαραγωγή, και επόμενα  η μονοπωλιακή εκμετάλλευση της έρευνας και τεχνολογίας συμβάλει στην εμφάνιση των κρίσεων. Η δε τεχνολογική υστέρηση χωρών ή περιοχών είναι απότοκο της ανισόμετρης καπιταλιστικής «ανάπτυξης».  Επίσης θα επισημανθεί ότι η κεφαλαιοκρατική  ιδιοποίηση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης είναι εμπόδιο στην ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης και των παραγωγικών δυνάμεων, παρά τις σημαντικές αλλαγές που έχουν γίνει στα παραγωγικά μέσα.

Τέλος θα υποστηριχθεί ότι αν ο παραγόμενος επιστημονικός και τεχνολογικός πλούτος ήταν κοινωνική ιδιοκτησία όπως είναι κοινωνικοποιημένη και η ερευνητική εργασία, τότε θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ριζική βελτίωση της ζωής των εργαζομένων και να ανοίξουν πρωτόγνωροι ορίζοντες για την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.  Οι ερευνητές κομμάτι του εργατικού δυναμικού με  την ένταξη τους  στο εργατικό κίνημα μπορούν να συμβάλουν στις κατακτήσεις και τα εργασιακά δικαιώματα όταν κινούνται στην κατεύθυνση  της λύσης της αντίφασης ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή της γνώσης και την κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση, στη σοσιαλιστική προοπτική.

Εισαγωγή

Από οικονομολόγους και πολιτικούς ευρέως φάσματος θεωρείται ότι ένας παράγοντας της εκδήλωσης της τρέχουσας κρίσης είναι και τεχνολογική καθυστέρηση της Ελλάδος και προτείνουν την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων μέσω της καινοτομίας. Η ίδια συνταγή προτείνεται και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε καπιταλιστικής χώρας για την έξοδο από την κρίση.

Η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση χτύπησε πρώτα από όλα τις μεγάλες δυνάμεις στην τεχνολογία, όπως οι ΗΠΑ αλλά και μικρές χώρες, που θεωρούνταν πρότυπα τεχνολογικής ανάπτυξης όπως η Ιρλανδία. Χρέη και ελλείμματα παρουσιάζουν πολλές ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, που δεν έχουν έλλειψη παραγωγικής βάσης και το ερευνητικό τους μοντέλο προσπαθούν να αντιγράψουν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Εκεί η έρευνα διεξάγεται σε συνεργασία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα με  αποφασιστικό ρόλο των επιχειρήσεων και γίνονται μεγάλες επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας. Παρ’ όλα αυτά τα δικαιώματα των εργαζομένων αναιρούνται, η ανεργία καλπάζει, οι αποδοχές και συντάξεις μειώνονται.

Η καπιταλιστική κρίση ταλανίζει τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά  τη διακήρυξη της Λισαβόνας, που έθεσε  στόχο ως το 2010 «να  καταστεί η ένωση η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ικανή να εξασφαλίσει βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή». Παρά τα δεκάδες δισεκατομμύρια, ευρώ που διοχετευθήκαν κυρίως στις πολυεθνικές από τις τσέπες των εργαζομένων της ΕΕ, ο στόχος της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής αποδείχθηκε φιάσκο, και  η ανισομετρία διευρύνθηκε. Η τεράστια σημασία, που έχει για το κεφάλαιο η απαλλοτρίωση των ερευνητικών  αποτελεσμάτων, αποδεικνύεται από την κατοχύρωση της «πέμπτης ελευθερίας» εντός της ΕΕ για την «άρση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία της γνώσης» καθώς και οι αλλεπάλληλες συμφωνίες του ΠΟΕ για τα πνευματικά δικαιώματα.

Κοινωνικοποιημένη παραγωγή γνώσης και «καινοτομίας»

Από πολλούς η γνώση και ιδιαίτερα η επιστημονική παρουσιάζεται σαν αυθύπαρκτη για να νομιμοποιηθεί η απαλλοτρίωσή της από το κεφάλαιο και να αποκρυφτεί η κοινωνικοποιημένη παραγωγή της. Για την παραγωγή γνώσης καταναλώνεται εργατική πνευματική και χειρωνακτική δύναμη όπως και για οπουδήποτε άλλο  προιόν.

Η κοινωνικοποίηση της ερευνητικής εργασίας για την ανάπτυξη νέας επιστημονικής γνώσης και τεχνολογίας και η σημασία της στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι μία αναμφισβήτητη πραγματικότητα αν και δεν προβάλλεται η αποκρύβεται συστηματικά η κοινωνική και πολιτική της σημασία. Ο Μαρξ έγραφε: «Η ανάπτυξη του πάγιου κεφαλαίου δείχνει σε πιο βαθμό η γενική κοινωνική γνώση έχει γίνει άμεση παραγωγική δύναμη..»(Μαρξ, GRUNDISSE).  Η γενική κοινωνική γνώση είναι η επιστημονική κληρονομιά της ανθρωπότητας που προέρχεται από την γενική εργασία, που συμπεριλαμβάνει  «όλες τις ανακαλύψεις, όλες τις εφευρέσεις».

Στις μέρες μας η τάση της κοινωνικοποίησης ενισχύεται με την κρατική ή υπερκρατική παρέμβαση,  την δημιουργία μεγάλων ερευνητικών κοινοπραξιών, την συνέργεια των επιστημόνων και ερευνητών εντός του ίδιου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα ή και μεταξύ φορέων με πολλές μορφές και σχήματα. Τις τελευταίες δεκαετίες εξελίσσεται μια τεράστια αναδιάρθρωση του χώρου της έρευνας ώστε να εξυπηρετήσει καλύτερα την κεφαλαιοκρατική κερδοφορία. Η επιστήμη και η παραγωγή νέας γνώσης κοινωνικοποιείται τόσο διαχρονικά όσο και από την πλευρά της οργάνωσης της ερευνητικής εργασίας. Ως διαχρονική κοινωνικοποίηση ορίζεται η κληρονομιά των επιστημονικών ανακαλύψεων και θεωριών, που έχουν αναπτυχθεί ανά τους αιώνες από αυτόνομους επιστήμονες, όπως παρουσιάζεται στην αστική ιστορία που παραβλέπει την έστω και σε πολύ μικρότερο βαθμό κοινωνικοποιημένη παραγωγή του απώτερου παρελθόντος. Σήμερα όλοι αναγνωρίζουν ότι εχει παρέλθει προ πολλού το μοντέλο του αυτόνομου ερευνητή, αφού η νέα γνώση παράγεται σε μεγάλα κρατικά ή ιδιωτικά ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια που συγκεντρώνουν εκατοντάδες ως χιλιάδες ερευνητές. Η οργάνωση της ερευνητικής εργασίας προσιδιάζει στην καπιταλιστική παραγωγή.  Ο σχετικός κατατεμαχισμός του ερευνητικού έργου και ο καταμερισμός εργασίας μεταξύ ερευνητών με συμπληρωματικές ειδικεύσεις και συγκρότηση μεγάλων κοινοπραξιών θεωρείται προϋπόθεση για το τελικό ολοκληρωμένο ερευνητικό προϊόν. Η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της εργασίας και την ιδιοποίηση του προϊόντος από το κεφάλαιο οξύνεται απλώνεται σε νέους χώρους.

Πολλοί οικονομολόγοι του κυρίαρχου ρεύματος  βλέποντας τους περιορισμούς του ανταγωνισμού και της μυστικότητας στην Ε&Α προτείνουν την ανοιχτή καινοτομία (open innovation paradigm), την δημοκρατικοποίηση της καινοτομίας, (Democratizing innovation), το μοντέλο της τριπλής έλικας (University-Industry-Government)  και τα κατανεμημένα καινοτομικά μοντέλα, που είναι μορφές επέκτασης και διεύρυνσης της κοινωνικοποίησης της παραγωγής νέας επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης (Aspragathos, 2013). Η συσσωρευτική καινοτομία ορίσθηκε από τον Shapiro (2001) σαν κεντρικός παράγοντας σε κάθε επιστημονική μέθοδο αφού κάθε νέα ανακάλυψη στηρίζεται στις προηγούμενες. Εκείνο που παραγνωρίζεται στην ιστορικά ολοκληρωμένη κοινωνικοποίηση είναι η αναντικατάστατη συμβολή των σκλάβων των τεχνητών, των εργατών και των μηχανικών που κατασκευάζουν τις μηχανές και τις διατάξεις. Η συνέργεια όλων αυτών των παραγόντων έχει πολλαπλασιαστικά αντί για προσθετικά αποτελέσματα στην εξέλιξη των παραγωγικών μέσων και των παραγωγικών δυνάμεων.  Περισσότερες μορφές συνέργειας ερευνητών και δημόσιων η ιδιωτικών ερευνητικών και μη φορέων παρουσιάζονται σε πρόσφατη εργασία του συγγραφέα και δείχνουν τις τάσεις ραγδαίας κοινωνικοποίησης(Aspragathos, 2013).

Η κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση και συγκέντρωση επιστημονικού πλούτου και τεχνογνωσίας παράγοντες της καπιταλιστικής κρίσης

Η κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση του κοινωνικοποιημένα παραγόμενου πλούτου επιτυγχάνεται μέσω της θεσμοθέτησης και ενίσχυσης της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των φοροαπαλλαγών, των επιδοτήσεων και του σκληρού καθεστώτος προστασίας της λεγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας.

Σε προηγούμενες εργασίες του ιδίου συγγραφέα παρατέθηκαν στοιχεία για την σχετικά ραγδαία αύξηση των κρατικών επιδοτήσεων προς τη βιομηχανία και τις επιχειρήσεις για την διεξαγωγή έρευνας τόσο στις ΗΠΑ (Ασπράγκαθος, 2013) όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τα προηγούμενα χρηματοδοτικά πλαίσια (Ασπράγκαθος, 2008).  Στην παρούσα εργασία θα δοθούν και θα σχολιασθούν δεδομένα για την εξέλιξη των χρηματοδοτήσεων και των συμμετοχών των επιχειρήσεων στο 7ο πλαίσιο (FP7), όπως επίσης και στοιχεία για την κατάταξη των χωρών που ανήκουν στην  Ευρωπαϊκή Ένωση για την επίδοση τους στην καινοτομία, παρ’ όλο που ο τρόπος συγκέντρωσης και παρουσίασης από της εκθέσεις της ΕΕ είναι επηρεασμένος από την κυρίαρχη πολιτική.

Στόχος της ΕΕ είναι η χρηματοδότηση της έρευνας να προέρχεται κατά 2/3 από επιχειρήσεις και κατά 1/3 από δημόσιους ερευνη­τικούς φορείς (πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, ερευνητικά ινστιτούτα, ευρύτερο δημόσιο τομέα). Είναι προφανές ότι έτσι εντείνεται ουσιαστικά ο έλεγχος της έρευνας από το μεγάλο κεφά­λαιο. Οι επιχειρήσεις αφενός εξασφαλίζουν τη διεξαγωγή της έρευνας που επιθυμούν, αφετέρου όμως δεν συνεισφέρουν τη δική τους αντίστοιχη χρηματοδότηση αλλά προσπορίζονται δημόσιο χρήμα (π.χ. μέσα από την υπερτιμολόγηση της συμμετοχής τους). Οι λεγόμενες Ευρωπαϊκές Τεχνολογικές Πλατφόρμες (ETP), που καθιερώθηκαν το 2003, σκοπό είχαν και έχουν την ολοκληρωτική κυριαρχία και έλεγχο από τις μεγάλες επιχειρήσεις του αντίστοιχου κλάδου πάνω στις χρηματοδοτήσεις και της έρευνας και ανάπτυξης (Ευρωπαϊκή Ένωση, 2013α). Παρόμοιο ρόλο έχουν και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (PPP), που καθιερώθηκαν το 2008 ως ένα μέτρο εξόδου από την κρίση με την διεύρυνση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην μεταποίηση, την κατασκευή κτιρίων  και την αυτοκινητοβιομηχανία (Ευρωπαϊκή Ένωση, 2013β). Είναι σαφέστατες παρεμβάσεις στην άμεση ιδιωτικοποίηση της κοινωνικά παραγόμενης γνώσης από το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι ισχύοντες στην Ελλάδα νόμοι για την έρευνα-ανάπτυξη-καινοτομία και ειδικά το τελευταίο νομοσχέδιο που είναι υπό «διαβούλευση» κινείται στο ίδιο πλαίσιο με σκανδαλώδη κίνητρα στις επιχειρήσεις και πλήρη υποταγή των ερευνητικών φορέων στο κεφάλαιο.

Τα στοιχεία που παρατίθενται παρακάτω αφορούν κυρίως το FP7 και προέρχονται από έκθεση της ευρωπαϊκής επιτροπής, όπου φαίνεται η συμμετοχή των επιχειρήσεων τόσο αριθμητικά όσο και στο ποσοστό της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης αυξάνεται στους τομείς των μεταφορών, την ενέργεια και την ασφάλεια εκεί που οι επιχειρήσεις κυριαρχούν απολύτως είναι η τεχνολογία πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών.  Στο Σχ. 1 φαίνεται ο διπλασιασμός του ποσοστού των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων για έρευνα στις λεγόμενες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), που για τα ελληνικά δεδομένα είναι μεγάλες αλλά και σε επίπεδο Ευρώπης αυτές που συμμετέχουν σε ερευνητικά έργα προσεγγίζουν τα άνω όρια του ορισμού των ΜΜΕ ή ανήκουν σε ομίλους.

Σχ. 1   Η  διεύρυνση της συμμετοχής των μικρομεσαίων  επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της Ε&Α. (Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013δ), Sixth FP7 Monitoring Report)

Βέβαια τη μερίδα του λέοντος από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της έρευνας  λαμβάνουν τα πολύ γνωστά πολυεθνικά μονοπώλια, όπως δείχνει ο πίνακας του Σχ. 2. Είναι αναμενόμενο αφού τα κριτήρια για την έγκριση της πρότασης είναι η ανταγωνιστικότητα της κοινοπραξίας και η «ποιότητα» της πρότασης ενώ στα αρχικά πλαίσια συμπεριλαμβάνονταν δευτερευόντως και κριτήρια «σύγκλισης».

Σχ.2 Η μερίδα του λέοντος στα γνωστά μονοπώλια. (Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013δ), Sixth FP7 Monitoring Report)

Η χρηματοδότηση που προέρχεται από την ΕΕ είναι σχετικά μικρό ποσοστό της συνολικής δημόσιας χρηματοδότησης αλλά οι τάσεις είναι ίδιες αφού σχεδόν σε όλα τα χρηματοδοτικά πλαίσια επιβάλλεται η τριπλή έλικα ή άλλως   PublicPrivatePartnership (PPP). Οι επενδύσεις σε Ε&Α είναι στρατηγικής σημασίας για την επικράτηση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.   Ο Nagaoka (2005) έδειξε ότι στις φαρμακευτικές και τις τηλεπικοινωνίες/παιχνίδια οι επενδύσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη (άϋλο) ξεπερνούν κατά πολύ τις επενδύσεις σε Εργοστάσια και Εξοπλισμό (υλικό). Ακόμη και στην αυτοκινητοβιομηχανία, που παράγει προϊόντα, που εμπεριέχουν πολύ πρώτη ύλη και δαπανηρές κατεργασίες οι επενδύσεις για  Έρευνα και Ανάπτυξη είναι υψηλότερες από ότι για Εργοστάσια και Εξοπλισμό. Πιθανά να υπάρχει υπερκοστολόγηση της Έρευνας και Ανάπτυξης αλλά η τάση είναι σαφής.

Η ανωτέρω έκθεση της ΕΕ δεν αναφέρει στοιχεία για την κατανομή των πατεντών, που προήλθαν από τα χρηματοδοτηθέντα ερευνητικά έργα, μεταξύ των δημόσιων φορέων και των επιχειρήσεων αλλά είναι γνωστό ότι τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν οι επιχειρήσεις. Η τεράστια συγκέντρωση των πατεντών και άλλων μορφών ιδιοποίησης του κοινωνικού επιστημονικού πλούτου από το κεφάλαιο έχει παρουσιαστεί σε προηγούμενη εργασία (Aspragathos 2013).

Η σημασία των «άϋλων» επενδύσεων που στηρίζονται κυρίως στην απλήρωτη επιστημονική εργασία προηγούμενων εποχών ή επιστημόνων που εργάζονται στις εν λόγω εταιρείες η σε πανεπιστήμια ερευνητικά ινστιτούτα συνεργαζόμενα με τις εταιρείες γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Η συνεργασία των δημόσιων ερευνητικών φορέων και ειδικά των πανεπιστημίων με τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (Public-Private-Partnership, PPP) είναι στρατηγικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Στο 6ο πλαίσιο της ΕΕ οι κοινοπραξίες που συμπεριλάμβαναν πανεπιστήμια με επιχειρήσεις ενώ ήταν λιγότερες από το 1/3 η χρηματοδότηση που έλαβαν συνολικά ανταποκρίνονταν στα 2/3 της συνολικής. Στο 7ο πλαίσιο η τάση αυτή ενισχύεται συστηματικά και στους σχεδιασμούς του Horizon 2020 η PPP λαμβάνει πλέον δομικά χαρακτηριστικά και όλα αυτά για την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία του κεφαλαίου μέσω μηχανισμών της απαλλοτρίωσης του κοινωνικά παραγόμενου και χρηματοδοτούμενου πλούτου.

Σύμφωνα με τον Schumpeter (1943, 2003) η «καινοτομία» είναι κρίσιμος συντελεστής για την ανάπτυξη μιας επιχείρησης όμως ο ίδιος αναγνώρισε ότι είναι ένας μηχανισμός δημιουργίας μονοπωλίου. Η μονοπωλιακή συγκέντρωση και συγκεντροποίηση που είναι εγγενής στον καπιταλισμό είναι κατά πολλούς παράγοντας εκδήλωσης των κρίσεων.

Τεχνολογική Ανισομετρία

Για την παρουσίαση των τάσεων της τεχνολογικής ανισομετρίας θα στηριχθούμε σε ευρωπαϊκά δεδομένα που λίγο πολύ ισχύουν σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο αν εξαιρέσουμε τις αναδυόμενες οικονομίες που χρειάζονται ειδική αντιμετώπιση. Διεύρυνση του χάσματος στην τεχνολογία και την καινοτομία μεταξύ των κυρίαρχων καπιταλιστικών δυνάμεων και επιχειρήσεων της Ευρώπης και των ουραγών αναγνωρίζεται από εκθέσεις της ΕΕ (Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013γ), Innovation Union Scoreboard).

2008 2009 2010 2011 2012 Μεταβολή%
EU27 0.504 0.516 0.532 0.531 0.544 1.62%
Ελλάδα 0.364 0.338 0.362 0.334 0.340 -1.66%
Πορτογαλία 0.378 0.400 0.427 0.425 0.406 1.67%
Σουηδία 0.725 0.731 0.733 0.735 0.747 0.65%
Γερμανία 0.677 0.694 0.710 0.705 0.720 1.75%
Ιταλία 0.397 0.410 0.432 0.432 0.445 2.71%
Γαλλία 0.519 0.531 0.558 0.560 0.568 1.84%
Ουγγαρία 0.301 0.301 0.329 0.335 0.323 1.35%

 

Σχ. 3α Μεταβολή του βαθμού καινοτομικότητας μεταξύ 2008 και 2012 (Ευρωπαϊκή Ένωση 2013γ).

Ανθρώπινο

δυναμικόΕρευνητικό

σύστημαΧρημα-τοδότησηΕπενδύσεις

ΕπιχειρήσεωνΕπιχειρη-ματικοτηταΠνευματικά

δικαιώματαΚαινοτόμοιΟικονομικά

ΑποτελέσματαEU270.5570.4780.5850.4060.5320.5550.5710.603Ελλάδα0.5060.2940.1510.2200.4850.1220.6760.347Πορτο-

γαλία0.4040.4350.4140.2790.4160.3120.7280.378Σουηδία0.9000.7750.8290.6590.8020.7670.6930.612Γερμανία0.6260.5530.6100.6370.7310.8141.0000.728Ιταλία0.4200.3540.2890.2870.4040.5190.6160.535Γαλλία0.6690.6640.6310.3470.4980.5160.5320.611Ουγγαρία0.4520.1690.2710.2440.2170.2500.1310.590

Σχ. 3(β). Επίδοση ανά διάσταση του βαθμού καινοτομικότητας για το 2012.

Στην ίδια έκθεση αυτή οι χώρες της ΕΕ χωρίζονται σε 4 ομάδες, όπου στην πρώτη ομάδα ανήκουν 3 πρωτοπόρες, ακολουθεί η δεύτερη ομάδα που είναι κοντά στο μέσο όρο ενώ η τρίτη  και τέταρτη ομάδα είναι κάτω από το μέσο όρο από10% -50% και >50% αντίστοιχα. Η τρίτη ομάδα στην οποία κατατάσσεται η Ελλάδα  παρουσιάζει σχετικά υψηλό κατά κεφαλή εισόδημα αλλά κυριαρχείται από τομείς χαμηλής και μέσης τεχνολογίας. Όπως φαίνεται στο Σχ.3α η σχετική θέση των χωρών δεν άλλαξε μετά το 2008 αλλά το χάσμα μεταξύ των πρωτοπόρων και των μέτριας απόδοσης και των ουραγών  γενικά διευρύνθηκε με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Στο Σχ. 3β φαίνεται η επίδοση των χωρών ανά διάσταση του βαθμού καινοτομικότητας. Η κάθε διάσταση συνίσταται από  επιμέρους δείκτες των οποίων ο βαθμός έχει σημαντική διασπορά από το μέσο όρο της κάθε διάστασης.  Αν εξαιρέσει κανείς τις ερευνητικές δημοσιεύσεις, που η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά υψηλό επίπεδο, σχεδόν όλοι οι άλλες διαστάσεις/δείκτες  είναι κάτω του μέσου όρου και όσον αφορά στις ιδιωτικές επενδύσεις για Ε&Τ είναι κοντά στο μηδέν.   Οι δημοσιεύσεις και η ιδιωτικές επενδύσεις εντάσσονται στο ερευνητικό σύστημα και στις επενδύσεις επιχειρήσεων αντίστοιχα που διαμορφώνονται και από άλλους δείκτες.

Η τεχνολογική ανισομετρία φαίνεται και από την επίδοση των εταιριών στην συμμετοχή σε χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ ερευνητικά έργα. Οι πενήντα πρώτες εταιρείες προέρχονται από 13 χώρες με την υψηλότερη συμμετοχή από τη Γαλλία (13) και τη Γερμανία (11) ακολουθούμενες από την Ιταλία(7) και την Ισπανία (5). Αντίστοιχα είναι και τα στοιχεία που προκύπτουν και για την παραγωγικότητα της εργασίας ως προς την κατάταξη των χωρών, που δείχνει τη σύνδεση της Ε&Τ με την παραγωγικότητα της εργασίας (Σχ. 4) με τις αντίστοιχες επιπτώσεις για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Ενώ οι χώρες με υψηλό τεχνολογικό επίπεδο πλησιάζουν ή ξεπερνούν  την παραγωγικότητα των ΗΠΑ οι χώρες της τρίτης και τέταρτης ομάδας να έχουν πάρα πολύ μικρή παραγωγικότητα με μεγαλύτερη εντατικοποίηση και πολύ αυξημένες ώρες εργασίας κατά μέσο όρο.

Ετήσιες ώρες εργασίας  ανά

εργαζόμενοΑΕΠ ανά

ώρα εργασίαςΑΕΠ ανά

ώρα εργασίας

% των ΗΠΑ

Γαλλία147959,592,8Γερμανία139358,390,9Ελλάδα203434,553,7Ουγγαρία188628,344,1Ιταλία175246,772,8Πορτογαλία16913453Σουηδία162154,785,3

Σχ. 4 Ώρες εργασίας ανά έτος και παραγωγικότητα της εργασίας(OECD.Stat , 2014)

Η ανισομετρία είναι εγγενής στον καπιταλισμό και προέρχεται από τον ανταγωνισμό που θεωρείται η βασική κινητήρια δύναμη του συστήματος. Απλουστευμένα οι ηγετικές χώρες  γίνονται ισχυρότερες και οι χώρες ουραγοί ασθενέστερες.

Δομική κρίση και ανεργία?

Η κρίση και η ανεργία δεν οφείλονται στην τεχνολογική ανάπτυξη αλλά είναι εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλισμού,  όπως έχει δειχθεί από το Μαρξ και μεταγενέστερους ερευνητές και οικονομολόγους. Όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες μηχανικοί και άλλοι επιστήμονες, που ασχολούνται με την εξέλιξη της πληροφορικής και του αυτοματισμού, θεωρούν ότι με τους ρυθμούς ανάπτυξης της τεχνολογίας που ενσωματώνεται στην παραγωγή και τις υπηρεσίες, σε μερικές δεκάδες χρόνια  οι μηχανές γενικά θα αποκτήσουν ευφυΐα και επιδεξιότητα που μπορεί να ξεπεράσει την μέση ανθρώπινη το οποίο επονομάζουν ενικότητα (singularity).Οι  επιστήμονες αυτοί παρόλο που περιγράφουν τα αποτελέσματα της τεχνολογικής εξέλιξης δεν  δέχονται  την μαρξιστική ερμηνεία και πρόταση για λύση της αντίφασης   (Ford 2009). Ο ίδιος στηρίζει την προσδοκία για δημιουργία αυτόνομων μηχανών, στην εξέλιξη μιας σειράς επιστημονικών και τεχνολογικών κλάδων όπως την πληροφορική, τη ρομποτική, τη νανοτεχνολογία, τη βιοτεχνολογία, και τις εφαρμογές τους από τον πρωτογενή μέχρι τον τριτογενή τομέα της οικονομίας αλλά και σε οικιακές και προσωπικές ανάγκες. Επειδή οι τεχνολογίες αυτές εξελίσσονται  με γεωμετρική πρόοδο στην αρχή οι αλλαγές δεν είναι τόσο εμφανείς, αλλά από ένα σημείο και μετά η εξέλιξη είναι εκρηκτική. Όπως φαίνεται στο σχηματικό διάγραμμα του Σχ. 5 η τεχνολογική έκρηξη θα προκαλέσει απότομη τεράστια πτώση του εισοδήματος των μισθωτών και προφανώς μια πρωτοφανή κρίση του καπιταλιστικού συστήματος σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις. Πολλές  φορές σχήματα πρόβλεψης έχουν διαψευσθεί, όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι  η παραγωγικότητα της εργασίας έχει βελτιωθεί με υψηλούς ρυθμούς τις μεταπολεμικές δεκαετίες

 

Σχ. 5 Τάσεις προς την τεχνολογική έκρηξη και την κατάρρευση στο εισόδημα μισθωτών

Μετά το επίσημο τέλος της ύφεσης (2009) από την τρέχουσα κρίση ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ ήταν ίσος με το 75%  του μέσου ρυθμού της μεταπολεμικής (1948-2007) ανόδου, η αύξηση των επενδύσεων σε εξοπλισμό και λογισμικό έφτασε στο 95% του ιστορικού μέγιστου και τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων έπιασαν ιστορικό ρεκόρ για την μεταπολεμική περίοδο.  Από την άλλη, οι νέες θέσεις εργασίας έχουν σταθεροποιηθεί περίπου στο μισό του προ-υφεσιακού ύψους παρά την αύξηση των επενδύσεων, η ανεργία δεν μειώνεται ενώ το οικογενειακό εισόδημα των εργαζομένων μειώνεται (Brynjolfsson,  McAfee, 2011) . Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι παραπάνω εξελίξεις σε μεγάλο οφείλονται στην τεχνολογική ανάπτυξη και ότι η οικονομία δεν βρίσκεται απλά σε μια μεγάλη ύφεση κυκλικού χαρακτήρα αλλά στην οδύνη μίας μεγάλης αναδόμησης, με αλλά λόγια είναι δομική.

Η πλήρης αυτοματοποίηση είναι ασύμβατη με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής γιατί η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και η άντληση όλο και περισσότερης υπεραξίας είναι το άνω φράγμα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Επίσης αντιμετωπίζουν την ανάπτυξη της ευφυΐας με μηχανιστικό τρόπο ενώ είναι ιστορική και κοινωνική διαδικασία, επόμενα χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση η σύγκριση της ανθρώπινης με τη μηχανική που είναι εκτός του σκοπού αυτής της εργασίας.

Απελευθέρωση της επιστήμης και κοινωνικοποίηση του επιστημονικού και τεχνολογικού πλούτου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αντίφαση μεταξύ της κοινωνικοποιημένης παραγωγής γνώσης και της ιδιωτικής μονοπωλιακής ιδιοποίησης οξύνεται με όλο και ταχύτερους ρυθμούς. Επαληθεύεται ότι «…. Η τεράστια παραγωγική δύναμη, έρχεται σε αντίφαση με τις σχέσεις αξιοποίησης αυτού του ογκούμενου κεφαλαίου. Από δω οι κρίσεις.» (Καρλ Μάρξ, «Κεφάλαιο»)

Η κεφαλαιοκρατική  ιδιοποίηση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης, και η συνεπαγόμενη εμπιστευτικότητα είναι εμπόδιο στην ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης και των παραγωγικών δυνάμεων, δεν αξιοποιείται για την κοινωνική ευημερία αλλά ακόμη και σε βάρος της κοινωνίας αν αυτό επιβάλει η εξασφάλιση του κέρδους. Αυτή η όξυνση συμβάλει σε ορισμένο βαθμό μαζί με τους κύριους παράγοντες στην εμφάνιση όλο και βαθύτερων κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος. Επίσης διευρύνεται και η τεχνολογική ανισομετρία μεταξύ των οικονομιών των χωρών και περιοχών αλλά και κλάδων της οικονομίας και διαψεύδονται από ακόμη μια πλευρά όσοι προσδοκούσαν η προσδοκούν σύγκλιση εντός της ΕΕ.

Η θεώρηση ότι η τεχνολογία και η καινοτομία σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο θα είναι ένας από τους μοχλούς για την έξοδο από την κρίση σε όφελος των εργαζομένων είναι συνειδητά η ασυνείδητα τουλάχιστο αποπροσανατολιστική.   Η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση έχει μεγάλο βάθος και πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά, ενώ δεν προτείνεται από τους οικονομολόγους του συστήματος κανένα αξιόπιστο μοντέλο οικονομικής ανόδου και ειδικότερα μείωσης της ανεργίας με προοπτική. Αν δεχθούμε ότι είναι μια δομική κρίση τότε μπορούμε να πούμε ότι οφείλεται σε ένα βαθμό από την εκμετάλλευση της τεχνολογίας για την μεγιστοποίηση της κερδοφορίας.

Οι ερευνητές και οι επιστήμονες αλλά και όλοι οι εργαζόμενοι συνέβαλαν και θα συνεχίσουμε να συμβάλουμε στην παραγωγή νέας γνώσης παρά την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων από το κεφάλαιο.  Παράλληλα αποτελεί κοινωνική ανάγκη να αγωνιζόμαστε οργανωμένα στο πλαίσιο του εργατικού κινήματος για την απελευθέρωση της επιστήμης από τα καπιταλιστικά δεσμά και την απόδοση του επιστημονικού και τεχνολογικού πλούτου στην κοινωνία. Με σκληρούς ταξικούς αγώνες  οι εργαζόμενοι απέσπασαν σημαντικά οφέλη από την επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη, που η τρέχουσα βάρβαρη επίθεση του κεφαλαίου τα αναιρεί, και αποτελεί ζωτική ανάγκη η ανατροπή της.

Στην ημερήσια διάταξη του εργατικού κινήματος  είναι ανάγκη να συμπεριληφθούν διεκδικήσεις για την κατάργηση της εμπορευματοποίησης, και της εμπιστευτικότητας, την ισότιμη διεθνή συνεργασία, το προσανατολισμό  στην επίλυση των λαϊκών προβλημάτων, στην μείωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης αλλά και την αξιοποίηση της τεχνολογίας για την μείωση του εργάσιμου χρόνου με αύξηση αποδοχών, την απαλλαγή από βαριές και ανθυγιεινές εργασίες.

Σύγκρουση με τον ΕΧΕ και κατεύθυνση ανατροπής της πολιτικής των χρηματοδοτι­κών πλαισίων της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης. Δραστική αύξηση των δημόσιων δαπανών με σύστημα για την ισότιμη χρηματοδότηση της έρευνας από το ΥΠΕΠΘ, για όλες τις επιστήμες που διδάσκονται στα πανεπιστήμια και για όλα τα μέλη ΔΕΠ, μακριά από την ανταγωνιστική λογική και τις προτεραιότητες των προγραμμάτων της ΕΕ.

Θωράκιση της ακαδημαϊκής και ερευνητικής ελευθερίας, της ελεύθερης συνείδησης των ερευνητών για την αναζήτηση της επιστημονικής αλή­θειας, απέναντι στις αυθαιρεσίες εργοδοτών και εταιρειών που συμμετέχουν στα ερευνητικά έργα. Κατάργηση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει και ενισχύει την ίδρυση spin-off εταιρειών από μέλη ΔΕΠ.

Διεκδίκηση  των εργασιακών δικαιωμάτων των ερευνητών και των μεταπτυχιακών φοιτητών, που εργάζονται σε ερευνητικά έργα και κατοχύρωσή τους με υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Η αντίσταση στα κυβερνητικά μέτρα και οι διεκδικήσεις θα είναι αποτελεσματικά όταν κινούνται στο πλαίσιο της λύσης της αντίφασης ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή της γνώσης και την κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση, στη σοσιαλιστική προοπτική, που θα απελευθερώσει την επιστημονική έρευνα και τους ερευνητές από τα καπιταλιστικά δεσμά και να εμφανιστούν πρωτόγνωρες και συναρπαστικές εξελίξεις στην επιστημονική πρόοδο.

Αναφορές

Azagra-Caro Joaquín M., Carat Gérard, Pontikakis Dimitrios (2009), University-industry cooperation in the Research Framework Programme, EUR 24078 EN – 2009

Ασπράγκαθος Νίκος Α. (2013), Η επιστημονική έρευνα, η αυτοματοποίηση  και η καπιταλιστική κρίση.7ο Διεπιστημονικό Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο ΕΜΠ, Μέτσοβο, 12-15 Σεπτεμβρίου 2013.

Aspragathos Nikos A. (2013),  Commons-based Science and Research and the Privatization of its Fruits: The Robotics Paradigm,  n° 12 – Journal of Innovation Economics – 2013/2

Ασπράγκαθος Ν.Α.,  Μ. Φραγκομιχελάκης (2008), Η πανεπιστημιακή έρευνα στον ασφυκτικό Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας, Το μέλλον του Δημόσιου Πανεπιστημίου στην Ελλάδα, Ημερίδα ΣΔΕΠ Πολυτεχνείου Κρήτης (14.5.2008)

 Brynjolfsson Erik, and  McAfee Andrew (2011), Race Against The Machine: How the Digital Revolution is Accelerating Innovation, Driving Productivity, and Irreversibly Transforming Employment and the Economy, Digital Frontier Press, Lexington, Massachussets,

Ford Martin R. (2009), The Lights in the Tunnel: Automation, Accelerating Technology and

the Economy of the Future, Acculant™ Publishing

Ευρωπαϊκή Επιτροπή  (2013α) COMMISSION STAFF WORKING DOCUMENT, STRATEGY FOR EUROPEAN TECHNOLOGY PLATFORMS: ETP 2020, Brussels, 12.7.2013

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013β), Contractual public-private partnerships for research and innovation in Horizon 2020, 2013

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013γ), Innovation Union Scoreboard http://ec.europa.eu/enterprise/policies/innovation/facts-figures-analysis/innovation-scoreboard/index_en.htm

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013δ), Sixth FP7 Monitoring Report, 2012, European Union,7 August 2013

Μαρξ Κάρλ, GRUNDISSE, Τόμος Β’, Στοχαστής

Καρλ Μάρξ, «Κεφάλαιο», Τόμος ΙΙΙ, κεφ. 13-14, Σύγχρονη Εποχή, 1978.

Nagaoka Sadao, (2005) “Determinants of high-royalty contracts and the impact of stronger protection of intellectual property rights in Japan”, J. Japanese Int. Economies 19 233–2546

OECD.Stat (2014): Breakdown of Gross Domestic Product per capita in its components, 2014.

SCHUMPETER, J. (2003), Capitalism, Socialism and Democracy, Taylor & Francis e-Library.

SHAPIRO, C. (2001), Navigating the Patent Thicket: Cross Licenses, Patent Pools, and Stand­ard Setting, Innovation Policy and the Economy, Jaffe A., Lerner J. and Stern Scott (eds), Cambridge MA, The MIT Press.

————————————————————————————————————————-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  Γ. ΛΑΓΟΣ

Καθηγητής

 Τουριστικής Οικονομικής

  και Διοίκησης Τουριστικών Επιχειρήσεων

Τμήμα Διοίκησης  Επιχειρήσεων

Πανεπιστήμιο  Αιγαίου                                                                                                                 d.lagos@aegean.gr

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο τουρισμός είναι μια οικονομική δραστηριότητα που θα επηρεαστεί από τη διεθνή χρηματοοικονομική συγκυρία, λόγω της ευαισθησίας που παρουσιάζει το τουριστικό προϊόν στις οικονομικές μεταβολές.

Τα αίτια που τροφοδοτούν την κρίση στον ελληνικό τουρισμό οφείλονται κυρίως στα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της τουριστικής βιομηχανίας και στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν. Εμφανή συμπτώματα αυτής της παθογένειας συνιστούν, η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η μείωση της διαπραγματευτικής ικανότητας της χώρας μας, η μείωση της εγχώριας τουριστικής δαπάνης και η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα. Αυτό είναι συνέπεια του κυρίαρχου αναπτυξιακού προτύπου «ήλιος και θάλασσα» (sun lust) και του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος των 4S (Sun, Sand, Sea, Sex) που τα τελευταία επέβαλλαν τη μαζικοποίηση του τουριστικού φαινομένου και που σε περιόδους χρηματοοικονομικής κρίσης εντείνεται και δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στην αποδοτικότητα και ανταγωνιστικότητα της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας.

Για την  υπέρβαση της κρίσης, απαιτείται η εφαρμογή κατάλληλου μίγματος τουριστικής πολιτικής για την ποιοτική αναβάθμιση, τον εμπλουτισμό και τη διαφοροποίηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, ώστε να μετατραπούν οι συνιστώσες της χρηματοοικονομικής κρίσης σε  άξονες ευκαιριών.

Λέξεις – κλειδιά: ελληνική τουριστική πολιτική, ανταγωνιστικότητας της τουριστικής βιομηχανίας, χρηματοοικονομική κρίση.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, το οποίο τις παρέχει διαχρονικά συγκριτικό πλεονέκτημα για την ανάπτυξη των διαφόρων μορφών τουρισμού.

Τα μέχρι  σήμερα αποτελέσματα της τουριστικής της ανάπτυξης είναι αξιόλογα. Συγκεκριμένα, το εισρέον τουριστικό συνάλλαγμα καλύπτει το 36,98 % των άδηλων πόρων σε συνάλλαγμα και το 51,09%  του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου (στατιστικά δεδομένα του 2012). Τα τουριστικά έσοδα ανήλθαν σε 10.025 δισεκατομμύρια ευρώ το 2012, έναντι 10.505 εκατ. ευρώ το 2011, σημειώνοντας μείωση κατά 4,78%. Η απασχόληση στον τουρισμό, είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο, αποτέλεσε το 18,3% της συνολικής απασχόλησης της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι 688.800 άτομα απασχολήθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, σε όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας και ότι ο τουρισμός συνεισφέρει το 16,4% του Α.Ε.Π. Η Ελλάδα κατέχει το 2,93% της ευρωπαϊκής αγοράς τουρισμού και το 1,5% της παγκόσμιας αγοράς. Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη ανήλθε το 2012 στα 646,06 ευρώ, η οποία ήταν κατά 1,02%  υψηλότερη από το 2011. Η εκτίμηση για το 2013 είναι ότι οι διεθνείς αφίξεις θα ξεπεράσουν τα 17,5 εκατ. τουριστών και τα 12,2 δις. ευρώ τα έσοδα.

Στην Εικόνα 1, παρουσιάζονται οι ανταγωνίστριες χώρες της Ελλάδας με βάση τις αφίξεις τουριστών του 2012 και μεταβολή αυτών σε σχέση με το 2011.

Εικόνα 1: Διεθνείς Τουριστικές Αφίξεις σε Ελλάδα και Ανταγωνιστές, 2012
Πηγή: ΣΕΤΕ (2012:12)

Συγκρινόμενος σε παγκόσμιο επίπεδο, ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει ικανοποιητικές επιδόσεις (Εικόνα 2). Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού (UNWTO), η Ελλάδα το 2012 ήταν 17η σε επίπεδο διεθνών αφίξεων και 23η σε επίπεδο εσόδων. Επίσης, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF) το 2013, η Ελλάδα καταλάμβανε την 32η θέση μεταξύ 140 χωρών στο Δείκτη Ταξιδιωτικής και Τουριστικής Ανταγωνιστικότητας, ενώ στο Γενικό Δείκτη Ανταγωνιστικότητας καταλάμβανε μόλις την 96η.

Εικόνα 2: Ελλάδα & Ανταγωνιστές – Θέση στην Παγκόσμια Κατάταξη 2012

Πηγή: ΣΕΤΕ, UNWTO, WEF

Ο μεγαλύτερος αριθμός επισκεπτών μέχρι πριν από λίγα χρόνια προερχόταν κυρίως από τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Την τελευταία δεκαετία ωστόσο, αναδείχθηκαν νέες χώρες-αγορές από τις οποίες η Ελλάδα προσελκύει σημαντικό αριθμό επισκεπτών. Οι χώρες αυτές είναι κυρίως η Ρωσία και οι γειτονικές Βαλκανικές. Ιδιαίτερα, οι αφίξεις από την Ρωσία εμφανίζουν σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη πλευρά, μικρός είναι ο αριθμός των επισκεπτών από χώρες όπως η Ιαπωνία και η Κίνα, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχουν και άλλες σημαντικές αγορές από τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να αποσπάσει ακόμα μεγαλύτερο μερίδιο.

Οι προοπτικές για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη παραμένουν συγκρατημένα αισιόδοξες. Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις προβλέψεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, ο ευρωπαϊκός τουρισμός θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με μικρότερους ρυθμούς από ό,τι αναπτύσσεται μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να ενταθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε διάφορους προορισμούς (UNWTΟ:2000). Σύμφωνα με νεότερες εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, μέχρι το 2030 οι άνθρωποι που θα ταξιδεύουν θα φθάσουν το 1,8 δις.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού για το 2013 προβλέπει αύξηση των διεθνών αφίξεων κατά 4,1%, που σημαίνει ότι οι διεθνείς τουριστικές αφίξεις θα ξεπεράσουν τα 1,5 δις.  Παρ’ όλα  αυτά, ο διεθνής τουρισμός προβλέπεται ότι θα μειωθεί, εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης, της μείωσης του Α.Ε.Π. πολλών χωρών, αλλά και της αναμενόμενης αύξησης του κόστους των μετακινήσεων. Έτσι, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του διεθνούς τουρισμού αναμένεται να κυμανθεί από το 4,2 % στην περίοδο 1980-2020 σε 3,35% στην επόμενη εικοσαετία (2010-2030).

Η Ευρώπη προβλέπεται ότι μέχρι το 2030 θα χάσει τα «σκήπτρα» στην τουριστική βιομηχανία του πλανήτη, καθώς αναμένεται άνοδος της τουριστικής κίνησης στην νοτιοανατολική Ασία και στον Ειρηνικό. Το μερίδιο της Ευρώπης, το οποίο το 1980 ήταν 63%, μειώθηκε στο 51% το 2010 και αναμένεται να συρρικνωθεί στα επίπεδα του 41% μέχρι το 2039, εντείνοντας ακόμα περισσότερο τον διεθνή ανταγωνισμό, δυσχεραίνοντας συνακόλουθα την προσέλκυση τουριστών και εισροή εσόδων  στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα η εξέλιξη των τουριστικών μεγεθών των τελευταίων ετών κρίνεται – σε γενικές γραμμές – θετική. Αυτό, κυρίως, οφείλεται στα φυσικά πλεονεκτήματα της χώρας που προσδιορίζονται από το εντυπωσιακό μεσογειακό της τοπίο και τις ήπιες κλιματολογικές της συνθήκες. Σύμφωνα με μελέτη της McKinsey «Τουριστικός Στρατηγικός Σχεδιασμός 2021», η οποία υλοποιήθηκε για λογαριασμό του ΣΕΤΕ , τα επόμενα 8-10 χρόνια ο τουρισμός θα αποτελέσει κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας. Οι διεθνείς αφίξεις αναμένεται να φθάσουν τα 22-24 εκατ. τουριστών με παράλληλη αύξησης της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι. Η συνολική εισφορά στο Α.Ε.Π.  αναμένεται να φθάσει τα 45-48 δις. ευρώ και περίπου το 1 εκατ. εργαζόμενους στον τουρισμό, δηλ. 300.000 επιπλέον θέσεις εργασίας απ’ ότι σήμερα. Το σχέδιο αυτό απαιτεί επενδύσεις 3,3 δις. ευρώ ανά έτος για τα επόμενα 8 χρόνια, που θα διατεθούν για την αναβάθμιση των υπαρχόντων καταλυμάτων, τη δημιουργία νέων υψηλής ποιότητας και την ενίσχυση των ειδικών τουριστικών υποδομών.

Όμως, παρά τη γενικά καλή στατιστική εικόνα που παρουσιάζει διαχρονικά ο ελληνικός τουρισμός σε σύγκριση με τα διεθνή δεδομένα και τις δυνατότητες που έχει, τα τελευταία χρόνια η τουριστική βιομηχανία άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα κόπωσης. Η Ελλάδα θεωρείται χώρα φιλοξενίας τουριστών χαμηλής και μεσαίας εισοδηματικής στάθμης. Το τουριστικό της προϊόν είναι μέτριας ποιότητας. Συνεπώς, η τιμή του τουριστικού προϊόντος συνιστά το αποφασιστικό στοιχείο για την προσέλκυση τουριστών και φυσικό επακόλουθο είναι το ότι η ζήτησή του θα τείνει να στραφεί σε ολιγότερο τουριστικά αναπτυγμένες χώρες που έχουν χαμηλότερο κόστος εργασίας (π.χ. Τουρκία). Οι μέχρι σήμερα ενδείξεις καταγράφουν ότι η ποιοτική στάθμη των προσφερόμενων τουριστικών υπηρεσιών δεν βελτιώνεται, παρά την αυξητική τάση του τουριστικού ρεύματος. Αυτό οφείλεται, κυρίως, στα παρακάτω διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η τουριστική βιομηχανία.

  • Η ξενοδοχειακή κρίση που είναι το αποτέλεσμα της υπερπροσφοράς  τουριστικών καταλυμάτων στην παράκτια ζώνη, η οποία βασίζεται στην προϋπόθεση διατήρησης και μεγέθυνσης της τουριστικής ζήτησης. Όμως, αυτή η προϋπόθεση δεν επαληθεύτηκε και αποτέλεσε την απαρχή μείωσης της ποιότητας των κυρίων τουριστικών καταλυμάτων, λόγω της στροφής των τουριστών σε συμπληρωματικά τουριστικά καταλύματα, παραθεριστικές κατοικίες κ.λπ, που είναι χαμηλότερης ποιότητας και παρερχομένων υπηρεσιών.
  • Η προσφορά του τουριστικού προϊόντος των 4S που στηριζόταν στο πρότυπο “sunlust” «ήλιος και θάλασσα», που επέβαλλαν τη μαζικοποίηση του τουριστικού φαινομένου, για πολλά χρόνια είχε επιτρέψει στην χώρα να αυξήσει τις τουριστικές της εισπράξεις που απαιτούντο για τροφοδότηση της οικονομικής της ανάπτυξης, όμως σήμερα αυτό το πρότυπο φαίνεται να έχει φθάσει σ΄ ένα επίπεδο κορεσμού.
  • Η έλλειψη αποκεντρωμένων χωρικών μηχανισμών υποστήριξης (π.χ. αποκεντρωμένοι αυτόνομοι τουριστικοί οργανισμοί) της τουριστικής βιομηχανίας.
  • Η εμφάνιση ανταγωνιστριών χωρών, οι οποίες προσφέρουν τουριστικό προϊόν παρόμοιο με εκείνο της Ελλάδας, αλλά σε μία καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής.
  • Η μεγάλη εξάρτηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος από έναν μικρό αριθμό χωρών προέλευσης και ιδίως από την γερμανική και βρετανική τουριστική αγορά.
  • Ο μεγάλος βαθμός παρέμβασης των μεγάλων ταξιδιωτικών γραφείων  (tour operators) στην εμπορευματοποίηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, που δηλώνει την μεγάλη εξάρτηση του ελληνικού τουρισμού από τους tour operators και κατά συνέπεια από τη βούληση και τα συμφέροντα τους.
    • Η απώλεια από την Ελλάδα του συγκριτικού πλεονεκτήματος της χαμηλής τιμής του τουριστικού προϊόντος ως αποτέλεσμα της τουριστικής δραστηριοποίησης χωρών με χαμηλό εργατικό κόστος, ιδίως μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη.
    • Η μη ύπαρξη επαρκούς ειδικής τουριστικής υποδομής.
    • Η εκτεταμένη παραξενοδοχεία και τα συνακόλουθα με αυτήν προβλήματα.
    • Η έντονη εποχικότητα της τουριστικής δραστηριότητας.
    • Ο κυριαρχία των καταλυμάτων χαμηλών κατηγοριών και η χωρική ανισοκατανομή του ξενοδοχειακού δυναμικού στο εσωτερικό της χώρας.
    • Τα προβλήματα μόλυνσης του περιβάλλοντος και ηχορύπανσης που παρατηρούνται σε πολλές τουριστικές περιοχές.
    • Ο προσανατολισμός στον μαζικό τουρισμό ως πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης και το απαρχαιωμένο θεσμικό πλαίσιο.
    • Η αδυναμία της ελληνικής τουριστικής αγοράς να υιοθετήσει και να αναπτύξει αποτελεσματικά νέες μορφές τουριστικής δραστηριότητας.

Αναμφισβήτητα, ο τουρισμός συνιστά μια σημαντική πλουτοπαραγωγική πηγή που είχε, έχει και θα έχει θετικές συμβολές στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη της χώρας. Και αυτό, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών, πολιτιστικών και φυσικών στοιχείων που διαθέτει η Ελλάδα, τα οποία προσδίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα  και δημιουργούν μια καλή τουριστική εικόνα στις διεθνείς τουριστικές αγορές. Η αναπτυξιακή φιλοσοφία παραμένει διαχρονικά αμετάβλητη, καθότι η συνεχώς αυξανόμενη τουριστική ζήτηση των αλλοδαπών επιβεβαιώνεται στην πράξη με τις μέχρι σήμερα τουριστικές αφίξεις. Ωστόσο, αυτή η φιλοσοφία στηρίζεται στο κυρίαρχο πρότυπο του μαζικού – οργανωμένου τουρισμού και αγνοεί τη μεγάλη συμβολή του εσωτερικού τουρισμού και τις νέες τάσεις (προώθηση ειδικών και εναλλακτικών μορφών τουρισμού, παγκοσμιοποίηση τουριστικής αγοράς, τα συνδυασμένα τουριστικά κίνητρα, τις νέες τεχνολογίες στον τουρισμό κ.λπ.) που διαμορφώνουν το νέο πρότυπο ανάπτυξης του τουρισμού. Στο πλαίσιο αυτό, οι  εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες περιορίζονται στο να υπογραμμίζουν το σημαντικό ρόλο του τουρισμού στην εθνική και περιφερειακή οικονομία, χωρίς να προτείνουν μια ολοκληρωμένη τουριστική πολιτική με μακροχρόνια προοπτική η οποία να είναι αρμονικά συνδεδεμένη με τους άλλους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας και να αντιμετωπίζει ουσιαστικά τις διαρθρωτικές αδυναμίες της τουριστικής μας δραστηριότητας (Ζαχαράτος, 2000, Κούρτης 2004, Λαγός 2005:101, Τσάρτας – Λαγός 2006).

Στόχος της εισήγησης είναι η διερεύνηση της υφιστάμενης παθογένειας της τουριστικής βιομηχανίας σε σχέση με τις επιδράσεις που προκαλεί η τρέχουσα «μνημονική» πολιτική στη δομή και διάρθρωση του ελληνικού τουριστικού μας προϊόντος, καθώς και η διαμόρφωση πλαισίου τουριστικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των σχετικών επιδράσεων.

3. ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης βιώνει την οικονομική κρίση με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετική έκταση και ένταση, ανάλογα με τη δομή στην οικονομική διάρθρωσή της.

Η κρίση στη χώρα μας αναμένεται να έχει μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια απ’ ό,τι σε άλλες χώρες της ΕΕ, γιατί η δομή και τα διαρθρωτικά της προβλήματα είναι όχι μόνο διαφορετικά, αλλά διατηρούνται και προϊόντος του χρόνου, γίνονται μεγαλύτερα και οξύτερα, αντί να αμβλύνονται, κάτω από τις συνθήκες της διεθνούς κρίσης.

Πολύ πριν από την έκρηξη της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ο ελληνικός  τουρισμός εμφάνιζε  ήδη έντονα σημεία παθογένειας με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, τα οποία,  σταδιακά, απόμειναν το ανταγωνιστικό  πλεονέκτημά του όσον αφορά στη  σχέση αξίας-τιμής (value for money), συγκριτικά, μάλιστα, με τους νέους ανταγωνιστές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου οι οποίοι, για το ίδιο μαζικό παραθεριστικό τουριστικό προϊόν, έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και πολύ χαμηλότερη τιμή (Πατσουράτης, 2002).

Ο τουρισμός στην Ελλάδα βάσει του τρόπου οργάνωσης και διακίνησης χαρακτηρίζεται ως μαζικά οργανωμένος παραθεριστικού τύπου. Η ελληνική τουριστική πολιτική, τα τελευταία χρόνια, προωθεί την πολιτική για τις ειδικές και εναλλακτικές μορφές τουρισμού, όπου το κύριο βάρος επικεντρώνεται στην κοινωνία, τον πολιτισμό και το φυσικό περιβάλλον. Η εικόνα του προτύπου τουριστικής ανάπτυξης της Ελλάδας, που έχει διαμορφωθεί στις ξένες αγορές ταυτίζεται με το περίφημο σλόγκαν των τεσσάρων S (Sun, Sand, Sea, Sex). Κατά συνέπεια, η Ελλάδα ως «προϊόν» κατατάσσεται σε μια ευρύτερη ομάδα «χωρών προϊόντων» με τα χαρακτηριστικά του «τουρισμού διακοπών του καλοκαιριού» (Τσάρτας, 2010:66-67).

Εμφανή συμπτώματα αυτής της παθογένειας συνιστούν η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η μείωση της διαπραγματευτικής  ικανότητάς μας, η οποία  εκδηλώνεται με φαινόμενα όπως οι στάσιμες ή μειούμενες τιμές, η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα, αλλά και  η αυξανόμενη τάση για συμβόλαια «all inclusive».

Η τρέχουσα οικονομική κρίση διαφέρει από τις προηγούμενες ως προς το ότι ο σύγχρονος τουρίστας αντιμετωπίζει οικονομικό πρόβλημα και αδυνατεί να χρηματοδοτήσει τις διακοπές του· αντίθετα, στις προηγούμενες κρίσεις τον κυριαρχούσε ο φόβος για την ακεραιότητά του. Δημιουργούνται, κατ΄ αυτό τον τρόπο, νέες τάσεις, που αφορούν στη μείωση της απόστασης του προορισμού από τον τόπο μόνιμης κατοικίας και της διάρκειας του ταξιδιού και στην ανάδειξη προορισμών με καλή σχέση ποιότητας – τιμής.

Επισημαίνεται ότι είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η διάρκεια και το βάθος της  τρέχουσας χρηματοοικονομικής οικονομικής κρίσης. Η κατάσταση της οικονομίας έχει δημιουργήσει κακή ψυχολογία στους καταναλωτές με αποτέλεσμα αυτοί, είτε να αναβάλλουν τις αποφάσεις τους, είτε να περιορίζουν τις δαπάνες τους ανησυχώντας για το άμεσο μέλλον.

Παρ’ ότι η Ελλάδα ευνοείται τον τελευταίο καιρό  (για το 2013 καταγράφονται αφίξεις αλλοδαπών τουριστών περίπου 17,5 εκατ.) με την αυξημένη ζήτηση από νέες αγορές (όπως Ρωσία, Ανατολική Ευρώπη, Ασία κ.ά.), η τρέχουσα χρηματοοικονομική κρίση επηρεάζει τις κύριες αγορές της με μεγάλη σφοδρότητα. Οι τουρίστες από την Αγγλία και τη Γερμανία αναμένεται να περιορίσουν τα ταξίδια τους στη χώρα μας, λόγω της οικονομικής ύφεσης που πλήττει τις οικονομίες τους αφ’ ενός και αφ’ ετέρου λόγω της ισοτιμίας ευρώ/στερλίνας/δολαρίου. Η ταυτόχρονη και έντονη πτώση των αφίξεων από τις χώρες αυτές θα επηρεάσει σημαντικά τις τουριστικές εισπράξεις. Το κενό που θα δημιουργηθεί στις εισπράξεις εκτιμάται ότι δεν είναι πιθανό να καλυφθεί από τις αφίξεις από τις νέες αναδυόμενες αγορές. Επιπλέον, η κρίση θα επηρεάσει και αυτές τις χώρες, μειώνοντας τις συνολικές εισροές ξένων τουριστών στην Ελλάδα.

Με βάση το παραπάνω πλαίσιο ανάλυσης, εκτιμούμε ότι οι κυριότεροι παράγοντες που επηρεάζουν και θα επηρεάσουν αρνητικά την τουριστική βιομηχανία της Ελλάδας τα προσεχή χρόνια είναι οι ακόλουθοι (Λαγός 2013:29-30):

  • Η παγκόσμια αβεβαιότητα λόγω του φόβου της οικονομικής ύφεσης, που μηδενίζει τις πιθανότητες αύξησης του τουρισμού από παραδοσιακές αγορές (π.χ. χώρες της Ε.Ε.).
  • Η συρρίκνωση των εισοδημάτων και ο υψηλός δείκτης ανασφάλειας και αβεβαιότητας των κατοίκων, τόσο για τις αναπτυγμένες παραδοσιακές χώρες προέλευσης του ελληνικού τουρισμού (Γερμανοί και Βρετανοί που αποτελούν το ήμισυ περίπου των τουριστικών μας αφίξεων), όσο και για τις αναδυόμενες αγορές, που βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομικής κρίσης με διογκούμενη ανεργία και συρρίκνωση.
  • Η κλιματικές αλλαγές που σύμφωνα με το δείκτη τουριστικής ευφορίας σε εθνικό επίπεδο και σε ετήσια βάση θα υπάρξει ωφέλεια κλιματικά ενώ σε εποχική και περιφερειακή ανάλυση των τιμών του σχετικού δείκτη θα υπάρξει σημαντική επιδείνωση των κλιματικών παραμέτρων και μάλιστα κατά την περίοδο κορύφωσης της ζήτησης του τουριστικού προϊόντος (Τράπεζα Ελλάδος, 2011:262).
  • Η ζήτηση των τουριστικών υπηρεσιών παρουσιάζει εξαιρετικά μεγάλη εισοδηματική ελαστικότητα και οι δαπάνες για τουριστικές υπηρεσίες δεν αποτελούν την πρώτη προτεραιότητα διάθεσης του «διακριτικού» (discretionary) εισοδήματος.
  • Οι παγκόσμιες δημογραφικές αλλαγές (πληθυσμιακή και ηλικιακή διάρθρωση, σύνθεση νοικοκυριού και δομή οικογένειας, μετανάστευση) που θα γίνουν ως το 2030 θα επηρεάσουν, κατά περίπτωση, τον τουρισμό στην Ευρώπη (UNWTO & ETC 2010).
  • Η αρνητική συγκυρία διεθνών διαστάσεων, η οποία συνοδεύεται και από μια αρνητική ψυχολογία που περιορίζει την πρόθεση των υποψηφίων τουριστών είτε τους στρέφει σε οικονομικότερες επιλογές διακοπών είτε σε στάση αναμονής.

Το τελικό αποτέλεσμα για την πορεία του  τουριστικού κλάδου είναι ότι δεν εξαρτάται μόνο από την πορεία των αφίξεων, αλλά κυρίως από τον αριθμό των διανυκτερεύσεων και την πραγματοποιηθείσα δαπάνη. Στην παρούσα φάση είναι αδύνατο και επικίνδυνο να εκτιμηθούν οι αρνητικές επιπτώσεις της κρίσης. Γι΄ αυτό και πρέπει να εστιάσουμε το ενδιαφέρον μας, όχι στην εκτίμηση του μεγέθους της συρρίκνωσης της τουριστικής δραστηριότητας, αλλά στη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων. Προς την κατεύθυνση αυτή πολλοί είναι οι παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν στην ανάσχεση της πτωτικής τάσης της τουριστικής κίνησης. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται, η ανεκτικότητα στις κρίσεις που έχει επιδείξει η τουριστική μας βιομηχανίας στο παρελθόν, η μεταπήδηση των διακοπών από το επίπεδο της πολυτέλειας σε εκείνο της ανάγκης, οι τάσεις αποπληθωρισμού που σημειώνονται σε πολλές χώρες εξαιτίας της κρίσης, η συγκράτηση του κόστους και οι προσφορές στις οποίες αναμένεται να προβούν οι επιχειρηματίες του κλάδου.

Ο Εσωτερικός τουρισμός, κατά τα φαινόμενα, έχει ήδη επηρεαστεί άμεσα και έμμεσα από τη οικονομική κρίση. Άμεσα, λόγω της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των Ελλήνων, αλλά και των περιορισμένων κεφαλαίων, τα οποία  μπορούν να έχουν υπό τη μορφή δανείου. Έμμεσα, λόγω της μείωσης των εισοδημάτων εκείνων που συνδέονται με τον τουριστικό κλάδο. Η τουριστική δαπάνη του εσωτερικού τουρισμού δημιουργεί συγκριτικά πολύ μικρότερη προστιθέμενη αξία, ενώ τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματά της είναι σημαντικά μεγαλύτερα. Επισημαίνεται ότι η αξιοποίηση του εσωτερικού τουρισμού, ακόμη κι αν δε λειτουργήσει ως υποκατάστατο του αλλοδαπού τουρισμού, είναι επωφελής και έχει αναπτυξιακές επιδράσεις σε τοπικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ – ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Η χρηματοοικονομική κρίση που εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς της ελληνικής οικονομίας, αναμένεται να επηρεάσει και τον τουρισμό σε περιορισμένη όμως έκταση, δεδομένης της ανθεκτικότητας του τουριστικού προϊόντος. Συνεπώς, το προτεινόμενο πλαίσιο τουριστικής πολιτικής για την Ελλάδα θα πρέπει να εστιαστεί στην υψηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα μέσω της ποιοτικής ανασυγκρότησης του τουριστικού προϊόντος και στην λειτουργία της τουριστικής βιομηχανίας αποδοτικά και αποτελεσματικά στο πλαίσιο της αειφόρου τουριστικής ανάπτυξης.

Για την προώθηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, εν μέσω των δυσμενών χρηματοοικονομικών συνθηκών, απαιτείται  η  λήψη μέτρων για τη διασφάλιση της απασχόλησης, την αναζήτηση αναδυόμενων τουριστικών αγορών για την προώθηση  νέων διαφοροποιημένων τουριστικών προϊόντων, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του τουριστικού προϊόντος, και την προώθησή του με τη στήριξη της ρευστότητας και βιωσιμότητας των τουριστικών επιχειρήσεων. Στα μέτρα αυτά συναριθμούνται, οι μειώσεις των τελών προσγείωσης των αεροδρομίων και του κόστους της ακτοπλοΐας, καθώς και οι απαιτούμενοι οργανωτικοί και θεσμικοί μετασχηματισμοί (π.χ. η προώθηση του συστήματος έκδοσης ηλεκτρονικής βίζας, δημιουργία εταιρείας Marketing Greece που θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση των ελληνικών τουριστικών προϊόντων).

Πέρα από τις παραπάνω δράσεις που πρέπει να προβεί η Πολιτεία για την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής κρίσης, αναγκαία είναι και η ανάληψη περισσότερων ευθυνών και πρωτοβουλιών (π.χ. δημιουργία δικτύων και επιχειρηματικών συστάδων) από την πλευρά των τουριστικών επιχειρήσεων, καθώς και η αξιοποίηση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό.

Αυτή τη δύσκολη χρονική στιγμή και για τον  τουρισμό στην Ελλάδα θα πρέπει όλο το «Τουριστικό Σύστημα» να λειτουργήσει θετικά, φροντίζοντας να μετατρέψει τις απειλές που προκύπτουν από την παγκόσμια ύφεση και κυρίως την χρηματοοικονομική κρίση της ευρωζώνης σε ευκαιρίες ανασύνταξης δυνάμεων, επίλυσης προβλημάτων και, τελικά, διαμόρφωσης μιας πολιτικής τουριστικής ανάπτυξης για την ποιοτική αναδιάρθρωση του τουριστικού προϊόντος.

 

5. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Ζαχαράτος Γ. (2000), «Το αναγκαίο σχήμα και θεωρητικό πλαίσιο άσκησης της τουριστικής πολιτικής στην Ελλάδα σήμερα» στο «Τουριστική ανάπτυξη: Πολυεπιστημονικές προσεγγίσεις» Αυγερινού – Κολώνια  Σ.,  Ζαχαράτος Γερ. et. al. (επιμέλεια Π. Τσάρτας). Εξάντας, σελ. 39-67. Αθήνα.

Κούρτης Π.  (2004:), «Στρατηγική και ανταγωνιστικότητα στον τουρισμό στο πλαίσιο της περιφερειακής ανάπτυξης». Διδ. Διατριβή (αδημοσίευτη) Χαροκόπειο  Πανεπιστήμιο. Αθήνα.

Λαγός Δ. (2005), «Τουριστική Οικονομική». Εκδόσεις Κριτική. Αθήνα.

Λαγός (2013), «Οι επιδράσεις της οικονομικής κρίσης στον ελληνικό τουρισμό». Οικονομικά Χρονικά. Τεύχος 3, σελ. 26-31. Έκδοση: Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Ο.Ε.Ε.). Αθήνα.

Πατσουράτης Β. (2002), «Η ανταγωνιστικότητα του Ελληνικού τουριστικού τομέα». ΙΤΕΠ, Αθήνα.

ΣΕΤΕ (Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων) (2012), «Απολογισμός». Αθήνα.

Τράπεζα Ελλάδος (2011), «Οι περιβαλλοντικές, Οικονομικές και Κοινωνικές Επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής στην Ελλάδα». Αθήνα.

Τσάρτας Π. (2010), «Ελληνική Τουριστική ανάπτυξη». Εκδόσεις Κριτική. Αθήνα.

Τσάρτας Π., Δ. Λαγός (2006), «Η πολιτική του ελληνικού τουρισμού μέσα από τα

Αναπτυξιακά προγράμματα». Συλλογικός τόμος ‘Μελέτες προς τιμήν του καθηγητή Στέργιου Μπαμπανάση «Οικονομικά συστήματα, αναπτυξιακές πολιτικές και στρατηγικές των επιχειρήσεων στην εποχή της παγκοσμιοποίησης»’, σελ.733-761. Επιμέλεια έκδοσης: Β. Αγγελής – Λ. Μαρούδας. Εκδόσεις Παπαζήση – Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων. Αθήνα.

UNWTO  (2000), “Tourism Vision 2020”. Vol. 1- 6. Madrid. Spain.

UNWTO & ETC (2010),”Demographic Change and Tourism”. Madrid. Spain.

———————————————————————————————————————————————————-

Ο Σραφφαϊανός Πολλαπλασιαστής της Ελληνικής Οικονομίας: 

Ευρήματα από τον Πίνακα Προσφοράς-Χρήσεων του έτους 2010*

 

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΑΡΙΟΛΗΣ & ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΩΚΛΗΣ

Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο & Τμήμα Μάρκετινγκ, ΤΕΙ Αθήνας, και ΙΤΕΠ

Το παρόν άρθρο προσφέρει μία εκτίμηση του σραφφαϊανού πολλαπλασιαστή της ελληνικής οικονομίας, βάσει του Πίνακα Προσφοράς-Χρήσεων του έτους 2010. Τα ευρήματα είναι χρήσιμα για (i) τη διερεύνηση των διακλαδικών συνδέσεων της ελληνικής οικονομίας, (ii) την αξιολόγηση της εφαρμοζόμενης συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής, και (iii) τη χάραξη εναλλακτικών οικονομικών πολιτικών.

1. Εισαγωγή

Η έννοια του σραφφαϊανού πολλαπλασιαστή, για μία κλειστή οικονομία απλής παραγωγής (single production), χωρίς πάγιο κεφάλαιο και με ομοιογενή εργασία, συγκροτήθηκε θεωρητικά και αναλυτικά από τον Kurz (1985). Αυτός ο πολλαπλασιαστής περιέχει ως ειδικές περιπτώσεις του τον κεϋνσιανό πολλαπλασιαστή(ές) της συνήθους μακροοικονομικής θεωρίας, τις μαρξιανές παραλλαγές του τελευταίου, και, τέλος, τους πολλαπλασιαστές της παραδοσιακής ανάλυσης εισροών-εκροών.[1] Ειδικότερα, δεν συνιστά βαθμωτό μέγεθος αλλά τετραγωνική  μήτρα, όπου το  δηλώνει το πλήθος των παραγομένων εμπορευμάτων, τα στοιχεία της οποίας εξαρτώνται από (i) τις τεχνικές συνθήκες παραγωγής, (ii) την κατανομή του εισοδήματος (και τις τιμές των εμπορευμάτων), (iii) τις ροπές προς αποταμίευση ανά μορφή εισοδήματος, και (iv) τις συνθέσεις της κατανάλωσης ανά μορφή εισοδήματος. Ουσιαστικά, η εν λόγω έννοια είχε εισαχθεί, καίτοι με διαφορετικό, από αλγεβρική άποψη, τρόπο, από τους Metcalfe and Steedman (1981), στο πλαίσιο ενός υποδείγματος με τα ακόλουθα γνωρίσματα: ανοικτή οικονομία απλής παραγωγής, μη ανταγωνιστικές εισαγωγές, ανυπαρξία παγίου κεφαλαίου, ομοιογενής εργασία, διακλαδικά ενιαίο ποσοστό κέρδους, ενιαία ροπή προς αποταμίευση, και ενιαία σύνθεση κατανάλωσης. Τέλος, ο Mariolis (2008) (i) έδειξε την αλγεβρική ισοδυναμία ανάμεσα στους τρόπους εξαγωγής του σραφφαϊανού πολλαπλασιαστή, τους οποίους πρότειναν ο Kurz (1985) και οι Metcalfe and Steedman (1981), και (ii) διερεύνησε αναλυτικά τον εν λόγω πολλαπλασιαστή στο πλαίσιο ενός υποδείγματος που διαφέρει από αυτό των Metcalfe and Steedman (1981) μόνον κατά το ότι υπάρχουν διαδικασίες συμπαραγωγής (joint production).

Σύμφωνα με ό,τι γνωρίζουμε, η μόνη διαθέσιμη εμπειρική εκτίμηση του σραφφαϊανού πολλαπλασιαστή είναι αυτή που έγινε στα Μαριόλης et al. (2009) και Μπάδας (2009), βασίστηκε στο Μαριόλης (2008) και, τέλος, αφορά  στη γερμανική οικονομία. Ειδικότερα, η εκτίμηση πραγματοποιήθηκε μέσω των Συμμετρικών Πινάκων Εισροών-Εκροών (Symmetric InputOutput Tables  – SIOT), χωρίς να ομογενοποιηθούν οι κλαδικές εισροές εργασίας και υποθέτοντας, σε πλήρη αντιστοιχία με ό,τι επιβάλλουν τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, ότι όλο το κεφάλαιο είναι κυκλοφορούν και ότι δεν υπάρχουν μη ανταγωνιστικές εισαγωγές. Οι SIOT αποκλείουν, εκ κατασκευής, τη συμπαραγωγή και, έτσι, δεν ενσωματώνουν ένα βασικό χαρακτηριστικό του πραγματικού οικονομικού κόσμου (βλέπε Steedman, 1984, Faber et al., 1998, Kurz, 2006). Το παρόν άρθρο εκτιμά τον σραφφαϊανό πολλαπλασιαστή της ελληνικής οικονομίας βάσει των ιδίων, με προηγουμένως, όρων και υποθέσεων, αλλά μέσω του Πίνακα Προσφοράς-Χρήσεων (Supply and Use Table SUT) του έτους 2010.[2] Οι SUT απεικονίζουν εμπορεύματα που παράγονται από περισσότερους του ενός κλάδους και, ταυτοχρόνως, κλάδους που παράγουν περισσότερα του ενός εμπορεύματα. Έτσι, οι SUT συνιστούν το εμπειρικό αντίστοιχο των συστημάτων συμπαραγωγής à la v. Neumann (1945)-Sraffa (1960, Part II) και, επομένως, προσφέρουν μία πιο ρεαλιστική απεικόνιση του οικονομικού συστήματος (βλέπε Mariolis and Soklis, 2010, Soklis, 2011, Σώκλης, 2012, καθώς και την σε αυτά παρατιθέμενη βιβλιογραφία). Τέλος, δεν απαιτείται να τονιστεί ότι η επιλογή του έτους εκτίμησης (2010) έγινε με αφορμή την επιβαλλόμενη συσταλτική δημοσιονομική πολιτική και, ειδικότερα, τη συζήτηση που έλαβε χώρα σχετικά με «τον πολλαπλασιαστή της ελληνικής οικονομίας»: Πριν από έναν χρόνο (Οκτώβριος 2012), το ΔΝΤ ανακοίνωσε ότι όλες οι προβλέψεις του για τις επιπτώσεις των μέτρων, τα οποία έχουν ληφθεί ή/και προταθεί (από το 2010 και μετά) για την ελληνική οικονομία, βασίστηκαν στη λαθεμένη εκτίμηση ότι «ο (δημοσιονομικός) πολλαπλασιαστής» είναι της τάξης του 0.50, και ότι η «αληθής» τιμή του βρίσκεται στο διάστημα 1.70-1.80.[3] Πέραν του ότι, όπως διδάσκει η σραφφαϊανή θεωρία, δεν υπάρχει, για τον πραγματικό οικονομικό κόσμο, πολλαπλασιαστής που να συνιστά βαθμωτό μέγεθος, είχαμε υποστηρίξει εκ των προτέρων (Σεπτέμβριος 2011), κατά παραχώρηση στην κυρίαρχη θεωρία και βάσει στοιχειωδών υπολογισμών, ότι ο κεϋνσιανός πολλαπλασιαστής αυτόνομων δαπανών για την ελληνική οικονομία είναι της τάξης του 1.71 και, συνεπώς, το εγχείρημα μηδενισμού του πρωτογενούς ελλείμματος θα προκαλέσει, σε βάθος χρόνου, μία συνολική-αθροιστική μείωση του ΑΕΠ κατά 29% (Μαριόλης, 2011).

Το υπόλοιπο του παρόντος άρθρου δομείται ως εξής: Στην Ενότητα 2 συγκροτείται το αναλυτικό πλαίσιο. Στην Ενότητα 3 εκτίθενται τα εμπειρικά ευρήματα. Τέλος, η Ενότητα 4 είναι συμπερασματική.

 

2. Το Αναλυτικό Πλαίσιο

Θεωρούμε μία κεφαλαιοκρατική οικονομία παραγωγής  εμπορευμάτων μέσω  κλάδων συμπαραγωγής, δηλαδή ένα «τετράγωνο» (square), αυστηρά βιώσιμο και κερδοφόρο σύστημα (βλέπε Bidardιhcoming).ka (2013) olaï (e, 1986) στο οποίο (i) οι τιμές αποκλίνουν από τις τιμές παραγωγής, (ii) όλο το κεφάλαιο είναι κυκλοφορούν και δεν υπάρχουν μη ανταγωνιστικές εισαγωγές, (iii) το καθαρό προϊόν κατανέμεται σε κέρδη και μισθούς, οι οποίοι καταβάλλονται εξολοκλήρου στο τέλος της ενιαίας περιόδου παραγωγής (για την αιτιολόγηση αυτής της υπόθεσης, βλέπε Steedman, 1977, pp. 103-105), (iv) κάθε κλάδος χρησιμοποιεί ένα, και μόνον ένα, είδος εργασίας, (v) το ποσοστό των αποταμιεύσεων από μισθούς,  (), είναι ενιαίο και εξωγενώς δεδομένο, (vi) το ποσοστό της αποταμίευσης από κέρδη,  (), είναι εξωγενώς δεδομένο, και (vi) η σύνθεση της κατανάλωσης από μισθούς και κέρδη είναι ενιαία, εξωγενώς δεδομένη, και παρίσταται με το (ημι-) θετικό διάνυσμα εμπορευμάτων .[4]

Για την τιμιακή πλευρά του συστήματος μπορούμε να γράψουμε:

(1)

όπου  () είναι το διάνυσμα των τιμών των εμπορευμάτων,  η μήτρα των εκροών,  η μήτρα των εισροών,  η μοναδιαία μήτρα,  ( και  ) η διαγώνια μήτρα των κλαδικών ποσοστών κέρδους,  () το διάνυσμα των κλαδικών χρηματικών ωρομισθίων, και () η διαγώνια μήτρα των κλαδικών εισροών σε άμεσες εργασίες.[5]

Υποθέτοντας ότι η  είναι ομαλή μήτρα, η εξίσωση (1) μπορεί να γραφεί ως

(2)

όπου  , και  είναι η όχι κατανάγκην (ημι-) θετική μήτρα των ποσοτήτων εργασίας, οι οποίες απαιτούνται άμεσα και έμμεσα για την παραγωγή 1 μονάδας καθαρού προϊόντος από κάθε ένα εμπόρευμα (ή, αλλιώς, η μήτρα των «προσθετικών (additive) εργασιακών αξιών» – βλέπε Sraffa, 1960, §70, Steedman, 1975, 1976, και Filippini and Filippini, 1982).[6]

Για την πλευρά των φυσικών ποσοτήτων του συστήματος μπορούμε να γράψουμε:

(3)

και

(4)

όπου  είναι το διάνυσμα των επιπέδων δραστηριότητας των κλάδων του συστήματος,  το διάνυσμα της τελικής ζήτησης,  το διάνυσμα της καταναλωτικής ζήτησης από μισθούς της εργασίας είδους ,  το διάνυσμα της καταναλωτικής ζήτησης από κέρδη, και  το διάνυσμα της αυτόνομης ζήτησης.

Δεδομένου ότι οι συνολικοί μισθοί της εργασίας είδους  ισούνται με , και τα συνολικά κέρδη ισούνται με  (βλέπε εξίσωση (1)), έπεται ότι

(5)

(6)

Εισάγοντας τις εξισώσεις (5) και (6) στην εξίσωση (4) λαμβάνουμε

(7)

Δεδομένου ότι  (βλέπε εξίσωση (3)), και ανακαλώντας την εξίσωση (2), μπορούμε να γράψουμε

(8)

και

(9)

Εισάγοντας τις εξισώσεις (8) και (9) στην εξίσωση (7), λαμβάνουμε

ή, δεδομένου ότι  και ,

ή, ανακαλώντας την εξίσωση (2),

(10)

όπου . Υποθέτοντας ότι η  είναι ομαλή μήτρα, η λύση της εξίσωσης (10) είναι

(11)

όπου

(12)

είναι ο σραφφαϊανός πολλαπλασιαστής επί του καθαρού προϊόντος. Βάσει του τύπου των Sherman-Morrison,[7] έπεται ότι η εξίσωση (12) γράφεται

(13)

και ότι η  είναι ιδιάζουσα μήτρα όταν

(14)

(βλέπε επίσης Mariolis, 2008, pp. 660-661 και 663). Από την εξίσωση (13) έπεται (θεώρησε και την εξίσωση (2)) ότι, όταν τα  και  είναι ημιθετικά, (i) η είναι ημιθετική, (ii) όλα τα διαγώνια στοιχεία της είναι μεγαλύτερα ή ίσα του 1, και (iii) τα στοιχεία της είναι μη αύξουσες συναρτήσεις των ,  (όλα αυτά ισχύουν κατανάγκην όταν η  είναι διαγώνια μήτρα – βλέπε Kurz, 1985, p. 133 και Appendix). Επίσης, έπεται ότι, σε κάθε περίπτωση, μία ιδιοτιμή της  ισούται με

ενώ όλες οι άλλες ισούνται με 1 (θεώρησε, για παράδειγμα, το Θεώρημα 2.1 στους Ding and Zhou, 2007, p. 1224).

Στην ειδική περίπτωση όπου , από τις εξισώσεις (2) και (13) προκύπτει

(15)

Σε ένα μονοκλαδικό σύστημα, το δεξιό μέλος της εξίσωσης (15) «συρρικνώνεται» σε , ήτοι συμπίπτει με το συνήθη κεϋνσιανό πολλαπλασιαστή. Σημειώνεται ότι εάν ληφθούν υπόψη οι άμεσοι φόροι, τότε οι όροι , , στις εξισώσεις (5) και (6), πρέπει να αντικατασταθούν από τους όρους , όπου  είναι ο φορολογικός συντελεστής. Επομένως, οι παράμετροι  πρέπει να αντικατασταθούν από . Θεωρούμε ότι η παραμετρική έκθεση των εμπειρικών αποτελεσμάτων μας, στην Ενότητα 3, καλύπτει αυτήν την περίπτωση.

Τέλος, από την εξίσωση (11) έπεται ότι το διάνυσμα των επιπέδων απασχόλησης, , των διαφόρων ειδών εργασίας, το οποίο αντιστοιχεί στο , προσδιορίζεται ως

(16)

όπου  είναι ο πολλαπλασιαστής επί της απασχόλησης των εργασιών. Η εξίσωση (16) δύναται να «αποσυντεθεί» à la Kahn (1931), ήτοι σε «πρωτογενή απασχόληση» («primary employment»)

(17)

και σε «δευτερογενή απασχόληση» («secondary employment»)

(18)

οι οποίες προσδιορίζουν τις άμεσες και έμμεσες, αντιστοίχως, επιπτώσεις της αυτόνομης ζήτησης στα επίπεδα απασχόλησης των εργασιών.

 

3. Εμπειρικά Αποτελέσματα

Ο Πίνακας Προσφοράς-Χρήσεων της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2010 είναι διαθέσιμος από την ιστοσελίδα της EUROSTAT, http://epp.eurostat.ec.europa.eu, ενώ τα αντίστοιχα κλαδικά επίπεδα απασχόλησης (πλήθος απασχολουμένων) είναι διαθέσιμα από την ιστοσελίδα της ελληνικής στατιστικής αρχής (ΕΛΣΤΑΤ),  http://www.statistics.gr. Οι SUT που δημοσιεύει η EUROSTAT περιγράφουν την παραγωγή και χρήση 65 εμπορευμάτων. Ωστόσο, όλα τα στοιχεία που αφορούν στα εμπορεύματα  «Υπηρεσίες τεκμαρτών μισθωμάτων ιδιοκατοίκησης» και «Υπηρεσίες εξωχώριων οργανισμών και φορέων» ισούνται με το μηδέν και, επομένως, δεν τα λαμβάνουμε υπόψη στην ανάλυσή μας. Έτσι, καταλήγουμε σε έναν SUT που περιγράφει 63 εμπορεύματα.[8] Επίσης, ο κλάδος που παράγει το εμπόρευμα «Υπηρεσίες νοικοκυριών ως εργοδοτών, μη διακριτά αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από νοικοκυριά για ιδία χρήση» είναι ο μοναδικός της οικονομίας που δεν χρησιμοποιεί ενδιάμεσες εισροές και, άρα, όλα τα στοιχεία της αντίστοιχης στήλης της Μήτρας Χρήσεων ισούνται με το μηδέν.

Τα στοιχεία του Πίνακα Προσφοράς είναι αποτιμημένα σε «βασικές τιμές», ενώ τα στοιχεία του Πίνακα Χρήσεων είναι αποτιμημένα σε «τιμές αγοραστή». Για να λάβουμε Πίνακα Προσφοράς-Χρήσεων σε «βασικές τιμές», ακολουθούμε την μεθοδολογία που προτείνεται στο United Nations (1999, ch. 3 και pp. 228-229). Τα κλαδικά επίπεδα απασχόλησης που είναι διαθέσιμα αφορούν στο πλήθος των απασχολουμένων σε 88 παραγωγικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας και δημοσιεύονται σε τριμηνιαία βάση. Ως συνολική απασχόληση κάθε κλάδου, , θεωρούμε τον μέσο όρο της απασχόλησης κάθε κλάδου που προκύπτει από τα τέσσερα τρίμηνα του έτους. Τέλος, προβαίνουμε στις αναγκαίες συναθροίσεις ώστε να λάβουμε εισροές εργασίας που να αντιστοιχούν στους 63 παραγωγικούς κλάδους που καταγράφονται στον SUT.

Περαιτέρω, (i) ως φυσική μονάδα μέτρησης κάθε εμπορεύματος επιλέγεται εκείνη η ποσότητά του, της οποίας η τιμή αγοράς ισούται με μία (1) νομισματική μονάδα, ήτοι θέτουμε , (ii) ως  και  χρησιμοποιούνται οι διαστάσεων 63×63 Μήτρες Παραγωγής και Χρήσεων, αντιστοίχως, οι οποίες είναι απευθείας διαθέσιμες στον SUT, (iii) ως  χρησιμοποιείται το 63×1 διάνυσμα των «ιδιωτικών καταναλωτικών δαπανών των νοικοκυριών», το οποίο είναι, επίσης, απευθείας διαθέσιμο στον SUT, (iv) ως συνολικούς μισθούς της εργασίας είδους , ήτοι , θεωρούμε το στοιχείο «Αποζημιώσεις μισθωτών» («Compensation of employees») του Πίνακα Χρήσεων, το οποίο αποτελεί στοιχείο της «Προστιθέμενης Αξίας» κάθε παραγωγικού κλάδου. Συνεπώς, το χρηματικό ωρομίσθιο κάθε κλάδου υπολογίζεται ως εξής

και (v) οι κλαδικοί «συντελεστές κέρδους» εκτιμώνται ως (βλέπε εξίσωση (1))[9]

Η εφαρμογή της προηγηθείσας θεωρητικής ανάλυσης στον SUT της ελληνικής οικονομίας, για το έτος 2010, δίνει τα αποτελέσματα που συνοψίζονται στους Πίνακες 1 και 2. Ο Πίνακας 1 αντιστοιχεί στην περίπτωση όπου  και , και παρουσιάζει τις μεταβολές στη χρηματική αξία του καθαρού προϊόντος, οι οποίες επέρχονται από την υποθετική αύξηση της αυτόνομης ζήτησης κατά 1 μονάδα του εμπορεύματος . Επίσης, παρουσιάζει τη μέση τιμή (AM) και την τυπική απόκλιση (SD) αυτών των μεταβολών, καθώς  και την κατάταξή τους σε φθίνουσα σειρά (τρίτη στήλη του πίνακα). Οι μεταβολές εκτιμώνται  ως

όπου

(βλέπε εξισώσεις (11), (13)), και συνιστούν, επομένως, τα αθροίσματα των στηλών της μήτρας .[10] Στο Σχήμα 1 οι εν λόγω μεταβολές απεικονίζονται για τις περιπτώσεις (α)  και , και (β)  και .[11]

Πίνακας 1. Οι μεταβολές στη χρηματική αξία του καθαρού προϊόντος, για   και

Εμπόρευμα i

Κατάταξη

1

1.418

55

2

1.837

17

3

1.349

60

4

1.837

18

5

1.554

45

6

1.744

25

7

1.727

29

8

1.827

19

9

1.758

24

10

1.711

32

11

1.743

26

12

1.591

43

13

1.822

21

14

1.675

33

15

1.716

31

16

1.650

38

17

1.805

22

18

1.597

42

19

1.899

10

20

1.766

23

21

1.524

49

22

1.840

16

23

2.530

1

24

1.490

51

25

1.884

12

26

1.725

30

27

1.638

39

28

1.491

50

29

1.734

27

30

1.854

15

31

1.659

35

32

1.457

52

33

1.659

36

34

1.891

11

35

2.125

5

36

1.380

58

37

1.417

56

38

1.727

28

39

1.366

59

40

1.608

41

41

1.877

13

42

1.534

47

43

1.456

53

44

1.014

63

45

1.422

54

46

1.538

46

47

2.122

6

48

1.635

40

49

1.581

44

50

1.394

57

51

1.533

48

52

1.658

37

53

1.872

14

54

2.121

7

55

2.141

4

56

1.675

34

57

2.186

3

58

1.200

62

59

2.003

8

60

1.825

20

61

1.249

61

62

1.924

9

63

2.527

2

ΑΜ = 1.707

SD = 0.278

 και

(α)

 

 και

(β)

Σχήμα 1. Οι μεταβολές στη χρηματική αξία του καθαρού προϊόντος συναρτήσει των ροπών προς αποταμίευση

        Ο Πίνακας 2 αντιστοιχεί στην περίπτωση όπου  και , και παρουσιάζει τις μεταβολές στη συνολική απασχόληση, οι οποίες επέρχονται από την υποθετική αύξηση της αυτόνομης ζήτησης κατά 1 μονάδα του εμπορεύματος , καθώς και την κατάταξή τους σε φθίνουσα σειρά. Οι μεταβολές εκτιμώνται  ως

(βλέπε εξίσωση (16)). Επίσης, παρουσιάζει τις αντίστοιχες μεταβολές στην «πρωτογενή απασχόληση», , το λόγο των μεταβολών στη «δευτερογενή απασχόληση» ως προς τις μεταβολές στη συνολική απασχόληση,  (βλέπε εξισώσεις (17) και (18)), και τις αντίστοιχες μέσες τιμές και τυπικές αποκλίσεις. Τέλος, στο Σχήμα 2 απεικονίζονται τα , για τις περιπτώσεις (α)  και , και (β)  και .

 

Πίνακας 2. Οι μεταβολές στη  συνολική απασχόληση, για   και

Εμπόρευμα i

Κατάταξη

1

79.882

4

71.236

0.108

2

114.831

2

97.518

0.151

3

29.004

48

21.781

0.249

4

36.842

28

19.537

0.470

5

42.803

19

31.344

0.268

6

47.249

14

31.855

0.326

7

52.774

9

37.737

0.285

8

38.158

23

21.054

0.448

9

49.931

12

34.249

0.314

10

31.765

41

17.066

0.463

11

33.498

35

18.121

0.459

12

29.304

47

17.085

0.417

13

42.201

20

25.192

0.403

14

31.560

42

17.597

0.442

15

32.603

37

17.801

0.454

16

39.195

22

25.746

0.343

17

37.095

25

20.441

0.449

18

28.004

50

15.647

0.441

19

32.456

38

13.8544

0.573

20

32.090

39

16.241

0.494

21

– 42.889

63

– 53.719

– 0.253

22

60.485

8

43.110

0.287

23

141.375

1

109.731

0.224

24

18.905

59

8.760

0.537

25

36.814

29

18.523

0.497

26

32.954

36

17.960

0.455

27

43.077

17

29.888

0.306

28

27.763

51

17.607

0.366

29

28.986

49

13.811

0.523

30

69.327

6

51.644

0.255

31

41.236

21

27.607

0.331

32

22.378

55

12.925

0.422

33

31.138

44

17.510

0.438

34

45.276

16

26.838

0.407

35

51.601

11

28.340

0.451

36

31.778

40

23.916

0.247

37

20.020

58

11.403

0.430

38

36.926

27

21.879

0.407

39

13.107

61

5.536

0.578

40

30.404

46

17.827

0.414

41

30.945

45

12.799

0.586

42

25.574

53

14.532

0.432

43

23.573

54

14.145

0.400

44

0.833

62

0.535

0.357

45

31.354

43

22.618

0.279

46

36.365

30

25.239

0.306

47

49.587

13

26.368

0.468

48

36.292

32

23.152

0.362

49

33.658

34

21.633

0.357

50

21.640

57

13.500

0.376

51

27.125

52

16.089

0.407

52

34.125

33

20.517

0.399

53

37.827

24

19.782

0.477

54

45.649

15

22.460

0.508

55

51.924

10

28.344

0.454

56

37.074

26

23.116

0.377

57

69.688

5

45.160

0.352

58

14.933

60

10.803

0.277

59

67.164

7

46.426

0.309

60

36.303

31

19.233

0.470

61

22.046

56

16.889

0.234

62

42.974

18

23.862

0.445

63

98.221

3

66.645

0.321

ΑΜ = 39.314

SD = 24.866

ΑΜ = 24.699

SD = 21.392

ΑΜ = 0.378

SD = 0.128

 

 

 

 και

(α)

 

 και

(β)

Σχήμα 2. Οι μεταβολές στη συνολική απασχόληση συναρτήσει των ροπών προς αποταμίευση

Βάσει της αναλυτικής διερεύνησης όλων των αποτελεσμάτων καταλήγουμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:

(i). Με εξαίρεση την στήλη που αντιστοιχεί στο εμπόρευμα 63 («Υπηρεσίες νοικοκυριών ως εργοδοτών, μη διακριτά αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από νοικοκυριά για ιδία χρήση»), η οποία είναι (ημι-) θετική, υπάρχουν αρνητικά στοιχεία σε κάθε στήλη της . Η μήτρα  έχει ένα μόνον αρνητικό στοιχείο, το οποίο αντιστοιχεί στον κλάδο 47 («Επιστημονική έρευνα και ανάπτυξη»). Η μήτρα έχει αρνητικά στοιχεία, αν και υπάρχουν στήλες της που είναι θετικές. Το  έχει ένα αρνητικό στοιχείο, το οποίο αντιστοιχεί στο εμπόρευμα 23 («Υπηρεσίες επισκευής και εγκατάστασης μηχανημάτων και εξοπλισμού»), ενώ όλα τα άλλα στοιχεία του είναι ημιθετικά και μικρότερα του 1 (βλέπε εξίσωση (2)). Λόγω αυτού του αρνητικού στοιχείου, υπάρχουν, επομένως, τιμές των  ,  , για τις οποίες η  δεν είναι ημιθετική. Σύμφωνα, τέλος, με τους Πίνακες 1 και 2 το εμπόρευμα 23 εμφανίζει τους υψηλότερους πολλαπλασιαστές προϊόντος και απασχόλησης.

(ii). Για κάθε θετική τιμή των , , ισχύει   και, επομένως, ο σραφφαϊανός πολλαπλασιαστής της ελληνικής οικονομίας είναι μονοσήμαντα προσδιορισμένος (βλέπε εξίσωση (14)). Από αυτό έπεται ότι η μόνη μη μηδενική ιδιοτιμή της  (βλέπε εξίσωση (10)), η οποία ισούται με , είναι μικρότερη του 1 και, επομένως, η οριζόμενη από την εξίσωση , , δυναμική διαδικασία («δυναμικός πολλαπλασιαστής» – βλέπε Lange, 1943, Chipman, 1950)  είναι ευσταθής.

(iii). Η  είναι ημιθετική, όλα τα διαγώνια στοιχεία της είναι μεγαλύτερα ή ίσα του 1, και η Perron-Frobenius ιδιοτιμή της ισούται, κατά προσέγγιση, με 1.527, μέγεθος το οποίο δύναται να εκληφθεί ως ο πολλαπλασιαστής της ελληνικής οικονομίας, υπό την έννοια ότι συνιστά τον μόνο διάφορο του 1 πολλαπλασιαστή του αντιστοίχου διαγωνοποιημένου συστήματος: Παρατηρούμε ότι η απόκλισή του από τον μέσο όρο των  (βλέπε Πίνακας 1) είναι της τάξης του 10.5%, ενώ στο Σχήμα 3 απεικονίζεται ο εν λόγω πολλαπλασιαστής, , συναρτήσει των ροπών προς αποταμίευση. Τέλος, υπάρχει ένα τουλάχιστον αρνητικό στοιχείο σε κάθε στήλη της. Βάσει όλων αυτών αιτιολογείται, λοιπόν, η θετικότητα και το άνω του 1 ύψος όλων των , καθώς και η ύπαρξη αρνητικού  (για το εμπόρευμα 21 («Λοιπός εξοπλισμός μεταφορών»)), στους Πίνακες 1 και 2.

Σχήμα 3. Ο πολλαπλασιαστής του διαγωνοποιημένου συστήματος συναρτήσει των ροπών προς αποταμίευση

(iv). Όπως δηλώνουν τα ύψη των SD στους Πίνακες 1 και 2, οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των  είναι λιγότερο έντονες σε σχέση με αυτές μεταξύ των  (περαιτέρω, θεώρησε τα Σχήματα 1 και 2).

(v). Μόνον για 6 εμπορεύματα () ισχύει  (βλέπε την τελευταία στήλη του Πίνακα 2). Τα 2 από αυτά είναι βιομηχανικά εμπορεύματα και τα υπόλοιπα 4 αφορούν σε υπηρεσίες.

(vi). O συντελεστής Spearman για τις κατατάξεις των εμπορευμάτων βάσει των  και  (βλέπε την τρίτη στήλη των Πινάκων 1 και 2) ισούται με 0.75, πράγμα που δηλώνει ότι υπάρχει σημαντική θετική συσχέτιση ανάμεσα στην κατάταξη των εμπορευμάτων βάσει των  και στην κατάταξή τους βάσει των . Τα εμπορεύματα που εμφανίζουν  και   υψηλότερα από τον μέσο όρο δύνανται να ονομαστούν «εμπορεύματα-κλειδιά»: Υπάρχουν, επομένως, 17 τέτοια εμπορεύματα (1 από αυτά είναι πρωτογενούς παραγωγής, 6 είναι βιομηχανικά εμπορεύματα και 10 αφορούν σε υπηρεσίες), ενώ 16 από αυτά εμφανίζουν και  υψηλότερα από τον μέσο όρο.

(vii). Το κατεξοχήν εμπόρευμα του δημοσίου τομέα είναι το εμπόρευμα 54 («Υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης και άμυνας, υπηρεσίες υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης»), στο οποίο περιλαμβάνονται η δημόσια διοίκηση και άμυνα, η υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, η κρατική διοίκηση, η οικονομική και κοινωνική πολιτική και η παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο. Περαιτέρω, ως έχοντα άμεσα σχέση με τις δραστηριότητες του δημοσίου τομέα μπορούν να θεωρηθούν επίσης τα εμπορεύματα (α) 55 («Υπηρεσίες εκπαίδευσης»), όπου περιλαμβάνονται η προσχολική, η πρωτοβάθμια, η δευτεροβάθμια και η ανώτερη εκπαίδευση, (β) 56 («Υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας»), όπου περιλαμβάνονται οι νοσοκομειακές δραστηριότητες και οι δραστηριότητες άσκησης ιατρικών και οδοντιατρικών επαγγελμάτων, και (γ) 57 («Υπηρεσίες κοινωνικής μέριμνας»), όπου περιλαμβάνονται οι δραστηριότητες νοσοκομειακής φροντίδας με παροχή καταλύματος, η παροχή φροντίδας σε άτομα με νοητική υστέρηση, ψυχικές διαταραχές και χρήση ουσιών, η φροντίδα σε ηλικιωμένους, άτομα αναπηρίας κ.ά.. Διαπιστώνεται, λοιπόν, ότι 3 από τα 4 εμπορεύματα που σχετίζονται με το δημόσιο τομέα αποτελούν «εμπορεύματα-κλειδιά», ήτοι τα εμπορεύματα 54, 55 και 57. Περαιτέρω, αυτά τα 3 «εμπορεύματα-κλειδιά» περιλαμβάνονται στα μόλις 8 εμπορεύματα της οικονομίας, τα οποία χαρακτηρίζονται από , ενώ 2 από αυτά τα εμπορεύματα (ήτοι, τα εμπορεύματα 55 και 57) συμπεριλαμβάνονται στα 11 εμπορεύματα της οικονομίας, τα οποία χαρακτηρίζονται από . Τέλος, το εμπόρευμα 54 είναι 1 από τα 6 εμπορεύματα για τα οποία ισχύει .

(viii). Όλες οι καμπύλες των Σχημάτων 1 και 2 είναι γνησίως φθίνουσες. Στη γενική περίπτωση, οι κατατάξεις των εμπορευμάτων αλλάζουν συναρτήσει των ροπών προς αποταμίευση (θεώρησε το Σχήμα 2, όπου είναι εμφανής η ύπαρξη τεμνόμενων καμπυλών).

(ix). Λόγω της ιδιαίτερης σημασίας της συρρίκνωσης του δημοσίου τομέα της ελληνικής οικονομίας, στην τρέχουσα συγκυρία, αλλά και για να σχηματιστεί πληρέστερη εικόνα για την ευαισθησία των πολλαπλασιαστών ως προς τις ροπές προς αποταμίευση, ο Πίνακας 3 παρουσιάζει τα  που αντιστοιχούν στα 4 εμπορεύματα, όπου εμπλέκεται ο δημόσιος τομέας, καθώς και τις μέσες τιμές όλων των  και του συστήματος (και , αντιστοίχως), για 5 ζεύγη τιμών των ροπών προς αποταμίευση, οι οποίες δεν είναι τόσο εξωπραγματικές, σύμφωνα με διαθέσιμες εκτιμήσεις ροπών για διάφορες εθνικές οικονομίες.[12] Έπεται, έτσι, ότι οι εκτιμήσεις που δίνονται στους Πίνακες 1 και 2 δύνανται να θεωρηθούν ως μάλλον ασφαλείς «προς τα κάτω».

Πίνακας 3. Μεταβολές στη χρηματική αξία του καθαρού προϊόντος και στη συνολική απασχόληση, για διάφορα ζεύγη ροπών προς αποταμίευση

Εμπορεύματα δημοσίου τομέα

54

3.549

3.455

2.994

2.925

2.365

55

3.567

3.471

3.011

2.942

2.382

56

3.130

3.065

2.592

2.544

1.968

57

3.610

3.512

3.053

2.981

2.422

3.159

3.089

2.620

2.571

2.000

69.365

67.901

58.214

57.192

45.298

4. Συμπερασματικές Παρατηρήσεις

Ο σραφφαϊανός πολλαπλασιαστής επί του καθαρού προϊόντος της ελληνικής οικονομίας, για το έτος 2010, συνίσταται σε 63 x 63 = 3969 επιμέρους πολλαπλασιαστές, οι οποίοι δηλώνουν τις μεταβολές στο καθαρό προϊόν που  επέρχονται από μία υποθετική αύξηση της αυτόνομης ζήτησης κάθε ενός από τα παραγόμενα εμπορεύματα του συστήματος κατά 1 μονάδα. Βάσει αυτού μπορούν, επομένως, να εκτιμηθούν οι μεταβολές στη χρηματική αξία του καθαρού προϊόντος και στη συνολική απασχόληση, οι οποίες επέρχονται από κάθε μεταβολή της αυτόνομης ζήτησης.

        Οι εκτιμήσεις έδειξαν ότι, στην «πολική» περίπτωση όπου όλα τα κέρδη αποταμιεύονται  και όλοι οι μισθοί καταναλώνονται, (i) η μέση τιμή των πολλαπλασιαστών επί της χρηματικής αξίας του καθαρού προϊόντος είναι της τάξης του 1.707 (με τυπική απόκλιση 0.278, μέγιστη τιμή 2.530 και ελάχιστη τιμή 1.014), (ii) η μέση τιμή των «πρωτογενών και δευτερογενών» μεταβολών της συνολικής απασχόλησης είναι της τάξης του 39.314 (με τυπική απόκλιση 24.866, μέγιστη τιμή 141.375 και ελάχιστη τιμή – 42.889), (iii) η μέση τιμή των «πρωτογενών» μεταβολών της συνολικής απασχόλησης είναι της τάξης του 24.699 (με τυπική απόκλιση 21.392, μέγιστη τιμή 109.731 και ελάχιστη τιμή – 53.719), και (iv) η μέση τιμή των πολλαπλασιαστών των εμπορευμάτων του δημοσίου τομέα επί της χρηματικής αξίας καθαρού προϊόντος της οικονομίας είναι της τάξης του 2 και, συνεπώς, από τις υψηλότερες του συστήματος.

Δεδομένου ότι οι μεταβολές στη χρηματική αξία του καθαρού προϊόντος και στη συνολική απασχόληση βρέθηκαν να είναι γνησίως φθίνουσες συναρτήσεις των ροπών προς αποταμίευση, και δεδομένου ότι η ροπή προς αποταμίευση από μισθούς μάλλον δεν είναι υψηλή, ενώ η ροπή προς αποταμίευση από τα κέρδη μάλλον είναι μικρότερη του 1, έπεται ότι οι προαναφερθείσες εκτιμήσεις δύνανται να θεωρηθούν ως επαρκώς αντιπροσωπευτικές. Έτσι, δεν φαίνεται να έρχονται σε αντίφαση με την παρατηρούμενη βαθειά ύφεση της ελληνικής οικονομίας, ενώ, στο βαθμό που όντως αντιστοιχούν στην πραγματικότητα, αποκαλύπτουν τις διακλαδικές διαστάσεις αυτής της ύφεσης. Θα πρέπει πάντως να τονιστεί ότι, σύμφωνα με άλλες αναλύσεις, η παρατηρούμενη ύφεση δεν ανάγεται μόνον στην ασκούμενη συσταλτική πολιτική αλλά και στη μείωση της ενεργού ζήτησης, η οποία απορρέει από τη σταθερή συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας λόγω της – χωρίς φραγμούς – έκθεσής της στο διεθνή ανταγωνισμό και, ταυτοχρόνως, υιοθέτησης ενός από τα πλέον «σκληρά» νομίσματα του διεθνούς συστήματος (βλέπε Μαριόλης και Παπουλής, 2010). Από την άλλη πλευρά, όλες οι σχετικές με τον σραφφαϊανό πολλαπλασιαστή εκτιμήσεις της παρούσης μελέτης δύνανται να φανούν χρήσιμες στην κατάστρωση του σχεδίου εξόδου από την κρίση, ιδίως ή, πιθανότατα, μόνον στην περίπτωση κατά την οποία η Ελλάδα αποφασίσει να εγκαταλείψει την «ευρωπαϊκή υπερπαγκοσμιοποίηση» και, συνεπώς, οι εθνικές αρχές ανακτήσουν μέσα-εργαλεία οικονομικής πολιτικής.

Καίτοι η παραμετρική μορφή των εκτιμήσεων που πραγματοποιήθηκαν συμβάλλει στην επαύξηση της αξιοπιστία τους, δεν απαιτείται να τονιστεί ότι μελλοντικές ερευνητικές προσπάθειες πρέπει να επιχειρήσουν τη συμπερίληψη των έμμεσων φόρων, των μη ανταγωνιστικών εισαγωγών, του παγίου κεφαλαίου και των βαθμών απασχόλησης αυτού. Τέλος, θα παρουσίαζε διακριτό ενδιαφέρον η συγκριτική εξέταση των σραφφαϊανών πολλαπλασιαστών «Βορρά- Νότου» στη Ζώνη του Ευρώ.

 

Παράρτημα: Ονοματολογία Εμπορευμάτων

Στον Πίνακα Π1 δίνεται η ονοματολογία των 63 εμπορευμάτων του SUT της ελληνικής οικονομίας, για το έτος 2010.

 

Πίνακας Π1. Ονοματολογία των εμπορευμάτων της ελληνικής οικονομίας

Α/Α Εμπόρευμα
1 Προϊόντα φυτικής και ζωικής παραγωγής, θήρας και συναφών δραστηριοτήτων
2 Προϊόντα δασοκομίας, υλοτομίας
3 Προϊόντα  αλιείας και υδατοκαλλιέργειας
4 Προϊόντα εξορυκτικής και λατομικής δραστηριότητας
5 Τρόφιμα, ποτά και προϊόντα καπνού
6 Κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, είδη ένδυσης, γουναρικά και είδη δέρματος
7 Προϊόντα ξύλου (εκτός των επίπλων), είδη καλαθοποιίας και σπαρτοπλεκτικής
8 Προϊόντα χαρτιού
9 Εκτυπώσεις και αναπαραγωγή προεγγεγραμμένων μέσων
10 Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου
11 Χημικές ουσίες και προϊόντα
12 Βασικά φαρμακευτικά προϊόντα και σκευάσματα
13 Προϊόντα από ελαστικό (καουτσούκ) και πλαστικές ύλες
14 Άλλα προϊόντα μη μεταλλικών ορυκτών
15 Βασικά μέταλλα
16 Μεταλλικά προϊόντα (εκτός μηχανημάτων)
17 Ηλεκτρονικοί υπολογιστές, ηλεκτρονικά και οπτικά προϊόντα
18 Ηλεκτρολογικός εξοπλισμός
19 Μηχανήματα και είδη εξοπλισμού π.δ.κ.α.
20 Μηχανοκίνητα οχήματα, ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενα

οχήματα21Λοιπός εξοπλισμός μεταφορών22Έπιπλα και προϊόντα λοιπών μεταποιητικών δραστηριοτήτων23Υπηρεσίες επισκευής και εγκατάστασης μηχανημάτων και εξοπλισμού24Ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, ατμός και κλιματισμός25Φυσικό νερό, υπηρεσίες επεξεργασίας και παροχής νερού26Υπηρεσίες συλλογής, επεξεργασίας και διάθεσης απορριμμάτων, ανάκτησης υλικών, εξυγίανσης και άλλες υπηρεσίες διαχείρισης αποβλήτων27Κατασκευές28Υπηρεσίες χονδρικού και λιανικού εμπορίου και υπηρεσίες επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών29Υπηρεσίες χονδρικού εμπορίου εκτός των μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών­30Υπηρεσίες λιανικού εμπορίου εκτός των μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών31Υπηρεσίες χερσαίων μεταφορών και μεταφορών μέσω αγωγών32Υπηρεσίες πλωτών μεταφορών33Υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών34Υπηρεσίες αποθήκευσης και υποστήριξης των μεταφορών35Ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές υπηρεσίες36Υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης37Εκδοτικές υπηρεσίες38Υπηρεσίες παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, βίντεο, τηλεοπτικών προγραμμάτων, ηχογραφήσεων, μουσικών εκδόσεων, προγραμματισμού και τηλεοπτικών εκπομπών39Τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες40Υπηρεσίες προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, παροχής

συμβουλών και άλλων συναφών δραστηριοτήτων και υπηρεσίες νπληροφοριών41Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, με εξαίρεση τις ασφαλιστικές

δραστηριότητες και τα συνταξιοδοτικά προγράμματα42Υπηρεσίες ασφαλιστικών, αντασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων, εκτός από την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση43Υπηρεσίες συναφείς προς τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τις ασφαλιστικές δραστηριότητες44Υπηρεσίες διαχείρισης ακίνητης περιούσιας45Νομικές και λογιστικές υπηρεσίες και υπηρεσίες κεντρικών γραφείων και παροχής συμβουλών διαχείρισης46Αρχιτεκτονικές και μηχανολογικές υπηρεσίες και υπηρεσίες τεχνικών δοκιμών και αναλύσεων47Υπηρεσίες επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης48Υπηρεσίες διαφήμισης και έρευνας αγοράς49Άλλες επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές υπηρεσίες και

κτηνιατρικές υπηρεσίες50Υπηρεσίες ενοικίασης και εκμίσθωσης51Υπηρεσίες απασχόλησης52Υπηρεσίες ταξιδιωτικών πρακτορείων, γραφείων οργανωμένων ταξιδιών και κρατήσεων και άλλες συναφείς υπηρεσίες53Υπηρεσίες προστασίας και έρευνας, υπηρεσίες σε κτίρια και εξωτερικούς χώρους, διοικητικές υπηρεσίες γραφείου, γραμματειακή υποστήριξη και άλλες υπηρεσίες υποστήριξης επιχειρήσεων54Υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης και άμυνας, υπηρεσίες υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης55Υπηρεσίες εκπαίδευσης56Υπηρεσίες ανθρώπινης υγείας57Υπηρεσίες κοινωνικής μέριμνας58Υπηρεσίες δημιουργικές, τέχνης και διασκέδασης, υπηρεσίες βιβλιοθηκών, αρχειοφυλακείων, μουσείων και άλλων πολιτιστικών υπηρεσιών, υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών και στοιχημάτων59Αθλητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες διασκέδασης και ψυχαγωγίας60Υπηρεσίες οργανώσεων61Υπηρεσίες επισκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδών ατομικής ή οικιακής χρήσης62Άλλες προσωπικές υπηρεσίες63Υπηρεσίες νοικοκυριών ως εργοδοτών, μη διακριτά αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται από νοικοκυριά για ιδία χρήση

 

Αναφορές

 

Ελληνόγλωσσες

Μαριόλης, Θ. (2008) Ο Σραφφαϊανός Πολλαπλασιαστής: Θεωρία και Εφαρμογή, Εσωτερική Έκθεση του Study Group on Sraffian Economics, Νοέμβριος 2008, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Μαριόλης, Θ. (2011) Η οικονομική πολιτική εντός και εκτός ευρώ, στο: Σχεδιασμένη Καθυπόταξη ή Σχεδιασμένη Ανάπτυξη: Μελέτες στο Έργο του Δημήτρη Μπάτση (υπό έκδοση, 2014).

Μαριόλης, Θ., Μπάδας, Δ. και Ροδουσάκη Ε. (2009) Ο σραφφαϊανός πολλαπλασιαστής: ευρήματα από τους συμμετρικούς πίνακες εισροών-εκροών της γερμανικής οικονομίας, 1ο Συνέδριο Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας & 11ο Συνέδριο Ελλήνων Ιστορικών Οικονομικής Σκέψης: «Οικονομική Κρίση και Οικονομική Θεωρία», Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 19-20 Ιουνίου 2009.

Μαριόλης, Θ. και Παπουλής, Κ. (2010) «Δίδυμα ελλείμματα» και διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, στο: Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (2011) Οικονομική Κρίση και Ελλάδα, Επιμέλεια: Α. Βλάχου, Ν. Θεοχαράκης και Δ. Μυλωνάκης, Αθήνα, Gutenberg.

Μπάδας, Δ. (2009) Ο Σραφφαϊανός Πολλαπλασιαστής: Ευρήματα από τον Συμμετρικό Πίνακα Εισροών-Εκροών της Γερμανικής Οικονομίας, 2002, Διπλωματική Εργασία, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στην Οικονομική Επιστήμη, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Μπελεγρή-Ρομπόλη, Α., Μαρκάκη, Μ. και Μιχαηλίδης, Π. (2010) Διακλαδικές Σχέσεις στην Ελληνική Οικονομία. Παραγωγή, Απασχόληση, Μισθοί και Επαγγέλματα, Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Αθήνα.

Οικονομάκης, Γ., Μαρκάκη, Μ., Αναστασιάδης, Α. και Παπαλεξίου, Γ. (2011) Ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, στο: Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (Εκδ.) Οικονομική Κρίση και Ελλάδα, Επιμέλεια: Α. Βλάχου, Ν. Θεοχαράκης και Δ. Μυλωνάκης, Αθήνα, Gutenberg.

Ροδουσάκη, Ε. (2006) Διατομεακές Διασυνδέσεις και Ηγετικοί Τομείς στην Ελληνική Οικονομία των ετών 1988 και 1998, Διπλωματική Εργασία, ΠΜΣ «Οικονομικά της Παραγωγής και των Διακλαδικών Σχέσεων», Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Τομέας Οικονομίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Τράπεζα της Ελλάδος (2013) Έκθεση του Διοικητή για το Έτος 2012, Αθήνα, Τράπεζα της Ελλάδος, Φεβρουάριος 2013.

Σκούντζος, Θ., Στρόμπλος, Ν., Βοζίκης, Α. και Θεοφανίδης, Φ. (2007) Διακλαδικές Σχέσεις της Ελληνικής Οικονομίας σε Εθνικό και Περιφερειακό Επίπεδο, Μελέτες: Αριθμός 7, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών.

Σώκλης, Γ. (2012) Εργασιακές Αξίες, Εμπορευματικές Αξίες, Τιμές και Κατανομή του Εισοδήματος. Διερεύνηση βάσει Εμπειρικών Πινάκων Εισροών-Εκροών, Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης, Τομέας Οικονομίας, Αθήνα, Μάιος 2012.

 

Ξενόγλωσσες

Abraham-Frois, G. (1991) Dynamique Économique, Paris, Dalloz.

Bidard, C. (1986) The maximum rate of profits in joint production, Metroeconomica, 38, pp. 53-66.

Bowles, S. and Boyer, R. (1995) Wages, aggregate demand, and employment in an open economy: an empirical investigation, in G. A. Epstein and H. M. Gintis (Eds) Macroeconomic Policy after the Conservative Era, Cambridge, Cambridge University Press.

Bródy, A. (1970) Proportions, Prices and Planning. A Mathematical Restatement of the Labor Theory of Value, Amsterdam, North Holland.

Chipman, J. S. (1950) The multi-sector multiplier, Econometrica, 18, pp. 355-374.

Ding, J. and Zhou, A. (2007) Eigenvalues of rank-one updated matrices with some applications, Applied Mathematics Letters, 20, pp. 1223-1226.

Erreygers, G. (1989) On indirect taxation and weakly basic commodities, Journal of Economics, 50, pp. 139-156.

Faber, M., Proops, J. L. R., Baumgärtner, S. (1998) All production is joint production. A thermodynamic analysis, in: S. Faucheux, J. Gowdy, I. Nicolaï (Eds) Sustainability and Firms: Technological Change and the Changing Regulatory Environment, Cheltenham, Edward Elgar.

Filippini, C. and Filippini, L. (1982) Two theorems on joint production, Economic Journal, 92, pp. 386-390.

Hartwig, J. (2004) Keynes’s multiplier in a two-sectoral framework, Review of Political Economy, 16, pp. 309-334.

Hein, E. and Vogel, L. (2008) Distribution and growth reconsidered: empirical results for six OECD countries, Cambridge Journal of Economics, 32, pp. 479-511.

Illing, G. and Watzka, S. (2013) Fiscal multipliers and their relevance in a currency union – a survey, German Economic Review (forthcoming).

Kahn, R. (1931) The relation of home investment to unemployment, The Economic Journal, 41, pp. 173-198.

Kurz, H. D. (1985) Effective demand in a ‘classical’ model of value and distribution: the multiplier in a Sraffian framework, The Manchester School, 53, pp. 121-137.

Kurz, H. D. (2006) Goods and bads: Sundry observations on joint production waste disposal, and renewable and exhaustible resources, Progress in Industrial Ecology – An International Journal, 3, pp. 280-301.

Kurz, H. D. and Salvadori, N. (1995) Theory of Production. A Long-Period Analysis, Cambridge, Cambridge University Press.

Lange, O. (1943) The theory of the multiplier, Econometrica, 11, pp. 227-245.

Mariolis, T. (2008) Pure joint production, income distribution, employment and the exchange rate, Metroeconomica, 59, pp. 656-665.  

Mariolis, T. and Soklis, G. (2010) Additive labour values and prices: evidence from the supply and use tables of the French, German and Greek economies, Economic Issues, 15, pp. 87-107.

Metcalfe, J. S. and Steedman, I. (1981) Some long-run theory of employment, income distribution and the exchange rate, The Manchester School, 49, pp. 1-20.

Meyer, C. D. (2001) Matrix Analysis and Applied Linear Algebra, New York, Society for Industrial and Applied Mathematics.

Miller, R. E. and Blair, P. D. (1985) Input-Output Analysis: Foundations and Extensions, New Jersey, Prentice Hall.

Monokrousos, P. and Thomakos, D. (2012) Fiscal multipliers in deep economic recessions and the case for a 2‐year extension in Greece’s austerity programme, Economy & Markets: Eurobank Research, Volume VIII, Issue 4, October 2012.

Naastepad, C. W. M. (2003) Labour market flexibility, productivity and national economic performance in five European economies, Dutch Theme Report, Flexibility and Competitiveness, EU Commission, DG Research Contract HPSE-CT-2001-00093, October 2003.

http://flexcom.econ.uoa.gr/files/Theme_dutch%20theme%20report.pdf

Neumann, J. von (1945) A model of general economic equilibrium, Review of Economic Studies, 13, pp. 1-9.

Onaran, Ö. and Galanis, G. (2012) Is aggregate demand wage-led or profit-led? National and global effects, Conditions of Work and Employment Series No. 40, Geneva, International Labour Office.

Pasinetti, L. (1973) The notion of vertical integration in economic analysis, Metroeconomica, 25, pp. 1-29.

Rodousaki, E. (2007) Intersectoral linkages and key sectors in the Greek economy, Bulletin of Political Economy, 1, pp. 67-81.

Soklis, G. (2011) Shape of wage-profit curves in joint production systems: evidence from the supply and use tables of the Finnish economy, Metroeconomica, 62, pp. 548-560 (διευρυμένη εκδοχή διαθέσιμη στη διεύθυνση:

http://mpra.ub.uni-muenchen.de/30183/1/MPRA_paper_30183.pdf).

Sraffa, P. (1960) Production of Commodities by Means of Commodities. Prelude to a Critique of Economic Theory, Cambridge, Cambridge University Press (ελληνική έκδοση (1985): Θεσσαλονίκη, Σύγχρονα Θέματα).

Steedman, I. (1975) Positive profits with negative surplus value, Economic Journal, 85, pp. 114-123.

Steedman, I. (1976) Positive profits with negative surplus value: a reply, Economic Journal, 86, pp. 604-607.

Steedman, I. (1977) Marx after Sraffa, London, New Left Books.

Steedman, I. (1984) L’importance empirique de la production jointe, in: C. Bidard (Ed.) La Production Jointe, Paris, Economica.

ten Raa, T. (2005) The Economics of Input-Output Analysis, Cambridge, Cambridge University Press.

Trigg, Α. Β. and Philp, Β. (2008) Value magnitudes and the Kahn employment multiplier, Mimeo (Presented to “Developing Quantitative Marxism”, Bristol, 3-5 April, 2008).

United Nations (1999) Handbook of Input-Output Table. Compilation and Analysis. Studies in Methods. Handbook of National Accounting, Department for Economic and Social Affairs, Statistics Division, Series F, No. 74, New York, United Nations.


* Για σχόλια, παρατηρήσεις και προτάσεις ευχαριστούμε τους Θωμά Μούτο, Κώστα Παπουλή, Νικόλαο Ροδουσάκη και Λευτέρη Τσουλφίδη. Η παρούσα μελέτη εκπονήθηκε για το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών Δημήτρης Μπάτσης. Προγενέστερες εκδοχές παρουσιάστηκαν σε συναντήσεις του Study Group on Sraffian Economics.

[1] Για τις δεύτερες, βλέπε, για παράδειγμα, Hartwig (2004) και Trigg and Philp (2008), ενώ για τους κατά σειρά τελευταίους, βλέπε, για παράδειγμα, Miller and Blair (1985, ch. 4) και ten Raa (2005, ch. 3).

[2] Όσον αφορά στην ελληνική οικονομία, είναι διαθέσιμες εκτιμήσεις διαφόρων πολλαπλασιαστών (παραγωγής, απασχόλησης, μισθών και επαγγελμάτων κ.ά.), οι οποίες βασίζονται αφενός στην παραδοσιακή ανάλυση εισροών-εκροών και αφετέρου στους SIOT. Οι πιο πρόσφατες από αυτές είναι: Ροδουσάκη (2006), Rodousaki (2007), Σκούντζος et al. (2007), Μπελεγρή-Ρομπόλη et al. (2010), Οικονομάκης et al. (2011). Σύμφωνα με ό,τι γνωρίζουμε, μόνον ορισμένα από τα ευρήματα των Mariolis and Soklis (2010) και του Σώκλη (2012) υπερβαίνουν αυτούς τους περιορισμούς.

[3] Στην Έκθεση του Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος, για το έτος 2012, αναγράφονται τα εξής: «Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη ερευνητών του ΔΝΤ, η δημοσιονομική προσαρμογή είχε σημαντικά μεγαλύτερες αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ από ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί. Συγκεκριμένα, τα πρώτα χρόνια της κρίσης ο μέσος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής ήταν 2-3 φορές υψηλότερος από τις αρχικές εκτιμήσεις (0,5, βλ. Έκθεση ΔΝΤ Μαρτίου 2012, Greece: Request for Extended Arrangement Under the Extended Fund Facility – Staff report, σελ.15). Βλ. Blanchard, O. and D. Leigh (2012), “Growth Forecast Errors and Fiscal Multipliers”, IMF Working Paper 13/1, καθώς και IMF, World Economic Outlook, Autumn 2012. Ωστόσο, η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν εκφράσει τη διαφωνία τους τόσο ως προς τα αποτελέσματα της μελέτης του ΔΝΤ όσο και ως προς την επιλεχθείσα μεθοδολογική προσέγγιση για την εκτίμηση των δημοσιονομικών πολλαπλασιαστών. Βλ. European Commission (2012), Autumn Economic Forecasts, και ECB (2012), Monthly Bulletin, Δεκέμβριος. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, στην Έκθεση του ΔΝΤ του Ιανουαρίου 2013 ο μέσος δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής για την Ελλάδα εκτιμάται ότι είναι κοντά στο 1 (βλ. Greece: First and Second Reviews, IMF Country Report No. 13/20, σελ. 13).» (Τράπεζα της Ελλάδος, 2013, σσ. 146-147). Σχετικά βλέπε, επίσης, Monokroussos and Thomakos (2012) και Illing and Watzka (2013).

[4] Οι μήτρες και τα διανύσματα γράφονται με έντονους χαρακτήρες. Το ανάστροφο ενός  διανύσματος  δηλώνεται ως , η διαγώνια μήτρα που σχηματίζεται από τα στοιχεία του , δηλώνεται ως , το  δηλώνει διάνυσμα του οποίου το στοιχείο  ισούται με 1, ενώ όλα τα άλλα στοιχεία του ισούνται με το 0, και το  δηλώνει διάνυσμα του οποίου  όλα τα στοιχεία ισούνται με 1.

[5] Στην περίπτωση ύπαρξης παγίου κεφαλαίου, η εξίσωση (1) θα γραφόταν ως  όπου η  ενσωματώνει τόσο τα προϊόντα συμπαραγωγής όσο και το χρησιμοποιούμενο πάγιο κεφάλαιο (προσέγγιση v. Neumann-Sraffa). Εάν η  μπορεί να αντικατασταθεί από την , όπου η παριστά τη μήτρα των συντελεστών παγίου κεφαλαίου, και η  τη μήτρα των συντελεστών απόσβεσης (προσέγγιση Leontief- Bródy), τότε θα γράφαμε

ή

ή, στην περίπτωση που λαμβάνονταν υπόψη και οι φόροι (ad valorem),

όπου η  παριστά τη διαγώνια μήτρα των έμμεσων φορολογικών συντελεστών, και  ο συντελεστής που επιβάλλεται στο εμπόρευμα  (για εναλλακτικούς τρόπους ενσωμάτωσης των έμμεσων φόρων, βλέπε Erreygers, 1989, pp. 152-153). Για αυτές τις δύο διαφορετικές, στη γενική περίπτωση, προσεγγίσεις του παγίου κεφαλαίου, βλέπε Kurz and Salvadori (1995, chs 7-9) και Bródy (1970, ch. 1.2), αντιστοίχως. Μάλλον θα γίνει σαφές ότι αυτές οι μεταβολές (όπως και η ενσωμάτωση των μη ανταγωνιστικών εισαγωγών, οι οποίες ισοδυναμούν με μία επιπρόσθετη, πλην των εργασιών, μη αναπαραγόμενη εισροή – βλέπε  Metcalfe and Steedman, 1981, pp. 9-11) δεν αλλοιώνουν, από φορμαλιστική άποψη, τη διαδικασία προσδιορισμού του πολλαπλασιαστή.

[6] Εφόσον , στη γενική περίπτωση, η μήτρα  δεν είναι δυνατόν να εκφραστεί βάσει της μήτρας των «καθέτως ολοκληρωμένων τεχνικών συντελεστών» του Pasinetti (1973), , δηλαδή της μήτρας των μέσων παραγωγής, τα οποία απαιτούνται άμεσα και έμμεσα για την παραγωγή 1 μονάδας καθαρού προϊόντος από κάθε εμπόρευμα. Σημειώνεται, τέλος, ότι οι ,  είναι κατανάγκην (ημι-) θετικές στην περίπτωση όπου η  είναι διαγώνια μήτρα, δηλαδή όταν δεν υπάρχουν κλάδοι συμπαραγωγής.

[7] Έστω ,  αυθαίρετα – διανύσματα. Τότε,  και, εάν ,

(βλέπε, για παράδειγμα, Meyer, 2001, p. 124).

[8] Η ονοματολογία των εμπορευμάτων δίνεται στο Παράρτημα του παρόντος άρθρου.

[9] Όλοι οι υπολογισμοί πραγματοποιήθηκαν με το πρόγραμμα Mathematica 7.0, ενώ η ακρίβεια των υπολογισμών τέθηκε στα 16 ψηφία.

[10] Στην λιγότερο ρεαλιστική περίπτωση της ομοιογενούς εργασίας, ο πολλαπλασιαστής  συμπίπτει, όπως εύκολα αποδεικνύεται, με τον μαρξιανό πολλαπλασιαστή των Trigg and Philp (2008).

[11] Στην περίπτωση όπου , τα αθροίσματα όλων των στηλών της ισούνται με  (θεώρησε την εξίσωση (15), με ). Άρα, πρόκειται για οιονεί-τετριμμένη περίπτωση πολλαπλασιαστή. Καίτοι δεν είναι τετριμμένη από την άποψη των επιπτώσεων στην απασχόληση των εργασιών (θεώρησε την εξίσωση (16)), δεν θα ασχοληθούμε περαιτέρω με αυτήν.

[12] Βλέπε, για παράδειγμα, Abraham-Frois (1991, p. 204), Bowles and Boyer (1995), Naastepad (2003), Hein and Vogel (2008), Onaran and Galanis (2012).

—————————————————————————————————–

Is there banks stocks’ manipulation around announcement of national elections and how can detect and recover ill gotten assets? The case of Greece

Spyridon Repousis*

Department of Economics, University of Nicosia, Cyprus

 

Abstract

Purpose – Financial Sector in Greece is one of the most important and fast growing sector during last years and accounts to about 16.17% to 17.74% of Gross Domestic Product. Ten largest Greek banks listed in Athens Stock Exchange, accounted to 38.34% of whole capitalisation of Athens Stock Exchange during year end 2009. The paper examines the influence of major non-economic events, such as the announcement of Greek national parliamentary elections during the period 2000-2009, searching for stock manipulation and methods to detect and recover ill gotten assets.

Design/methodology/approach – By using Event Study Methodology and Market Model and analyzing data of all Greek bank stocks prices listed in Athens Stock Exchange, before and after the announcement of four Greek national parliamentary elections during period 2000-2009, I find interesting results about stock market manipulation.

Findings – Using daily data from Athens Stock Exchange, the results of this paper claim that the four Greek national parliamentary elections during period 2000-2009, had no statistically significant effect on the Greek banks stocks. The results show that CAARs were slightly positive or negative for Greek banks’ stocks, but not statistically significant in 5% and 10% confidence levels. Results show no manipulation effect in banks’ stocks even if single-party governments in Greece caused elections early, sudden or even opportunistic timing, having an incentive to attempt to manipulate stocks to increase their chances of re-election.

Practical implications – Results show that CAARs were slightly positive or negative for Greek banks stocks, but not statistically significant in 5% and 10% confidence levels, but when illicit funds or assets have been acquired from stock manipulation, as small as can be, then one fact remains constant. Proceeds from illicit activities must be disguised in some way to avoid being discovered and then being recovered. Especially, during current financial crisis, debt crisis and the extraordinary liquidity support measures of 110 billion Euros taken by the ECB, IMF and European Commission to support Greek economy, using methods to detect and recover ill gotten assets are extremely important. Indirect methods such as Net Worth Analysis, Bank Deposit Analysis, Expenditure Method or Sources and Application of Funds Analysis, to detect ill gotten assets and then when ill gotten income and assets from bank stock manipulation are found, a restraining order or court order will help to recovery assets by freezing and finally confiscating them by two types of forfeiture, criminal and civil forfeitures. Establishing a code of conduct informing employees of the risks and subsequences of insider trading, creating a culture of honesty and high ethics and implementing Controlled Foreign Corporation legislation to cope with off-shore companies trading, can help to recover ill gotten assets.

Originality – The paper examines if there is banks stocks manipulation around announcement of Greek national parliamentary elections during the period 2000-2009, suggesting methods to detect and recover ill gotten assets and improving current position of Greek economy.  Findings offer important positive implications for investors, political analysts and society as a whole, since Greek banks stocks show that are not subject to political risk and manipulation and that there are methods to detect and recover ill gotten assets. A stable bank sector is prerequisite for economy growth.

 

JEL Classification:  G14, G15, G21, K42

Keywords: Banks, Stock Returns, Event Study, Efficient Markets, Stock Manipulation, Ill Gotten Assets.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

——————————————————————————————————-

* Correspondence to e-mail: spyrep@otenet.gr

1. Introduction

Political events usually have a major influence on financial markets because markets respond to new information. Investors may revise their expectations, hopes and investment strategies based on announcements of national elections.

Informational efficiency supports that uncertainty about the outcome of elections may be resolved prior to actual election date. According to Brown et al., (1988), as uncertainty is reduced, price changes tend to be positive on average. Elections affect the stock market only if the outcome of the election is unexpected, hence it contains new information. Most of the studies have focused on the US and the UK stock markets and elections date.

Elections and the nature of their timing have generated interest among political scientists. Kayser (2005), found that the likelihood of opportunistic elections rises with exogenous economic performance, with longer maximum term lengths, with future electoral uncertainty and with economic volatility but diminishes in the value of office-holding. Also, found that manipulation (politically motivated economic intervention) increases with the maximum term length and with the value of office-holding but decreases with exogenous economic performance and with economic volatility. Finally, suggested that single-party governments should be highly opportunistic in calling elections and those countries that allow opportunistic election timing should experience less economically distortionary political intervention than their fixed-timing counterparts.

Greece, after 1974 is dominated by two major political parties, New Democracy and PASOK. The impact of non-economic events such as announcement of elections on the Greek banking sector has not been examined before and our study is, to our knowledge, the first study that examines the Greek bank stocks reaction to major non-economic events such as the announcement of Greek national Parliamentary elections during 2000-2009. The event is unique because announcement date about the precise date that Greek national Parliamentary (not European) elections will take place, is not known or not certain, in advance. Results of national elections create political changes and important implications for stock traders, investors and political analysts.

I focused on Financial Sector in Greece because it’s one of the most important and fast growing sector during last years and accounts to about 16.17% to 17.74% of Gross Domestic Product as shown in Table 1.

Table 1. Gross Added Value for Greek financial sector

(current prices in million Euros) 2006 2007 2008 2009
Financial sector   34,535   37,484   38,680   42,128
Gross Domestic Product 210,459 226,437 239,141 237,494
Percentage of Financial sector to Gross Domestic Product 16.41% 16.55% 16.17% 17.74%

Source: Hellenic Statistical Authority

Also, Athens Stock Exchange market capitalisation at year end 2009 (December 31, 2009) was 83.44 billion Euros and capitalisation of ten largest listed banks accounted to 38.34% of whole stock market (Athens Exchange S.A., Fact Book 2010).

Currently, the Greek economy is in the midst of a deep crisis, characterized mainly by a large fiscal deficit, huge debt and an erosion of its competitive position. Also, since May 2010, approved a joint European Union, European Central Bank and International Monetary Fund, 110 billion Euros financing package to help Greece ride out its debt crisis. Among the key elements of the package is setting up a Financial Stability Fund of 10 billion Euros, funded by the financing package, to ensure a sound level of bank equity.

The next section of the paper reviews previous literature as regards the impact of political events on the stock markets using event study methodology, while section 3 presents the methodology. Section 4 discusses the data and the empirical results and finally, section 5 offers some concluding remarks.

2. Literature Review

In USA, the Securities Act of 1934 and the Securities Trading and Securities Fraud Enforcement Act of 1988 prohibit trading on material, nonpublic information by insiders. Insiders are persons with access to nonpublic information who can manipulation a stock.

In Greece, according to Law 3691/2008 (about prevention and suppression of money laundering and terrorist financing), article 3, is referred as criminal activity-predicate offence when persons hold privileged information and with their actions try to manipulate stock market. Also, article 46, provides measures for confiscation of assets derived directly or indirectly from proceeds of crime.

Anti-money laundering policy deters potential criminals from illegal behavior and therefore lowers the crime rate (Ferwerda, 2008). The probability to be caught for money laundering, the sentence for money laundering, the probability to be convicted for the predicate crime and the transaction costs of money laundering are negatively related to the amount of crime. Also, among the four policy areas measured – the role of laws, the institutional framework, the duties of the private sector in law enforcement and international cooperation, the latter turned out to be the most important policy area for reducing crime.

Government investigations first must identify the unlawful activity and identify and track the financial transactions. In its revised 40 Recommendations of 2003, the FATF issued for the first time a list of “designated categories of offense” that enumerates crimes that may lead to money laundering prosecutions. Under the FATF definition, among the designated categories are insider trading and market manipulation.

Examining for stock market manipulation, event study methodology can be used. Event study methodology is based on Efficient Market Hypothesis (ΕΜΗ) developed by Fama et al. (1969) and Fama (1970). According to this, a market is efficient if “prices fully reflect all available information”. One important assumption is that capital markets are sufficiently efficient to react on events (new information) regarding expected future profits of affected corporations. Efficiency is classified as “weak form” when information set includes past prices, “semi strong” when information set includes all publicly available information and “strong form” when information set includes all publicly and privately available information. Event studies are mostly rested upon the analysis of so-called “normal” and “abnormal” returns which are estimated on the basis of asset pricing model.

Unexpected events can put more stress on the financial market, and market participants may lose their ability to asses rationally the valuation implications of events.

Efficiency of stock and options markets in London during the 1992 election was examined by Gwilym and Buckle (1994). Results indicated that the stock market was “semi strong” efficient at that time.

Also, Hudson et al., (1998), analyzed the movement of the UK stock market over the post-war period (since 1945) against the background of different political parties being in power. Among other findings, results from elections (inclusive of ‘surprise’ elections) indicated that there were clear preferences for a Tory government.

Using evidence from the Bush/Gore 2000 Presidential Election, Knight (2006), demonstrated that policy platforms were capitalized into equity prices for a sample of 70 politically sensitive firms in the United States. Estimates based on weekly returns were even stronger, suggesting a differential return of 16%.

Wang et al., (2008), utilized event study and panel data to examine political change effects on American, Japanese, British, and French stock markets. Results demonstrated inverse information during the campaign and that the political change was originally intended as an incumbent party impetus to create opportunities for progress.

Kavussanos & Dockery, (2001) showed that the Athens Stock Exchange is inefficient which means that past stock prices has some information of future moves of stock prices. The same evidence was showed by Siourounis (2002), using a GARCH model. He found that the Athens Stock Exchange follows a pattern where last period’s daily returns are correlated with today’s returns and current volatility is positively related to past realizations.

Stengos & Panas (1992), gave support for the “weak” and “semi strong form” of efficiency, using data of selected stocks from the Greek banking sector. According to “weak form” efficiency, the relevant stale information is past prices and returns and it is impossible to earn superior risk-adjusted profits based on the knowledge of past prices and returns. According to “semi strong form efficiency”, investors cannot earn superior risk-adjusted returns using any publicly available information. As information becomes public, it is immediately incorporated into prices and an investor cannot gain by using this information to predict returns.

The impact of non-economic events on the Greek financial system was examined by Veraros et al., (2004). The effect of nomination of Athens (winner) as the hosting city for the Olympic Games of 2004 on the Greek stock exchange and of Italy (loser), was examined. Results revealed a significant positive effect on the Athens Stock Exchange as a whole, as well as on infrastructure-related industries. No significant effect was identified on the Milan Stock Exchange.

3. Methodology

In my research, I use Event Study Methodology. The basis of event study is to examine the returns derived from the Greek bank stock prices both before and after the announcement of Greek Parliamentary national elections during period 2000-2009, searching for stock market manipulation. The event study compares the behavior of financial markets after an event, to the expected behavior if that event had not happened. It assesses the differences in stock market behavior after announcement of national elections relative to ‘normal’ actual behavior before announcement of national elections periods. The difference is the so-called “abnormal” return. An abnormal return (residual) is defined as the actual return (determined using arithmetic percentages) less the return predicted by the firm’s beta given the market return.

The residual or abnormal return represents the part of the return that is not predicted and is, therefore, an estimate of the change in firm value on a day, which is caused by announcement of national elections (event). The predicted return represents the return that would be expected if no event took place.

Since the Athens Stock Exchange exhibits weak form efficiency (Siourounis, 2002; Kavussanos and Dockery, 2001), announcement of national elections is not fully and immediately incorporated in stock prices and this is the reason that the firm’s beta is measured over an estimation period of 100 trading days prior to event window and the actual return is measured over a wide period of 20 trading days pre and con the announcement date (event window of 41 trading days and event date is designated as day 0 in event window).

It is important to note that Greek Parliamentary Elections take place in Greece every four years. But elections may be caused by government, any time during the four years’ governance for a significant reason. If elections are announced unexpected earlier during the four years’ governance, according to Greek Constitution, Article 41, when President of Democracy of Greek State dismiss Parliament with consent of Greek Government and announces elections, then elections must take place in 30 days. So, if we had used a longer event window, results would be biased by elections outcome. Event study would produce different results in the presence of other events during the event window.

Event window represents possible leakages of information before the event takes place and possible stock price reactions after announcement of national elections and it finally captures all the effects on stock prices. The day of announcement of national elections and daily bank stock prices, daily General Index of Athens Stock Exchange, as well as other financial information, collected from the Daily Bulletin and the Database of the Athens Stock Exchange as well as from press releases of daily press (newspaper Ta Nea – The News).

To calculate predicted return, the Market Model Method is used. The Market Model is the most widely used method in event study literature because it takes explicit account of the risk associated with the market and mean returns.  It is estimated by the following regression:

Rit = ai + biRmt+eit

where:

Rmt   is the return on a market index, such as the General Index of Athens Stock Exchange for day t,

αi measures the mean return over the period not explained by the market,

bi (beta coefficient) measures the sensitivity of bank i to the market and it is a measure of risk,

eit is a statistical error term, Σ eit=0.

The predicted return for a bank stock for a day in the event period is the return given by the market model on that day using regression analysis (Ordinary Least Squares), that is:

^          ^       ^

Rit = ai + biRmt+eit

where now Rmt is the return on the market index for the actual day in the event period.

I also perform parametric tests as proposed by Brown & Warner (1980; 1985) for Average Abnormal Returns (AARs) and Cumulative Average Abnormal Returns (CAARs). CAARs represent the average total effect of the event across all banks over a specified time interval. This helps to statistically test the significance of the economic impact of an event on the stock market as measured by the deviation of returns from their average.

I examine four announcements of Greek Parliamentary national elections and use t-test and hypothesis:

Η1: AAR≠0      and   Η0:  AAR=0

H1: CAAR≠0    and   Η0: CAAR=0

The H0 hypothesis tests if bank stocks that are affected by announcement of national elections will not experience Average Abnormal Returns or Cumulative Average Abnormal Returns and H1 hypothesis tests if bank stocks that are affected by announcement of national elections will experience negative or positive Average Abnormal Returns or Cumulative Average Abnormal Returns,  where each abnormal security return will be normalized by its estimation period standard deviation. Analytically:

AARt

tAAR = —————-

S(AARt)

Then, standard deviation will be estimated as

Τ0        ΣAARt2

S(AARs)  =  √   Σ  ——————-

t=1          T0-1

where Τ0  will be the number of days in the estimation period.

The t-test assumes that the individual abnormal returns are cross-sectionally independent and identically distributed.

Also I estimate, t-statistic for CAARs by dividing CAARs with standard deviation:

CAARt

tCAAR = ——————–

√ T × S(AARt)

If statistic tests show that t-statistic is higher or equal to a crucial price, then hypothesis Η0  will be rejected which means that AARs or CAARs will be statistically significant.

 

 

 

 

4. Data, empirical results and discussion

I apply the model specified above to examine the impact of four announcements of Greek national parliamentary elections during the period 2000-2009. Table 2, presents some information such as announcement date, national parliamentary elections date, political party who won elections and number of Greek commercial banks listed on Athens Stock Exchange and used in our study. Given the difference in time, the impact of announcement is not felt on the Athens Stock Exchange on the same day as the market was not open at that time. The announcement event of national parliamentary elections on August 2007 and on September 2009 took place during afternoon and night when Athens Stock Exchange was closed at that time so the impact would be felt only on next day (event date: 0) when the stock market opens in Greece.  The event date in Athens Stock Exchange of other two announcements was the date on which the event actually happened.

Table 2. Announcement of National Parliamentary Elections

Announcement date

(event date: 0)National parliamentary elections dateWinning political partyNumber of Greek commercial banks analyzed4-Feb-20009-Apr-2000PASOK147-Jan-20047-Mar-2004New Democracy  917-Aug-200716-Sep-2007New Democracy143-Sep-20094-Oct-2009PASOK14

The Market Model is used and residuals are tested whether events provide positive or negative abnormal returns to the participants. Table 3 reports Cumulative Average Abnormal Returns (CAARs) for announcement of 2000 Greek national parliamentary elections. Findings show that CAARs during pre event period was positive but not statistically significant at 5% and 10% confidence levels. Around event date [0; +1], [-1; +1], [0; -1] and during [+10; +20] period after event date, CAARs where negative, but again not statistically significant at 5% and 10% confidence levels. Even during event date Average Abnormal Return (AAR) was slightly positive at 0.2432%. These show that event was expected and the political information caused no change and no influence on the future of the economy. Market participants continued their trading.

 

 

 

Table 3. Announcement of 2000 national elections – CAARs for Greek bank stocks

CAAR

t-statistic CAAR

[-20; +20]

0.00512612

0.05290901

[-20; +1]

0.00135118

0.01903863

[0; +1]

-0.00267896

-0.12519389

[0; +20]

0.00109598

0.01580617

[-10; 0]

0.00327947

0.06534903

[-20; -10]

0.00292099

0.05820573

[0; +10]

0.02624937

0.52306424

[+10; +20]

-0.02707166

-0.53944966

[-1; +1]

-0.00965581

-0.36843465

[0; -1]

-0.00454467

-0.21238280

 

During announcement of 2004 Greek national parliamentary elections, CAARs at all periods were not statistically significant at 5% and 10% confidence levels (table 4).   Findings show that CAARs during pre event period was slightly positive but not statistically significant as mentioned above. Around event date [0; +1], [-1; +1], [0; -1] and during [+10; +20], [0; +20] periods after event date, CAARs where negative, but again not statistically significant at 5% and 10% confidence levels. Even during event date Average Abnormal Return (AAR) was slightly negative at -0.3798%. Again, findings show that event was expected and caused no influence on the stock market.

 

Table 4. Announcement of 2004 national elections – CAARs for Greek bank stocks

CAAR

t-statistic CAAR

[-20; +20]

0.01464315

0.25276228

[-20; +1]

0.01573529

0.37079436

[0; +1]

-0.01316988

-1.02928754

[0; +20]

-0.01426203

-0.34398643

[-10; 0]

0.02138933

0.71280491

[-20; -10]

0.00553917

0.18459433

[0; +10]

0.00829539

0.27644607

[+10; +20]

-0.00989422

-0.32972735

[-1; +1]

-0.01367826

-0.87285100

[0; -1]

-0.00430668

-0.33658715

 

Also during announcement of 2007 Greek national parliamentary elections, CAARs at all periods were not statistically significant at 5% and 10% confidence levels (table 5).   Findings now show that CAARs were higher from two previous announcements but during most event periods were slightly negative but not statistically significant as mentioned above. During event date Average Abnormal Return (AAR) was slightly positive at 0.0273%. As mentioned above, again event was expected and caused no influence on the stock market.

Table 5. Announcement of 2007 national elections – CAARs for Greek bank stocks

CAAR

t-statistic CAAR

[-20; +20]

-0.01915889

-0.62983276

[-20; +1]

-0.01270192

-0.57003932

[0; +1]

0.00438991

0.65341308

[0; +20]

-0.00206706

-0.09494887

[-10; 0]

-0.01771272

-1.12417947

[-20; -10]

0.00202198

0.12832998

[0; +10]

0.00447266

0.28386786

[+10; +20]

-0.00324728

-0.20609624

[-1; +1]

-0.00768895

-0.93444339

[0; -1]

-0.01180614

-1.75727540

 

Examining announcement of 2009 Greek national parliamentary elections, CAARs,  one more time, at all periods was not statistically significant at 5% and 10% confidence levels (table 6).   Findings now show that CAARs were slightly negative for most event periods but during [-1; +1], [0; -1], were slightly positive but not statistically significant as mentioned above. During event date Average Abnormal Return (AAR) was slightly negative at -0.2920%. Event seems to be expected and caused no influence on the stock market.

 

Table 6. Announcement of 2009 national elections – CAARs for Greek bank stocks

CAAR

t-statistic CAAR

[-20; +20]

-0.11920073

-1.15956950

[-20; +1]

-0.03312634

-0.43991821

[0; +1]

-0.00235337

-0.10365387

[0; +20]

-0.08842776

-1.20195658

[0; -10]

-0.03244757

-0.60939046

[-20; -10]

-0.01075799

-0.20204336

[-10; 0]

-0.03244757

-0.60939046

[0; 10]

-0.07903757

-1.48438666

[+10; +20]

-0.01152197

-0.21639154

[-1; +1]

0.00419373

0.15081660

[0; -1]

0.00362691

0.15974660

Although results above show that CAARs were slightly positive or negative for Greek banks’ stocks, but not statistically significant in 5% and 10% confidence levels, when illicit funds or assets have been acquired then one fact remains constant. Proceeds from illicit activities such as stock manipulation, must be disguised in some way to avoid being discovered and then being recovered.

A person with ill gotten assets will try to disappear and not to be found. Trying to avoid be found will follow a three step process and tactics such as misinformation which is trying to destroy the trail that leads to him/her and destroy all the data known about him/her, disinformation which is creating fake trails and reformation which is the process of starting a new life without leaving clues (Ahearn, 2010).

Greek Public Service of Tax Revenues can develop several methods of proving a person had ill gotten income and assets from stock manipulation.  First must be searched common hiding places. Ill-gotten gains can be hidden through currency hoards and precious metals in home. Also, cashier’s and traveler’s checks are another method for asset hiding purposes. Wire transfers and cash transactions in banks below 15,000 Euros in Greece are a method to avoid a Currency Transaction Report.

Trying to recover the proceeds of fraud, an investigation on private banking departments is an interesting zone for insider trading. Private banking provides highly personalized and confidential products to wealthy clients and politically exposed persons.

Another useful way to look for stocks’ manipulation is to search for “naked shorts”. This entails investors selling stocks they do not own and have no intention of borrowing. They may have deceptively assured the brokerage firm that they would deliver stocks prior to settlement date. Public companies are authorized to issue a specific number of shares. Naked short sales create artificial stocks beyond those authorized in the company’s regulatory filings. A large volume of short positions often creates undeserved selling pressure on the stock, thus damaging all investors and company’s reputation.

There are also techniques, known as indirect methods of establishing income. The most common of these methods for searching profit from stock market manipulation are net worth, bank deposit analysis and expenditure method or sources and application of funds. The net worth method adapts readily to nontax investigations of illegal income. Can be used when a person has accumulated wealth and acquired assets with illicit proceeds. Doing this, will cause the subject’s net worth to increase from one year to the next. The formula for calculating net worth is simple:

Assets

Less:     Liabilities

Equals: Net worth

Less:    Prior year’s net worth

Equals: Net worth increase (decrease)

Plus:     Living expenses

Equals: Income (or expenditures)

Less:    Funds from known sources

Equals: Funds from unknown sources

There is a resemblance of this formula to the balance sheet used in businesses. A net worth investigation has several stages, the first of which is the identification of the subject’s assets, liabilities and living expenses.

Another well established indirect method is the bank deposits analysis. As with net worth method someone is searching for funds from known and unknown sources. In this technique, is analyzing the subject’s banking activity rather than assets and expenditures. The idea behind this method is that if we take all of the subject’s bank deposits for a given period, subtract any transfers between accounts and then add any expenditures made in cash, we will know how much total income the subject must have had during the period (Madinger, 2006). The bank deposits calculation is as follows:

Total deposits to all accounts

Less:      Transfers and redeposits

Equals:   Net deposits to all accounts

Plus:       Cash expenditures

Equals:   Total receipts from all sources

Less:       Funds from known sources

Equals:    Funds from unknown sources

Transfers between accounts and the money that is taken out and redeposited are subtracted, because this type of churning doesn’t represent income. Also, only expenditures made in cash are considered, because this was money that wasn’t deposited, it was spend instead. Expenditures made by check are ignored.

There is also a third method to detect ill gotten funds and assets from stock market manipulation. The expenditures method compares the subject’s known sources of funds during a given period. Any excess expenditures can only be examined by the subject having income from unknown sources. This method is simpler than the net worth analysis method and can be accomplished using only one period, where the net worth method must have a base year as a start. The formula used to compute net worth using the expenditures method is:

Known expenditures

Less:    Known source of funds

Equals: Funds from unknown sources

When ill gotten income and assets from bank stock manipulation are found, then asset recovery and repatriating wealth are important factors to reduce corruption and improve economy especially in countries with high external debt such as Greece. For example, a European Commission report estimated that “stolen African assets equivalent to more than half of the continent’s external debt are held in foreign bank accounts” (Commission for Africa, 2005; Scher, 2005).

Government investigation must determine if bank or broker-dealer filed a suspicious activity report and then can perform an analysis of the target and finally determine when and how to notify person of the arrest or freeze and confiscation of accounts and other assets. A restraining order or court order, subpoenas and summonses will freeze a bank account and assets from being withdrawn or moved. The frozen funds or other assets remain the property of the person(s) or entity(ies) that held an interest in the specified funds or other assets at the time of the freezing and may continue to be administered by the financial institution or other arrangements designated by such person(s) or entity(ies) before initiation of the action under a freezing mechanism.

Forfeiture laws are the legal means by which persons who gain illicit profits from stocks’ manipulation are divested of their illegal gains. Forfeiture is a legal action that Greek government authorities initiate against the proceeds of an illegal activity. In a typical forfeiture case, government authorities brings suit against the property or owner of the property.

In a forfeiture case, Greek government brings suit against the property or owner of the property. If the suit is successful, Greek government gains the right, title and interest thereof. To initiate a forfeiture action, Greek government (the prosecutor) needs to show that probable cause exists. Probable cause, in forfeiture, is a belief that the property and assets in question was either used illegally or represents the proceeds from illegal activity.

There are two types of forfeiture cases: criminal and civil forfeitures. Criminal forfeitures are conducted in conjunction with a criminal trial and the proof necessary to perfect the forfeiture is the same as required to convict the person of the criminal charge (proof beyond a reasonable doubt). If Greek government sustains a conviction for stock manipulation, the judge will forfeit assets at time of sentencing, at which time assets can be seized. Civil forfeitures are conducted independently from a criminal proceeding and are actions against assets not a person. Greek government may seize assets before judgment to ensure it will be secure until a hearing can be held to determine whether assets are subject to forfeiture.

To help prevent insider trading and market manipulation of bank stocks, Greek banks and generally all listed companies may establish a code of conduct informing employees of the risks and consequences of insider trading. Codes of conduct tend to be most effective when employees are required to sign a statement (annually), verifying that they read the policy, understand it and agree to abide by it. Also, imposing restrictions on employee trading may be effective. To limit purchases and sales of stocks to a designated period of time following the public dissemination of annual and quarterly financial information, press releases or other public announcements. Each organization is responsible for creating a culture of honesty and high ethics and communicating expectations of acceptable behavior.

Also, to limit problems with stock market manipulation and recover ill gotten assets must also change the practice of brokerage firms maintaining stocks accounts as nominees or trustees, thus permitting concealment of the identities of the true beneficiaries. Trusts, off-shore companies, shell companies and self companies which can purchase and sell Greek bank stocks may be misused by persons hoping to minimize tax liabilities, conceal the sources of funds and their ownership and place ill gotten funds and assets out of reach in order to avoid future liabilities and protect assets from seizure under judicial action.

Greek legislation can cope with off-shore companies’ problems by implementing Controlled Foreign Corporation Legislation (or CFC Legislation). Controlled Foreign Corporation rules are features of an income tax system designed to limit artificial deferral of tax by using offshore low taxed entities. Taxpayers must include in their income statements, amounts earned by foreign entities they or related persons control.

Finally, except Greek government, for private parties a method to recover ill gotten assets from stock market manipulation is through civil litigation because the remedies in a civil suit directly benefit the victim/plaintiff.

5. Conclusions

Financial Sector in Greece is one of the most important and fast growing sector during last years and accounts to about 16.17% to 17.74% of Gross Domestic Product. Ten largest listed Greek banks accounted to 38.34% of whole capitalisation of Athens Stock Exchange during year end 2009. The paper examines the influence of major non-economic events, such as the announcement of Greek national parliamentary elections during the period 2000-2009, searching for stock manipulation and methods to detect and recover ill gotten assets.

Using event study methodology and market model, I find that announcements of Greek national parliamentary elections during the period 2000-2009 resulted in slightly positive or negative CAARs for Greek banks’ stocks, but not statistically significant in 5% and 10% confidence levels. Events were expected and the political information caused no change and no influence on the future of the economy.

Results also show no manipulation effect in Greek banks stocks even if single-party governments in Greece caused elections sudden or even opportunistic timing having an incentive to attempt to manipulate stocks to increase their chances of re-election.

Although results above show that CAARs were slightly positive or negative for Greek banks stocks, but not statistically significant in 5% and 10% confidence levels, when illicit funds or assets have been acquired then one fact remains constant. Proceeds from illicit activities such as stock manipulation, must be disguised in some way to avoid being discovered and then being recovered.

Greek Authorities can develop several methods of proving a person had ill gotten income and assets from stock manipulation but first must search common hiding places such as wire transfers, currency hoards, precious metals in home, private banking and “naked shorts” trading.

Then, there are methods to prove that a person had ill gotten income and assets such as Net Worth Method, Bank Deposit Analysis and Expenditure Method or Sources and Application of Funds.

When ill gotten income and assets from bank stock manipulation are found, then a restraining order or court order will help to recovery assets by freezing and finally confiscating them by two types of forfeiture, criminal and civil forfeitures. Establishing a code of conduct informing employees of the risks and subsequences of insider trading, creating a culture of honesty and high ethics and implementing Controlled Foreign Corporation legislation to cope with off-shore companies trading, can help to recover ill gotten assets.

Findings offer important positive implications for investors, political analysts and society as a whole, since Greek banks’ stocks show that are not subject to political risk and manipulation and that there are methods to detect and recover ill gotten assets. A stable bank sector is prerequisite for economy growth.

Finally, it is important to note that the Efficient Market Hypothesis, which the event study methodology depends upon, has received a lot of criticism. Therefore, future research should focus on alternative methods when evaluating the impact of  announcement of national parliamentary elections and could examine, as a whole, Greek stock market reactions looking for evidence of market manipulation for re-election purposes.

 

 

References

Ahearn, F., and Horan, E., (2010), How to disappear: erase your digital footprint, leave false trails and vanish without a trace, Lyons Press, USA.

Athens Exchange S.A., Fact Book 2010, pp.23, 72.

Brown, S., and Warner, J., (1980), “Measuring security price performance”, Journal of Financial Economics, Vol. 8, pp. 205-258.

Brown, S., and Warner, J., (1985), “Using daily stock returns: The case of event studies”, Journal of Financial Economics, Vol. 14, pp. 3-31.

Brown, K., Harlow, W., and Tinic, S., (1988), “Risk aversion, uncertain information and market efficiency”, Journal of Financial Economics, Vol. 22, pp. 355-385.

Commission for Africa, Our common interest: Report of the Commission for Africa, March 2005, p.151.

Fama, E., Fisher, L., Jensen, M., and Roll, R., (1969), “The adjustment of stock prices to new information”, International Economic Review, Vol. 10, pp. 1-27.

Fama, E., (1970), “Efficient capital markets: a review of theory and empirical work”, Journal of Finance, Vol. 25, No.2, pp. 383-417.

Ferwerda, J., The Economics of Crime and Money Laundering: Does Anti-Money Laundering Policy reduce crime?, Discussion Paper Series nr:08-35, Utrecht School of Economics, Tjalling C. Koopmans Research Institute.

Gwilym, O, and Buckle, M., (1994), “The efficiency of stock and options markets: tests based on 1992 UK election opinion polls”, Applied Financial Economics, Vol. 4, pp. 345-354.

Hudson, R., Keasey, K., and Dempsey, M., (1998), “Share prices under Tory and Labour governments in the UK since 1945”, Applied Financial Economics, Vol. 8, pp. 389-400.

Kavussanos, M., and Dockery, E., (2001), “A multivariate test for stock market efficiency: the case of ASE”, Applied Financial Economics, Vol. 11, pp. 573-579.

Kayser, M.A., (2005), “Who Surfs, Who Manipulates? The Determinants of Opportunistic Election Timing and Electorally Motivated Economic Intervention”, The American Political Science Review, Vol.99, pp.17-27.

Knight, B., (2006), “Are policy platforms capitalized into equity prices? Evidence from the Bush/Gore 2000 Presidential Election”, Journal of Public Economics, Vol. 90, pp. 751-773.

Madinger, J., (2006), Money Laundering: A Guide for Criminal Investigators, second edition, USA: Taylor and Francis Group.

Scher, D., (2005), Asset Recovery: Repatriating Africa’s looted billions, African Security Review, Volume 14, Issue 4, pp.17-26.

Siourounis, G., (2002), “Modelling volatility and testing for efficiency in emerging capital markets: the case of the Athens stock exchange”, Applied Financial Economics, Vol. 12, pp. 47-55.

Stengos, T. and Panas, E., (1992), “Testing the efficiency of the Athens Stock Exchange: some results from the Banking sector”, Empirical Economics, Vol. 17, pp. 239-252.

Veraros, N., Kasimati, E., and Dawson, P., (2004), “The 2004 Olympic Games announcement and its effect on the Athens and Milan stock exchanges”, Applied Economics Letters, Vol. 11, pp. 749-753.

Wang, Y-H., Lee, M-Y., and Lin, C-Y., (2008), “General Election, Political Change and Market Efficiency: Long- and Short-term perspective in Developed Stock Market”, Journal of Money, Investment and Banking, Vol. 3, pp. 58-67.

————————————————————————————————————

3o Συνέδριο Επιστημονικής Εταιρίας Πολιτικής Οικονομίας

 

«Η Ελληνική οικονομία και η πολιτική των Μνημονίων: κατάσταση και προοπτικές»

 

Πανεπιστήμιο Πατρών 14/1/2014

Τασιόπουλος Σταύρος, νομικός LLM Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης

Θέμα: Το ζήτημα του κατώτατου μισθού των νέων εργαζομένων

 

 

Η ΡΥΘΜΙΣΗ

 

Μέχρι την ψήφιση των νόμων για την εφαρμογή των Μνημονίων υπήρχε μια άλλη κατάσταση σχετικά με τον κατώτατο μισθό η οποία συνοπτικά ήταν η παρακάτω:

Ο γενικός κανόνας ήταν ότι οι εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας αφορούν τους εργαζόμενους όλης της χώρας (αρ. 3 παρ. 1α ν.1876/1990) και καθορίζουν τους ελάχιστους όρους εργασίας που ισχύουν για τους εργαζομένους όλης της χώρας (αρ.8 παρ. 1 ν.1876/1990).

Το κατώτατο όριο μισθού καθοριζόταν από τις εθνικές γενικές συλλογικές  συμβάσεις εργασίας σύμφωνα με το ν.1876/1990. Η σημασία του κατώτατου αυτού ορίου έγκειται στο ότι η αμοιβή της εργασίας δεν μπορεί ποτέ να είναι κατώτερη από το όριο αυτό. Η βασική αποστολή αυτού του θεσμού είναι η εξασφάλιση ενός ζωτικού ορίου συντήρησης για τον εργαζόμενο (ημερομίσθιο ασφάλειας όπως ονομαζόταν από την εθνική σ.σ.εργ. από τις 26-2-1975).

Το κατώτατο όριο μισθού σύμφωνα με το ν. 1876/1990 για τον μισθωτό όριζε ότι μπορούσε να επιλέγει τον ευνοϊκότερο μισθό που προβλέπεται από τις τυχόν περισσότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ισχύουν για αυτόν. Εξαίρεση υπήρχε για τα κατώτατα όρια ομοιοεπαγγελματικών συμβάσεων που δεν υπερίσχυαν έναντι των κατώτατων ορίων άλλων συλλογικών συμβάσεων έστω και αν ήταν ευνοϊκότερες με εξαίρεση την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, αρ.10 ν.1870/1990.

Ο ν. 1876/1990  επέβαλε την πλήρη αυτονομία στη συλλογική διαπραγμάτευση μισθών, η οποία γινόταν στον ιδιωτικό τομέα σεβαστή, μέχρι την ψήφιση των Μνημονίων. Η συλλογική διαπραγμάτευση για το ύψος των μισθών ανήκε στις επαγγελματικές οργανώσεις των εργαζομένων και των εργοδοτών κατά το μέτρο που είχαν την δυνατότητα να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

Yφίστατο δηλαδή ένα κατώτατο όριο μισθού που καθορίζεται ανεξάρτητα από το είδος της εργασίας που προσφέρεται καθώς και ένα κατώτατο όριο μισθού που ορίζεται χωριστά για τα διάφορα είδη εργασίας.

 

 

Αρχικά σχετικές διατάξεις με την εξεταζόμενη ρύθμιση αποτελούν το αρ. 2 παρ. 6 του ν. 3845/2010 για τη σύμβαση εργασίας εργασιακής εμπειρίας για τους εγγεγραμμένους άνεργους μέχρι 24 ετών, το αρ. 74 παρ. 8 του ν. 3863/2010 για τη δυνατότητα καθορισμού ειδικών όρων απασχόλησης για έναν νεοεισερχόμενο στην αγορά εργασίας κάτω των 25 ετών (αμοιβή στο 80% του μισθού), το αρ. 74 παρ. 9 του ν.3863/2010, για τις ειδικές συμβάσεις μαθητείας για νέους 15-18 ετών (αμοιβή 70% του κατώτατου μισθού). Σε αυτές τις διατάξεις τέθηκε στην μετά μνημονίων εποχή το θέμα μισθολογικής διαφοροποίησης για νέους εργαζόμενους. Πλέον το υπάρχον καθεστώς διαμορφώνεται ως εξής:

Στην παρ. 29 του κεφ. Ε’ «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις» του Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο εγκρίθηκε με το αρ. 1 παρ. 2 ν. 4046/20121 και προσαρτήθηκε σε αυτό ως παράρτημα V, διατυπώνονται, μεταξύ άλλων, οι δεσμεύσεις αφ’ ενός για «άμεση επανευθυγράμμιση του επιπέδου του κατώτατου μισθού που καθορίζεται από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση κατά 22 τοις εκατό σε όλα τα επίπεδα βάσει της προϋπηρεσίας, της οικογενειακής κατάστασης και των ημερήσιων/μηνιαίων μισθών» και αφ’ ετέρου «μια επιπλέον μείωση 10 τοις εκατό του κατώτατου μισθού για τους νέους η οποία θα ισχύει γενικά και χωρίς περιοριστικούς όρους (για τα άτομα κάτω των 25) (προαπαιτούμενη δράση)».

Αντίστοιχα, στην παρ. 4.1  «Διασφάλιση της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυση των θεσμών της αγοράς εργασίας» του Κεφαλαίου 4 «Διαρθρωτικές Μεταρρυθμίσεις για την Ενίσχυση της Ανάπτυξης» του Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο ομοίως εγκρίθηκε και προσαρτήθηκε ως παράρτημα V στον ως άνω νόμο, επαναλαμβάνεται, επίσης μεταξύ άλλων, ότι  «οι ελάχιστοι μισθοί που ορίζονται από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας θα μειωθούν κατά 22% σε σύγκριση με το επίπεδο που ίσχυε την 1η Ιανουαρίου 2012» και ότι «για τους νέους κάτω των 25 ετών, οι μισθοί που ορίζονται από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας θα μειωθούν κατά 32% χωρίς περιοριστικούς όρους».  Περαιτέρω ο βασικός μισθός για τους νέους διαμορφώνεται στο μεικτό ποσό των 510,95 (440 καθαρά) ευρώ και το βασικό ημερομίσθιο στο μεικτό ποσό των 22,83 ευρώ.

Ο ν. 4093/20122 προσδιορίζει σαφώς το πλαίσιο κατώτατων μισθών με τις νέες τροποποιήσεις, και ορίζεται ότι οι μειώσεις επέρχονται με μονομερή απόφαση του εργοδότη στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος. Οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν την τρέχουσα  συγκυρία και ισχύουν μέχρι τη λήξη της περιόδου οικονομικής προσαρμογής που προβλέπουν τα Μνημόνια που προσαρτώνται στο ν. 4046/2012, διατηρείται όμως παράλληλα η δυνατότητα ευνοϊκότερων ρυθμίσεων με συλλογικές συμβάσεις εργασίας καθώς και ατομικές συμβάσεις εργασίας σύμφωνα με την παρ. ΙΙ, 11,3 του ν. 4093/2012.

ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

2.2: Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Οι ρυθμίσεις της επίμαχης Π.Υ.Σ. που δεν συναρτούν τη μείωση μισθών με τον προσδιορισμό ενός ελάχιστου ποσού αποδοχών, ώστε να διασφαλίζεται με αυτόν τον τρόπο το ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, αντίκεινται στις αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και του κοινωνικού κράτους δικαίου, όπως αυτό προβλέπεται στις συνταγματικές διατάξεις  των αρ.2 παρ. 1 και αρ. 5 παρ. 1, καθώς επίσης και στην απαγόρευση παραβίασης ενός ελάχιστου ορίου προστασίας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

Η εφαρμογή της Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012, για μια μεγάλη μερίδα εργαζομένων -ιδίως όσων αμείβονται με τα κατώτατα όρια της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας – σηματοδοτεί την υποβάθμιση της οικονομικής τους κατάστασης, σε επίπεδο χαμηλότερο από το ελάχιστο όριο διαβίωσης και το όριο φτώχειας, όπως αυτό καθορίσθηκε κατά τα επίσημα και δημοσιευμένα για το έτος 2010 στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ(Κατώφλι κινδύνου φτώχειας ανά άτοµο 7.178,00 ευρώ) 3. Οι προβλεπόμενες μειώσεις των κατώτατων ορίων μισθών προσβάλλουν την συνταγματική αρχή του άρθρου 2 παρ. 1 Σ, σχετικά με τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, ενδεχομένως θέτοντας σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την μείωση που προβλέπεται στην Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2010-2012, ο κατώτατος μισθός μειώθηκε από τα 751,39 στα 586,08 ευρώ (καθαρά 489) και για τους νέους έως 25 ετών στα 510,95 ευρώ (καθαρά 440), διαμορφώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο ένα εισόδημα της τάξης των 7153,3 ευρώ μεικτά (510,95 ευρώ επί 14 μισθούς και χωρίς τις όποιες παρακρατήσεις φόρων και ασφαλιστικών εισφορών). Με αυτά τα δεδομένα υποβαθμίζεται η θέση των νέων εργαζομένων, καθώς οδηγούνται αυτομάτως κάτω από το όριο της φτώχειας (ανά άτομο), ενώ παράλληλα υφίσταται παρέκκλιση από τις συνταγματικές επιταγές για τη διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης, όπως προαναφέρθηκε. Είναι σαφές, βέβαια, ότι λόγοι γενικού κοινωνικού συμφέροντος ή δημοσίου δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση την προσβολή της ανθρώπινης αξίας, ακόμη κι αν πρόκειται για ένα μεταβατικό χρονικό διάστημα ή για την αντιμετώπιση της ανεργίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, διότι θίγουν ευθέως τον στενό πυρήνα του δικαιώματος, όπως αυτό προβλέπεται από το Σύνταγμα.

Το Σύνταγμα στο άρθρο 2 παρ. 1 ορίζει4 με απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη σαφήνεια την ανθρώπινη αξία, ότι δεν εξαντλείται, δηλαδή, μόνο στην αρνητική υποχρέωση ‘’σεβασμού’’ εκ μέρους της πολιτείας, αλλά καταλαμβάνει και την θετική πλευρά της, αυτή της προστασίας έναντι των προσβολών και από ιδιώτες. Συνάγεται, λοιπόν, το συμπέρασμα ότι το κράτος σε καμία περίπτωση δε δύναται να προβεί στην παραβίαση όσων υποχρεούται να προστατεύει, αποκλείοντας την όποια αντίθετη λογική που έγκειται σε λόγους δημοσίου συμφέροντος.

 

 

 

ΥΠΟΕΝΟΤΗΤΑ  2.3: ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ ΛΟΓΩ ΗΛΙΚΙΑΣ

Η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012, εισάγει ουσιαστικά μία δυσμενή διάκριση σε βάρος των νέων κάτω των 25 ετών, καθόσον προβλέπει αμοιβή μειωμένη κατά 32% σε σχέση με το κατώτατο όριο της ισχύουσας Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

Δύναται να λεχθεί, λοιπόν, ότι σε αυτό το σημείο επιχειρείται παραβίαση του άρθρου 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθώς επίσης και του αρ. 22 παρ. 1 εδ. β περί της μισθολογικής ισότητας για την ίδια ή ίσης αξίας εργασία.  Επιπρόσθετα, το άρθρο 4 Σ καθιερώνει και την ισότητα του νόμου απέναντι στους πολίτες, με αποτέλεσμα μάλιστα να προκύπτει η δέσμευση του νομοθέτη και του νομοθετικού οργάνου να νομοθετούν για τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων καταστάσεων κατά τρόπο τέτοιον, ώστε να μην στοιχειοθετείται διαφορετική μεταχείριση η οποία προκαλεί διακρίσεις.

Περαιτέρω, η προστασία της νεότητας σύμφωνα με τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3, ορίζει ότι ο νομοθέτης οφείλει να μεριμνά ιδιαιτέρως για την κατηγορία των νέων εργαζομένων, οι οποίοι ολοένα και περισσότερο πλήττονται από την οικονομική κρίση και την ανεργία. Πρέπει να σημειωθεί, βέβαια, ότι, όπως και στην προστασία της αξίας του ανθρώπου, κανένας λόγος γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος – ακόμη και αν τυγχάνει δικαστικού ελέγχου – δεν μπορεί να συντρέχει, ούτε να δικαιολογεί ρυθμίσεις μισθολογικής ανισότητας.

Η αντίθεση στην αρχή της ισότητας και στο δικαίωμα για εργασία, όπως επιτάσσουν οι διατάξεις των αρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β’ του Συντάγματος, προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα, καθότι με τη συγκεκριμένη ρύθμιση εισάγεται ευθέως διάκριση των νέων κάτω των 25 ετών με τους συναδέλφους μεγαλύτερης ηλικίας, μέσω της μισθολογικής διαφοροποίησής τους.  Οι προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις προστατεύουν το δικαίωμα σε ίση και δίκαιη αμοιβή, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται για όλους τους εργαζομένους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, ενώ παράλληλα το κράτος υποχρεούται να μην επιτρέπει παραβιάσεις, καθώς επίσης και να απέχει από την εισαγωγή ρυθμίσεων άνισης μεταχείρισης σχετικά με την αμοιβή, καθώς και  κάθε είδους διακρίσεων με βάση την ηλικία.

Μια τέτοια διάκριση, λοιπόν, θα ήταν θεμιτή, μόνον αν αποσκοπούσε αντικειμενικά στην προστασία των ευάλωτων αυτών ηλικιακών ομάδων και όχι στην μείωση του γενικά προβλεπόμενου κατώτατου ορίου προστασίας τους. Εξάλλου, σύμφωνα και με τη συνταγματική αρχή της ισότητας, καμία διάκριση που εδράζεται σε στοιχεία τυχαία, άσχετα ή συγκυριακά, μη συνδεόμενα με ουσιαστικές διαφοροποιήσεις των επιμέρους περιπτώσων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Στην υπό κρίση εξεταζόμενη περίπτωση, πρόκειται για θέσπιση τυχαίων και ατεκμηρίωτων διαφοροποιήσεων ως προς την μεταχείριση των εργαζομένων, για τους οποίους μάλιστα υφίσταται διάκριση με βάση το τυπικό και συγκυριακό στοιχείο της ηλικίας τους και όχι σύμφωνα με το ουσιαστικό κριτήριο του είδους, της ποιότητας και της ποσότητας της παρεχόμενης από την πλευρά τους εργασίας.

Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι σε ανάλογες περιπτώσεις  διαφοροποιήσεων η νομολογία των δικαστηρίων εμμένει στον έλεγχο της συνάφειας των κριτηρίων της διαφοροποίησης ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της ρύθμισης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο στενός αιτιακός ή λογικός σύνδεσμος της προστασίας της εθνικής οικονομίας με την μείωση των κατώτατων ορίων των μισθών των νέων κάτω των 25 ετών περαιτέρω της γενικής μείωσης. Ο χαρακτήρας, λοιπόν, αυτής της ρύθμισης είναι μάλλον καθαρά συγκυριακός, με κάπως χαλαρό και ασταθή δεσμό με τον επιδιωκόμενο σκοπό, γεγονός που γεννά την αντίθεση (ίσως και ευθεία σύγκρουση) με το άρθρο 4 του Συντάγματος.

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ 

 

 

-ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η διάκριση που είσαγεται με την εξεταζόμενη Π.Υ.Σ.  αναφορικά με την ηλικία των εργαζομένων, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ε.Ε.  Τόσο κατά το πρωτογενές ευρωπαϊκό δίκαιο, όπου σύμφωνα με το άρ. 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.5, που έχει πλέον ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες της Ε.Ε. όσο και κατά το παράγωγο ευρωπαϊκό δίκαιο με το οποίο εξειδικεύεται το αρ. 21 του Χάρτη, με την Οδηγία 2000/78 ΕΚ και την εφαρμογή της ν.3304/2005, η ηλικία απαγορεύεται ως κριτήριο διάκρισης.

Περαιτέρω στην Οδηγία αυτή εκφράζεται το γεγονός ότι μια διαφορετική μεταχείριση δεν προκύπτει διάκριση εάν υφίσταται ένας θεμιτός στόχος όπως η καταπολέμηση της υψηλής ανεργίας των νέων. Ο στόχος αυτός όμως πρέπει να πληρεί και της προϋποθέσεις της αρχής της αναλογικότητας και της ισότητας που η παραβίασή τους καθιστά την όποια ρύθμιση αντίθετη με το Σύνταγμα και το Κοινοτικό Δίκαιο.

Με πληθώρα ερευνών καθίσταται αμφίβολο αν η μείωση του κόστους απασχόλησης των νέων εργαζομένων κάτω των 25 ετών, πληρεί το κριτήριο της προσφορότητας, κάτι που έχει επισημάνει και το Δ.Ε.Ε. ( ΔΕΚ. 5-5-2009, υπόθεση C-388/07, Age Concern England)6. Οι απλές γενικεύσεις που αφορούν την καταλληλότητα συγκεκριμένου μέτρου να συμβάλλει στην πολιτική απασχολήσεως της αγοράς εργασίας ή της επαγγελματικής κατάρτισης δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι ο στόχος αυτού του μέτρου είναι ικανός  να δικαιολογήσει την παρέκκλιση από την αρχή αυτής, αλλά ούτε και αποτελούν στοιχεία που επιτρέπουν ευλόγως να κριθεί ότι τα επιλεγέντα μέτρα ήταν πρόσφορα για την υλοποίηση του σκοπού αυτού. Το Δ.Ε.Κ. τόνισε ότι η διάκριση λόγω ηλικίας ως γενικός κανόνας δεν επιτρέπεται, ωστόσο μπορεί να υπάρξουν εξαιρέσεις, νοουμένου ότι επιδιώκεται συγκεκριμένος θεμιτός στόχος και τα μέσα προς επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Επισήμανε περαιτέρω ότι θεμιτοί είναι οι στόχοι που εμπίπτουν στην κοινωνική πολιτική ενός κράτους, όπως για παράδειγμα οι στόχοι που συνδέονται με την πολιτική της απασχόλησης, της αγοράς εργασίας ή της επαγγελματικής κατάρτισης. Οι στόχοι αυτοί έχουν χαρακτήρα γενικού συμφέροντος και διακρίνονται από αμιγώς ατομικούς λόγους οι οποίοι χαρακτηρίζουν την κατάσταση του εργοδότη, όπως η μείωση του κόστους ή η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Το ΔΕΚ διευκρίνισε ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώσει αν η επίδικη στην κύρια δίκη κανονιστική ρύθμιση ανταποκρίνεται σε θεμιτό στόχο και αν τα επιλεχθέντα μέσα ήταν κατάλληλα και αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού. Το ΔΕΚ τόνισε, επίσης, ότι το εθνικό δικαστήριο δεν πρέπει να αρκεστεί σε απλές γενικεύσεις ως προς το θεμιτό του στόχου που επιδιώκεται, αφού το βάρος απόδειξης που επιβάλλεται στα κράτη μέλη προϋποθέτει την απόδειξη, με πειστήρια, του νόμιμου χαρακτήρα του στόχου του οποίου γίνεται επίκληση ως δικαιολόγηση, καθώς επίσης και της καταλληλότητας των μέσων που έχουν επιλεγεί προς επίτευξη του στόχου αυτού. Τέλος, το ΔΕΚ επισήμανε ότι η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας αποτελεί στόχο και καθήκον της Κοινότητας, καθώς και ουσιώδες στοιχείο για την πραγματοποίηση των στόχων που καθορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και την ενθάρρυνση της ποικιλομορφίας στην απασχόληση.

Με αυτές τις σκέψεις το Δ.Ε.Ε. δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών σχετικά με το θέμα διάκρισης στην εργασία λόγω ηλικίας την εκφραζόμενη δια της ρύθμισης στόχευσης περί καταπολέμησης της υψηλής ανεργίας των νέων μιας και αυτή στην ουσία δεν τεκμαίρεται.

Περαιτέρω η ίδια μείωση προβλεπόταν και για τους μαθητευόμενους ηλικίας  15-18 ετών όπου κρίθηκε μη συμβατή με τα αρ. 7 παρ. 7, 10 παρ. 2, 4 παρ 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη – απόφαση Επιτ. 23/5/2012,

Επίσης οι νομοθετικές ρυθμίσεις για τους νέους συγκρούονται ευθέως και με διατάξεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΕΚΧ)7. Εδώ σημειώνεται η σχετική  προσφυγή της ΑΔΕΔΥ, για την αντίθεση των διατάξεων του ν. 3863/2010 για τους νέους με τις διατάξεις του ΕΚΧ, υπ’ αριθμ. 66/2011, που υποβλήθηκε από τη ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ και την ΑΔΕΔΥ κατά της Ελλάδας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων. Συνολικά υποβλήθηκαν δύο συλλογικές προσφυγές8 από τη ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ και την ΑΔΕΔΥ κατά της Ελλάδας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, οι υπ’ αριθμ. 65/2011 και 66/2011, οι οποίες κρίθηκαν παραδεκτές από την Επιτροπή.

Ακόμη οι πρόσφατες ρυθμίσεις βρίσκονται σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ΕΚΧ για το δικαίωμα σε δίκαιη αμοιβή, που έχει ερμηνευθεί από την Επιτροπή ως δικαίωμα που αποκλείει κάθε μορφή διάκρισης στην εργασία. Επίσης είναι αντίθετες και με το άρθρο 1 του ΕΚΧ για την προστασία του δικαιώματος της εργασίας, το οποίο στην παράγραφο 1 προβλέπει πως τα μέρη δεσμεύονται ότι αποδέχονται ως πρωταρχικό στόχο την επίτευξη και διατήρηση ενός υψηλού και σταθερού επιπέδου εργασίας, προσβλέποντας στην πλήρη απασχόληση.

 

 

 

-Η «ΕΓΓΥΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ»

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε στις 5 Δεκεμβρίου 2012 δέσμη μέτρων για την απασχόληση των νέων. Η δέσμη αυτή περιλαμβάνει προτάσεις9 για την καθιέρωση μιας  «εγγύησης για την νεολαία»., ενώ παράλληλα και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε σχετικό ψήφισμα10 στα μέσα Ιανουαρίου του 2013. Η νέα αυτή πρόταση επιδιώκει την εφαρμογή της μέσω ενός συστήματος εγγύησης για τους νέους εργαζόμενους ή ανέργους όπου εντός 4 μηνών από την ολοκλήρωση των σπουδών τους ή από την στιγμή που καθίστανται άνεργοι θα πρέπει να λαμβάνουν μια ποιοτική προσφορά εργασίας, συνεχιζόμενη εκπαίδευση, ένα πρόγραμμα κατάρτισης ή πρακτικής άσκησης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει Κανόνες με προϋπολογισμό περί των 6 δις ευρώ, για το χρονικό διάστημα 2014-2020, που αφορούν αποκλειστικά την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων.  Στο νέο δημοσιονομικό πλαίσιο της Ε.Ε. περιγράφεται σαφώς η ανάγκη διαχείρισης τέτοιων κονδυλίων.

Περαιτέρω στην Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 27-28 Ιουνίου 2013, ανάμεσα στα συμπεράσματα και πρώτο στη σειρά ήταν η Απασχόληση των Νέων. Στην απόφαση αναφέρεται ότι:

’’Με προοπτικές ασθενούς βραχυπρόθεσµης οικονοµικής ανάπτυξης, η ανεργία των νέων έφτασε σε πρωτοφανή επίπεδα σε πολλά κράτη µέλη, µε τεράστιο ανθρώπινο και κοινωνικό κόστος. Απαιτείται η ανάληψη επείγουσας δράσης.

Σήµερα, το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο συµφώνησε για µια συνολική προσέγγιση για την καταπολέµηση της ανεργίας των νέων, η οποία βασίζεται στα ακόλουθα συγκεκριµένα µέτρα: επιτάχυνση και αρχική επίσπευση της Πρωτοβουλίας για την Απασχόληση των Νέων,

επιτάχυνση της εφαρµογής της πρωτοβουλίας «Εγγύηση για τη Νεολαία», αυξηµένη κινητικότητα των νέων και συµµετοχή των κοινωνικών εταίρων.

Το Ευρωπαϊκό Συµβούλιο συζήτησε επίσης τους τρόπους µε τους οποίους θα τονωθούν οι επενδύσεις και θα βελτιωθεί η πρόσβαση στις πιστώσεις, και ζήτησε την κινητοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, µεταξύ των οποίων και εκείνων της ΕΤΕπ, δροµολόγησε δε ένα νέο «Επενδυτικό σχέδιο» για τη στήριξη των µικροµεσαίων επιχειρήσεων και τη χρηµατοδότηση της οικονοµίας.’’

Αυτή είναι λοιπόν η μια οπτική του Ευρωπαϊκού πλαισίου αντίληψης για το θέμα, όμως η σκληρή πραγματικότητα στην Ελλάδα με το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα για την εφαρμογή του Μνημονίου και του Δανεισμού της χώρας, μάλλον αδυνατεί να περιμένει την εφαρμογή των παραπάνω ρυθμίσεων. Επίσης μια τέτοια συμφωνία δύναται να προσφέρει ανταποδοτικά οφέλη σε πολλούς τομείς της οικονομίας μιας και οι νέοι θα μπορούν να συνεισφέρουν στα φορολογικά βάρη, και αντίστοιχα το κράτος δια αυτής της προοπτικής να διαθέτει περισσότερα έσοδα, σε μια λογική δημιουργίας εσόδων αντί οριζόντιων περικοπών.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η Απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αν και αναγνωρίζει την σοβαρότητα της νεανικής ανεργίας, δεν προωθεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική εξάλειψης του φαινομένου αν και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ήδη τους στόχους για την ατζέντα Ευρώπη 2020. Συγκεκριμένα για την Ελλάδα ο στόχος περιγράφεται για τους ικανούς προς εργασία ως 70% στις ηλικίες 20-64, να είναι εργαζόμενοι. Αυτό σημαίνει στην πράξη πως η νεανική ανεργία θα πρέπει να μειωθεί δραστικά.

Το έλλειμμα μιας ολοκληρωμένης αντιμετώπισης του ζητήματος της νεανικής ανεργίας στην Ε.Ε. προκάλεσε και τη διάσκεψη για την ανεργία στις 3 Ιουλίου 2013, στο Βερολίνο, με πρωτοβουλία της Καγκελάριου Άνγκελα Μέρκελ. Εκεί όμως οι συζητήσεις περιορίστηκαν ως προς τη διανομή των 6 δις ευρώ προς τα κράτη μέλη, χωρίς να τεθεί προς διάλογο και απόφαση μια ολοκληρωμένη στρατηγική. Η έντονη κριτική που ασκήθηκε για το φαίνεσθαι και όχι για το είναι, του χαρακτήρα της συνάντησης ήταν έντονη και από πολλές πλευρές. Χαρακτηριστικά ήταν τα ρεπορτάζ δύο ελληνικών ΜΜΕ, στη Ναυτεμπορική και το ΒΗΜΑ.

Επίσης αξίζει να αναφερθεί πως στην ανακοίνωση της έκθεσης του ΟΟΣΑ στις 16 Ιουλίου 2013 για την ανεργία για το 2014, δηλώνεται πως σε νέο επίπεδο ρεκόρ αναμένεται να φθάσει η ανεργία στα τέλη του 2014 στην Ευρωζώνη, ενώ οι νέοι θα συνεχίσουν να πλήττονται περισσότερο. Στην έκθεση, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει τις «σημαντικές και διευρυνόμενες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών» μελών του Οργανισμού. Ενώ η ανεργία αναμένεται να φθάσει ή ακόμη και να είναι υψηλότερη από 28% σε Ισπανία και Ελλάδα, τις χώρες που πλήττονται περισσότερο, στη Γερμανία, αντιθέτως, το ποσοστό ενδέχεται να μειωθεί ακόμη και κάτω του 5%.

Ακόμη στην ίδια ανακοίνωση ο Άνχελ Γκουρία, γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, σημείωσε σύμφωνα με ανακοίνωση Τύπου του οργανισμού:  «Οι κοινωνικές πληγές που προκάλεσε η κρίση πολύ απέχουν από το να επουλωθούν. Πολυάριθμες χώρες μέλη μας είναι πάντοτε αντιμέτωπες με ένα αυξημένο και επίμονο ποσοστό ανεργίας, ιδίως μεταξύ των νέων».  Ο ΟΟΣΑ σημείωσε επίσης ότι το ποσοστό της ανεργίας των νέων συνεχίζει να βρίσκεται σε ένα«επίπεδο δίχως προηγούμενο» σε πολυάριθμες χώρες, αρχής γενομένης από αυτές της νότιας Ευρώπης: πάνω από 60% στην Ελλάδα, 55% στην Ισπανία, περί το 40% στην Ιταλία και στην Πορτογαλία.

 

Το ερώτημα που τίθεται για την Ελλάδα είναι αν δύναται να υπάρξει μια διακομματική συμφωνία για την υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος (στο ποσοστό που της αναλογεί από τα 6 δις ευρώ), χωρίς αυτό να αποτελέσει σημείο μικροκομματικών συμφερόντων και προέκταση του «πελατειακού» κράτους. Μιας και πρόκειται για κονδύλια αρκετών δις ευρώ, σε μια χώρα με ανεργία των νέων πάνω από το 50%, που αγγίζει και το 60%. Επιπλέον όπως προκύπτει η εφαρμογή του μέτρου αυτού δεν θα είναι παρά ημίμετρο αν δεν συνδυαστεί με άλλα μέτρα στο πλαίσιο εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού προγράμματος κατά της ανεργίας με σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα. Παρακάτω παρουσιάζονται σχετικές προτάσεις εξομάλυνσης.

-ΤΕΛΙΚΑ ΠΡΟΣΦΟΡΟ ΜΕΤΡΟ ;

Μια στείρα ρύθμιση περί μείωσης του κατώτατου μισθού των νέων, χωρίς συνδυαστικά μέτρα δεν μπορεί να βρει τεκμηρίωση στην θεωρία του πρόσφορου μέτρου για ένα θεμιτό σκοπό, που αποτελεί βασικό κανόνα και θεωρία του κοινοτικού δικαίου.

Eδώ αξίζει να αναφερθεί ότι παρ’ ότι έχει καταγραφεί στο Ευρωβαρόμετρο11 σε έρευνα του Ιουνίου 2012 με θέμα οι Ευρωπαίοι 2 χρόνια πριν τις Ευρωεκλογές, σε ερώτημα ποια θα πρέπει να είναι η προτεραιότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρώτη αναδείχθηκε η καταπολέμηση της ανεργίας όπου οι Έλληνες ερωτώμενοι απάντησαν 78% και ο μέσος όρος της έρευνας ήταν 72%.

Από αυτό συνάγεται ότι σίγουρα είναι κοινή συνείδηση της κοινωνίας και άμεση προτροπή προς την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία η κατεύθυνση των επιλογών τους να έχει ως κύριο μέλημα την καταπολέμηση της ανεργίας άρα καλύπτεται το ζητούμενο ενός θεμιτού στόχου.

Κατά την κρίση της, εκεί στέκεται και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας όταν με ανακοίνωσή12 της μέσω της τριμερούς Επιτροπής Συνδικαλιστικής Ελευθερίας, το ανώτατο ελεγκτικό όργανο της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO), τον Οκτώβριο του 2012 αναγνώρισε πλήρως το κρίσιμο και δυσχερές οικονομικό περιβάλλον της χώρας με την αλματώδη ανεργία και κάνοντας λόγο πως ακόμα και να γίνουν δεκτές οι μειώσεις στους μισθούς των νέων αυτές δεν μπορεί να είναι πέραν του μεσοπρόθεσμου προγράμματος.

Η Επιτροπή ζητά επίσης την αναθεώρηση των μέτρων αυτών όπως αναφέρεται στα συμπεράσματα από τον έλεγχο της προσφυγής της ΓΣΕΕ13 κατά των μνημονιακών μέτρων που επιβλήθηκαν σε βάρος των εργαζομένων, από τον Ιανουάριο του 2010 έως και σήμερα. Στο ογκώδες κείμενο συμπερασμάτων της, που αφορούν στην εξέταση των καταγγελιών για την κατάφωρη παραβίαση των θεμελιωδών Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας 87 (προστασία της συνδικαλιστικής ελευθερίας) και 98 (προστασία των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων), διατυπώνονται βαρύνουσες επισημάνσεις για την απαράδεκτη κατάσταση των συνδικαλιστικών ελευθεριών στην Ελλάδα.

Εδώ λοιπόν θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα του πρόσφορου μέτρου πολύ προσεχτικά, διότι ναι μεν είναι μέτρο ενίσχυσης ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας το φθηνό εργατικό δυναμικό προς επίτευξη ξένων επενδύσεων και εξαγώγιμων προϊόντων, όμως σε συνάρτηση με την εσωτερική πραγματική οικονομία και την καταναλωτική δυναμική των εισοδημάτων, είναι ο πιο ουσιαστικός τρόπος για να εξεταστεί. Διότι πέραν του μισθολογικού κόστους υπάρχουν πολλοί ακόμα παράγοντες για την ενίσχυση της οικονομίας και μάλλον δεν είναι ο βασικός το εργασιακό κόστος.

Επίσης δεν έχουν υπάρξει ανάλογες ρυθμίσεις στο παρελθόν στην Ελλάδα, ούτε έχει υιοθετηθεί μια τέτοια πολιτική από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Κοινοβούλιο, ώστε να υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σύγκρισης για την επιτυχία ή μη ενός τέτοιου μέτρου, σε χώρες της Ευρωζώνης. Το μόνο στοιχείο είναι ό,τι προκύπτει από τις εκθέσεις και τις αναλύσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου όπως η πρόσφατη14   8/2/2013, αναφορικά με την συνδρομή του Ταμείου για συμβουλές σχετικά με το κόστος εργασίας.

Εκεί γίνεται αναφορά των μέτρων που έχουν προταθεί και εφαρμόζονται στην Ελλάδα με στόχο τα προϊόντα να γίνουν ανταγωνιστικότερα σε συνάρτηση και με τα κοντινά σε αυτήν σε ανταγωνιστικότητα κράτη. Και σε αυτή την έκθεση όμως, τονίζεται ότι μόνον η μείωση αυτή, δεν είναι λύση, αλλά χρειάζεται συνδυασμός πολιτικών όπως άνοιγμα επαγγελμάτων, μείωση γραφειοκρατίας κλπ.

Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΜΕΤΑ ΤΟ 2017

 

 

Σε νεότερο νόμο που ψηφίστηκε από τη Βουλή από την 1/1/2017 και έπειτα, θα ξεκινά το τελευταίο δεκαήμερο του Φλεβάρη κάθε έτους η διαδικασία με την οποία θα ορίζεται το ύψος του κατώτατου μισθού. Η διαδικασία θα ολοκληρώνεται το τελευταίο 15νθήμετο του Ιουνίου (Κεφάλαιο ΣΤ’ – άρθρο 103). Κατόπιν, τα αποτελέσματα από τη διαβούλευση θα δίδονται στον εκάστοτε υπουργό Εργασίας, ο οποίος θα την πηγαίνει στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο και θα αποφασίζει για το ύψος του κατώτερου μισθού, μετά την εισήγηση του υπουργού.

Το ουσιώδες της νέας ρύθμισης βρίσκεται στην παράγραφο 2, άρθρου 103, σύμφωνα με την οποία ο υπουργός θα αποφασίζει για τον κατώτερο μισθό ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της χώρας: «Το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και νομοθετημένου ημερομισθίου θα πρέπει να καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών, και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών». Ας δούμε πιο συγκεκριμένα την νέα νομοθετική ρύθμιση:

 

Άρθρο 103

Διατάξεις για τον κατώτατο μισθό

 

  1. 1.   α. Έπειτα από διαβούλευση, που διεξάγεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα, ορίζεται ο νομοθετημένος κατώτατος μισθός και το νομοθετημένο κατώτατο ημερομίσθιο, για πλήρη απασχόληση, ήτοι μηνιαίος μισθός για εργασία 25 ημερών μηνιαίως και ημερομίσθιο για εργασία 8 ωρών ημερησίως, για τους υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες όλης της χώρας, των οποίων η αμοιβή δεν ρυθμίζεται από συλλογική σύμβαση εργασίας.

β. Ατομικές συμβάσεις εργασίας και συλλογικές συμβάσεις εργασίας κάθε είδους δεν επιτρέπεται να ορίζουν μηνιαίες τακτικές αποδοχές ή ημερομίσθιο πλήρους απασχόλησης, υπολειπόμενες από το νομοθετικώς καθορισμένο κατώτατο μισθό και ημερομίσθιο ή της αντίστοιχης προκύπτουσας αναλογίας για τις συμβάσεις μερικής απασχόλησης.

 

  1. 2.   Η νέα διαδικασία – μηχανισμός διαμόρφωσης νομοθετικώς καθορισμένου νόμιμου κατώτατου μισθού και κατώτατου ημερομισθίου για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας τίθεται σε ισχύ μετά τα προγράμματα Δημοσιονομικής Προσαρμογής, δηλαδή όχι πριν από την 1.1.2017.

 

  1. 3.   Το ύψος του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και νομοθετημένου ημερομισθίου θα πρέπει να καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών, και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών.

 

  1. 4.   α. Για τον ορισμό του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και νομοθετημένου κατώτατου ημερομισθίου διεξάγεται διαβούλευση μεταξύ των κοινωνικών εταίρων και της Κυβέρνησης με την τεχνική και επιστημονική υποστήριξη, εξειδικευμένων επιστημονικών, ερευνητικών και συναφών φορέων και εμπειρογνωμόνων, σε θέματα οικονομίας και ιδίως οικονομίας της εργασίας, κοινωνικής πολιτικής καθώς και εργασιακών σχέσεων και το συντονισμό από επιτροπή, που ορίζεται στην  παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου.

β. Οι κοινωνικοί εταίροι που μετέχουν στη  διαβούλευση είναι:

αα) εκ μέρους των εργαζομένων όλης της χώρας η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ) και λοιπές δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές που εκπροσωπούν εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα σε εθνικό επίπεδο και προτείνονται από τη ΓΣΕΕ ή καλούνται από την Επιτροπή Συντονισμού της διαβούλευσης,

ββ) εκ μέρους των οργανώσεων των εργοδοτών ευρείας εκπροσώπησης εργοδοτικές οργανώσεις, μεταξύ των οποίων, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.), η Εθνική Συνομοσπονδία  Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.), ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (Σ.Ε.Τ.Ε.), και λοιπές εργοδοτικές οργανώσεις που προτείνονται από αυτούς ή καλούνται από την Επιτροπή Συντονισμού της διαβούλευσης.

 

  1. 5.   α. Η διαβούλευση συντονίζεται από τριμελή Επιτροπή αποτελούμενη από τον Πρόεδρο του Ο.ΜΕ.Δ., ως Πρόεδρο, ένα πρόσωπο κύρους ως εκπρόσωπο του Υπουργού Οικονομικών και ένα πρόσωπο κύρους ως εκπρόσωπο του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, με τη γραμματειακή υποστήριξη των υπηρεσιών  του Ο.ΜΕ.Δ.

β. Έργο  της Επιτροπής Συντονισμού της διαβούλευσης είναι :

αα) η αποστολή έγγραφης πρόσκλησης εντός του τελευταίου δεκαημέρου του Φεβρουαρίου κάθε έτους προς εξειδικευμένους επιστημονικούς ερευνητικούς και λοιπούς φορείς, μεταξύ των οποίων, η Τράπεζα Ελλάδος, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ), το Ινστιτούτο ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ, το Ινστιτούτο Βιομηχανικών και Οικονομικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), το Ινστιτούτο του ΣΕΤΕ (ΙΝΣΕΤΕ), το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ), να συντάξουν έκθεση προς υποβολή έως την 31η Μαρτίου κάθε έτους, για την αξιολόγηση του ισχύοντος νομοθετημένου κατωτάτου μισθού και ημερομισθίου με  εκτιμήσεις για την προσαρμογή τους στις επίκαιρες οικονομικές συνθήκες λαμβάνοντας υπόψη τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του  παρόντος,

ββ) ο σχηματισμός φακέλου με τις ανωτέρω εκθέσεις των  εξειδικευμένων επιστημονικών και ερευνητικών φορέων και των παραγόντων διαφοροποίησης του κατωτάτου μισθού και ημερομισθίου και αποστολή αυτού προς τους εκπροσώπους των κοινωνικών εταίρων  της παραγράφου 4 του παρόντος, για την έκφραση της γνώμης τους, με υποβολή υπομνήματος και της κατά την κρίση τους τεκμηρίωσης για την  αναπροσαρμογή του ισχύοντος νομοθετημένου  κατωτάτου μισθού και ημερομισθίου,

γγ) η διαβίβαση του υπομνήματος και της τεκμηρίωσης κάθε διαβουλευόμενου προς τους λοιπούς εκπροσώπους των κοινωνικών εταίρων της παραγράφου 4 του παρόντος, με πρόσκληση για προφορική διαβούλευση, το αργότερο μέχρι την 15η  Απριλίου κάθε έτους σε σχέση με την τυχόν αναπροσαρμογή του εκάστοτε ισχύοντος νομοθετημένου  κατωτάτου μισθού και ημερομισθίου,

δδ) η διαβίβαση όλων των υπομνημάτων και της τεκμηρίωσης των διαβουλευομένων της παραγράφου 4 του παρόντος,  καθώς και η έκθεση των εξειδικευμένων επιστημονικών, ερευνητικών φορέων υπό του α) ανωτέρω εδαφίου, το αργότερο μέχρι την 30η Απριλίου κάθε έτους, στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), προς σύνταξη από αυτό του Σχεδίου Πορίσματος Διαβούλευσης, σε συνεργασία με επιτροπή αποτελούμενη από πέντε (5) ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες σε θέματα οικονομίας και κυρίως οικονομίας της εργασίας, κοινωνικής πολιτικής καθώς και εργασιακών σχέσεων, που ορίζονται δύο (2) από αυτούς από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, δύο (2) από τον Υπουργό Οικονομικών και ένας (1) από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, με κοινή απόφασή τους. Ο ορισμός τους έχει διάρκεια τρία (3) έτη. Το Σχέδιο Πορίσματος Διαβούλευσης σχετικά με τις δυνατότητες προσαρμογής του νομοθετημένου κατώτατου μισθού και νομοθετημένου ημερομισθίου θα πρέπει να περιέχει ιδίως τη συστηματική καταγραφή των προτάσεων των διαβουλευομένων κοινωνικών εταίρων, τα σημεία συμφωνίας τους, τεκμηρίωση ως προς την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και της αγοράς εργασίας και τους παράγοντες που επιδρούν στο καθορισμό του προτεινόμενου νομοθετημένου κατωτάτου μισθού και ημερομισθίου. Η γνώμη που θα διατυπώνεται στο Σχέδιο Πορίσματος Διαβούλευσης, μπορεί να αποκλίνει ή/και να διαφοροποιείται από τις εκθέσεις που υποβάλλονται από τους λοιπούς φορείς του εδαφίου αα) της παρούσας παραγράφου,

εε) το Σχέδιο του Πορίσματος Διαβούλευσης ολοκληρώνεται το αργότερο μέχρι την 31η Μαΐου  κάθε έτους και διαβιβάζεται αμελλητί στην Επιτροπή Συντονισμού της διαβούλευσης, που ορίζεται ανωτέρω στην παράγραφο 5α του παρόντος, προς διαπίστωση της ολοκλήρωσης της διαδικασίας, και

στστ) το Σχέδιο του Πορίσματος Διαβούλευσης υποβάλλεται στον Υπουργό  Οικονομικών και τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.

 

  1. 6.   Το Σχέδιο του Πορίσματος Διαβούλευσης καθώς και όλες οι εκθέσεις, τα υπομνήματα και κάθε άλλο σχετικό έγγραφο τεκμηρίωσης που αφορά την ανωτέρω διαδικασία δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Αφάλισης και Πρόνοιας.

 

  1. 7.   α. Εντός του τελευταίου δεκαπενθημέρου του μηνός Ιουνίου κάθε έτους ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας εισηγείται στο Υπουργικό Συμβούλιο, τον κατώτατο μισθό υπαλλήλων και το κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών, λαμβάνοντας υπόψη το Πόρισμα Διαβούλευσης, όπως αυτό υποβλήθηκε και συντάχθηκε κατά την ανωτέρω διαδικασία. 

β. Ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας εκδίδει απόφαση καθορισμού του κατωτάτου μισθού για τους υπαλλήλους και του κατωτάτου ημερομισθίου για τους εργατοτεχνίτες, μετά από την σύμφωνη γνώμη του Υπουργικού Συμβουλίου.

 

Η παραπάνω ρύθμιση θα ισχύει από το 2017 και ύστερα μιας και τότε λήγουν τα προγράμματα προσαρμογής σύμφωνα με τα Μνημόνια, αυτό όμως δε σημαίνει απαραίτητα και την κατάργηση της μισθολογικής διαφοροποίησης για τους νέους κάτω των 25 ετών. Aν και ορίζεται ότι ο κατώτατος μισθός θα ισχύει για όλους τους εργαζόμενους που δεν καλύπτοναι από συλλογική σύμβαση εργασίας, ταυτόχρονα δεν αναφέρεται η κατάργηση της Π.Υ.Σ. 6/28-2-2012, όπου εφαρμόζει τις μισθολογικές διαφοροποιήσεις για τους νέους.  Είτε πρόκειται για απλή παράλειψη είτε για ηθελημένη μη αναφορά, η Π.Υ.Σ. ισχύει μέχρι να καταργηθεί.

Με τον νέο τρόπο καθορισμού του Κατώτατου Μισθού από το 2017 και έπειτα μπορεί να ειπωθεί ότι δεν αμβλύνεται το γεγονός της κρατικής παρέμβασης στην διαβούλευση των μερών, εργοδοτών και εργαζομένων. Αν και προβλέπεται ότι θα προηγείται διαβούλευση με την συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και εκπροσώπων των Υπουργείων Οικονομικών και Εργασίας, αυτή δεν θα είναι δεσμευτική μιας και για τον καθορισμό του μισθού θα λαμβάνεται υπόψη η ευρύτερη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

Στην πράξη αυτό σημαίνει πως και πάλι καταστρατηγούνται συνταγματικές διατάξεις, μιας και η ρύθμιση θα μπορούσε να δίνει στον Υπουργό Εργασίας τη δυνατότητα να επικυρώνει απλώς την απόφαση της Διαβούλευσης των μερών και μόνον εάν αυτή οδηγεί σε αμοιβές κάτω του ορίου φτώχειας ή ενάντια στην προστασία του βιοτικού επιπέδου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Αν και στο άρθρο του νόμου περιγράφεται αναλυτικά η λειτουργία της Διαβούλευσης και εν προκειμένω αυτή κινείται σε σωστή κατεύθυνση μιας και βοηθά τα μέρη να έχουν μια αρκετά καλή συνεννόηση, στην πράξη την καθιστά ουσιαστικά ανίσχυρη αφού δεν της δίνει το δεσμευτικό χαρακτήρα της σύμφωνης γνώμης, αλλά της απλής γνώμης. Ο Υπουργός καλείται να ακούσει την απόφαση των μερών και το αποτέλεσμα της Διαβούλευσης να το λάβει υπόψη, δηλαδή απλά να δηλώσει πως το προσμέτρησε στην πρότασή του προς το Υπουργικό Συμβούλιο. Δεν προκύπτει από κάπου ότι η απόφασή του εξαρτά την νομιμότητά της από το περιεχόμενο του αποτελέσματος της Διαβούλευσης και αν αυτό υφίσταται εντός της πρότασής του.

Επιπλέον στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται η δεσμευτική προσαρμογή της απόφασης για τον κατώτατο μισθό λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών, και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών.

Αυτό στην πράξη σημαίνει πως η δέσμευση του Υπουργού έχει εφαρμογή μόνον ως προς τις επιταγές της εκάστοτε ασκούμενης οικονομικής κυβερνητικής πολιτικής και την άμεση συσχέτιση του μισθολογικού κόστους με το ποσοστό ανεργίας. Εδώ περιγράφεται εμμέσως η δυνατότητα να αποφασίζεται ανά έτος η μισθολογική διάκριση για τους νέους, ένεκα του ποσοστού ανεργίας στην ηλικιακή αυτή ομάδα.

Η αιτιολογική έκθεση (βλ. αναλυτικά στο παράρτημα) της νομοθετικής αυτής ρύθμισης παρουσιάζει ως προσαρμογή της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή πρακτική καθορισμού του κατώτατου μισθού και πως αποτελεί μια μεγάλη ευκαιρία ενίσχυσης του διαλόγου μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών «το νέο σύστημα υποστηρίζει ουσιαστικά την ωρίμανση και την ποιοτική αναβάθμιση του κοινωνικού διαλόγου στη χώρα μας, προωθώντας την αναζήτηση συναινετικών συγκλίσεων σε ένα πλαίσιο υπευθυνότητας, εθνικής συναίσθησης και συνεκτίμησης των πραγματικών δεδομένων της αγοράς εργασίας, της παραγωγής και της οικονομίας», αναφέρεται χαρακτηριστικά.

Στην πράξη αυτό σημαίνει πως και πάλι καταστρατηγούνται συνταγματικές διατάξεις, μιας και η ρύθμιση θα μπορούσε να δίνει στον Υπουργό Εργασίας τη δυνατότητα να επικυρώνει απλώς την απόφαση της Διαβούλευσης των μερών και μόνον εάν αυτή οδηγεί σε αμοιβές κάτω του ορίου φτώχειας ή ενάντια στην

προστασία του βιοτικού επιπέδου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, να παρεμβαίνει υπέρ των εργαζομένων. Εξάλλου εάν πράγματι ήθελε ο νομοθέτης την προώθηση συγκλίσεων και υπευθυνότητας για την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας γενικότερα και των εργαζομένων, θα καθιστούσε το αποτέλεσμα της διαβούλευσης, πλήρως δεσμευτικό και μη εξαρτόμενο από τη «γενικότερη συγκυρία και δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας».

 

Άρα με την έλευση του 2017 το νομοθετικό καθεστώς του κατώτατου μισθού και επιπλέον η διαφοροποίηση για τους νέους, απλώς επιφέρει αλλαγές στον τρόπο και όχι στο αποτέλεσμα που όπως τεκμηριώθηκε δεν απέχει από την παρούσα ρύθμιση εντός του πλαισίου εφαρμογής των Μνημονίων. Η νέα ρύθμιση έχει πιθανότητες να είναι πιο ευνοϊκή για τους εργαζόμενους αν οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας, το ποσοστό του δημοσίου χρέους και η ύπαρξη επενδύσεων υφίστανται σε τέτοιο υψηλό επίπεδο όπου το αποτέλεσμα της διαβούλευσης των μερών να είναι τέτοιο και η ευρύτερη κοινωνικοπολιτική κατάσταση τέτοια που να μην αφήνει πολλά περιθώρια για παρέκλιση στον εκάστοτε Υπουργό.

Κατά την κρίση μου κάτι τέτοιο είναι γενικό και αόριστο και επίσης η νομοθετική ρύθμιση για έναν κατώτατο μισθό έχει τη λογική της προστασίας των εργαζομένων και των ατομικών τους δικαιωμάτων για μια αξιοπρεπή διαβίωση. Αυτό είναι το πρώτο τη τάξει της σειράς κριτηρίων για τη διαμόρφωσή του και αυτό λαμβανόταν υπόψη πρωτίστως όταν καθοριζόταν μέσω συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Αυτή θα πρέπει να είναι και η λογική που θα διαπνέει μια ρύθμιση για την κατοχύρωση με υπουργική απόφαση και δευτερευόντως οι ευρύτεροι οικονομικοί δείκτες.

Η  πρόταση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα-μέλος της Ε.Ε. και της ζώνης του Ευρώ, καθώς επίσης δεν είναι μια πτωχευμένη χώρα, η οποία συνεχίζει και εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος της


1          Ν.4046/2012 σχετικά με την Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας. ΦΕΚ Α’,  28, 14-2-2012.

 

2          Νόμος 4093/2012 “Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013.2016 . Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013.2016.” ΦΕΚ Α΄ 222/12-11-2012.

3          ΕΛ.ΣΤΑΤ. ∆ΕΛΤΙΟ  ΤΥΠΟΥ – ΕΡΕΥΝΑ ΕΙΣΟ∆ΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ∆ΙΑΒΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΩΝ 2010 – Κίνδυνος φτώχειας,  Πειραιάς, 3 / 1/ 2012 

4             Το Σύνταγμα της Ελλάδας,1975/86/01/08

5          Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. (2000/C 364/01), Νίκαια 7/12/2000

6          Υπόθεση C-388/07, Age Concern England, ΔΕΚ. 5-5-2009,

 

7          Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης: Υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης στο Τορίνο στις 18 Οκτωβρίου 1961

            Έναρξη ισχύος : 26 Φεβρουαρίου 1965 σύμφωνα με το άρθρο 35, κυρώθηκε με το Ν. 1426 της 20/21 Μαρτίου 1984 : Για την κύρωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (ΦΕΚ 32, τ. Α΄)

 

8          Προσφυγές από τη ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ και την ΑΔΕΔΥ κατά της Ελλάδας ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κοινωνικών Δικαιωμάτων, οι υπ’ αριθμ. 65/2011 και 66/2011, οι οποίες κρίθηκαν παραδεκτές από την Επιτροπή.

 

9          Δελτίο Τύπου – Απασχόληση: Η Επιτροπή προτείνει κανόνες με στόχο την υλοποίηση της πρωτοβουλίας για την απασχόληση των νέων, Βρυξέλλες 12/03/2013

1

10  Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με εγγυήσεις για τη νεολαία, Στρασβούργο 16/1/2013

           

1          1 Ευρωβαρόµετρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EB/PE 77.4) Οι Ευρωπαίοι, δύο χρόνια πριν τις ευρωπαϊκές εκλογές του 2014 ,καθώς και,

             Κρίση και Διακυβέρνηση, Μάρτιος 2012

1          2  Απόφαση της ΔΟΕ επί της προσφυγής της ΓΣΕΕ  (σελίδες 223-274, παράγραφοι 784-1024), 316th Session, Γενεύη, 1–16 Nοεμβρίου 2012

1          3    ΓΣΕΕ, Δελτία Τύπου – H Διεθνής Οργάνωση Εργασίας κρίνει παράνομα

            τα μνημονιακά εργασιακά μέτρα, 16/11/2012

1          4  The IMF’s Advice on Labor Market Issues – Tο ΔΝΤ για την αγορά εργασίας, 8/2/2013

—————————————————————————————————————————–

Mathematics and Formalism in Economic Discourse: A Potted Intellectual History with Some Partial Explanation

 

Dimitris Milonakis

University of Crete

 

(Second draft, September 2013)

In an article by Stigler et al (1995) which studied the use of mathematics in four leading economics journals, it was found articles using neither diagrams nor algebra decreased form 95% in 1892 to an astonishing 5,3% in 1990.[1] In another study by Klamer and Colander (1990) of the five most distinguished doctoral programs in economics in American universities, based on questionnaires given to Ph.D. candidates to answer, and on interviews given by the same candidates, one of the conclusions was stunning. Of those questioned only 3,4 % thought that knowledge about the real economy was very important for success in the doctorate program, while 57% thought that excellence in mathematics was very important. In other words, the students thought that knowledge of techniques and not of the real economy was the basic prerequisite for success in their doctorate programs. How did this state of affairs come about?

Excessive mathematisation and formalisation of economic science has been one of the most important, if not the most important, feature of the development of economic science in the later part of the twentieth century. So pervasive is the penetration of mathematical reasoning into economic discourse that this process was described as the “formalist revolution” by Benjamin Ward in 1972 and this term then adopted by Terence Hutchison (2000) and popularised by Mark Blaug (1999, 2002). Following the recent global economic crisis, including but not confined to the presumed culpability of mathematical modeling of financial markets, increasing number of people, including many leading practitioners of mathematical modeling, have added their voices against this tendency which is considered as driving economics away from real world problems towards proving mathematical theorems. So what were the causes behind this excessive mathematisation of economic science? Why did it happen to such an extent in economics and not in all other social sciences? Why did it happen when it did (i.e. in the second part of the twentieth century)? And is this process reversible? These are some of the questions I try to explore in this paper.

To do so, it is essential to begin with an understanding of the causes and processes that led to this increasingly dominant phenomenon. Scholarship over the last three decades, including Ingrao and Israel (1990), Mirowski (1989, 2002), Weintraub (1985, 2002), Morgan and Rutherford (eds) (1998) has helped in shedding light on some of the factors involved, having set new standards in economic historiography. Although, thanks to these and other works, we are now in a much better position to understand the phenomena of formalisation and mathematisation of economic science, more research is definitely in order to uncover fully what was, and remains, involved. Some accounts tend to rely heavily on one or two factors alone. Most prominent is “the enormous, often uncritical, awe of mathematics in Western Culture” (Lawson, 2003, p. 248); and for (Ingrao and Israel, 1990, p. 34), “The historiography of philosophical thought has long identified the ‘mathematisation’ of the social sciences as one of the major themes of contemporary culture generated and molded in the rich melting plot of the Enlightenment”. So pronounced is this tendency of “awe” that it has led one leading critic to describe it as a form of ideology (Lawson, 2012, pp. 11, 16). Lawson (2003, ch. 10), then, following Ingrao and Israel, identifies  the role mathematics in Western Culture, as one of the basic determining factors in the process of the mathematisation of economics. This account although shedding important light to one of the intellectual factors involved, leaves some important questions unanswered. If the importance of mathematics in Western Culture is the basic causal factor, why, for example, did this formalisation process only take place to such an extent after the Second World War? And why has it only come to dominate economics and not other social sciences such as sociology, anthropology and politics (although especially in the latter it has made some important headway)? Lawson (2003, pp. 250-9) attempts to answer the question of why the mathematisation process took off when it did through a natural selection evolutionary process together with a distinctive environmental shift which was favourable to the adoption mathematical methods in economic discourse. This still leaves the question of why, despite this “awe” of mathematics, the latter had to wait for about one and a half century after the publication of Adam Smith’s Wealth of Nations before it conquered economics and is still waiting for the full colonisation of other social sciences?.

The processes of mathematisation and formalisation of economics are complicated, involving social (including power), economic, intellectual, ideological and institutional factors, and so simple mono-causal explanations are inadequate. To do justice to these multi-causal phenomena, and not to leave the above questions unanswered, all these factors have to be brought to bear by showing explicitly how each of them has had an effect, individually and in combination with the others as well as avoiding a teleology of absence of countervailing factors. In this paper we focus exclusively on the intellectual processes involved offering a rounded synthesis of the literature, while the other (social, ideological and institutional) factors will be examined in future work.

In section 1 we examine the prehistory of the mathematisation process until the 1870s. In it we delineate the role of Newtonianism in the formative years of economics, or political economy as it was known then, as a separate branch of knowledge, and we try to tackle the important question of why all attempts to mathematise economic science utterly failed during this period. This is in fact a question that is left unanswered in the whole literature on the mathematisation of economics which focuses mostly on the evolution of mathematical economics as such. To answer this question, however, one has to look at the broader picture of the evolution of economic science as a whole, something that we attempt to do in this section. In section 2, the first concerted efforts to mathematise economics which took place during and in the aftermath of the marginalist revolution mostly though the works of Jevons and Walras and their followers Edgeworth, Pareto and Fisher through the imitation of the methods of natural sciences (physics and statical mechanics in particular) and which prepared the ground of what was to follow about half a century later. These efforts, however, were met with strong opposition both within neoclassical economics, not least through the dominant figure of Alfred Marshall, but also outside neoclassical economics in the works of American institutionalists and the Historical Schools. Section 3 examines the changes occurring both within economics through its desocialisation and dehistorisisation and in the natural sciences following the crisis in physics with the appearance of relativity theory and quantum mechanics at the turn of the century and Hilbert’s Program in mathematics, which also had an impact on economics.

The 1930s which was probably the most crucial decade in the process of the mathematisation of economics is the subject of section 4. The institutional and intellectual developments that took place during this heated decade, including the formation of Econometric Society and the Cowles Commission in 1930 and 1932 respectively in the U.S.A., and the rediscovery of Walrasian general equilibrium theory both by economists (John Hicks among them) and, importantly and for the first time, by some top mathematicians in Karl Menger’s seminar in Vienna, come under close scrutiny. The ambivalent role of Keyne’s General Theory is also examined. The consolidation of this process in the 1940s through the appearance of two milestones, von Neumann’s and Morgenstern’s Theory of Games and Economic Behaviour (1944) and Paul Samuelson’s Foundations of Economic Analysis (1947), is examined in section 5. In the same section the role of the War through its impact in scientific developments and through that in economics is considered. Section 6 tells the story of the 1950s, the decade that has been identified in the literature as the decade during which the formalist revolution took off the ground. Arrow and Debreu were the two the most important figures in this process, first through their joint proof of the existence of equilibrium in a Walrasian general equilibrium system in 1954 and, second, through Debreu’s book A Theory of Value which appeared in 1959 representing the prime example of mathematical formalism in economics. Section 7 concludes this paper.

1. The Prehistory

The publication of Newton’s Principia Mathematica in 1687 signified the climax of the Scientific Revolution which took place during the fifteenth and seventeenth centuries and included the works of the likes of Kepler, Copernicus, Galileo and others. Both the Scientific Revolution and the birth of economic discourse were children of the same cultural environment, the rise of trade and capitalism and the technological advances in Western Europe during the sixteenth and seventeenth centuries, with the former also feeding into the latter in significant ways. Voltaire was responsible for bringing Newtonianism to France and, by the mid-1750s, the latter was the dominant force in French philosophy, becoming the banner of the French Enlightenment against Cartesianism and Leibnizianism (Schabas and de Marchi, 2003).[2] “Voltaire, in his Letters on England (1733), read Newton’s achievements as the vindication of Baconian method – of science found on experience, not on mathematical deduction” (Porter, 2003, p. 20). France then became “the scene of Newtonianism’s most fruitful developments and greatest triumphs” (Ingrao and Israel, 1990, p. 35). The French Enlightenment has bequeathed upon social sciences, and economic discourse in particular, four major features. [3] First is the idea of the existence of laws governing the social cosmos. Second is rationalism. Third is the concept of harmony and equilibrium. And fourth is the bringing of the individual, emancipated from societal and other fetters, to the fore for the first time in history.

Ever since the publication of Newton’s magnus opus, social scientists have been asking the question: if nature is governed by laws could the same be the same for society? Some have translated this into the following related but different question, “is it possible to apply or adapt the methods of inquiry that have proved so effective in the physicomathematical ‘exact sciences’ to the study of man’s moral, social and economic behaviour?” (Ingrao and Israel, 1990, p. 33). The difference between the two questions, as will be seen, is not semantic and involves very different answers, methods and modes of expression. In particular, to the extent that the question asked was of common laws, the normal mode of expression employed was the narrative discourse, while the latter question of method led invariably to the application of mathematics.

The relationship between economic science and mathematics has been a tormented one. Throughout the so-called classical period and for most of nineteenth century, economics (or political economy as it was then called) was a discursive science. Only after 1870, did it become increasingly a tool-based science through the use of mathematical modeling (Morgan, 2012, ch. 1). One can discern three phases separated by two important ruptures in the process of the mathematisation of economic science (Mirowski, 1991). The first phase can be called the ‘prehistory’ of mathematisation running from the mid-eighteenth century to around 1870 (Morgan, 2012, p. 6). The second phase, which spans the period between the 1870s and the 1930s, was set off by the marginalist revolution, providing the first important rupture when the foundations of mathematisation of economics were laid. The second rupture which took place between 1930-1960 and is associated with the ‘formalist revolution’, gave rise to the third phase which was the take-off phase running to the present. During this last period mathematisation became fully consolidated and model-building became the sine qua non of modern economic science (Mirowski, 1991, Blaug, 1999, 2002, Morgan, 2012). The pinnacle of the last two phases was the Walrasian general equilibrium model first in its original form proposed by Walras himself, and then in its more mathematically formal form by Arrow and Debreu (1954) and Debreu (1959).

In their ground-breaking work on the process of mathematisation of economic science, Ingrao and Israel (1990) focus exclusively on the work of mathematical economists, especially those who somehow dealt with general equilibrium models. According to them, “general equilibrium theory originated and developed in the context of a project put forward in varying forms by different scholars to repeat Newton’s titanic achievement – i.e. the fulfillment of Galileo’s program for a quantitative (mathematical) study of physical processes – in the field of the social sciences” (p. 34). This indeed seems to be the starting point of most, but not all, attempts to apply the mathematical method to economic discourse. However, by opening up the picture to include the development of economic science as a whole, and not of mathematical economics alone, then a very different perspective emerges on developments during the prehistory period of the mathematisation of economic science. It can be broken into two sub-periods, from the mid- to late-eighteenth century, when mathematical reasoning did gain some currency among writers on economic matters, and the period between the end of the eighteenth century and 1870 when mathematical economists failed to make any impact whatsoever. Overall the picture that emerges from this period is one consisting mostly of a systematic failure of mathematically-oriented economists to make any substantial inroads into the dominant economic thinking of the day, i.e. classical political economy. If this is the case, the crucial question to tackle in an attempt to explain the later mathematisation of economics, is why did these earlier attempts fail? This is of crucial importance if one is to avoid teleological arguments based on mathematical awe or otherwise and bring to the fore important factors of resistance to the mathematisation tendency in economics.

To answer this question we need to go back to the beginning of this period. The publication of Newton’s Principia Mathematica in 1687 had an impact both on the Scottish and the French Enlightenment. For Scottish moral philosophers, “moral philosophy was to be transformed into an uncompromising empirical science. That, in any case, was David Hume’s (1711-1776) message when he presented his Treatise on Human Nature (1739-4) as an ‘attempt to introduce the experimental method of reasoning into moral subjects’” (Heilbron, 2003, p. 44). Similarly, as seen already, following the importation of Newtonianism in France, one of the basic questions posed by authors of the French Enlightenment was whether social reality is also governed by laws. Among the first to ask this question was Montesquieu who was interested to see whether it was possible to reduce the multiplicity of social phenomena into a few basic underlying laws based on empirical observation, a theme taken over by the leader of the Physiocratic movement Francois Quesnay (1694-1774) for whom society is governed by laws established by the creator. Montesquieu was also among the first to introduce the concepts of harmony and equilibrium into social discourse, which were then also taken over by Quesnay and the English moral philosophers. The first attempts at introducing mathematical reasoning into economics were conducted in France, the most fertile scene of Newtonianism’s, by members of the Physiocratic movement, be it in the form of Quesnay’s Tableau Economique, which amounts to the first major attempt to represent the economy in terms of quantitative flows of the production and distribution of the national product; or Turgot’s (1727-1781) use of the metaphor of the circulation of blood and his introduction of the concept of market equilibrium which he borrowed from fluids and mechanics; or, last, through Condorcet’s (1743-1794) use of social mathematics and probability calculus in an attempt to collect and systematise empirical data in order to discern patterns and regularities (Ingrao and Israel, 1990, ch. 2, Heilbron, 2003, pp. 43–7).[4]

During the classical era stretching between 1776, the year of the publication of Adam Smith’s Wealth of Nations, and the 1870s, there were several scattered attempts by individual writers to introduce mathematical reasoning into economic discourse.[5] One common characteristic of all these attempts was that they failed to have any impact whatsoever and soon fell into oblivion. So total was this oblivion, that when Jevons and Walras ventured into constructing mathematical models of price determination in the 1870s, they had to (re)invent most of these concepts anew.[6] As Jevons (1957, p. xliii) writes in 1879, “the unfortunate and discouraging aspect of the matter is the complete oblivion into which this part of the literature of Economics has fallen, oblivion so complete that each mathematico-economic writer has been obliged to begin almost de novo. And for Fisher (1925 [1892], p. 109, quoted in Theocharis, 1993, p. viii), “Before Jevons all the many attempts at mathematical treatment fell flat. Every writer suffered complete oblivion until Jevons unearthed their volumes in his bibliography”. Similarly for Robbins (1983, p. xi) “the history of mathematical economics before Cournot must in some respects be regarded as consisting of antiquarian curiosa”, while Theocharis quotes approvingly Robertson’s (1949, p. 535) conclusion that the authors of that period “stand now as more or less isolated figures, who cannot be said to have contributed to a current of thought because there is no discernible flow”. There seems, therefore, to be unanimous agreement among scholars that the mathematical economists before Jevons and Walras failed to make any impact. The interesting question then is to explain why did this happen and what changed in the 1870s when mathematical economics began to gain some currency among economists?

Following the impact of the publication of Adam Smith’s Wealth of Nations in 1776, the search for mathematical laws in the economic and social realms considerably subsided. The same, however, did not apply to the quest for laws governing the social cosmos. To the contrary, the explicitly stated aim of most classical economists was indeed the search for such laws. Hence Ricardo’s aim was to “determine the laws which regulate the distribution … among the three classes of the community namely, the proprietor of land, the owner of the stock of capital … and the labourer”. For Mill “the political economy informs us of the laws which regulate the production, distribution and consumption of wealth”, while Marx’s main concern was “to reveal the laws of motion of modern society” (quoted in Milonakis and Fine, 2009, pp. 13, 21). So, although Newtonianism’s influence is still present in the form of the quest for social laws, the same does not apply to Newton’s, and the physical sciences’ more generally, method. Although there are instances where the classicals used some mathematical reasoning, mostly in the form of numerical examples such as in Malthus’ law of population, or in Ricardo’s demonstration of the laws of distribution in agriculture using farm accounts, or in Marx’s demonstration of the transformation of prices into prices of production in Volume III of Capital, these are all exceptional cases that help to prove the rule. Classical political economists adopted a discursive (conceptual) mode of expression characterised by “long chains of verbal reasoning”, and “argued in terms of principles and laws, not models … For them, the economy was governed by laws, general and strict, just as the natural world was, and the task of the economist was to discover, or postulate, those laws taking into account of the evidence of the day and of history” (Morgan, 2012, pp. 45-6 and ch.2). Why was this the case, and why did these laws not take the form of mathematical laws?

First, in the late eighteenth century the intellectual atmosphere was changing making it less conducive to the use of mathematical tools outside the natural sciences. This was reflected in the doubts expressed first by the ideologues concerning the use of the physico-mathematical method in the social sciences by the Physiocrats, then by pioneers of the emerging new social science, especially Auguste Comte,[7] and by members of the classical school of political economy such as Say who were thoroughly against the use of mathematics in social science (Ingrao and Israel, 1990, pp. 54-60). Second, this was the era of what Isaiah Berlin, following William Berrett, has described as Counter-Enlightenment which he associates mostly with the rise of German Romanticism, which substitutes emotions for Enlightenment’s rationalism, and is associated with relativism, anti-rationalism and organicism.[8]

Third, unlike their mathematical counterparts who were mostly trained in the natural sciences, most classical economists, with the exception of Ricardo who was a broker, were either philosophers themselves or had some (initial) training in philosophy: Adam Smith was a moral philosopher, Malthus studied mathematics and natural philosophy, Mill was trained in both political economy and philosophy; and Marx studied law and wrote his doctoral thesis on the philosophy of Epicurus. Fourth, writing either during the course of the industrial revolution or in its immediate aftermath, they were mainly concerned with issues of long-term development and growth. Fifth, and derivative upon the second, they were interested in issues of economic policy and reform (revolution even). Sixth, their focus of attention was the (capitalist) economy which they treated as a dynamic system and which they conceived in its wider social and historical context. Hence social relations and historical processes featured prominently in their analysis.[9] Directly related to this is their relative priority in qualitative over quantitative analysis. Although quantitative questions in the form of Smith’s and Ricardo’s focus on wages and price of corn or the quantitative aspects of the labour theory of value, are never absent from classical writers, these are at most narrower applications of their qualitative analysis. In effect what most classical political economists sought was the construction of a unified social science in their attempt to explain the workings of the (capitalist) economy. Social relations and historical processes, however, are notoriously difficult to analyse mathematically, as are issues of long-term dynamics and growth in a historical and social setting. The same applies to issues of economic policy which require normative analysis (Milonakis and Fine, 2009, ch. 2). Granted all these features, it was natural that classical economists eschewed mathematical reasoning since it was simply unsuitable for the grander purposes at hand. For the same reasons those who strove to mathematise political economy during this period failed utterly in their task.

2. The First Rupture

With this situation during the classical epoch, what changed in the latter part of the nineteenth century to bring about the first self-confident, and relatively successful, attempts to mathematise economic science, first taking shape in the writings of Jevons (1835-1882) and Walras (1834-1910)?[10] First note that classical political economy had been in deep crisis from roughly 1850 and under continuous attack from many different quarters and theoretical view points such as the German Historical School, Karl Marx and then the marginalists. Second, one common characteristic of most mathematical economists examined so far is that they were typically trained in some natural science or other.[11] This same attribute is shared by most of the crusaders of new economic thinking who wrote in the marginalist tradition. Of the two pioneers, Jevons studied natural sciences (chiefly chemistry and botany) and moral sciences, and Walras engineering, which, however, he abandoned to devote his time to the study of philosophy, history, literary criticism political economy and social sciences. What is new with them is that first, although they wrote separately, their writings coincided in time, and, second, that they managed to attract followers including the likes of Edgeworth (1847-1926) and Pareto (1848-1923) in Europe, and Fisher (1867-1947) in America. Of the latter Edgeworth was trained in mathematics and statistics, Pareto studied physics and mathematics (although he also had a background in social sciences), and Fisher studied physics and mathematics. Pareto replaced Walras in his Chair at the University of Lausanne, thus forming between them what came to be known as the Lausanne School also, symbolically, known as the Mathematical School, whose central feature was inevitably Walrasian general equilibrium theory.

Third, another novel element is that this is the first time that the transformation of economics into a mathematical science on a par with natural sciences becomes a programmatic aim. This involves the strict separation of positive analysis from normative analysis, with the latter being preserved for other branches of knowledge such as applied sciences, moral sciences and arts. “The distinguishing characteristic of a science” says Walras (1954, p. 52), “is the complete indifference to consequences, good or bad, with which it carries on the pursuit of pure truth”. This contrasts with applied economics which deals with questions of social wealth and individual well-being, and social economics (a moral science or ethics) which deals with questions of property, justice and distribution (pp. 60, 76-80, see also Milonakis and Fine, pp. 94-5). So Walras excludes questions of wealth, well-being, property, justice and distribution from the work of an economic scientist or, in other words, the sum total of the questions focused upon by classical political economists. The change could not be more dramatic in this respect.

This is also the first time that the three main elements of the French Enlightenment, the (asocial and ahistorical) individual, the concepts of harmony and equilibrium, and the idea that the economic realm is governed laws, are applied with such force and vigour. But now, unlike the classical era, the laws are expressed in mathematical form. Thus for Walras (1954 [1874], pp. 71-2) “[the] pure theory of economics is a science that resembles the physico-mathematical sciences in every respect”. And for Jevons (1957, pp. vii, xxi), “all economics writers must be mathematical so far as they are scientific at all”. As Mirowski (1984, 1989, ch. 5) has shown, the first major rupture in the mathematisation of economics is associated with physics envy expressed chiefly, but not exclusively, through the adoption of the mechanical metaphor of equilibrium concurrently by different authors. Mirowski (1991, p. 147) offers a concise summary on the developments of the era in this respect:

What happened after roughly 1870 was that the analogical barrier to a social mechanics was breached decisively by the influx of a cohort of scientists and engineers trained specifically in physics who conceived their project to be nothing less than becoming the guarantors of the scientific character of political economy: among others this cohort included William Stanley Jevons, Léon Walras, Francis Ysidro Edgeworth, Irving Fisher, Vilfredo Pareto, and a whole host of others. They succeeded where others had failed because they had uniformly become impressed with a single mathematical metaphor that they were all familiar with, that of equilibrium in a field of force. They were all so very taken with this metaphor which equated potential energy with “utility” … that they – sometimes even unaware of each other’s activities – copied the physical mathematics literally term by term and dubbed the result mathematical economics.

Despite the controversy that this thesis has given rise to, it does help to illuminate one, but only one and possibly not the chief, factor involved in this process.[12]

The self-confidence and self-assertiveness of Jevons’ and Walras’ statements above are unmistakable[13] – as is their search for scientific credentials in the form of the mathematical method which was to become the leitmotif of economic science in the latter part of the twentieth century. But why is this the case? What are the specific features of the “new” economic science that rendered it susceptible to mathematical reasoning? First is that economics is now depicted as a quantitative science. According to Jevons (1957, pp. vii, xxi), since economics “deals with quantities, it must be a mathematical science”. This is possible because capitalism is the first economic system where the economy assumes some sort of autonomy from the other spheres of social reality, and where commodity production and market relations become ubiquitous, transforming social relations into quantitative relations between commodities. Second, is the adoption of deduction as the chief method of economic investigation by all the marginalists. Although the application of the deductive method[14] does make the use of mathematics mandatory in any way,[15] it does facilitate the use of mathematics as the two share the same logical structure. According to Debreu (1986, p. 1261),

Deductive reasoning about social phenomena invited the use of mathematics from the first. Among the social sciences, economics was in a privileged position to respond to that invitation, for two of its central concepts, commodity and price, are quantified in a unique manner, as soon as units of measurement are chosen.

Third, the focus of attention now shifts away from issues of development and distribution involving social relations and historical processes taking place in historical time, to the atemporal, static issue of price determination analysed in terms of equilibrium, a concept itself borrowed from static mechanics.[16] Fourth is the shift away from issues of long-term economic and social change and dynamics to (very) short-run individual maximisation and decision making at the margin. But the very notion of a marginal magnitude is a mathematical concept involving differential calculus. Hence mathematical reasoning becomes indispensible to economic theorising. In order to arrive at such a state of affairs it was essential that economics got rid of all “pre-scientific vestiges” such as the social, the historical and the normative element (Milonakis and Fine, 2009, ch. 6).

There is no question then that the marginalist revolution laid the foundations which made the mathematisation of economic science possible: rationality and individual maximisation, equilibrium and marginal analysis, were all tools used, even if not invented, by the early marginalists. It was not, however, until half a century later that the full potential of the mathematisation process – that started as a sort of mini-movement with marginalism, as opposed to simple efforts by individual authors which had hitherto been the case – was realised. Why was this the case and what are the causes of this delay in the forward march of marginalism and of establishing the mathematical mode of expression as the chief tool of economic reasoning?

To begin with, the initial reaction both on the part of fellow political economists but also among some leading mathematicians and physicists of the time was anything but enthusiastic. Walras’ Elements of Pure Economics in particular, which for some was the pinnacle of the marginalist revolution, was initially almost totally ignored by his fellow economists, while the work of early marginalists more generally received a rather cool or even hostile reception by first rate mathematicians and physicists such as Poincaré, Volterra, Bertrand, Levasseur and others for their “abstract schematism and poverty of direct interpretative results” (Ingrao and Israel, 1990, p. 111, also pp. 110-112, 154-173; Mirowski, 1991, pp. 148-9; 1989, pp. 241-250, Lawson, 2003, pp. 269-71 ).[17]

In addition, the first part of the twentieth century was a period of pluralism in economics. Thus in the USA the dominant school of thought was old or American institutionalism with its main representatives being Thorstein Veblen, John Commons and Wesley Mitchell, while in Germany the German Historical School still reigned supreme. What brings those schools together, in addition to their common emphasis on institutions and development, is their common opposition to the marginalist principles and to the use of mathematics in economic discourse (Yonay, 1998, Morgan and Rutherford, 1998, Milonakis and Fine, 2009, chs. 5, 9, 10).

But opposition to the mathematising tendency of marginalist economics also came from within neoclassical economics itself. The third major factor against the forward march of mathematisation was the huge influence of Alfred Marshall’s magnus opus Principles of Economics (1890) which laid the foundations of neoclassical economics for the next half century and became the chief textbook until its replacement by Samuelson’s Economics in 1948. For more than half a century Walras’ mathematical analysis was buried under the rule of Marshallian economics. Although Marshall was a mathematician, his analysis was mostly verbal and diagrammatic and he eschewed the use of mathematics which he relegated to appendices. Indeed, he was explicitly opposed to the use of mathematics as the chief tool in economic discourse. As he wrote in a letter to Arthur Bowley in 1906 (in Whitaker, 1996, vol. 3, p. 130):

But I know I had a growing feeling in the later years of my work at the subject that a good mathematical theorem dealing with economic hypothesis was very unlikely to be good economics: and I went more and more on the rules – (1) use mathematics as a short hand language, rather than as an engine of inquiry. (2) Keep to them till you have done. (3) Translate into English. (4) Then illustrate by examples that are important in real life. (5) Burn the mathematics. (6) If you can’t succeed in four, burn three. This last I did often … I think you should do all you can to prevent people from using mathematics in cases in which the English language is as short as the mathematical.

Granted his own analysis which eschewed the use of mathematics other than as an auxiliary tool, his strong views on the matter and his wide influence in the course of neoclassical economics, it was natural that neoclassical economics under his influence would be more or less mathematically confined. This is evident in some prominent representatives of neoclassicism during this period such as John Bates Clark, Eugen von Böhm Bawerk, Jacob Viner and Frank Knight who were all non-mathematical (Mirowski, 1991 p. 148). “Consequently, earlier claims to have attained definitive scientific status simply by means of mathematical expression had grown vulnerable and hard to justify. Thus, mathematical discourse occupied a tenuous position within economics in the half-century or so after the rise of neoclassical economics” (p. 149).

Be that as it may, Marshall did more than anybody to promote neoclassical economics in his own non-mathematical way. He won a decisive victory over the British Historical School which involved also personal battles in Cambridge against Cunningham, one of the main representatives of the School. This outcome is not without significance for the later forward march of the mathematisation process in economics. Although Marshall himself was not against the use of history in economics,[18] the main corpus of economics he promoted through his partial equilibrium demand and supply analysis and which became the core of neoclassical economics for the next period was both atemporal (static) and ahistorical in character. And the initial marginalisation of the (British) historical economists and their eventual excision from the economics profession, which induced them to becoming the first economic historians proper, further contributed to the exclusion of the historical element from economic discourse, which in turn eased the expanded use of mathematics in economics (Milonakis and Fine, 2009, chs. 6, 7, 8). The fate of historical economics, which paved the way of the neoclassical dominance in the UK to begin with and globally after the Second World War, is described vividly by William Ashley, a leading member and the first president of the newly founded Economic History Society in 1926 (Ashley, 1927, p. 4)

The theoretical economists are ready to keep us economic historians quiet by giving us a little plot of our own; and we humble historians are so thankful for a little undisputed territory that we are inclined to leave the economists to their own devices.

The plot, however, was not to remain undisturbed for long as the emergence of a less than humble cliometrics a couple of generations later, following the formalist revolution of the 1950s, testifies.

3. Preparing the Ground

Despite this decisive victory over the Historical Schools, the neoclassical economics in its dominant Marshallian form of the 1920s was not in good shape. In the U.S.A. and in Germany, it had not managed to challenge the dominance of the institutionalists and the historicists, respectively; in France it had not made any substantial headway, as there was general distrust for the concept of utility; and in the U.K. (especially in Cambridge) it was under increasing attack from those such as Joan Robinson and Pierro Sraffa (Mirowski, 1991, pp. 151-2, Morgan and Rutherford, 1998, Yonay, 1998). But the most devastating blow suffered by neoclassical economics came from the developments in the real economy and especially from the 1929 crash and the Great Depression of the 1930s. For the whole period until the 1929 Wall Street crash, the view that was dominant within neoclassical economics was that markets are efficient, and if left alone they would tend to get back to full employment equilibrium.[19] The result of these beliefs was that, after the 1929 crash, the market was left on its own to cope with the consequences of the crisis. The ensuing deepest crisis and depression of the twentieth century shook the credibility of neoclassical theory and the belief in the self-regulating abilities of the market almost beyond repair. Or so it seemed at the time. Similarly the crisis made plain the total inability of the neoclassical theory of the day to address the phenomenon of the systemic behaviour of the economy given its individualistic approach, let alone to predict the crisis. On top of this were other developments in the real economy such as the rise of large corporations, trade unions and labour law as well as technological dynamism, all of which were outside the purview of neoclassical economics except for Marshall’s analysis beyond the organon.

According to Weintraub (1983, p. 18), at the end of the 1920s beginning of the 1930s “the times were still hostile to mathematical economics”. The Great Depression brought about the rise of fascism in Europe and Nazism in Germany which prepared the ground for the Second World War. At the same time, in the midst of a deep recession and soaring unemployment throughout the developed world, it was natural that the energies of economists should be devoted to the pressing needs of the day and to economic policy rather than high theory, as is reflected in Roosevelt’s New Deal. Be that as it may, and in some respects because of this, the 1930s also witnessed some theoretical developments which shook the edifice of economic science in more than one and often contradictory ways.

Chief expression of these developments was Keynes’ General Theory of Employment, Interest and Money published in 1936. Being an authentic child of the Great Depression, the main purpose of this book was directed to finding ways for reversing the downward trend in the economy and curing unemployment. Although Keynes, much like Marshall, was trained as a mathematician and the General Theory was a theoretical treatise, it was written in typical Marshallian fashion using mostly the discursive mode of expression without, however, eschewing mathematical reasoning altogether. [20]  Some simple algebra and diagrams did find their way into the General Theory. However, writing in the spirit of the times, Keynes warned against the excessive use of mathematics in economic discourse. As he puts it (Keynes, 1973 [1936], p. 298):[21]

Too large a proportion of recent ‘mathematical’ economics are merely concoctions, as imprecise as the initial assumptions they rest on, which allow he author to lose sight of the complexities and interdependencies of the real world in a maze of pretentious and unhelpful symbols.

Similarly, Keynes was also against the use of econometrics. “His objection to econometrics stemmed from a conviction that econometric tools could not reveal new economic knowledge, as he wrote in his pointed review of Timbergen’s attempt to test business-cycle theories with statistical tools” (Yonay, 1998, p. 191). At the same time, however, “these historical problems in the economy not only turned economists toward intervention but also created the demand for their services to make concrete plans and suggestions for which the new technical tools of simple mathematical models and statistical techniques were well adapted” (Morgan and Rutherford, 1998, p. 12).

At the same time that Keynes was penning the above lines, another process was going on elsewhere in Europe that was going the shape economic science for the decades to come more decisively than Keynes’ writings. Some mathematicians in Vienna were rediscovering Walras’ general equilibrium theory in the midst of the deepest recession of the twentieth century, reinvigorating in this way the mathematisation of the dismal science project. Strangely, and despite his own intentions, Keynes found himself playing a part in this process, albeit indirectly, in more ways than one. But first look at what was going on in this other part of the world.

With the excision of the social and the historical element from mainstream (neoclassical) economic discourse, the road was open for the fuller mathematisation of economic science, notwithstanding Marshall’s objections and the resistance of the old institutionalist, the historical schools, and, later on, of Keynes himself. Contrary to the spirit of the time, developments taking place in the 1930s played a pivotal role in the reversal of the trend towards the increasing mathematisation of economic science.

Generally, the mathematisation of economics was meant to make economics more “scientific” and more “rigorous”. Before we turn to the developments on this front during this crucial decade, it is instructive to put them into the context of the developments in the physical sciences and the changing meaning of “scientific” and “rigorous”. Ingrao and Israel (1990, p. 33), Mirowski (1989, 2002) and Weintraub (1998, 2002), in their quest for an explanation of the mathematisation of economics, all place emphasis on the relation between developments in physico-mathematical sciences and developments in economics (and other social sciences). And there were, indeed, some major changes taking place in the physical sciences at the turn of the twentieth century which were to have an impact on economics.

Throughout the nineteenth century during which Newtonian physics and rational mechanics dominated the scene, mathematics and physical sciences were fellow travelers. In the late nineteenth century through the work of the early marginalists, a new economics body began to emerge imitating their image (Mirowski, 1989). At the turn of the century the physical sciences, and Newtonian physics in particular, entered a period of deep crisis associated with the evolution of Einstein’s relativity theory and the appearance of quantum physics. At the same time, the meaning of formalisation and rigour in the physical sciences was also changing. During the later nineteenth century, the physics envy era of economics when physics was still ruled by static mechanics, the meaning of formalisation and rigour was associated with forging a link between theory and experimental data. As long as the meaning of science was attached to the real world, American institutionalism and historicism with their strong empirical leanings had a good chance of staying at the centre of the stage as, indeed, occurred during the first third of the twentieth century. Following the crisis in the physical sciences, however, and the establishment of the “new physics” of relativity theory and quantum mechanics, Hilbert’s Program in mathematics, also called the “Formalist Program’, made its appearance in 1918. Mathematics is now “conceived as a practice concerned with formulating systems comprising sets of axioms and their deductive consequences, with these systems in effect taking on a life of their own” (Lawson, 2003, p. 171). As Hilbert (1928, quoted in Weintraub, 1998, p. 1844) himself puts it, “anything at all that can be the object of scientific thought becomes dependent on the axiomatic method, and thereby indirectly on mathematics, as soon as it is ripe for the formation of theory. By pushing ahead to ever deeper layers of axioms … we also win ever deeper insights into the essence of scientific thought itself, and we become ever more conscious of the unity of our knowledge”.

Following this, the notion of formalisation and rigour changes and is now associated with axiomatisation, deductivism and logical consistency or “establishing the integrity of formal reasoning chains” (p. 1843). With Hilbert’s Program, mathematics in its new axiomatic form starts to break away from natural sciences and assumes the leading role. “In the sign of the axiomatic method, mathematics is summoned to a leading role in science” (p. 1844). This transformation of mathematics and its assumption of the leading role in science is reflected in the newly-founded self-assertiveness of mathematicians who started applying their abstract tools to subjects which they hitherto considered as lying outside their field of application. In this way a form of mathematics imperialism was unleashed: anything that claims to be scientific can be translated into mathematics, including biology and economics.[22] It is no accident then that this process of the axiomatisation of mathematics and its breaking away from physical sciences reaches a climax during the 1930s, a decade during which economics draws the attention of first rate mathematicians for the first time. This coincides with the second major rupture and the beginning of the third, final and decisive phase of the mathematisation of economics. This is the era where the mathematics envy associated with increasing axiomatisation, formalisation and abstractness, substitutes for the physics envy of the nineteenth century, eventually giving rise to the “formalist revolution” of the 1950s, to which we now turn our attention (Weintraub, 1998).

4. The Roaring 1930s

Although the “formalist revolution” took off in the 1950s, the intellectual developments which took place during the 1930s opened the way for this revolution to take effect. So what were these developments and why were they so decisive for the mathematisation and formalisation of economics?

First, was the (re) definition of economics in terms of scarcity and choice. What all neoclassical writers from Walras and Marshall to von Neumann and Debreu (see below), despite their big differences, hold in common, is their focus on the actions of individuals as their basic unit of analysis. This is the famous homo economicus, Veblen’s “lightning calculator of pleasures and pains”, or, in other words, the individual stripped of all historical and social context. Until Robbins, however, the definition of economics did not reflect this. Economic was generally defined in terms of its subject matter as the science of wealth or “the study of the ordinary business of life” (Marshall). “Given such definitions it was not clear that economics was a field that could be studied with high level of mathematical rigour” (Backhouse, 2010, p. 100). This was put right by Robbins in a non-mathematical text! In his definition, economics becomes the science “which studies human behaviour as a relationship between ends and scarce means which have alternative uses” (Robbins, 2008 [1935], p. 75). So the focus of attention as far as the definition of economics is concerned shifts away from the preoccupation with the study of the economy or the market, however defined, or the causes of wealth and material welfare, to individual rationality, scarcity and choice. So economics becomes the science of (rational) choice. Although this definition was not widely adopted immediately, it gradually did so and especially following its inclusion in Samuelson’s Economics in 1948.

This switch of emphasis had two important implications. First, it greatly facilitated the process of the mathematisation of economics since, given the appropriate assumptions regarding human behaviour, rationality and choice (especially in the absence of uncertainty) are amenable to mathematical modeling. “His definition suggested that rigorous mathematical methods could be at the heart of economics. For economic science was about working out the implications of the need for choice under conditions of scarcity. Making the best use of scarce resources led directly to the notion that economics was about optimization; hence, that the methods of differential calculus could be used” (Backhouse, 2010, p. 101). The second implication is that given that economics is no longer defined in terms of its subject matter, its scope of application increases enormously, a possibility that was later to be realised starting in the 1950s through the work of Gary Becker and others which set off a process of what came to be known as economics imperialism (Milonakis and Fine, 2009, ch. 12, Fine and Milonakis, 2009).

Third, there was a distinctive change of climate as far as the role of mathematics in economics is concerned. “In fact, the 1920s and 1930s witnessed many changes in the antitheoretical and largely antimathematical climate prevailing among professional economists. A decisive push in this direction was later to be supplied by immigration” (Ingrao and Israel, 1990, p. 249).[23] This is reflected in the differences in the constitutions of the two major economics associations, the American Economic Association (AEA) which was founded in 1885 just a few years after the marginalists wrote their treatises, and the Econometric Association founded in 1930. According to the AEA constitution (quoted in Ingrao and Israel, 1990, p. 146):

We believe that political economy as a science is still in an early stage of development. While we appreciate the work to former economists, we look not so much to speculation as to the historical and statistical study of actual conditions of historical life for the satisfactory accomplishment of that development

The historical overtones, vestiges of the German influence upon economics in America at the time, are evident. There is very little trace of the marginalist proclamations in this statement. The mathematical mode of reasoning in economics was still in its infancy and certainly had not yet penetrated American economics to any serious extent.

Compare this statement with the following, found in the constitution of the Econometric Society (http://www.econometricscositey.org/society.asp#constitution, quoted in Backhouse, 2010, p. 99):[24]

The main object shall be to promote studies that aim at a unification of the theoretical-quantitative and the empirical-quantitative approach to economic problems and that are penetrated by constructive and rigorous thinking similar to that which has come to dominate in the natural sciences. [25]

Similarly, the explicitly stated aim of the Cowles Commission, founded in 1932, was “to advance the scientific study and development … of economic theory in its relation to mathematics and statistics” (Christ, 1952, p. 11).

So, first, the distinctive change of climate in favour of mathematical reasoning in economics was reflected in the foundation of two institutions (the Econometric Society in 1930 and the Cowles Commission in 1932) and one journal (Econometrica, founded in 1933 and published by the Econometric Society), all devoted to the promotion of mathematics and statistics in economic discourse. What hitherto had been the aims of more or less isolated individual writers, now became the programmatic goal of two newly-founded institutions which were destined to play a decisive role in the transformation of economics. This is the first time that Jevons’ and Walras’ programmatic statements quoted above become reflected in some official document, hence providing the first step towards the institutionalisation of the use of mathematics in economic discourse. Be that as it may, there was still a long way until the mathematisation of economics was to fully materialise.

At the same time the meaning of “rigour” and “scientific economics” was also changing, in accordance with the developments in mathematics and the physical sciences described above. “Scientific rigour meant logical rigour, dictating that the economics be concerned with developing and analysing precisely specified mathematical models”, in opposition to the meaning attached to the terms before, both in the physical sciences in the nineteenth century, and in economics in the U.S.A. and elsewhere until the 1930s when “scientific rigour meant ensuring that scientific theories were firmly rooted in the real world” (Backhouse, 2010, p. 99).

This change of climate coincides with the influx of a number of mathematicians, scientists and engineers into economics.[26] Importantly, it also coincides with the (re)discovery Walras’ general equilibrium theory which, as seen already, had been buried for about half a century under Marshall’s flourishing partial equilibrium analysis which was synonymous with the neoclassical economics of the time. What is also new is that this (re)discovery was made not only by economists such as Sir John Hicks but also, and importantly, by some top rate mathematicians who started showing some interest in mathematical economics for the first time, another reflection of the changing climate. Although up until then mathematical economics was mostly practiced by people trained in sciences (physicists and engineers), leading mathematicians and physicists either showed no interest or, when they did, it was in order to provide dismissive comments on work of (mathematical) economists.

The venue for this encounter was Karl Menger’s mathematics colloquium in Vienna where some of the top mathematicians of the epoch took part (among them Gödel, von Neumann and Wald).[27] It is there that mathematical economists and mathematicians alike presented their work in mathematical economics in front of an audience of mathematicians. Presenters included Schlesinger, 1932, Wald, 1936, 1937, von Neumann, 1938 and Morgenstern, 1937. Two of them (Wald and von Neuman) were mathematicians while Schlesinger and Morgenstern were economists. Interestingly, what most of them (with the exception of Morgenstern who presented a paper on game theory) offered was some form of reformulation of Walras’ general equilibrium system from an axiomatic viewpoint. This was done by “scholars with perfect mastery of mathematical formalism” (Ingrao and Israel, 1990, p. 177).[28] Most mathematicians were still dissatisfied with Walras’ system for failing to satisfy the standards of consistency and logical clarity they had come to associate with mathematics in the wake of Hilbert’s axiomatisation of mathematics. It was during this time that “the foundations were laid for the theory’s axiomatisation” a process that reached its climax in Debreu’s (1959) Theory of Value (pp. 176 and 175-9, 188-197, Punzo, 1991, Weintraub, 1983, 2002, chs 3,4).

It was not only mathematicians that rediscovered Walras’ general equilibrium system in the 1930s. Economists themselves also started showing interest again including Hotelling, Lange and Hicks. Lange used the model of general equilibrium, if in a non-mathematical way, during the calculation debate in order to show that some sort market socialism is feasible. The chief moment of this rediscovery by economists, however, was Hicks’ Value and Capital, published in 1939, which represented a sort of bridge between Walras’ Elements and Samuelson’s Foundations of Economic Analysis (1947). Based squarely on the tradition of the Lausanne School of Walras and Pareto, Hicks tried to combine the static theory of prices with the dynamic problems of capital and trade cycles. Having failed to fulfill this difficult task, Hicks, much like Walras before him, once again attracted criticism (from Morgenstern in particular) on the grounds of lack of rigour and poor axiomatics. Be that as it may, Hick’s book, probably because of its eclectic nature, proved to be an important stepping stone for the reinvigoration of Walras’ and Pareto’s project, and, through that, for the further mathematisation of economic science not least because of the influence it exerted on two other extremely influential figures of the formalist revolution, Paul Samuelson (1915-2009) and Kenneth Arrow. Both Samuelson’s Foundations and, especially, Arrow’s work in the 1950s, were attempts to fulfill Hicks’ or similar tasks, but on more mathematically rigorous foundations (Weintraub, 1983, pp. 19-21, Ingrao and Israel, pp. 177-8, 235-244, 260—9, 272-7).

The 1930s also brought about some real developments in the modeling method. A “new practice” of modeling with “small scale [diagrammatic, algebraic, arithmetic] objects depicting aspects of the economy that can be analysed and manipulated in a number of ways” was introduced (Morgan, 2012, p. 13). This decade also witnessed the beginning of a new branch of quantitative economics, econometrics, through the foundation of the Econometric Society and the appearance of Tinbergen’s first econometric model. One other example of this new modeling practice was Frisch’s (1933) model of business cycles.[29] Tinbergen was the first to use the term “model”, which he borrowed from physics, in order to describe the mathematical and statistical objects he and Frisch were using. The widespread use of models in economics though had to wait a little longer. “The label, the idea, and the use of models became the natural way to work for economists only in the period from the 1940s onwards”. By that time “modeling had become the accepted mode of reasoning in economics in the sense that it became ‘the right way to reason … what it is to reason rightly’” (Morgan, 2012, pp. 12, 14, 10-4). Indeed, the history of the modeling practice in economics follows closely the history of its mathematisation: the period between 1750-1870 represents the prehistory of modeling with isolated examples of models. The period between 1870-1930 witnesses the “first generation of modelers, a very few economists who regularly made and used such research objects”, and the period between 1930 and1960 was the take off era when modeling assumed widespread use in economics for the first time (p. 6) having been picked up within macroeconomics as well. To this periodisation can be added the period since the 1970s when constructing models became synonymous to doing (“scientific”) economics.

Interestingly, as already noted, and despite his own intentions, Keynes found himself playing a role in the revitalising process of the mathematisation of economic science. Although he himself used mostly the verbal mode of reasoning, the macroeconomic categories he introduced including (aggregate) consumption and investment, national income, demand for money etc., gave a great boost to the further quantification of economics in the form of national income accounting and especially to the econometrics project that was just emerging. At the same time, no sooner was the General Theory published than concerted efforts were made to give his theory a more formal treatment. These included James Meade’s (1937) attempt to give “A Simplified Model of Mr Keynes’ System” which included “an eight-equation algebraic treatment”, Samuelson’s similar attempt to model the Keynesian relations in 1939, and, above all and famously, Hick’s IS-LL (later IS-LM) attempted formal interpretation of Keynes’ analysis of investment and money in his classic article “Mr. Keynes and the Classics” also published in 1937 just one year after the publication of Keynes’ General Theory. Hicks’ analysis, which used two diagrams and three equations, “became the organizing theoretical apparatus of the emerging discipline of macroeconomics” (De Vroey and Hoover, 2004, p. 3, Morgan, 2012, p. 12 and ch. 6).

The common thing in all these endeavours was the attempted reconstruction of some aspect of Keynes’ theory in terms of formal (mathematical and/or diagrammatical) models. Indeed, if there is any trace of Keynes in modern economics textbooks, this is through Hick’s filter in the form of the IS/LM analysis. So, Hicks is of symbolic importance for our narrative not only because he was one of the forerunners of the formalist revolution through his monograph Value and Capital, published in 1939, which influenced both Samuelson and Arrow, but also because he was one of the first to have a go at subsuming Keynes’ work to mathematical formalism already from its formative years, through his IS-LL formulation. This process was to continue in the 1940s and 1950s through the work of Klein (1947) which was one of the first books which attempted to mathematise Keynes’ theory, Patinkin’s Money, Interest and Prices published in 1956 and various articles by Tobin and Modigliani in the late 1950s giving rise to what Samuelson has called the “neoclassical synthesis” or what has variously been called “bastard Keynesianism” by Joan Robinson, or “hydraulic Keynesianism” by Allan Coddington (1983).[30]

5. Consolidation: From Vienna to the Cowles Commission

In the 1940s, the scene of the further developments in mathematical economics moves across the Atlantic to the U.S.A. which was to become the new centre of modern (mathematical) economics, a hegemonic position it still enjoys until today. The role of the Cowles Commission in this process cannot be overestimated. According to Weintraub (1983, p. 18), “It is … not too far off the mark to identify the Cowles Commission with mathematical economic theory in the U.S.” This coincides with the mass emigration of scientists from Europe because of the rise of Nazism and the war: von Neumann, Wald, Menger and Lange were among them. The array of people who served in the Commission is impressive and represents the dramatis personae of mathematical economics of the next two decades.[31] Many of them came from other sciences to economics.[32] Two of the most important works in mathematical economics in the 1950s were Cowles Commission monographs: Koopman’s Three Essays on the State of Economic Science (1957) and Debreu’s Theory of Value (Ingrao and Israel, 1990, pp. 255-7, Mirowski, 1991, p.152, see also below).

The 1940s witnessed the next major step in the formalisation and mathematisation of economics. This took the form of two monographs that were meant to play a decisive role in the process: von Neumann’s and Morgenstern’s Theory of Games and Economic Behaviour (1944) and Paul Samuelson’s Foundations of Economic Analysis (1947). Although these were two different types of books which provided the basis for different research programs in economics and at different times,[33] they both contributed to a great extent in their different ways to the further formalisation and mathematisation of economic science. Von Neumann and Morgenstern’s volume represents the first major work in which the new type of axiomatised mathematics was entering economic discourse. According to Debreu (1986, p. 1265) this volume “gained full rights for uncompromising rigor in economic theory and prepared the way for its axiomatisation”, a process to which he himself contributed to no lesser extent over the next fifteen years or so. What is more is that this was done by one first rate mathematician (von Neumann) and one economist (Morgenstern), thus representing the first book-length incident of the newly-founded form of mathematics imperialism in economics which had first taken shape in Menger’s seminar over the previous decade.

Samuelson’s book, which, as already seen, was influenced by Hick’s Value and Capital,[34] more than any other single work in economics symbolises the new era in economics. Unlike von Neumann and Morgenstern’s book which was a reflection of the latest formalising developments in mathematics, representing the new mathematics envy tendency in economics, Samuelson’s chief influence came from the developments in physics, thus representing a step back in the direction of the physics envy of the nineteenth century – only that the type of physics he was imitating was the thermodynamics of late nineteenth century, rather than the mechanics of the earlier nineteenth century.[35] On top of setting the standards of rigour, the concept of constrained maximisation he introduced became the economist’s chief tool for the next several decades. Samuelson became the symbol of the new era also for another reason. His textbook Economics, published in 1948, replaced Marshall’s and became the standard for the new era.

During the 1940s the process of mathematisation and axiomatisation of economics was given further impetus by the war, which had both immediate and long-term implications, all in the same technical direction. The direct implication of economists in the war was not without consequences:

Economists not only found their technical expertise useful in making decisions about how to deal with economic shortages (rather than oversupply as in the Great Depression) but turned their techniques to any number of wartime questions, using simple mathematical optimizing models, linear programming techniques, and statistical measurement devices. [Economists were brought in to fight the war directly, planning the optimum bombing-raid design and statistically analyzing firing patterns.] Economists found that by using tool-kit economics and the developing neoclassical technical expertise they could answer questions in very different fields (Morgan and Rutherford, 1998, pp. 12-3).

The end result was that “economists emerged from the war covered in glory, perhaps launching the ‘economic imperialism’ in social sciences over the next half century” (p. 13).

As Mirowski (2002) has shown, the war had a big impact on economics through the militarisation of scientific research it brought about, leading to the development and use of advanced mathematical tools, what later became known as operations research, but also artificial intelligence, information theory and cybernetics, which were later on applied to economics leading to a new economic methodology. Mirowski focused on figures such as von Neumann, Simon and Koopmans in order to show the role of the military in the evolution of modern mainstream economics.

However, the impact of these developments was not immediate but gradual leaving “their footprint upon some important postwar developments in economics such as highbrow neoclassical theory, game theory, rational expectations theory, theories of institutions and mechanism design, the nascent program of ‘bounded rationality’, computational economics, ‘artificial economies’, ‘autonomous agents’, and experimental economics” (p. 9, also Boland, 2006, Rizvi, 2001: 217). As Weintraub (1991, p. 93, quoted in Lodewijks, 2001, p. 324) puts it, “Economists began to use tools once those tools became widely used by those working in applied mathematics, engineering, and other applied sciences … Issues of control, guidance and stability became extremely important in war-related research in applied mathematics … the period from 1946 to the early 1950s saw wider dissemination of the results … to the mathematical economics community”.

6. The Take Off

If the 1930s was the decade when the prelude of the formalist revolution was written and the 1940s the decade of its consolidation, the 1950s was the take-off period when the formalist revolution reached its climax. The pinnacle of this process was Arrow and Debreu’s (1954) proof, for the first time, of the existence (but not uniqueness or stability) of a general equilibrium, and the re(in)statement of the Walrasian general equilibrium system in a more mathematically formalised and rigorous way in Debreu’s Theory of Value in 1959.

Some developments in economic methodology during this decade were of crucial importance in giving a further boost to the increasing abstractness and formalisation of economic theory. Here Friedman’s highly influential 1953 essay “On the Methodology of Positive Economics” played a key role. According to Friedman, first, the role of economic theory is not to explain economic phenomena but to make correct predictions and, second, that the assumptions economists make should not necessarily be realistic as long as they make good predictions. Not only that, but the less realistic the assumptions the better are the theories. Economic theories in this conception become instruments of prediction, hence the label instrumentalism. If the predictions are correct then one proceeds as if the assumptions were correct. Despite some heavy criticism coming mostly from economic methodologists, this methodological position was to play a major role in subsequent developments in economic thought, simply because it was convenient. In some sense it liberated economists who began to construct less and less realistic models using more and more sophisticated mathematical techniques without any circumspection. The emphasis began to be laid on the perfection of mathematical techniques and less on the explanation of economic phenomena.[36]

The mathematical proof of the existence of equilibrium in a Walrasian system by Arrow and Debreu (1954) brought an end to a quest that started some eight decades back in the remote 1870s with Walras’ work on general equilibrium. However, is did so at a huge cost. The necessary assumptions for this proof were simply extraordinary, including that “there are forward markets for every commodity in all future periods and for all conceivable contingencies and yet no one holds money as a store of value for more than one period” (Blaug, 1998, p. 11). So, the Arrow-Debreu proof evidently had more to do with mathematical logic than with economic reasoning as such.

The simple most important manifestation of this tendency is Gerald Debreu’s book The Theory of Value (1959). In this work, the line of research in general equilibrium theory which started through the reworking of the Walrasian general equilibrium system in an axiomatic way by Schlesinger, Wald, von Neumann (all in Karl Menger’s seminar), Koopmans, McKenzie and Arrow and Debreu, in the wake of Hilbert’s Program in mathematics, reached a climax. Debreu’s affiliation with Hilbert’s Program came through the Bourbaki group. Back in Europe Hilbert’s Program in mathematics suffered a blow because of the proof of Gödel’s incompleteness theorems in 1931 which “demonstrated the impossibility of setting up a completely consistent mathematical system” hence showing that Hilbert’s program is untenable (Dow, 2003, p. 552).[37] Despite this, the search for a more robust and rigorous mathematics based on axiomatics went on unabated until at least the 1970s. One of the best expressions of this continued quest was the formation of the Bourbaki group, the pseudonym of a group of mathematicians in France whose aim was to reconstruct mathematics on an axiomatic basis.[38] Bourbakism soon spread outside France and especially in America during the 1950s. “Bourbaki came to uphold the primacy of the pure over the applied, the rigorous over the intuitive, the essential over the frivolous, the fundamental over what one member of Bourbaki called ‘axiomatic trash’. They also came to define the disciplinary isolation of the mathematics department in post-war America” (Weintraub and Mirowski, 1994, p. 248).[39] According to them, the role of mathematics is “to identify ‘the fundamental structures’ of operation in mathematics” and thus to construct an axiomatic theory as “a consistent set of definitions”, or “an empty schema of ‘possible realities’” (Ingrao and Israel, 1990, pp. 284, 285).

The liaison between the abstract formalism of the Bourbaki school and economics was Gerald Debreu who was a student of Cartan, a French mathematician and member of the group.[40] Debreu made no secret of his admiration of the work of the group. As he puts it, “the new levels of abstraction and purity to which the work of Bourbaki was raising mathematics had won a respect that was not to be withdrawn” (quoted in Mirowski, 1993, p. 52). Debreu joined the Cowles Commission in 1950. The reorientation of research at the Cowles Commission from empirical to theoretical/mathematical work had already started under the research director Tjalling Koopmans in the 1940s. The focus of the research was the Walrasian general equilibrium but “counting equations and unknowns in the Walrasian system” was no longer satisfactory (Debreu, 1984, p. 268). According to Debreu (1984, p. 267) himself, “One leading motivation for that research was the study of the theory of general economic equilibrium. Its goals were to make the theory rigorous, to generalize it, to simplify it, and to extend it in new directions”. Following the arrival of Debreu “Bourbakism quickly became the house doctrine of the Cowles Commission. We would identify the primary philosophical asserting this turning point as Koopman’s Three Essays on the State of Economic Science (1957) and Debreu’s Theory of Value (1959)” (Weintraub and Mirowski, 1994, p. 263). As Debreu (1959, p. x) puts it in the Preface of his book, “The theory of value is treated here with the standards of rigor of the contemporary school of mathematics”, according to which “an atomized theory has a mathematical form that is completely separated from its economic content” (Debreu, 1986, p. 1265). “It seems clear that Debreu intended his Theory of Value to serve as the direct analogue of Bourbaki’s Theory of Sets, right down to the title … Just as with Bourbaki, the problem was to justify the initial identification of the structures” (Weintraub and Mirowski, 1994, p. 265). This took the form of Walras’ general equilibrium theory which “in Debreu’s interpretation … loses its status as a ‘model’ to become a self sufficient formal structure” (Ingrao and Israel, 1990, p. 286). The formalist revolution had reached its peak, as had the total detachment of theory from any claims to realism and real world relevance. “The objective was no longer to represent the economy, whatever that might mean, but rather to codify that elusive entity, the Walrasian system” (Weintraub, 2002, p.121). The cost of theoretical “rigour” and mathematical elegance was indeed immense.

The 1950s represented the pick of a process that had its roots in the marginalist revolution but was reinvigorated in the 1930s through the rediscovery and reformulation of the Walrasian general equilibrium theory and the emergence of econometrics, finally giving rise to the formalist revolution. In 1958 the Association of Evolutionary Economics was established in the U.S.A. signifying the defeat of institutional economics by mathematical neoclassical economics by granting them “a little plot of their own”, in the same way that the establishment of the Economic History Society in 1926 signified the defeat of the Historical Economics by neoclassical economics (see above). One by one the old adversaries of neoclassical economics were being pushed on one side to give room for the new ascending orthodoxy. The formalist revolution was associated with the increasingly dominant position of mathematical neoclassical economics at the expense of pluralism (Morgan and Rutherford, 1998, Yonay, 1998, p. 189).

7. Epilogue

In a review of Samuelson’s Foundation, Kenneth Boulding (1948, p. 187) asks the following question:

Is economics an essentially mathematical science? … The conflict between the mathematical and so-called ‘literary’ economists rages in our schools and can only be resolved, apparently, either by victory for one side or the other or by some agreed division of labor.

We know by now which side won a decisive victory in this battle. What is of interest in this context is Boulding’s own answer, remembering that he writes in 1948. Although he points out that the battle is not (yet) over, he continues: “At this date mathematical economics is too ubiquitous to allow any question as to whether economics is a mathematical science’” (p. 187). The formalist revolution, although still not fully complete, was already well under way. The programmatic aims of Jevons and Walras of some eighty years ago (the treatment of economics as a quantitative physico-mathematical science) have finally been brought to fruition and the reasons given by Boulding for this outcome are exactly the same as those given by Jevons eighty years ago: “Mathematics is a technique for the exposition and discovery of relationships among quantities. Economics clearly deals with quantitative concepts – prices, wages, outputs, incomes. In so far as it deals with quantity, it must be a mathematical science” (p. 187).

And yet for the previous eighty years, not to mention the century before that, economics was essentially a non-mathematical science. Why this was the case is a question never posed by mainstream economists, the default answer being that economics had not yet developed into a “proper” science something that was bound to happen at some point or other. This account, however, proves otherwise. The formalist revolution was not the inevitable outcome of the scientific maturation of our field of inquiry, but the result of a whole host of general and specific (conjunctural) factors, only some of which (mostly intellectual) were analysed in this paper. After all, for the most part the history of our subject was not written in equations or even diagrams but verbally. Be that as it may, the persistence and extreme dominance of this phenomenon, peculiar to economics among the social sciences, does need further explanation which includes ideological, social (power) and institutional factors.

 

References

Arrow, Kenneth and Gerald Debreu, 1954, ‘Existence of Equilibrium for a Competitive Economy’, Econometrica, 22:4, 481-92.

Ashley, William J., 1927, ‘The Place of Economic History in University Studies’, Economic History Review, 1:1, 1-11.

Backhouse, Roger, 1998, ‘The Transformation of U.S. Economics, 1920-1960, Viewed Through a Survey of Journal Articles’, in Morgan and Rutherford, eds, 1998.

————–, 2010, The Puzzle of Modern Economics: Science or Ideology?, Cambridge: Cambridge University Press.

————, and Mauro Boianovski, 2013, Transforming Modern Macroeconomics: Exploring Disequilibrium Microfoundations, 1956-2003, Cambridge: Cambridge University Press.

Blaug, Marc, 1998, ‘Disturbing Currents in Modern Economics’, Challenge, 41:3, May-June, 1998, 11-34.

————-, 1999, ‘The Formalist Revolution or what Happened to Orthodox Economics after World War II’, in Roger Backhouse and John Creedy, eds, From Classical Economics to the Theory of the Firm, Cheltenham: Edward Elgar.

————-, 2003, ‘The Formalist Revolution of the 1950s’, in Samuels, Biddle and Davis, eds, 2003.

Boulding, Kenneth, 1948, ‘Samuelson’s Foundations: The Role of Mathematics in Economics’, The Journal of Political Economy, LVI:3, June, 187-99.

Bristow, William. 2011. “Enlightenment.” In The Stanford Encyclopedia of Philosophy, edited by Edward N Zalta, Summer, 2011. http://plato.stanford.edu/cgi-bin/encyclopedia/archinfo.cgi?entry=enlightenment.

Christ, Carl, 1952, Economic Theory and Measurement, Chicago: Cowles Commission.

Coddington, Alan, 1983, Keynesian Economics: The Search for First Principles, Hemel Hempstead: George Allen and Unwin.

Debreu, Gerald, 1959, The Theory of Value: An Axiomatic Analysis of Economic Equilibrium, Cowles Foundation Monograph no. 17, New Haven: Yale University Press.

————, 1984, “Economic Theory in the Mathematical Mode”, American Economic Review, 74:3, June, 267-78.

————, 1986, ‘Theoretic Models: Mathematical Form and Economic Content’, Econometrica, 54:6, November, 1259-1270.

De Marchi, Neil, ed., 1993, Nonnatural Social Science: Reflections of the Project of More Heat than Light, Annual Supplement to History of Political Economy, Durham, NC and London: Duke University Press.

De Vroey, Michel and Kevin Hoover, eds, 2004, The IS-LM Model: Its Rise, Fall, and Strange Persistence, Durham, NC and London: Duke University Press (Annual Supplement to History of Political Economy Volume 36).

Dow, Sheila, 2003, “Understanding the Relationship Between Mathematics and Economics”, Journal of Post Keynesian Economics, 25:4, 547-60.

Fine, Ben and Dimitris Milonakis, 2009, From Economics Imperialism to Freakonomics: The Shifting Boundaries between Economics and Other Social Sciences, London and New York: Routledge.

Fisher, Irving, 1925 [1892], Mathematical Investigations in the Theory of Value and Price, ????.

Friedman, Milton, 1953, ‘On the Methodology of Positive Economics’, in Milton Friedman,1953, Essays in Positive Economics, Chicago: Chicago University Press.

Hausman, Daniel, 1992, The Inexact and Separate Science of Economics, Cambridge: Cambridge University Press.

————, ed., 2008, The Philosophy of Economics: An Anthology, Cambridge: Cambridge University Press.

Heilbron, Johan, 2003, ‘Social Thought and Natural Science’, in Porter and Ross, eds 2003, 40-56.

Hicks, John, 1937, ‘Mr Keynes and the ‘Classics’: A Suggested Interpetation’, Econometrica, 5, 147-159.

————, 1939, Value and Capital: An Inquiry into Some Fundamental Principles of Economic Theory, Oxford: Claredon Press.

Hodgson, Geoffrey, 2012, ‘Introduction’, in Hodgson, ed., 2012.

————, ed., 2012. Mathematics and Modern Economics, Cheltenham, UK and Northampton, Mass: Edward Elgar.

Howey, Richard S., 1973, ‘The Origins of Marginalism’, in Collison Black, A.W. coats and Craufurd D.W. Goodwin, eds, The Marginal Revolution in Economics: Interpretation and Evaluation, Durham, NC: Duke University Press, 15-36.

Hutchison, Terence, 2000, On the Methodology of Economics and the Formalist Revolution, Cheltenham: Edward Elgar.

Ingrao, Bruna and Giorgio Israel, 1990, The Invisible Hand: Economic Equilibrium in the History of Science, Cambridge, Mass and London: The MIT Press.

Jevons, Stanley W., 1957 [1871], The Theory of Political Economy, 5th edition, New York: Augustus M. Kelly.

Kennedy, Juliette, 2011, “Hurt Gödel”, in The Stanford Encyclopedia of Philosophy,edited by Edward N. Zalta, Winter 2012. http://plato.stanford.edu/archives/win2012/entries/goedel/

Keynes, John Maynard, 1873 [1936], The General Theory of Employment, Interest and Money, London and Basingstoke: Macmillan.

Klamer, Arjo and David Colander, 1990, The Making of an Economist, Boulder and London: Westview.

Klein, Lawrence, 1947, The Keynesian Revolution, 2nd ed., New York: Macmillan.

Koopmans, Tjalling, 1957, Three Essays on the State of Economic Science, New York: McGraw-Hill

Lawson, Tony, 2003, Reorienting Economics, London and New York: Routledge.

———-, 2012, ‘Mathematical Modelling and Ideology in the Economics Academy: Competing Explanations of the Failings of the Modern Discipline?,’ Economic Thought: History, Philosophy and Methodology, 1:1, 3-22.

Lodewijks, John, ‘Roy Weintraub’s Contribution to the History of Economic Thought’, in Medema and Samuels, eds, 2001, 315-329.

Marshall, Alfred, 1959 [1890], Principles of Economics: An Introductory Volume, 8th edition, London: MacMillan.

————, 1919, Industry and Trade, London: Macmillan.

McCloskey, Donald, 1985, The Rhetoric of Economics, Madison: The University of Wisconsin Press.

Meade, James, 1937, ‘A Simplified Model of Mr. Keynes’ System’, Review of Economic Studies, 4:2, 98-107.

Medema, Steve G. and Warren J. Samuels, eds, 2001, Historians of Economics and Economic Thought: the Construction of Disciplinary Memory, London and New York: Routledge.

Milonakis, Dimitris and Ben Fine, 2009, From Political Economy to Economics: Method, the Social and the Historical in the Evolution of Economic Theory, London and New York: Routledge

Mirowski, Philip, 1984, ‘Physics and the Marginalist Revolution’, Cambridge Journal of Economics, 8, 361-379.

———–, 1989, More Heat than Light: Economics as Social Physics, Physics as Nature’s Economics, Cambridge: Cambridge University Press.

————, 1991, ‘The When, the How and the Why of Mathematical Expression in the History of Economic Analysis’, Journal of Economic Perspectives, 5:1, Winter, 145-157.

————-, 1993, ‘What could Mathematical Rigor Mean? Three Reactions to Gödel in mid-20th Century Economics’, History of Economics Review, 20, 41-60.

————-, 2002, Machine Dreams: Economics Becomes a Cyborg Science, Cambridge: Cambridge University Press

Morgan, Mary, 2012, The World in the Model: How Economists Work and Think, Cambridge: Cambridge University Press.

————-, and Malcolm Rutherford, 1998, ‘American Economics: The Character of the Transformation’, in Morgan and Rutherford, eds, 1998, 1-26.

————-, and Malcolm Rutherford, eds, 1998, From Interwar Pluralism to Postwar Neoclassicism, Durham, NC and London: Duke University Press (Annual Supplement to History of Political Economy, Volume 30).

Pareto, Vilfredo, 1897, ‘The New Theories of Economics’, Journal of Political Economy, 5:4, 485-502.

Patinkin, Don, 1956, Money, Interest, and Prices, Evaston, Illinois: Row, Peterson.

Porter, Theodore M., 2003, ‘Genres and Subjects of Inquiry, from the Enlightenment to 1890’, in Porter and Ross, eds, 2003, 13-39.

————-, and Dorothy Ross, 2003, ‘Introduction’, in Porter and Ross, eds, 2003, 1-10.

————-, and Dorothy Ross, eds, 2003, The Cambridge History of Social Sciences Volume 7: The Modern Social Sciences, Cambridge: Cambridge University Press.

Punzo, Lionello F., 1991, ‘The School of Mathematical Formalism and the Viennese Circle of Mathematical Economics’, Journal of the History of Economic Thought, 13:1, 1-18.

Rizvi, Abu S., 2001, ‘Philip Mirowski as a Historian of Economic Thought’, in Medema and Samuels, eds, 2001, 209-221.

Robbins, Lionel, 2008 [1935], ‘The Nature and Significance of Economic Science’, excerpts from An Essay on the Nature and Significance of Economic Science, 2nd edition, London: Macmillan, in Hausman, ed., 2008, 73-107.

Robertson, Ross M., 1949, “Mathematical Economics before Cournot”, Journal of Political Economy, 57:6, 523-36.

Samuels, Warren J., Jeff E. Biddle and John B. Davis, eds, 2003, A Companion to the History of Economic Thought, Oxford: Blackwell.

Samuelson, Paul, 1939, ‘Interactions between the Multiplier Analysis and the Principle of Acceleration’, Review of Economics and Statistics, 21, 75-78.

———–, 1947, Foundations of Economic Analysis, New York: Harvard University Press.

———–, 1948, Economics: An Introductory Analysis, New York: McGraw-Hill, with W. Nordhaus since 1985, 18th edition 2005.

———–, 1998, ‘How Foundations Came to Be’, Journal of Economic Literature, 36, September, 1375-1386.

Schabas, Margaret and Neil de Marchi, eds, 2003, Oeconomies in the Age of Newton, Durham, NC and London: Duke University Press (Annual Supplement to History of Political Economy, Volume 35).

Stigler, George J., Stephen Stigler and Claire Frieland, 1995, ‘The Journals of Economics’, Journal of Political Economy, 105:2, 331-59.

Theocharis, Reghinos D., 1983 [1961], Early Developments in Mathematical Economics, second edition with a forward by Lord Robbins, London and Basingstoke: Macmillan.

———–, 1993, The Development of Mathematical Economics: The Years of Transition – From Cournot to Jevons, London and Basingstoke: Macmillan.

Von Neuman, John and Oscar Morgenstern, 1944, Theory of Games and Economic Behaviour, Princeton: Princeton University Press.

Walras, Leon, 1954 [1874], Elements of Pure Economics, translated by W. Jaffé from the Edition Définitive (1926), reprinted 1977, New York: Augustus M. Kelly.

Ward, Benjamin, 1972, What’s Wrong with Economics?, London: Macmillan.

Weintraub, Roy, 1979, Microfoundations: The Compatibility of Microeconomics and Macroeconomics, Cambridge: Cambridge University Press.

———–, 1983, ‘On the Existence of a Competitive Equilibrium: 1930-1954’, Journal of Economic Literature, 21, March, 1-39.

———–, 1985, General Equilibrium Analysis: Studies in Appraisal, Cambridge: Cambridge University Press.

————, 1991, Stabilising Dynamics, Cambridge: Cambridge University Press.

————, 1998, ‘Controvercy: Axiomatisches Mißverständnis’ Economic Journal, 108, November, 1837-47.

————-, 2002, How Economics Became a Mathematical Science, Durham, NC and London: Duke University Press.

————- and Philip Mirowski, 1994, ‘The Pure and the Applied: Bourbakism Comes to Mathematical Economics’, Science in Context, 7:2, 245-272.

Whitaker, John K., ed. 1996, The Correspondence of Alfred Marshall, three volumes, Cambridge: Cambridge University Press.

Yonay, Yuval P., 1998, The Struggle Over the Soul of Economics: Institutionalist and Neoclassical Economists in America Between the Wars, Princeton: Princeton University Press.


[1] Similarly Backhouse (1998) in a study of three leading economics journal has found that the number of articles using mathematics (algebra or diagrams or both) rose from zero in 1920 to 40 percent in 1960. If one considers only theoretical articles using algebra then the percentage rises to a staggering 80% during the same period.

[2] Descartes and Leibniz were two of the three advocates (the other being Spinoza) of seventeenth century rationalism “in which conclusions are produced by applying reason to the first principles or prior definitions rather than to empirical evidence”, and as such was opposed by the empiricist school (http://en.wikipedia.org/wiki/Gottfried_Wilhelm_Leibniz). Descartes “propounded the rationalist program of the reduction of all phenomena to matter in geometrical motion”, while Leibniz “championed a ‘law of continuity’, that …  nature does not manifest itself in large and abrupt changes. That belief found its expression in the technique of summing sequences of infinite small quantities – that is, in the calculus” (Mirowski, 1989, pp. 16, 18). Newton, along with Descartes and Leibniz, was one of the key figures of the Scientific Revolution. He formulated the laws of motion and universal gravitation which he also applied to celestial bodies, laid the foundations of much of classical mechanics and invented (along with Leibniz) the infinitesimal calculus (http://en.wikipedia.org/wiki/Isaac_Newton).

[3] “Enlightenment is the process of undertaking to think for oneself, to employ and rely on one’s own intellectual capacities in determining what to believe and how to act. Enlightenment philosophers from across the geographical and temporal spectrum tend to have a great deal of confidence in humanity’s intellectual powers, both to achieve systematic knowledge of nature and to serve as an authoritative guide in practical life. This confidence is generally paired with suspicion or hostility toward other forms or carriers of authority (such as tradition, superstition, prejudice, myth and miracles), insofar as these are seen to compete with the authority of reason. Enlightenment philosophy tends to stand in tension with established religion, insofar as the release from self-incurred immaturity in this age, daring to think for oneself, awakening one’s intellectual powers, generally requires opposing the role of established religion in directing thought and action” (Bristow, 2011).

[4] “Condorcet stressed the urgency of adapting scientific methods to the analysis of state matters. The moral sciences must ‘follow the same method’ as the natural sciences; they ‘ought to acquire a language as exact and precise, and should reach the same level of servitude’” (Heilbron, 2003, p. 46).

[5] The first endeavours to mathematise economics during the classical era include Isnard’s (1749-1804) and Canard’s (1750-1833) attempts at constructing a general equilibrium model of price determination in the late eighteenth century; von Thünen’s (1783-1850) theory of marginal productivity which he applied to factor price determination in 1826; Cournot’s (1801-1877) theory of pure price, monopoly and duopoly in 1938; Karl Heinrich Rau’s (1792-1870) first introduction of demand and supply curves in 1841; Dupuit’s (1804-1860) and Gossen’s (1810-1858) development of the concept (but not the word) of marginal utility and attempts to offer a theory of hedonistic calculus in 1844 and 1854 respectively, combined with Dupuit’s (1804-1860) introduction of the demand curve (Theocharis, 1983, chs. 5, 7.4, 9; 1993, chs. 4, 6, 7, 9).

[6] It is no accident that Walras in the first edition of his Elements of Pure Economics fails to acknowledge any of his predecessors other than Cournot, although in later works both he and Jevons (1957, pp. xxviii-xliii) paid tribute to several mathematical economists who wrote before them such as Dupuit, Cournot, Gossen and von Thünen. Walras in fact came into contact with Dupuit’s work in 1874, and Jevons ‘discovered’ Gossen in 1878, only after they had themselves reinvented the concept of marginal utility (Howey, 1973, pp. 25-6)

[7] “In the 1820s Comte … rejected decisively the idea that social science should adopt the same methods as astronomy, physics, or physiology” (Porter and Ross, 2003, p. 4),

[9] This is especially true of Smith’s and Marx’s analysis while Ricardo, whose abstract analysis although social in nature lacked a strong historical dimension is a sort of an exception.

[10] Menger is not mentioned here, although normally grouped together with Jevons and Walras as the troika of the marginalist revolution, because he did not use mathematics. This, however, makes him a very interesting case from the view point of the theme of this paper since although he used a similar conceptual framework, not least through the deployment of the concept of marginal utility (although the latter does not play the central role it assumes in Jevons and Walras’ analysis), he was able to proceed his analysis discursively (see Milonakis and Fine, 2009, ch.13?).

[11] Quesnay was a surgeon and physician, Condorcet a professional mathematician, Isnard an engineer and economist, Canard a professor of mathematics, Dupuit studied engineering, and Cournot was a philosopher and mathematician (Ingrao and Israel, 1990, chs 2, 3, Theocharis, 1983, chs 5, 9).

[12] See the articles in De Marchi (ed., 1993) for some critical reactions to Mirowski’s More Heat than Light. One main line of criticism is that Mirowski focuses on the intellectual factors at the expense of social factors.

[13] One can find many other such references in the work of all marginalists, with the exception of Menger. Thus, for Jevons, his exchange equation does “not differ in general character from those which are really treated in many branches of physical science”.  And for Pareto, “Thanks to the use of mathematics, this entire theory  … rests on no more than a fact of experience, that is, on the determination of quantities of goods which constitute combinations between which individuals are indifferent. The theory of economic science thus acquires the rigor of rational mechanics” (both quoted in Mirowski, 1984, pp. 363, 364).

[14] Deduction is defined as the method of developing a theory by starting with given assumptions and premises and, through syllogism and the use of the rules of logic, moving to what are effectively conclusions predetermined by the starting points (Milonakis and Fine, 2009, p. ??).

[15] David Ricardo and the representatives of the Austrian School (especially Menger and von Mises) are two prime examples of authors using the deductive method while eschewing the use of mathematics.

[16] As Pareto (1987, p. 490, quoted in Hodgson, 2012, p. xvi) puts it, “rational mechanics gives us the first approximation to the theory of the equilibrium and of the movements of bodies … Pure economics has no better way of expressing the concrete economic phenomenon than rational mechanics has for representing the concrete mechanical one. It is at this point that there is a place for mathematics. … It therefore appears quite legitimate to appeal also to mathematics for assistance in the solution of the economic problem”.

[17] Poincaré, for example, commenting on Walras’ Elements of Pure Economics writes that “at the beginning of every mathematical speculation there are hypotheses and that, for this speculation to be fruitful, it is necessary (as in applications to physics for that matter) to account for these hypotheses. If one forgets this condition, then one goes beyond the correct limits”. And, at another point, “you regard men as infinitely selfish and farsighted. The first hypothesis may perhaps be admitted in a first approximation, the second may call for some reservations” (both quoted in Lawson, 2003, p. 270). Levasseur was more critical while Volterra more supportive.

[18] To the contrary, the first two chapters of the first edition of his Principles were on economic history while his Industry and Trade (1919) was full of historical expositions and illustrations.

[19] This belief was based on a two fundamental assumptions of neoclassical theory. First that supply creates its own demand, what is called Say’s law. Granted this law, the possibility of crisis is logically precluded. And, second, that unemployment is the result of high wages, and as a result a cut in wages will bring the economy back to full employment.

[20] Keynes was after all a student of Marshall in Cambridge where he later became a Professor himself.

[21] “It is a great fault of pseudo-mathematical methods of formalizing a system of economic analysis … that they expressly assume strict independence between the factors involved and lose all their cogency and authority if this hypothesis is disallowed” (Keynes, 1973 [1936], p. 297).

[22] In their article on the role of the Bourbaki school in economics, Weintraub and Mirowski (1994, p. 246) maintain that “this work is … a case study of how one distinctive mode of mathematics could make inroads into a seemingly distant field and subsequently transform that fields self image, as well as the very conception of inquiry. To be more precise, we shall present a narrative of how the Bourbakist school of mathematics rapidly migrated into neoclassical mathematical economics”

[23] Note, however, that immigration also worked in the opposite non-mathematical direction through the likes of Schumpeter, Hirshman and many others.

[24] Ragnar Frisch and Irving Fisher were among the founding members of the Econometric Society (Weintraub, 1983, pp. 80-81).

[25] As evidenced by this proclamation, econometrics then had a different and wider meaning including mathematical economics as well as statistical techniques for applied research (Yonay, 1998, pp. 187-8, Backhouse, 1998, p. 85).

[26] Among them Ragnar Frisch (1895-1973), Harold Hotelling (1895-1973), Jan Tinbergen (1903-1994), Tjalling Koopmans (1910-1985), Maurice Allais (1911-2010), Kenneth Arrow (1921-) and Gerald Debreu (1921-2004) (Mirowski 1991, p. 152).

[27]Karl Menger was a mathematician and the son of the marginalist Carl Menger.

[28] It is interesting in this respect to note that von Neumann was the link between Hilbert’s program in mathematics and the formalisation of economics, later to be joined by Debreu through the Bourbaki group (see below). As Weintraub (1998, pp. 1842-3, notes 9 and 10) puts it, “Hilbert and formalism in economics are inextricably linked through von Neumann”. Hilbert worked with von Neumann on quantum mechanics in the 1920s and 1930s, “a period in which von Neumann axiomatised two-person zero-sum game theory”.

[29] Tinbergen and Frisch won the Swedish Central Bank prize in honour of Alfred Nobel in 1969 for this model-based research (Morgan, 2012, p. 10).

[30] For Samuelson the neoclassical synthesis represented “the synthesis of  Keynesian demand-management policy with the use of the price mechanism to allocate resources, but this position rested on a synthesis of the Keynesian macroeconomic income determination theory with classical or neoclassical macroeconomic principles … The neoclassical synthesis involved a synthesis of the Keynesian theory of unemployment with ‘classical’ or ‘neoclassical’ ideas about how the economy operated at full employment” (Backhouse and Boianovski, 2013, p. 41).  On the history of the IS-LM model see the articles in de Vroey and Hoover (eds, 2004). On the neoclassical (or neo-Walrasian) synthesis see Weintraub (1979, ch. 4) and Backhouse and Boianovski (2013, ch. 3).

[31] The list includes the likes of Lange (1938-43),[31] Wald (1937-9), Menger (1937), Marschak (1943-8), Haavelmo (1943), Koopmans (1944), Klein (1944), Arrow (1947), Simon (1947), Debreu (1950-????), and Patinkin???.

[32] Wald, Menger, Arrow and Debreu were mathematicians and Koopmans studied mathematics and theoretical physics before turning to economics.

[33] Although Samuelson’s book made an immediate impact, it took several decades (in the 1970s and 1980s) before game theory became a research project to be reckoned with within economic science.

[34] As Samuelson (1998, p. 1381-2) notes, never short of compliments to others, and himself, “Among working economists in the 1930s John Hicks and Ragnar Frisch (two very different economists) got the most attention from me”. And, he continues, “when I got to know John and Ursula Hicks well, I said to him: ‘I have the best of both worlds. I know your work and I know my own, too’” (p. 1382).

[35] According to Weintraub (1991, p. 66 quoted in Lodewijks, 2001, p. 323) “the mathematics of dynamic systems, through Birkhoff and Picard, the applied mathematical analysis of systems from Lotka, the thermodynamics of the late nineteenth century through Gibbs via Wilson, and the confused literature of economic dynamics of the 1930s all shaped the way Samuelson constructed his arguments in the Foundations”. And, according to Samuelson’s (1998, p. 1376) own recollections, “I was vaccinated to understand that economics and physics could share the same formal mathematical theorems (Euler’s theorem of homogeneous functions, Weierstrass’s theorems on constrained maxima, Jacobi determinant identities underlying Le Chatelier reactions etc.), while still not resting on the same empirical foundations and certainties”.

[36] Even so, Friedman’s methodological proclamations were only practiced selectively by economists, since, as McCloskey (1985, p. 9) has argued, predictions falsified by the data very rarely led to the abandonment of the theories, reflecting what Hausman (1992, p. 152) has called “the striking methodological schizophrenia that is characteristic of contemporary economics, whereby methodological doctrine and practice regularly contradict one another”.

[37] “The First Incompleteness Theorem provides a counterexample to completeness by exhibiting an arithmetic statement which is neither provable nor refutable in Peano arithmetic, though true in the standard model. The Second Incompleteness Theorem shows that the consistency of arithmetic cannot be proved in arithmetic itself. Thus Gödel’s theorems demonstrated the infeasibility of the Hilbert program, if it is to be characterized by those particular desiderata, consistency and completeness” (Kennedy, 2011).

[38] Diedoriné, Cartan, Weil and Mantelbrot were among them.

[39] And for Ingrao and Israel (1990, p. 283).] “The characteristic peculiar to ‘Bourbakism’ was that of pushing the Hilbertian axiomatic approach to its extreme consequences”.

[40] Debreu was also influenced by Maurice Allais, the French mathematical economist and Nobel laureate who wrote in the tradition of the Lausanne School of Walras and Pareto (Debreu, 1984, p. 268).

————————————————————————————————————————————–

3ο Συνέδριο Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ) Πανεπιστήμιο Πατρών, 14-15 Ιανουαρίου 2014

Κείμενο Εργασίας

Working Paper

«Geopolitics, Geo-economics, Geoenergeia and Political Economy

Model Interface and Interpretation of Greek Crisis»

Authors: Prof. Dr. John Karkazis &

Ioannis Vidakis, Candidate PhD

Department of Shipping, Trade and Transport

University of the Aegean, Chios, Greece

Address: Ioannis Vidakis, Pr. Hlia 74, PC 144 51, Metamorfosi, Greece

TEL: 0030210-2844713

E-mail: johnvidos2000@yahoo.gr

Academic sphere oh interest: Energy Economics, Energy Security

ABSRACT

This specific text focuses on exploration of the current situation in the wider Eastern Mediterranean area, in the field of energy resources, taking lessons from the past. It attempts to link the past to the present by making a short story focusing on energy security. These data attempts to integrate the Greek crisis in a different context using evaluation and interpretation of international relations and energy power.

KEY WORDS: Geopolitics, Geoeconomics, Geoenergeia, Energy, Energy Resources, Energy

Policy, Energy Security, Middle East,

JEL CODES: A12, F34, F50, N70, Q 480

3ο Συνέδριο Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας (ΕΕΠΟ) Πανεπιστήμιο Πατρών, 14-15 Ιανουαρίου 2014

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΓΕΩΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΓΕΩΕΝΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

Γιάννης Καρκαζής και Ιωάννης Βιδάκης1

Μαρυρία:  «The trouble with this country is that you can’t win an election without the oil bloc, and you can’t govern with it.»  Franklin D. Roosevelt2

1.    Εισαγωγικά Σχόλια

Ένας  από  τους  βασικούς  προβληματισμούς,  στο  πεδίο  των  θεωρητικών επιστημών αφορά στο βαθμό που η επιστήμη στο συγκεκριμένο τομέα, επηρεάζεται από ή/και εκφράζει συγκεκριμένα οφέλη και συμφέροντα3. Αυτό αποτελεί ίσως και μια εξήγηση στο ότι πολλές επιστημονικές έρευνες καταλήγουν συχνά σε διαφορετικά αν όχι αντιφατικά συμπεράσματα και πορίσματα. Για παράδειγμα στο χώρο των οικονομικών επιστημών η Joan Robinson4 αναφέρει ότι σε κάθε εποχή οι νόμοι των διεθνών οικονομικών  σχέσεων  καθορίζονται  έτσι  ώστε  να  εξυπηρετούνται  οι  σκοποί  του κράτους το οποίο είναι τότε το πιο ισχυρό και που έχει να αποκομίσει τα περισσότερα οφέλη από αυτού του είδους τις οικονομικές σχέσεις. Αλλά και στον τομέα των Διεθνών Σχέσεων ένα κύριο ερώτημα αφορά στο βαθμό που η επιστήμη στις διακρατικές σχέσεις επηρεάζεται από ή/και εκφράζει συγκεκριμένα συμφέροντα.

Το  τελευταίο χρονικό  διάστημα  παρατηρούνται μεγάλες μεταβολές στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και αναφύονται ποικίλα ερωτηματικά. Μια τεκμηριωμένη απάντηση σ΄ αυτά μπορεί να διερευνηθεί μέσα από την ουσιαστική εξέταση μεταξύ άλλων, της αξίας του πεδίου της ενέργειας5. Ωστόσο είναι βασικό πρώτα να αποσαφηνιστούν ορισμένα σημαντικά ζητήματα, σε συνολικό, σε «μακρο-επίπεδο», σε γενικότερο πλαίσιο, σχετικά με τους ενεργειακούς

1   Ο  Γιάννης  Καρκαζής  είναι  καθηγητής του  τμήματος  Ναυτιλίας και  Επιχειρηματικών Υπηρεσιών του

Πανεπιστημίου Αιγαίου και διευθυντής του Εργαστηρίου Γεωγραφικών Πληροφοριακών Συστημάτων, Γεω-

οικονομίας και Γεωπολιτικής, (GEOPOL – http://www.stt.aegean.gr/geopolab/). Ο Ιωάννης Βιδάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, μέλος του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) και του Κέντρου Αμυντικών, Ενεργειακών και Γεωπολιτικών Ερευνών (ΚΑΕΓΕ), http://www.defencenter-energeo.org/

2 http://www.hermes-press.com/oilrulers1.htm

3   «Πλούσιοι  δεξιοί  ιδεολόγοι  έχουν  συμμαχήσει  με  τις  πιο  ανεύθυνες  και  κυνικές  εταιρείες  στην

βιομηχανία πετρελαίου, άνθρακα και μεταλλευμάτων, με σκοπό να χρηματοδοτούν ψευδοεπιστημονικές επιτροπές βιτρίνας, οι οποίες ειδικεύονται στην δημιουργία παραπλανητικών εντυπώσεων και ασάφειας σχετικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη», Αλ Γκορ, “Προσβολή στη Λογική”.

4  Joan Robinson, (1903 – 1983), μια «μετα-κεϋνσιανή» οικονομολόγος, η οποία έγινε   γνωστή για την

ευρεία συνεισφορά της στην οικονομική θεωρία.

5 “If you want to rule the world, you need to control oil. All the oil. Anywhere.” –Michel Collon

πόρους, την ενεργειακή ασφάλεια και τη λήψη αξιοσημείωτων αποφάσεων και ενεργειών, από τους κύριους συμμετέχοντες, δημόσιους και ιδιωτικούς, φορείς και ενδιαφερομένους. Οι ενδείξεις είναι το λιγότερο, διφορούμενες. Το θέμα, βέβαια, έχει τεράστιες διαστάσεις και είναι αδύνατον να εξαντληθεί στα όρια ενός κειμένου, πολύ περισσότερο, που στο όλο πρόβλημα κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζουν κρατικοί και επιχειρηματικοί ανταγωνισμοί, σφοδρές αντιπαλότητες αλλά και συνέργειες, συμπράξεις και συνεργασίες σε εθνική, πολυεθνική αλλά και σε παγκόσμια έκταση, σε σχέση με τα υπάρχοντα, αλλά και τα υπό εκμετάλλευση κοιτάσματα υδρογονανθράκων και της ενέργειας που αυτά περιέχουν.

Κατά την έποψή μας η Ελληνική κρίση εντάσσεται σ΄ ένα ευρύτερο και μεσο- μακροπρόθεσμο πλαίσιο ανακατανομής ισχύος και παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, παρά την συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαική Ένωση6. Το χρέος της Αθήνας θα παραμείνει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα περιορίζοντας τους βαθμούς ελευθερίας της επιλογών και κινήσεων. Η παρούσα εισήγηση στοχεύει στην ανάδειξη και στην παρουσίαση των ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου, ως πρώτιστη αιτία πρόκλησης των μεγάλων αλλαγών της περιοχής, αξιοποιώντας την σύνδεση των ακαδημαϊκών πεδίων της οικονομίας και των διεθνών

σχέσεων.

2.    Συμφέροντα και Οικονομία

Τον 19ο   αιώνα στον Ευρωπαϊκό χώρο, η Γερμανία και η Βρετανία διέθεταν ανόμοιες συνθήκες ανάπτυξης, αντιμετώπιζαν διαφορετικές ανάγκες εξέλιξης και είχαν αντικρουόμενα συμφέροντα, μεταξύ άλλων και στο πεδίο της διεθνούς οικονομικής. Η Βρετανία αρχικά ήταν η πρώτη βιομηχανική δύναμη με αυξημένες δυνατότητες εξαγωγών, που όμως εμποδίζονταν από τη ύπαρξη υψηλών δασμών και πολιτικών προστατευτισμού από τις άλλες χώρες μεταξύ των οποίων και η ανερχόμενη βιομηχανικά Γερμανία. Από αυτήν την έποψη ήταν αναμενόμενο ότι η ανάπτυξη των θεωριών των

«οικονομικών πλεονεκτημάτων»7 στο διεθνές εμπόριο, διεξάχθηκε αρχικά από μια σειρά

Βρετανών οικονομολόγων ενώ οι βασικές αρχές του μερκαντιλισμού8  και της συμβολής

του προστατευτισμού εξελίχθηκαν στη Γερμανία, από τον List9 και τους οπαδούς του.

6 Βλ. άρθρο Καρκαζή, Βιδάκη, Μπάλτου, με τίτλο: «Η Ευρώπη σε Σταυροδρόμι», Ελληνική Άμυνα & Τεχνολογία, τ. 29, Ιούνιος 2012.

7  Η Αγγλική κλασική οικονομική θεωρία ήταν αποτέλεσμα του Φιλελευθερισμού και του Διαφωτισμού,

μιας γενικής φιλοσοφίας που τόνιζε τη σημασία του ατόμου και θεωρούσε το έθνος ως το «άθροισμα» των πολιτών του. Το δόγμα του ελεύθερου εμπορίου ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος του οικονομικού φιλελευθερισμού. Ο Adam Smith και ο David Ricardo ανάπτυξαν   τις θεωρίες του «απόλυτου» και του

«συγκριτικού πλεονεκτήματος» αντίστοιχα.

8  Εμποριοκρατία: δόγμα στον τομέα της οικονομίας που επικρατούσε κατά τη διάρκεια των δυο πρώτων

αιώνων της ανάπτυξης του σύγχρονου εθνικού κράτους, (17ος και 18ος αιώνας). Το δόγμα αυτό είχε πολλά σύγχρονα χαρακτηριστικά: ήταν έντονα εθνικιστικό, έθετε ως προτεραιότητα την ευημερία του έθνους,

θεωρούσε απαραίτητο τον κρατικό έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου, ευνοούσε τον διακανονισμό και το σχεδιασμό της οικονομικής δραστηριότητας ως ένα αποδοτικό μέσο για την πραγματοποίηση των στόχων του έθνους.

9 Georg Friedrich List, (1789 – 1846), ήταν ο κορυφαίος Γερμανός οικονομολόγος του 19ου αιώνα, ο οποίος

ανέπτυξε το «Εθνικό Σύστημα Καινοτομίας» και προέβαλε το επιχείρημα της «νηπιακής βιομηχανίας», ως αιτιολογία της επιβολής δασμών έναντι του βρετανικού φιλελευθερισμού. Υποστήριξε σθεναρά την επέκταση  του  σιδηροδρομικού  δικτύου  στη  Γερμανία  και  τη  σύσταση  της  Zollverein,  (Γερμανική τελωνειακή ένωση), η οποία ενοποίησε οικονομικά τη Γερμανία.

Διαπιστώνεται ότι η υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων της Βρετανίας ήταν απολύτως συμβατή και εναρμονισμένη με την ανάπτυξη των νέων θεωριών στο πεδίο των διεθνών οικονομικών σχέσεων ενώ η προστασία των Γερμανικών οικονομικών ωφελειών απαιτούσε μια άλλη, διαφορετική θεώρηση. Αποτελεί μάλλον ιστορική ειρωνεία, το γεγονός ότι ακριβώς και πάλι λόγω των διαμετρικά αντίθετων συμφερόντων, οι θεωρητικές παραδοχές στους ανάλογους επιστημονικούς τομείς στα δύο αυτά προαναφερόμενα κράτη τον επόμενο αιώνα, (δεκαετία του ΄70) ήταν εντελώς αντίστροφες  από  τις  αντίστοιχες  που  εμφανίστηκαν  τον  προηγούμενο  αιώνα.  Έτσι η σχολή του Cambridge στη Βρετανία υποστήριξε επιστημονικά την ανάγκη προστατευτισμού της χώρας στη διαδικασία του διεθνούς εμπορίου, (παρά τις προηγούμενες  θεωρήσεις)  ενώ  στο  Κίελο  της  Γερμανίας  τεκμηριωνόταν  και εγκωμιαζόταν   η   ανωτερότητα   του   φιλελευθερισμού   στις   παγκόσμιες   οικονομικές σχέσεις. Και πάλι εξακριβώνεται η γεωγραφική ταύτιση των ακαδημαϊκών  φορέων των δυο κρατών με τα οικονομικά τους συμφέροντα. Φυσικά αυτό που είχε μεταβληθεί με την  πάροδο   του   χρόνου  ήταν  η   απώλεια   της  θέσης  της  Βρετανίας  στο   διεθνή καταμερισμό οικονομικής ισχύος σε σχέση με την αυξημένη πρόοδο της Γερμανίας. Έτσι τα συμφέροντα της Βρετανίας δεν μπορούσαν πλέον να υποστηριχθούν βάσιμα και μακροπρόθεσμα  από  τις  θεωρίες  της  Αγγλικής  κλασικής  οικονομικής  θεωρίας,  στον τομέα των διεθνών συναλλαγών. Ευτυχώς για τους Βρετανούς η επιλογή της κατάλληλης λύσης ήταν απλή: επιστροφή στο παρελθόν και δανεισμός των θεωρήσεων του Γερμανού List, (βλ. Παράρτημα Α΄), προσαρμοσμένων στις νέες συνθήκες.

Ειδικότερα όσον αφορά στο διεθνές εμπόριο, ο Bo Södersten10 στη θεώρησή του

σχετικά   με   τον   Άγγλο   David   Ricardo11    γράφει:   «…ο   Ricardo   χρησιμοποίησε   ως

παραδείγματα στην απόδειξή του12     την Αγγλία και την Πορτογαλία, που παρήγαγαν

κρασί και ύφασμα. Επειδή ήταν ευγενικός Άγγλος και ζούσε σε μια περίοδο όπου κανένας δεν είχε ακούσει για υπανάπτυκτες χώρες ο Ricardo υπέθεσε ότι η Πορτογαλία ήταν  πιο παραγωγική χώρα στην παραγωγή και των δυο αγαθών, (του κρασιού και του υφάσματος). Σύμφωνα με το υπόδειγμα αυτό η Πορτογαλία διαθέτει απόλυτο πλεονέκτημα στην παραγωγή κρασιού καθώς επίσης και στην παραγωγή υφάσματος επειδή το εργασιακό κόστος της παραγωγής για κάθε μονάδα των δυο εμπορευμάτων

10 Bo Södersten, γεννήθηκε στο Grängesberg της Σουηδίας το 1931, (οικονομολόγος και πολιτικός – Σοσιαλδημοκράτες). Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Gothenburg   την περίοδο 1971-77 και καθηγητής διεθνών οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Lund, τα έτη 1977-96. Κατά τα έτη 1979-1988 διετέλεσε μέλος του Κοινοβουλίου. Στη δεκαετία 1960 – 70 ήταν γνωστός ως ένας από τους κορυφαίους οικονομολόγους της αριστεράς. Στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, ήταν επικριτικός με τις υπερβολικά γενναιόδωρες επιδοτήσεις  της   στέγασης  και   κατά  τη   διάρκεια  της   δεκαετίας  του   ‘80   προσανατολίστηκε  προς συντηρητικές απόψεις.

11  David Ricardo, (1772 – 1823), Άγγλος πολιτικός και οικονομολόγος, από τους σημαντικούς της κλασικής

οικονομικής σχολής, μαζί με τον Thomas Malthus, τον Adam Smith και τον John Stuart Mill. Ήταν επίσης μέλος του Κοινοβουλίου, επιχειρηματίας, χρηματοδότης και κερδοσκόπος, ο οποίος δημιούργησε μία σημαντική προσωπική περιουσία. Ίσως η πιο σημαντική συμβολή του ήταν ο «νόμος του συγκριτικού πλεονεκτήματος», ένα θεμελιώδες επιχείρημα υπέρ του ελεύθερου εμπορίου μεταξύ των χωρών και της εξειδίκευσης μεταξύ των ατόμων. Ο Ricardo υποστήριξε ότι υπάρχει αμοιβαίο όφελος από τις εμπορικές συναλλαγές (ή ανταλλαγές), ακόμη και αν το ένα μέρος, (π.χ. πλούσιες σε φυσικούς πόρους χώρες, με τεχνίτες υψηλής ειδίκευσης), είναι πιο παραγωγικό σε κάθε δυνατή έκταση από τη χώρα εταίρο της, (π.χ. φτωχές σε πόρους χώρες, ανειδίκευτης εργασίας), όσο ο καθένας εστιάζει στις δραστηριότητες όπου έχει ένα σχετικό πλεονέκτημα της παραγωγικότητας. Όπως και ο Άνταμ Σμιθ, ο Ρικάρντο ήταν επίσης πολέμιος του προστατευτισμού για τις εθνικές οικονομίες, ιδιαίτερα για τη γεωργία.

12 Εννοεί τη θεωρία του «συγκριτικού πλεονεκτήματος».

είναι μικρότερο  στην Πορτογαλία παρά στην Αγγλία. Τελικά η Πορτογαλία θα εξάγει κρασί στη Βρετανία και θα εισάγει από αυτήν ύφασμα, λόγω της ύπαρξης «συγκριτικών πλεονεκτημάτων» στην παραγωγή κρασιού για την Πορτογαλία και   στην κατασκευή υφασμάτων για την Βρετανία» 13.

Η προηγούμενη παράγραφος αναδεικνύει άλλον έναν από τους βασικούς προβληματισμούς στο πεδίο των θεωρητικών επιστημών σχετικά με την ανάγκη διεπιστημονικής προσέγγισης των θεμάτων  στο βαθμό που στις πολιτικο-κοινωνικο- οικονομικές  σχέσεις  υφίσταται  αλληλοσυσχέτιση και  παρατηρούνται αλληλεπιδράσεις. Αναλυτικότερα και με αφορμή την προηγούμενη θεώρηση του Bo Södersten  σχετικά  με  το  υπόδειγμα  του  Άγγλου  David  Ricardo,  έχουμε  να παρατηρήσουμε  ότι  δεν  ήταν  η  ευγένεια  του  τελευταίου  που  τον  υποχρέωσε  να υποθέσει ότι η Πορτογαλία ήταν πιο παραγωγική χώρα στην παραγωγή και των δύο προϊόντων, (κρασιού και  υφάσματος) από τη Βρετανία. Η Πορτογαλία πράγματι μπορεί να διέθετε «απόλυτο πλεονέκτημα» στην παραγωγή και των δυο εμπορευμάτων, επειδή το εργασιακό κόστος της παραγωγής για κάθε μονάδα των δυο ειδών ήταν χαμηλότερο σ΄ αυτήν παρά στη Βρετανία. Ωστόσο το συγκεκριμένο παράδειγμα ισχυριζόμαστε ότι επιλέγηκε από τον Ricardo διότι αν και ο ίδιος είχε γεννηθεί στο Λονδίνο το 1772, η οικογένειά του ήταν εβραϊκή (Σερφαδίτικη) Πορτογαλικής καταγωγής, που είχε μετακομίσει  στην  Αγγλία  από  την  Ολλανδία  λίγο  πριν  τη  γέννησή  του.  Πρόσθετα  ο

Ricardo θα πρέπει να είχε υπόψη του την συνθήκη συμμαχίας του 137314 μεταξύ Αγγλίας

και Πορτογαλίας, (βλ. Παράρτημα Β΄). Ποιό ήταν τελικά το κέρδος για την Λισαβόνα από αυτήν την μάλλον άνιση ανταλλαγή αγαθών – εκτός από την εξυπηρέτηση των αγγλικών συμφερόντων;

3.    Ενέργεια και Οικονομία15

Στα τέλη του 19ου αιώνα, η τεχνολογική εξέλιξη οδήγησε βαθμιαία στην εκμετάλλευση του πετρελαίου. Το γεγονός αυτό θα ωφελούσε αρχικά τις περιοχές που θα το χρησιμοποιούσαν. Με την αντικατάσταση του άνθρακα από το νέο ορυκτό, θα αποφεύγονταν η γοργή μόλυνση του περιβάλλοντος16. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, τα τεχνολογικά και βιομηχανικά επιτεύγματα αυξήθηκαν, λόγω της χρησιμοποίησης των κοιτασμάτων του πετρελαίου. Το εν λόγω καύσιμο συνδέθηκε στενά με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Παρά τις προσπάθειες πολλών καταναλωτριών χωρών ήδη από τα μέσα  της  δεκαετίας  του  1970,  η  εξάρτηση  από  τον  εισαγόμενο  υδρογονάνθρακα

παραμένει η «αχίλλειος πτέρνα» της οικονομίας των περισσότερων αναπτυγμένων κρατών. Ελάχιστα εμπορεύματα απέκτησαν τη ζωτική σημασία του πετρελαίου. Αυτό

13 Södersten, B., International Economics, London: Mac Millan Press, Β΄ Έκδοση, 1980, σελ. 11-26.

14   Αποτελεί  την  παλαιότερη ενεργή  συνθήκη  στον  κόσμο.  Ένα  απόσπασμα από  τη  συνθήκη  είναι  το

ακόλουθο: «Κατ’ αρχήν θέτουμε και συμφωνούμε ότι θα υπάρχουν από σήμερα και στο εξής… αληθινές, έμπιστες, σταθερές, αμοιβαίες και διαρκείς φιλίες, ενώσεις, συμμαχίες και ανάγκες ειλικρινούς αφοσίωσης και ότι, ως πιστοί και έμπιστοι φίλοι στο εξής αμοιβαία θα είμαστε φίλοι με τους φίλους και εχθροί με τους εχθρούς αι  θα αλληλουποστηριζόμαστε, δια  θαλάσσης και  από  ξηράς, έναντι όλων  των ανδρών που μπορεί να ζήσουν και να πεθάνουν».

«In the first place we settle and covenant that there shall be from this day forward… true, faithful, constant, mutual and perpetual friendships, unions, alliances, and needs of sincere affection, and that as true and faithful friends we shall henceforth, reciprocally, be friends to friends and enemies to enemies, and shall assist, maintain, and uphold each other mutually, by sea and by land, against all men that may live and die.»

15  Αποσπάσματα από την υπό εκπόνηση διδακτορική διατριβή του Ι. Βιδάκη στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου,

Σχολή Επιστημών της Διοίκησης, Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών.

16 Αργότερα βέβαια το πρόβλημα της ρύπανσης θα επανερχόταν, πιο καίριο.

γιατί έχει πολλές χρήσεις, ως πηγή ενέργειας και ως πρώτη ύλη για την παραγωγή πολλών βιομηχανικών προϊόντων. Έτσι την τρέχουσα περίοδο το πετρέλαιο (με τα παράγωγά του) είναι το πιο ευρέως διακινούμενο αγαθό στον πλανήτη.

Συνοπτικά θα πρέπει   να επισημάνουμε ότι τα ορυκτά καύσιμα έχουν και θα συνεχίζουν να κατέχουν το σημαντικότερο ρόλο στον τομέα της ενέργειας για τα επόμενα πενήντα χρόνια.  Εν τούτοις, οι ποσότητες είναι πεπερασμένες και ο χρόνος

ζωής τους θα εξαρτηθεί και από το ρυθμό κατανάλωσης. Για το λόγο αυτό γίνεται μεγάλη  προσπάθεια  σε  παγκόσμια  κλίμακα  προκειμένου  να  επιμηκυνθεί  ο  χρόνος

ζωής, με τη βοήθεια  της  τεχνολογίας  κατασκευάζοντας  πιο  αποδοτικές  μηχανές, με την  εξοικονόμηση  ενεργειακών  πόρων,  εισάγοντας  νέες  μορφές  ενέργειας, βελτιώνοντας την απόδοση των κοιτασμάτων, μειώνοντας τις απώλειες και ανακαλύπτοντας νέες πηγές.

Πρόσθετα, ο τομέας της ενέργειας και οι αγωγοί μεταφοράς ενεργειακών πόρων παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των διακρατικών σχέσεων. Για το λόγο αυτό, βλέπουμε να αναπτύσσονται συμμαχίες, μεταξύ των χωρών, να οδηγούνται σε ενεργειακές εξαρτήσεις, τόσο από την πλευρά του πωλητή, όσο και από την πλευρά του καταναλωτή, ενώ σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρείται πλέον επουσιώδης και ο ρόλος των διαμετακομιστικών κρατών.

3.1  Η Γεωπολιτική της Ενέργειας ή η Γεωενέργεια της Πολιτικής

Πρόταση για ένα νέο μοντέλο: Γεωπολιτική, Γεωοικονομία,  Γεωενέργεια

Η Γεωπολιτική, (Geopolitique Geopolitics) βρίσκεται ανάμεσα στην πολιτειολογία, τη γεωγραφία και την ιστορία, (χωρίς συγκεκριμένα όρια παραδεκτά από όλους). Μελετά την εσωτερική και εξωτερική πολιτική των κρατών σε συνάρτηση κυρίως με τη γεωγραφική τους θέση. Ισχυρίζεται ότι τα πολιτικά, ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα κάθε χώρας και περιοχής εξαρτώνται λίγο – πολύ, από τη γεωγραφική της θέση στον πλανήτη και τα συναφή χαρακτηριστικά της. Η Γεωπολιτική εξετάζει, μελετά, αναλύει, ερμηνεύει την αλληλεπίδραση μεταξύ φύσης/γεωγραφικού χώρου (περιβάλλοντος) και ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και την πολιτισμική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, με σκοπό την αξιοποίηση/αύξηση της ισχύος (οικονομικής ή/και στρατιωτικής), στο παρόν και κυρίως στο μέλλον. Διαμορφώθηκε σε ιδιαίτερη επιστήμη από το Σουηδό Πολιτειολόγο Ρούντολφ Χελλέν, (Rudolf Kjellén) στα

τέλη του 19ου αιώνα17, με βάση το έργο του Γερμανού γεωγράφου Fr. Ratzel (1844-

1904): «Περί γεωγραφικού προσδιορισμού του πολιτικού βίου». Αναπτύχθηκε μετά το

1924 από το Γερμανό Karl Haushofer, (1869-1946) και το περιοδικό «Γεωπολιτική», κυρίως στην Γερμανία, (μια μεγάλη δύναμη, με περιορισμένους ωστόσο φυσικούς πόρους, χωρίς μεγάλης έκτασης μητροπολιτικό έδαφος και αποικίες). Εμπεριέχει την έννοια του «ζωτικού χώρου» και καταλήγει στη «μεσημβρινή – κάθετη» διαίρεση της υδρογείου, με βάση κυρίως πολιτισμικά χαρακτηριστικά18, (βλ. Χάρτη 3.1).

27 Ο όρος «Γεωπολιτική» ως επιστημονικός όρος, προτάθηκε από τον Σουηδό καθηγητή και φιλόσοφο – πολιτικό το 1899. Αναλυτικότερα βλ. http://www.geo-mazis.gr/      και http://imperium- gaia.blogspot.gr/2011/07/blog-post_19.html

http://energeopolitics.com/about/classical-geopolitics-a-summary-of-key-thinkers-and-theories-from-the-

classical-period-ofgeopolitics/

18  Αυτήν την προσέγγιση φαίνεται να ακολουθεί εβδομήντα χρόνια μετά και   ο Samuel Huntington, ο

οποίος σε κείμενο το 1993 με τίτλο: «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών», υποστηρίζει ουσιαστικά μια πολιτισμική ερμηνεία της Γεωπολιτικής. Οι ιδεολογικές και οικονομικές αντιπαραθέσεις αντικαθίστανται από πολιτιστικές ενώ η Δύση και τα «παράγωγά» της δεν θα μπορέσουν ουσιαστικά να επεκταθούν, πέραν

Τα έργα του Haushofer βρήκαν μεγάλη ανταπόκριση στη Ναζιστική ηγεσία και οι ιδέες του χρησιμοποιήθηκαν για να δικαιολογήσουν την γερμανική επεκτατικότητα κατά την εποχή κυριαρχίας του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, (ανακατανομή διεθνούς καταμερισμού πλουτοπαραγωγικών πηγών). Με εντολή του Χίτλερ μετά το 1933 η γεωπολιτική ως επιστήμη μαζί με τον όρο «ζωτικός χώρος»   του Ratzel, διδάχθηκε σε όλες της βαθμίδες των σχολείων της Γερμανίας γιατί εξυπηρετούσε τις κατακτητικές του επιδιώξεις. Η Γεωπολιτική αποτελεί εργαλείο της Στρατηγικής με κεντρικό σημείο την εθνική ισχύ και τον έλεγχο μιας γεωγραφικής επικράτειας. Τα κυρίαρχα κράτη σε κάθε ιστορική περίοδο στο παγκόσμιο σύστημα, αποτελούν αυτά που είναι ισχυρότερα στην προβολή των ικανοτήτων τους σε μεγαλύτερες αποστάσεις. Συνεπώς, η Γεωπολιτική αποδέχεται την ύπαρξη διεθνών συμφερόντων και ανταγωνισμών και υποστηρίζει τη στρατηγική σχεδίαση σε διάφορους τομείς, [π.χ. της στρατιωτικής ισχύος (γεωστρατηγική), της οικονομίας (γεωοικονομία), της δημογραφίας, του περιβάλλοντος, κα].

Χάρτης 3.1: Παγκόσμιες Περιφέρειες του Haushofer

Πηγή: http://www.ef.huji.ac.il/publications/ostrovsky.pdf

Η γεωστρατηγική μελετά τους συσχετισμούς δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο (παγκόσμιο ή περιφερειακό) και συνδέεται με την έννοια της πολιτικής ισχύος. Συγκεκριμένα, η γεωστρατηγική αναφέρεται στην πολιτική που έχει ως αντικείμενο γεωγραφικές περιοχές που ενδιαφέρουν το συγκεκριμένο κράτος και επηρεάζουν την ασφάλεια ή τα εθνικά του συμφέροντα. Υποστηρίζει τη στρατηγική, η οποία αποτελεί τον τρόπο της χρήσης/σύζευξης των υπαρχόντων μέσων για την επίτευξη των εθνικών/πολιτικών    σκοπών.    Όπως    είναι   φυσικό    το    επιστημονικό    αυτό    πεδίο

των ιστορικών και πολιτισμικών τους ορίων. Το ενδιαφέρον για τον Ελληνισμό και γενικότερα για την

Νοτιοανατολική Ευρώπη, βρίσκεται στο ότι διαχωρίζει και αποκλείει τα Ορθόδοξα έθνη από τη Δύση.

υποστηρίχθηκε διαχρονικά από θεωρητικούς και αναλυτές με διάφορες προσεγγίσεις, μερικές των οποίων άντεξαν στο χρόνο και εμφανίζονται να ισχύουν ακόμη και την τρέχουσα περίοδο19.

Χάρτης 3.2: Η θεωρία της «Heartland» – (PIVOT AREA)

Πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/Heartland_Theory

Αντίθετα η Γεωοικονομία, (Geoökonomie Geoeconomics)  θεωρείται επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την εξέταση της ανθρώπινης οικονομικής δραστηριότητας σε σχέση προς το γεωγραφικό περιβάλλον. Όχι όμως με στατική, όπως στην οικονομική Γεωγραφία, αλλά με την δυναμική έννοια. Με έναν εναλλακτικό ορισμό είναι η μελέτη των οικονομικών συνθηκών που επηρεάζονται από γεωγραφικούς παράγοντες. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε   ως   όρος,   για   την   εξέταση   του   πλούτου   του   υπεδάφους   από οικονομικής επόψεως. Στη συνέχεια επεκτάθηκε στον πλούτο της γήινης επιφάνειας και ύστερα σ’ αυτόν των θαλασσών. Την ευρύτερη έννοια της προσέδωσε ο Γερμανός γεωγράφος Α. Dix, το 1925. Η Γεωοικονομία δύναται να θεωρηθεί και έως ένα είδος

«γέφυρας», μεταξύ της πολιτικής (εθνικής) οικονομίας και της οικονομικής γεωγραφίας. Μεταξύ άλλων, η Γεωοικονομία μελετά το ρόλο της οικονομικής αλληλεπίδρασης και τα όρια της οικονομίας για την επίλυση ή την πρόληψη των συγκρούσεων, τη σχέση μεταξύ της οικονομικής μεγέθυνσης και των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών στις διάφορες χώρες, (όπως η διαφθορά, η ανάπτυξη δικτύων οργανωμένου εγκλήματος, η ανάπτυξη τρομοκρατικών ομάδων και η διασύνδεσή τους με συμβατικές μορφές εγκλήματος). Η

19  Για παράδειγμα η   Αγγλοσαξονική γεωπολιτική σκέψη (εμπειρισμός) του Halford Mackinder (1904), η οποία  εφαρμόζει  μια  διαφορετική  γεωγραφική  διαίρεση  της  υδρογείου,  (βλ.  Χάρτη  3.2).  Έτσι  η

«Heartland» είναι η κεντρική και πιο σημαντική περιοχή της Ευρασίας, («…όποιος την κατέχει μπορεί να ελέγξει τον κόσμο»). Καταλήγει σε ανάσχεση (containment) της δύναμης που ελέγχει τη «Heartland», ώστε να εμποδιστεί η απρόσκοπτη πρόσβασή της στη θάλασσα. Εφαρμόσθηκε στην αντιπαράθεση Βρετανίας – Ρωσίας στην Κεντρική Ασία 1813-1907, (το επονομαζόμενο: «Great Game»), στους Ναπολεόντιους πολέμους 1803-1815 (Βρετανία – Γαλλία), στην περιοχή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας 1814-1922 (Βρετανία – Ρωσία και Γερμανία), στους δυο ΠΠ (Βρετανία – Γερμανία) και σε εξελιγμένη μορφή κατά τη ψυχροπολεμική περίοδο, (όπου υπήρξε ανάσχεση- περιορισμός της Σοβιετικής Ένωσης) και ισχύει σε αρκετό βαθμό μέχρι και σήμερα. Γενικότερα, βλ. Σιούσιουρας, 2012, σελ. 43-107.

Γεωοικονομία  μελετά  τα  γεωοικονομικά  δεδομένα  μίας  γεωγραφικής  περιοχής,  σε τοπική, περιφερειακή ή/και σε διεθνή κλίμακα, τα οποία σχετίζονται με την οικονομική ισχύ, (οικονομικές δραστηριότητες ως προς το γεωγραφικό περιβάλλον), με σκοπό την αξιοποίησή τους20. Τα λεγόμενα γεωοικονομικά δίκτυα είναι οι θαλάσσιοι και χερσαίοι οδοί εμπορίου, οι διάφοροι αγωγοί: ηλεκτρικής ενέργειας, πετρελαίου, φυσικού αερίου, οδοί λαθρομετανάστευσης, διακίνησης όπλων, ναρκωτικών, ανθρώπων, κα.

Επισημαίνεται ότι αμέσως μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλόκ και την επέμβαση δυνάμεων του ΝΑΤΟ στον Κόλπο, σε κεντρικό άξονα της δυτικής ιδεολογίας αναδείχθηκε η έννοια της «Παγκοσμιοποίησης». Σύμφωνα μ’ αυτήν την αντίληψη, είναι δυνατή και συμβατή η συμβίωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (σε πολιτικό επίπεδο) με τον καπιταλισμό (στο οικονομικό πεδίο). Η Νέα Παγκόσμια Τάξη, (New World Order) επικρατεί σ’ ένα ενιαίο χώρο, διευθυνόμενο από πολυεθνικές επιχειρήσεις και τα χρηματιστήρια των οικονομικά ισχυρότερων κρατών, χωρίς δικτατορικά καθεστώτα, με κοινά πολιτισμικά στοιχεία, που αφορούν στην καθολίκευση των πολιτικών αξιών και των δομών του δυτικού πολιτισμού. Αυτή σηματοδοτεί και το «Τέλος της Ιστορίας», σύμφωνα με τον αισιόδοξο θεωρητικό της,

τον  Φουκουγιάμα,  (Fukuyama)21. Σε  αντίθεση  με  αυτήν  την  προσέγγιση  στην  Κίνα,

δοκιμάζεται ένα άλλο μοντέλο που αφορά στη συμβατότητα ενός μονοκομματικού καθεστώτος (σε πολιτικό επίπεδο) με ένα ιδιότυπο σύστημα ελεύθερης αγοράς στον οικονομικό τομέα, (κρατικός καπιταλισμός όπου η αστική τάξη αντικαθίσταται από δημόσιους φορείς). Για τον μαρξιστή Βρετανό ιστορικό Έρικ Χόμπσμπαουμ (Hobsbawm) το μέλλον του καπιταλισμού βρίσκεται στην Κίνα22.

Από τα προηγούμενα διαπιστώνεται η κοινή, χρονολογική (μέσα δεκαετίας του

’20) καθώς και η γεωγραφική (Γερμανία) αφετηρία, της παρουσίασης και της ανάπτυξης των δυο προαναφερομένων εννοιών, της Γεωπολιτικής και της Γεωοικονομίας. Ωστόσο παρά την παρουσιαζόμενη αλληλεξάρτησή τους διαφαίνεται και μια ουσιαστική αντίφαση μεταξύ τους – όταν δεν είναι προσανατολισμένες προς την ίδια  κατεύθυνση:

  • η Γεωπολιτική προηγείται και η Γεωοικονομία ακολουθεί ή το αντίστροφο;
  • η Γεωοικονομία καθορίζει λίγο – πολύ τη Γεωπολιτική ή όχι;

Με μαθηματική ορολογία, θα αναζητούσαμε ποια από αυτές είναι η ανεξάρτητη και ποια η εξαρτημένη μεταβλητή, στο πλαίσιο της διεθνούς ισχύος.

Μια πρώτη απάντηση είναι ότι πιθανόν να ισχύει, ανάλογα με τις περιστάσεις, τις χώρες και τις περιόδους, ορισμένες φορές το πρώτο ενδεχόμενο και άλλες το δεύτερο. Δύνανται επίσης οι δυο αυτές θεωρήσεις, να επικαλύπτονται μερικώς ή να εναλλάσσονται23. Εν τούτοις θεωρούμε ότι και οι δυο αυτές έννοιες την εποχή που

20 http://www.iiss.org/programmes/geo-economics-and-strategy/ Για μια σύγχρονη αξιοποίηση αυτής της θεώρησης ενδεικτικά βλ. http://www.iiss.org/programmes/geo-economics-and-strategy /about/

21    Francis  Fukuyama,  «Το  τέλος  της  ιστορίας  και  ο  τελευταίος  άνθρωπος»,  μετάφραση:   Αχιλλέας

Φακατσέλης, εκδ. Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1992.

Πρόσθετα βλ. http://brie.berkeley.edu/publications/wp%2040.pdf http://www.iiss.org/programmes/geo-economics-and-strategy/events/seminars/a-new-era-of-geo- economics/papers/

22 Έποψη που φαίνεται να συμμερίζεται προφητικά και ο Γιόζεφ Σουμπέτερ στο βιβλίο του «Καπιταλισμός,

Σοσιαλισμός  και  Δημοκρατία»  (1942)  –  το  1919  είχε  χρηματίσει  υπουργός  Οικονομικών  στην  πρώτη

Δημοκρατία της Αυστρίας, μετά την κατάρρευση των Αψβούργων.

23 http://neil-smith.net/wp-content/uploads/2009/05/aftergeopolitics.pdf

αναπτύχθηκαν είχαν ήδη  υπερκερασθεί (αφανώς) από μια τρίτη θεώρηση-αντίληψη, τη «Γεωενέργεια»24, (βλ. Γραφήματα 3.1, 3.2, 3.3 & 3.4).

Γράφημα 3.1: σχηματική απεικόνιση του υποδείγματος της Γεωπολιτικής

Πηγή: Ι. Βιδάκης

Γράφημα 3.2: σχηματική απεικόνιση του υποδείγματος της Γεωοικονομίας

Πηγή: Ι. Βιδάκης

http://economistsview.typepad.com/economistsview/2006/03/geopolitics_and.html

24   Με  αυτόν  τον  όρο  δεν  εννοούμε τους  ενεργειακούς πόρους που  προέρχονται από  τον  φλοιό  της

υδρογείου, αλλά ένα νέο επιστημονικό πεδίο, το οποίο θεωρεί τον τομέα της ενέργειας ως ανεξάρτητη μεταβλητή  που επηρεάζει σημαντικά τη λήψη πολιτικών, στρατηγικών και οικονομικών αποφάσεων των χωρών.

Γράφημα 3.3: σχηματική απεικόνιση του υποδείγματος της Γεωενέργειας

Πηγή: Ι. Βιδάκης

Ιδιαίτερα διευκρινίζεται ότι η Γεωπολιτική και η Γεωοικονομία μπορούν να αναλύσουν βάσιμα ορισμένα γεγονότα και να ερμηνεύσουν συγκεκριμένες πολιτικές. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις και θεωρήσεις, για πολλούς ειδικούς η Γεωπολιτική και η Γεωοικονομία αποτελούν τα εργαλεία, τα οποία παρέχουν επεξηγήσεις και αιτιολογίες για τις πολιτικές που εφαρμόζουν κυρίως οι κρατικοί φορείς λήψης αποφάσεων και όχι μόνο. Οι ίδιες οι θεωρίες μπορούν να επιδρούν ουσιαστικά στη διαμόρφωση υποδειγμάτων (μοντέλων), στην καταγραφή σχετικών επιλογών και στη λήψη σχετικών αποφάσεων. Όλα αυτά όμως πριν την ανάδειξη της σημασίας των υδρογονανθράκων, σε σχέση με την ενέργεια και την απόδοση έργου και των προσπαθειών για τον έλεγχο και την αξιοποίησή τους.  Άλλωστε είναι γνωστό και αποδεκτό ότι η εξέλιξη της τεχνολογίας και η εκμετάλλευσή της από τον άνθρωπο, επηρεάζει και μεταβάλει σημαντικά τις καταστάσεις και τα δεδομένα, (βλ. π.χ. την γεωργική και την βιομηχανική επανάσταση). Η «ενεργειακή έκρηξη» ξεκίνησε στα τέλη

του 19ου αιώνα και συνδεόταν με την έναρξη της μαζικής χρήσης του πετρελαίου25. H

Γεωενέργεια φέρεται να «θαμπώνει» τους υφιστάμενους τομείς της Γεωπολιτικής και της Γεωοικονομίας. Άλλοτε αμυδρά, αδιόρατα, αχνά και άλλοτε πιο διακριτά, έντονα, ισχυρά. Η Γεωπολιτική και η Γεωοικονομία αποτέλεσαν πλέον τα όργανα, τα εργαλεία, τα μέσα για την εφαρμογή της. Όχι βέβαια σε όλες τις χρονικές περιόδους. Ούτε για όλες τις

25 Saman Sepehri, «The Geopolitics of Oil», http://www.isreview.org/issues/26/oil_geopolitics.shtml

Michel  Collon,  «Monopoly:  «If  you  want  to  rule  the  world  you  need  to  control  the  oil.  All  the  oil.

Anywhere»».

http://www-personal.umich.edu/~twod/oil-ns/articles/yergin_prize_outline.html http://trove.nla.gov.au/ndp/del/article/2034528 http://www.engdahl.oilgeopolitics.net/History/Oil_and_the_Origins_of_World_W/ http://www.epmag.com/archives/digitalOilField/5911.htm

Μεγάλες  Δυνάμεις.  Ορισμένες  από  αυτές  άλλωστε  διέθεταν,  αρχικά  τουλάχιστον, αυξημένα αποθέματα πετρελαίου. H θεώρηση της Γεωενέργειας βρίσκει εφαρμογή και

«λειτουργεί»  κυρίως,  όταν  μια  Μεγάλη  Δύναμη  πάσχει  από  έλλειψη  ενεργειακών πόρων – είναι εξαρτημένη ενεργειακά, (βλ. Παράρτημα Γ΄).

Γράφημα 3.4: πιθανή σχηματική απεικόνιση της πραγματικότητας

Geoenergeia as a satellite of global strategies

Geo-politics

Geo-culture

Geo-energeia

Geo- strategics

Geo-history

Geo-graphy

Geo-economics

Πηγή: Ι. Βιδάκης

Ως έναν πρώτο ορισμό της Γεωενέργειας, θα οριοθετούσαμε – προτείναμε τον ακόλουθο: «η Γεωενέργεια μελετά, αναλύει, εξετάζει και ερμηνεύει τη λήψη αποφάσεων σε πολιτικό, στρατηγικό, οικονομικό ακόμα και σε κοινωνικό επίπεδο, κρατικών, δημόσιων αλλά και ιδιωτικών φορέων σε σχέση και συνάρτηση όχι μόνο με το γεωγραφικό χώρο αλλά και με τους ενεργειακούς πόρους που εκτιμώνται ότι υφίστανται,  που  αποδεδειγμένα  υπάρχουν,  διακινούνται,  αξιοποιούνται  – επιδέχονται επεξεργασία, σ΄ αυτόν. Δύναται να προσφέρει σαφείς και ολοκληρωμένες επεξηγήσεις και ευεξήγητες τεκμηριωμένες εκδοχές, για την σύνδεση αποφάσεων και ενεργειών,   συλλογικών   κυρίως   οργάνων   σε   κρατικό   και   ιδιωτικό,   δημόσιο   και πολυεθνικό πεδίο, (π.χ. της εξωτερικής αλλά και της εσωτερικής πολιτικής των κρατών), με την ύπαρξη ενεργειακών πόρων κάθε είδους, της δυνατότητας οικονομικής τους αξιοποίησης και της ενεργειακής ασφάλειας, στο παρόν και στο μέλλον. Μελετά τους συσχετισμούς των «ενεργειακών» δυνάμεων σε διεθνές επίπεδο (παγκόσμιο ή περιφερειακό)  και  τους  διασυνδέει  με  την  πολιτική,  στρατιωτική  και     οικονομική (κρατική και επιχειρηματική) ισχύ».

Εμπεριέχει την έννοια όχι του ζωτικού αλλά του «γεωενεργειακού» χώρου (βλ. Χάρτη 3.3) και διαμορφώνει μια κατανομή – ταξινόμηση του κόσμου, ανάλογα με τον πλούτο  των  περιοχών  του  σε  ενεργειακούς  πόρους.  Αξιοποιεί  τη  στρατηγική  με κεντρικό   σημείο   την   εθνική   ισχύ   και   τον   ουσιαστικό   έλεγχο   μιας   γεωγραφικής

«ενεργειακής» επικράτειας. Διερευνά τα γεωενεργειακά στοιχεία και  δεδομένα μίας γεωγραφικής περιοχής ή/και μιας χώρας – ομάδας κρατών, τη σχέση τους με την οικονομική τους μεγέθυνση και ανάπτυξη καθώς και τη διαμόρφωση των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών. Υποστηρίζει ότι τα πολιτικά, ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα κάθε χώρας και περιοχής, εξαρτώνται κυρίως από την κατοχή ή μη, τη μεταφορά και την

αξιοποίηση ενεργειακών πόρων. Προσθέτει τον σημαντικό παράγοντα της ενεργειακής ισχύος στη διαμόρφωση των κυρίαρχων κρατών και την αξιοποίηση των ικανοτήτων τους,  σε  κάθε  ιστορική  περίοδο  στο  παγκόσμιο  σύστημα.  Μπορούμε  να παρατηρήσουμε την ύπαρξη «Γεωενεργειακών Συστημάτων και Υποσυστημάτων» καθώς και τη  λειτουργία «Γεωενεργειακών Συμπλόκων».

Η Γεωενέργεια, όχι απλώς αποδέχεται όπως η Γεωπολιτική και η Γεωοικονομία, την ύπαρξη διεθνών ανταγωνισμών αλλά ουσιαστικά αποτελεί ένα εργαλείο και μια βασική τους αιτία. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί πρωτεύουσα πλέον η αντιπαλότητα  στους  πεπερασμένους  ενεργειακούς  πόρους  και  οι  οφειλόμενες  σ΄ αυτήν συγκρούσεις26. Την ενδιαφέρουν κυρίως περιοχές, χώρες και παράγοντες, που δύνανται να επηρεάζουν την ενεργειακή ασφάλεια ή/και τα εθνικά συμφέροντα όλων των κρατών και ισχυρών διεθνκών επιχειρήσεων. Υποστηρίζει τη στρατηγική, για την

επίτευξη των εθνικών και πολιτικών σκοπών και επί-μέρους στόχων. Το αντικείμενό της όπως και στην περίπτωση της Γεωοικονομίας, δεν έχει μόνο στατική αλλά και δυναμική σημασία. Δεν αναφέρεται στη γενική εξέταση του πλούτου της γης από οικονομικής απόψεως, αλλά επικεντρώνεται στους πόρους της ενέργειας και στις συνεπαγόμενες έννοιες, (ζήτηση, προσφορά, μεταφορά, διακίνηση, ασφάλεια, επεξεργασία, αξιοποίηση, κα). Πρόσθετα μπορεί να ερμηνεύσει ικανοποιητικά το φαινόμενο της στασιμότητας και της υπανάπτυξης, πλουσίων σε ενεργειακές πηγές χωρών.  Αποτελεί την ανεξάρτητη μεταβλητή επί μέρους συστημάτων, φορέων και αποφάσεων. Στην φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων, η Γεωενέργεια θα παύσει να έχει σημαντικό ρόλο όταν η τεχνολογία αναπτύξει σημαντικά, φθηνές και πρόσφορες πηγές ενέργειας, όπως για παράδειγμα τις ΑΠΕ.

Χάρτης 3.3: “Heartland” Πετρελαίου – Παγκόσμιος Γεωενεργειακός Χώρος

Πηγή: http://www.pipeline-conference.com/sites/default/files/papers/1%20Rempel.pdf

Η   πολιτική   (στρατιωτική   &   διπλωματική)   ισχύς   αλληλοσυνδέεται   με   την οικονομική  και  την  ενεργειακή,  (βλ.  Σχήμα  3.4).  Ωστόσο  η  σημαντικότητα  που  έχει

26  Ήδη από το 1950 ο γεωφυσικός Κίνγκ Χιούμπερτ (King Hubbert), εξέφρασε τη θεωρία περί εξάντλησης των αποθεμάτων του πετρελαίου στον πλανήτη, (Peak O il theory).

αποκτήσει  πλέον  η  ενέργεια  της  προσδίδει  τον  πρώτιστο  ρόλο  στην  παγκόσμια κατανομή ισχύος, σύμφωνα και με την αναλυτική τεκμηρίωση που ακολουθεί.

Σχήμα 3.4 Υπόδειγμα Διασυνδέσεων Μορφών Ισχύος

Ενεργειακή Ισχύς ΓΕΩΕΝΕΡΓΕΙΑ

Εντάσεις

Συγκρούσεις Πόλεμοι

Οικονομική Ισχύς ΓΕΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στρατιωτική Ισχύς ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ

3.2 Ενεργειακή Αξία της Μέσης Ανατολής: η Γεωενεργειακή “Heartland

Η περιοχή της Μέσης Ανατολής είναι πλούσια σε πετρέλαιο κατέχοντας κάτι περισσότερο από τα 2/3 των αποθεμάτων του κόσμου, με πολύ σημαντικό το γεγονός ότι τα αποθέματα αυτά αναμένεται να αυξηθούν. Το γεγονός αυτό δίνει στις χώρες τις περιοχής τη δυνατότητα να διαδραματίσουν ένα σημαντικό ρόλο όσον αφορά στην ενεργειακή ασφάλεια των ΗΠΑ και της παγκόσμιας οικονομίας γενικότερα.

Οι  ανακαλύψεις  νέων  αποθεμάτων  στην  περιοχή  της  Κεντρικής  Ασίας  της Κασπίας θάλασσας και της Ρωσίας δεν θεωρούνται αρκετές για να καλύψουν τις ανάγκες της παγκόσμιας οικονομίας και να μειώσουν την εξάρτηση της από το πετρέλαιο του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία κατέχει το 22% των παγκόσμιων αποθεμάτων, το Ιράκ 11%, το Ιράν, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μεταξύ 8% και 10%. Αντίθετα η Ρωσία κατέχει μόνο το 6% των παγκόσμιων αποθεμάτων  και τα αποθέματα των χωρών της πρώην ΕΣΣΔ στο σύνολο τους δεν ξεπερνούν το 10%.

Τον Σεπτέμβριο του 2001, το Cabinet Office on Energy Policy της Βρετανίας με επικεφαλής τον Colin J. Campbell27, μετά από έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα παγκόσμια αποθέματα σε υδρογονάνθρακες έχουν μειωθεί ανησυχητικά. Η αυξημένη παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου προκειμένου να στηρίξει ακόμη και μια μέτρια παγκόσμια οικονομική μεγέθυνση τις επόμενες δεκαετίες θα συνέπιπτε με τη δραματική μείωση της παραγωγής πετρελαίου από τις μεγαλύτερες πηγές όπως αυτή της Βόρειας Θάλασσας, της Αλάσκας, του Μεξικό, της Ρωσίας και της Νιγηρίας.

Τον Μάϊο του 2003, ο Matthew Roy Simmons28 ειδικός σε θέματα ενέργειας και

σύμβουλος των Cheney & Bush μετά από έρευνα κατέληξε στα ίδια συμπεράσματα. Πιο συγκεκριμένα ο Simmons αναφέρει ότι η παγκόσμια παραγωγή ήδη βρίσκεται στο μέγιστο. Μια μείωση της παγκόσμιας προσφοράς θα έχει καταστροφικές συνέπειες για

27 http://en.wikipedia.org/wiki/Colin_Campbell_(geologist)

28 http://en.wikipedia.org/wiki/Matthew_Simmons

την παγκόσμια οικονομία σε επίπεδο μεταφορών, τροφίμων και βιομηχανίας. Εν τω μεταξύ οι στατιστικές σχετικά με την εξεύρεση νέων πηγών είναι αρκετά ανησυχητικές. Και οι δύο ειδικοί (Campbell & Simmons) συμφωνούν ότι η μόνη περιοχή του κόσμου η οποία συνεχίζει να έχει σημαντικά ανεκμετάλλευτα αποθέματα πετρελαίου και σε χαμηλό κόστος, παραμένει η περιοχή της Μέσης Ανατολής. Η έρευνα τους κατέληξε σε ένα κοινό τριγωνικό γεωλογικό σχηματισμό που κατέχει το 65% των παγκόσμιων αποθεμάτων και καλύπτει πέντε χώρες: το Ιράκ, το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέιτ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με έμφαση στο Κατάρ. Ίσως η μεγαλύτερη πηγή ανεκμετάλλευτων αποθεμάτων πετρελαίου της Μέσης Ανατολής είναι το Ιράκ. Σύμφωνα με μελέτες Αμερικανικής κυβέρνησης υπολογίζεται ότι το Ιράκ κατέχει τουλάχιστον 432 δις βαρέλια ανεκμετάλλευτων αποθεμάτων πετρελαίου και ξεπερνά και εκείνα τις Σαουδικής Αραβίας.

Η στρατηγική σημασία του Ιράκ και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής σ΄ ένα κόσμο όπου η παραγωγή στις περισσότερες των πηγών βρίσκεται στο μέγιστο, δείχνει ότι  θα  αυξηθεί  τα  επόμενα  χρόνια.  Σημαντικό  επίσης  και  άξιο  αναφοράς  είναι  το γεγονός ότι το κόστος εξόρυξης και μεταφοράς πετρελαίου στην περιοχή του Κόλπου είναι πολύ χαμηλός σε σύγκριση με άλλες περιοχές παραγωγής. Αυτό αυξάνει κατά πολύ  την  εξαγωγική  τους  ικανότητα.  Κατά  τη  διάρκεια  του  Ψυχρού  Πολέμου  η στρατηγική των ΗΠΑ στην περιοχή στόχευε πρώτιστα στο να εξασφαλίσει τον έλεγχο της περιοχής του Κόλπου και να παρεμποδίσει κάθε ενέργεια που θα επέτρεπε την εκμετάλλευση του πετρελαίου από εχθρικά χέρια, δηλαδή της πρώην ΕΣΣΔ.

3.3 Ιστορική Αναδρομή και Τεκμηρίωση

Ωστόσο  για  να  προσεγγίσουμε  πιο  αναλυτικά  και  τεκμηριωμένα  την προτεινόμενη έννοια, το νέο όρο περί της Γεωενέργειας, κρίνουμε αναγκαία μια σύντομη αναφορά στο παρελθόν… Ιστορικά λίγο πρίν την βιομηχανική επανάσταση, η  εξέλιξη των κοινωνιών οι οποίες αναπτύχθηκαν όσον αφορά τόσο στην πυκνότητα του πληθυσμού τους όσο και στον σύνθετο χαρακτήρα της οργάνωσής τους, συνοδεύτηκε από την παράλληλη αύξηση των ενεργειακών τους αναγκών. Έτσι η αρχική χρήση του ξύλου ως καύσιμης ύλης στην Ευρώπη, είχε ως αποτέλεσμα την υλοτόμηση πολλών δασών, (και τη σταδιακή υποβάθμιση διαφόρων οικοσυστημάτων).

Στα  μέσα  του  16ου   αιώνα  τα  δάση  της  Αγγλίας  είχαν  αρχίσει  να  μειώνονται

σημαντικά. Η διατήρηση της φωτιάς και της θερμότητας στο γεωγραφικό και μετεωρολογικό  περιβάλλον  της  νήσου  απαιτούσε  μεγάλες  ποσότητες καύσιμης  ύλης, που δεν μπορούσαν πλέον να αποδώσουν οι αποψιλωμένοι λόφοι της. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν σταδιακά να υποκαταστήσουν το ξύλο με άλλες πηγές ενέργειας. Εκείνη την περίοδο η ανθρωπότητα έκανε τα πρώτα της βήματα στη μαζική εκμετάλλευση των ορυκτών καυσίμων29. Αναγκάστηκαν να στραφούν σ΄ ένα μαύρο πέτρωμα το οποίο μπορούσε να καεί και βρισκόταν εύκολα, σκάβοντας απλά το έδαφος. Η καύση του δεν

τους ενθουσίαζε. Η εξόρυξή του ήταν συνήθως χρονοβόρα, επικίνδυνη και δυσάρεστη, ο δε καπνός του προκαλούσε ναυτία και οι πόλεις άρχισαν να καλύπτονται από ένα παχύ στρώμα καπνιάς. Τον 18ο  αιώνα τα επιφανειακά κοιτάσματα κάρβουνου εξαντλήθηκαν και υποχρεώθηκαν να στραφούν σε μεγαλύτερο βάθος. Ωστόσο θα ήταν παράτολμο και πιθανώς και επιπόλαιο, το να εξακολουθήσουν να βασίζονται σε μια τόσο δύσκολη και

29 Αυτά επέτρεψαν την τεχνολογική εξέλιξη και τη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής, αλλά ταυτόχρονα υπήρξαν η «λυδία λίθος» μιας διαδικασίας περιβαλλοντικής ρύπανσης, (την οποία ο κόσμος θα συνειδητοποιούσε πολλά χρόνια αργότερα).

δαπανηρή πηγή καυσίμων. Η ποσότητα της απαιτούμενης ενέργειας για την άντληση του νερού από μεγάλο βάθος, (πολλές φορές κάτω από την επιφάνεια του υδροφόρου ορίζοντα), ενδέχεται να ήταν ίση, ίσως και μεγαλύτερη, από την ποσότητα ενέργειας που θα έδινε ο άνθρακας που εξόρυσσαν από το υπέδαφος, (τεχνικά μη αποδοτικό σύστημα).

Εντούτοις, το εμπόριο του κάρβουνου αποτελούσε μια επικερδή επιχείρηση, (οικονομικά αποδοτικό σύστημα). Οι ιδιοκτήτες των ανθρακωρυχείων υπολόγιζαν ότι τα μεγαλύτερα και βαθύτερα ανθρακωρυχεία θα τους απέφεραν κέρδη, έστω κι αν χρειαζόταν να αυξήσουν τον αριθμό των εργατών και των μηχανών. Διαχρονικά όσο μειωνόταν   οι   ποσότητες   των   κοιτασμάτων  του   κάρβουνου,   τόσο  η   αύξηση   της παραγωγής του γινόταν δύσκολη, ενώ παράλληλα  έπρεπε να πωλούνται ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες, προκειμένου η εξόρυξή του να αποφέρει κέρδος. Ωστόσο, αυτό το ενεργειακά παράδοξο, (αλλά όχι και οικονομικά) σύστημα λειτούργησε και η εκμετάλλευση  του  κάρβουνου  έγινε  ένας  από  τους  σπουδαιότερους    και  τους  πιο

δαπανηρούς τομείς της Βρετανίας30. Άλλωστε ο άνθρακας αποτέλεσε την κινητήρια

δύναμη της τεχνολογικής προόδου, επιτρέποντας την κατασκευή μηχανών για τη βιομηχανία. Έτσι, μέσω μιας διαδικασίας που ξεκίνησε στην Αγγλία και επεκτάθηκε στην Ευρώπη και στην Αμερική, η ανθρώπινη εργασία αντικαταστάθηκε βαθμιαία από τη χρήση των ατμομηχανών, για τη λειτουργία των οποίων χρησιμοποιούνταν άνθρακας και οι οποίες μετέτρεπαν τη θερμική ενέργεια σε κινητική31. Οι ατμομηχανές χρησιμοποιήθηκαν για την κίνηση πλοίων, τρένων, εκσκαφέων και γεωργικών ελκυστήρων καθώς επίσης και στην κλωστοϋφαντουργία, στη μεταλλουργία και σε άλλους κλάδους της βιομηχανίας32. Τόσο σε οικιακό όσο και σε βιομηχανικό επίπεδο, ο άνθρακας αποτελούσε τη βασική πηγή ενέργειας.

Τη δεκαετία του 1850 στη δύση, οι άνθρωποι θεωρούσαν χρήσιμο μόνο ένα παραγόμενο κλάσμα του πετρελαίου33, την παραφίνη, την οποία  έκαιγαν για φωτισμό τη νύχτα. Αποτελούσε μια βελτίωση, σε σχέση με το σπάνιο λίπος φάλαινας και το εύφλεκτο νέφτι, με τα οποία γέμιζαν τις λάμπες τους, που κάπνιζαν34. Το 1859 στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ, ο συνταξιούχος σιδηροδρομικός Εντουϊν Ντρέικ (Edwin L. Drake), μισθώθηκε από την εταιρεία «Seneca oil» για την ανακάλυψη πετρελαίου. Μετά από αποτυχημένες  προσπάθειες  και  στα  όρια  της  εξάντλησης  της  χρηματοδότησης  του έργου, το πετρέλαιο ανάβλυσε, με τη γεώτρηση μόλις στα 23 μέτρα. Ωστόσο η έλλειψη αγοραστικού ενδιαφέροντος, δεν προσέδωσε άμεσα στο πετρέλαιο το στοιχείο της εμπορευσιμότητας, (αν και η πρώτη πετρελαιοπηγή ήταν γεγονός)35. Τον Απρίλιο του

30 Μέσω των συγχωνεύσεων εταιρειών, την αύξηση του αριθμού των εργατών και την προσέλκυση μεγαλύτερων κεφαλαίων.

31 Η ατμομηχανή εφευρέθηκε το 1712 από τον Thomas Newcomen, (κινητήρας Newcomen). Ήταν η πρώτη

πρακτική συσκευή που αξιοποιούσε τη δύναμη του ατμού για να παράγει μηχανικό έργο. Στις αρχές του

18ου αιώνα χρησιμοποιήθηκε σε όλη τη Βρετανία και την Ευρώπη, κυρίως για την άντληση των υδάτων από τα ορυχεία μεγάλου βάθους. Αργότερα η ατμομηχανή Watt αποτέλεσε μια βελτιωμένη έκδοση του κινητήρα Newcomen.

32 Η αύξηση του αριθμού των εργοστασίων οδήγησε στη μετακίνηση του αγροτικού πληθυσμού στα αστικά

κέντρα, όπου οι βιομηχανίες λειτουργούσαν με τη χρήση ατμομηχανών και με το εργατικό δυναμικό των κατοίκων των πόλεων.

33  Το πετρέλαιο είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Είναι ευρέως διαδεδομένο στη φύση και πρώτοι οι

Κινέζοι και οι Πέρσες, (σύμφωνα με τους ιστορικούς), το χρησιμοποίησαν για πολεμικούς σκοπούς. Από την αρχαιότητα όμως, μέχρι το 1859, δεν είχε αξιοποιηθεί ουσιαστικά σε ενεργειακό επίπεδο.

34 Στην περιοχή της Μεσογείου, ως κύριο μέσο φωτισμού στην αρχαία εποχή υπήρξε το «υγρό χρυσάφι»

της περιόδου εκείνης, το ελαιόλαδο, που παράγονταν με την ψυχρόθλιψη της ελιάς.

35 http://www.enopetroleum.com/earlyoilpennsylvania.html

1861 ιδρύεται στο Cleveland των ΗΠΑ από τους κ. John Davison Rockefeller, Maurice Clark και Samuel Andrews με την επονομασία «Andrews, Clark & Co» ένα μικρό διυλιστήριο πετρελαίου, το οποίο μετονομάζεται το 1867 σε «Rockefeller, Andrews & Flagler» και την 10η Ιανουαρίου 1870 σε «Standard Oil Company». Ο John Rockefeller δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά και κατόρθωσε (με θεμιτά και αθέμιτα μέσα), σε λίγα χρόνια να ελέγξει το 90% των διυλιστηρίων στις ΗΠΑ, (κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, συγκέντρωση κλάδου, έλεγχος αγοράς, μείωση ανταγωνισμού)36. Από το 1895, αξιοποιείται  από  τον  Χένρυ  Φορντ  (Henry  Ford),     η  μηχανή  εσωτερικής  καύσης,

ανοίγοντας ένα νέο δρόμο για τη χρήση του πετρελαίου.

Έτσι σταδιακά το πετρέλαιο, ο «μαύρος χρυσός» επισκίασε το βασίλειο του κάρβουνου. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η τεχνολογική εξέλιξη οδήγησε σε μια πιο αποδοτική εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου. Το 1900 στις ΗΠΑ είχαν κατασκευαστεί 4.000 καινούργια βενζινοκίνητα οχήματα και το επόμενο έτος ανακαλυπτόταν πετρέλαιο στο Τέξας. Το 1909 ο Henry Ford ανακοίνωνε   ότι θα κατασκεύαζε ένα φθηνό αυτοκίνητο για το ευρύ καταναλωτικό κοινό. Το επόμενο έτος με το προσιτό στην οικονομική του τιμή «Model T» της Ford να παράγεται, οι πωλήσεις βενζίνης ήταν μεγαλύτερες από τις πωλήσεις της παραφίνης. Το αρχικό μονοπώλιο της

«Standard Oil» του Ροκφέλλερ στο εσωτερικό των ΗΠΑ, έπαυσε τελικά το 1911, (με πολλές αμφισβητήσεις) να ισχύει.

Το 1912 η τότε θαλασσοκράτειρα Βρετανία μετέτρεψε τις μηχανές κίνησης των πολεμικών της πλοίων ώστε να καταναλώνουν πετρέλαιο αντί για κάρβουνο37. Η εν λόγω τροποποίηση έδινε στα πολεμικά πλοία του στόλου, μεγάλο πλεονέκτημα στους παράγοντες της ταχύτητας, της αυτονομίας και της εξοικονόμησης εργασίας, (κατάργηση ενεργοβόρας ανθράκευσης). Οι Βρετανοί είχαν ανησυχήσει από τις προσπάθειες διαμόρφωσης ενός ισχυρού γερμανικού πολεμικού στόλου και επέλεξαν μέσω της τεχνολογίας να τον «υπερκεράσουν»38. Αυτή ήταν η πρώτη επιλογή που επιβεβαίωσε τη στρατηγική σημασία του νέου καυσίμου, (σε στρατιωτικό επίπεδο). Φυσικά η εν λόγω απόφαση με την παράλληλη έλλειψη του συγκεκριμένου ενεργειακού πόρου για τη  Βρετανία,  διαμόρφωσε  σε  σημαντικό  βαθμό  τη  μεταγενέστερη  πολιτική  και

Η πρώτη προσπάθεια για ανόρυξη γεώτρησης πετρελαίου ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1857 στο Αμβούργο και την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκαν δύο χειροκίνητες γεωτρήσεις στο Πλοέστι της Ρουμανίας), βλ. http://users.auth.gr /karapant/tdk/Teaching/BOOK_2.pdf

36 Δήλωση του Rockefeller: «Ο ανταγωνισμός είναι αμαρτία». James Perloff, «The Shadows of Power:

The Council on Foreign Relations and the American decline», Boston. MA, Western Islands, 1988, σελ. 44. http://www.barrypopik.com/index.php/new_york_city/entry/competition_is_a_sin_rockefeller/ http://thinkexist.com/quotation/competition_is_a_sin/212532.html

37  Η Βρετανική κυβέρνηση   γνώριζε ότι θα αναγκάζονταν να εφοδιαστεί με πετρέλαιο από μία μακρινή

χώρα, την Περσία. Το 1914 αγοράστηκε (εθνικοποιήθηκε) από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου το

50% της Anglo-Persian Oil Company, η οποία είχε σχεδόν τον πλήρη έλεγχο επί των πετρελαιοπηγών της Περσίας, θέτοντας υπό την προστασία της τα πετρελαϊκά αποθέματα της ξένης αυτής χώρας. Ο Τσώρτσιλ εκείνη την εποχή ήταν μέλος του πολεμικού συμβουλίου της Βρετανίας. Η ίδρυση   της εταιρείας αυτής έγινε από έναν Αυστραλό με επιχειρηματικό πνεύμα τον William D΄ Arcy, ο οποίος το 1901 μετέβη στην Περσία προς αναζήτηση κοιτασμάτων πετρελαίου και έως το 1907 κατόρθωσε μέσω της εταιρείας αυτής να αποκτήσει όλες τις πετρελαιοπηγές της χώρας. Το 1935 η εταιρεία μετονομάστηκε σε Anglo-Iranian Oil Company και το 1954 σε British Petroleum Company, (BP). Ειδικότερα βλ. τα κάτωθι:

https://www.e-education.psu.edu/egee120/book/export/html/230 http://trove.nla.gov.au/ndp/del/article/2034528 http://europe.theoildrum.com/node/2124 http://www.rosenblumtv.com/2010/03/the-awful-power-of-technology/

38 Βλ. http://www.cityofart.net/bship/gunnery.html#armsrace

στρατηγική της. Βασικός στόχος της, η επικυριαρχία και ο έλεγχος ενεργειακών πόρων κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.  Συνεπώς η γεωπολιτική και η γεωοικονομία αξιοποιήθηκαν από τη Βρετανία, ως εργαλεία για την ενεργειακή της ασφάλεια, (ειδικότερα βλ. Παράρτημα Δ΄).

Αυτό το έτος (1912) θεωρούμε ως την αρχή για τη γένεση και την έναρξη της διαμόρφωσης ενός νέου επιστημονικού πεδίου, της «Γεωενέργειας»,  (στην αγγλική: Geoenergeia, ή εναλλακτικά Geoenergics, ως Geopolitics και Geoeconomics)39. Φυσικά αυτό δεν έγινε άμεσα, ούτε ίσως ενσυνείδητα από τα κυρίως ενδιαφερόμενα μέρη. Ωστόσο η ταχέως ανερχόμενη αντίληψη της Γεωπολιτικής γρήγορα (αλλά θεωρούμε πρόσκαιρα), επικράτησε. Παράλληλα αναπτύχθηκε και η έννοια της Γεωοικονομίας. Η ανάπτυξη της Γεωπολιτικής και η συνεπαγόμενη σημασία της γεωστρατηγικής είναι

λογικό, να προσέλκυσαν τους στρατιωτικούς και τους πολιτικούς, οι οποίοι και τις ενίσχυσαν,  με  την  τεκμηρίωση  αποφάσεων  και  επιλογών,  συγγραφή  κειμένων, σύνταξη υποδειγμάτων, αξιοποίησή τους για την ερμηνεία καταστάσεων και γεγονότων.   Η   έννοια   της   Γεωοικονομίας   υποστηρίχθηκε   από   θεωρητικούς   της πολιτικής οικονομίας40  καθώς και από επιχειρηματίες. Πρόσφατα βρίσκεται και πάλι στο προσκήνιο λόγω της «παγκοσμιοποίησης» των αγορών. Η ίδρυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1922 συνέδραμε στην υποστήριξη των θεωριών της Γεωπολιτικής και της Γεωοικονομίας.  Αντιπροσώπευε  ένα  εναλλακτικό  πολιτικο-οικονομικό  σύστημα  στο

υφιστάμενο κεφαλαιοκρατικό και η επέκτασή του αποτελούσε δυνητικό κίνδυνο για τη Δύση. Η πρώτη προσέγγιση εντόπισε έναν στρατηγικό αντίπαλο. Η δεύτερη αιτιολόγησε ότι τα οικονομικά συμφέροντα προσδιορίζουν την πολιτική των κρατών. Όμως και οι δυο αυτές θεωρήσεις πάσχουν κυρίως στο ότι είναι μάλλον μονομερείς, αντιφατικές μεταξύ τους σε πολλές περιπτώσεις και δεν φαίνεται να λαμβάνουν υπόψη τους την πρόοδο της τεχνολογίας και την συνεπαγόμενη σπουδαιότητα των ενεργειακών πόρων για τις κοινωνίες. Εν τούτοις θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ιστορικά η εξέλιξη της τεχνολογίας επιδρά ποικιλοτρόπως, παρέχοντας ισχύ και δύναμη σ΄ αυτούς που υιοθετούν   νέες   μορφές   και   τεχνικές,   αυξάνοντας   τις   δυνατότητές   τους   και

εξαλείφοντας δυσκολίες και περιορισμούς41.

Η μετάβαση λοιπόν από την καύση του κάρβουνου στην καύση  του πετρελαίου, η αντικατάσταση της ατμομηχανής με τη μηχανή εσωτερικής καύσης και η σχετική στενότητα του νέου ενεργειακού πόρου, προκάλεσαν τη μερική «απαξίωση» της Γεωπολιτικής και της Γεωοικονομίας, αναδεικνύοντας ως νέο επιστημονικό πεδίο τη Γεωενέργεια. Από την άλλη πλευρά οι μηχανικοί ως περισσότερο πρακτικά άτομα, δεν θέλησαν  να  ασχοληθούν  άμεσα  με  τις  επιπτώσεις  των  ενεργειακών  πόρων  στα

πολιτικά και οικονομικά δρώμενα καθώς και στην επιρροή τους στις διεθνείς σχέσεις. Άλλωστε γι αυτούς αρχικά το κύριο βάρος έπρεπε να στραφεί στην αναζήτηση και στον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων πετρελαίου, στην εξόρυξη, στη μεταφορά του και σε νέες τεχνικές, επεξεργασίας και εκμετάλλευσής του. Για να γίνουμε πιο πειστικοί, θα αναφέρουμε   ενδεικτικά   ότι   οι   μπολσεβίκοι   μπόρεσαν   να   επικρατήσουν   και   να

39   Βλ. το κείμενο (working paper) των Καρκαζή, Βιδάκη, Μπάλτου, με τίτλο: «Γεωενέργεια – μια νέα ανάγνωση του κόσμου», στο «Ελληνική Άμυνα & Τεχνολογία», τ. 03, Απρίλιος 2010.

40 Υπενθυμίζουμε την  προγενέστερη  χρονικά αλλά μάλλον δογματική εμμονή στο πρωτείο της οικονομίας των  Marx  και  Engels,  στις  θεωρήσεις τους  περί  οικονομικής και  πολιτικής ισχύος,  βλ.  αναλυτικότερα

Κονδύλης, 1997, σελ 169-207.

41  Ας προβληματιστούμε σχετικά με την διαχρονική επίδραση της τεχνολογίας στις μεθόδους και στις

τεχνικές διεξαγωγής των πολέμων, βλ. Κονδύλης, 1997.

συγκροτήσουν τη Σοβιετική Ένωση, (ΣΕ). Όμως η επιλογή: «επικράτηση του σοσιαλισμού σε ένα μόνο κράτος»  θα ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη να αποτύχει και η ΣΕ δεν θα μπορούσε να οργανωθεί και να επιβιώσει, δίχως τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου42.

Ωστόσο αυτοί που δεν συνειδητοποίησαν την εν λόγω αλλαγή και επέμειναν στις υφιστάμενες έννοιες της Γεωπολιτικής και της Γεωοικονομίας του Α΄ ΠΠ και στην εφαρμογή τους, ηττήθηκαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ναζιστική Γερμανία παρά τα συνθετικά της καύσιμα ήταν άπορη σε υδρογονάνθρακες. Αντίθετα η φτωχή σε πετρέλαιο Βρετανία μπορούσε να το εισάγει από πηγές υπό βρετανικό έλεγχο και κατά μήκος εκείνων των ωκεάνιων δρόμων, τις οποίες μπορούσε να προστατεύσει το ναυτικό της με τη μεγαλύτερη δυνατή ευκολία και ετοιμότητα. Έτσι ο Χίτλερ το 1941 επέλεξε να εισβάλει βιαστικά στη Σοβιετική Ένωση, αισιοδοξώντας για μια γρήγορη νικηφόρα προέλαση. Στόχος του οι πετρελαιοπηγές του Καυκάσου, (επιδίωξη ενεργειακής ασφάλειας). Όμως δεν είχε μεριμνήσει για την ενεργειακή του επάρκεια για την επίτευξη του  σκοπού  του.  Αντιμετώπισε  δε  σκληρή  και  απεγνωσμένη  αντίδραση  από  τους Ρώσους. Θα μπορούσε να είχε στραφεί πιο αποφασιστικά προς το μέτωπο της Βορείου Αφρικής ή μέσω Βουλγαρίας – Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και στην Περσία, κατορθώνοντας με πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα  την προέλασή του. Έτσι θα δέσμευε το

70% των τότε παγκόσμια γνωστών αποθεμάτων πετρελαίου και θα εξασφάλιζε τους αναγκαίους ενεργειακούς πόρους. Η παράβλεψη του υποδείγματος της Γεωενέργειας στέρησε τη νίκη από τη Γερμανία. Αυτό όμως στοίχισε και στην ΕΣΣΔ, η οποία δεν στράφηκε προς τη Περσία και τη Μεσοποταμία, ώστε να ελέγξει τους ενεργειακούς πόρους τους αλλά περιορίστηκε σε ηπειρωτική δύναμη και υποθήκευσε το μέλλον της, (κέρδισε τον πόλεμο, έχασε στην ειρήνη). Πρόσθετα στο μέτωπο του Ειρηνικού η Αμερικανοϊαπωνική σύγκρουση δεν ξεκίνησε με την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, τον Δεκέμβριο του 1941. Οι ΗΠΑ στις αρχές του ίδιου έτους  επέβαλαν στην επίσης «άπορη» σε ενεργειακές πηγές Ιαπωνία πετρελαϊκό εμπάργκο, το οποίο την ανάγκασε να τους αναζητήσει επειγόντως και κυριαρχικά στο γεωγραφικό της περίγυρο. Έτσι η είσοδος των Ιαπώνων στον Β΄ ΠΠ ήταν πρωτογενές αποτέλεσμα της Γεωενέργειας και όχι της Γεωπολιτικής ή της Γεωοικονομίας.

Το καλύτερο παράδειγμα ωστόσο αποτελεί η πολιτική της Βρετανίας. Όλες της οι επιδιώξεις από το 1912 και μετά αφορούσαν στην ενεργειακή της ασφάλεια και ανεξαρτησία. Κύριος σκοπός της η απρόσκοπτη εξασφάλιση του μαύρου χρυσού. Ήδη από τον Αύγουστο του 1918, ο Υπουργός Εξωτερικών της Balfour τόνισε ότι η Βρετανία πρέπει να είναι το «κατευθυντήριο πνεύμα» στη Μεσοποταμία43,   ώστε να παρέχεται

42 Το 1918 βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις καταλαμβάνουν τις περιοχές του Μπακού της Κασπίας θαλάσσης, για να τις προστατεύσουν απο τους Μπολσεβίκους και απο τους Τούρκους, συμμάχους των Γερμανών. Το 1919  το Αζερμπαιτζάν κηρύσσει την ανεξαρτησία του με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν οι Βρετανοί τα εδάφη του Μπακού. Το 1920 σοβιετικές στρατιωτικές δυνάμεις καταλαμβάνουν το Αζερμπαιτζάν και το 1921 την Γεωργία. Μεταξύ 10 Απριλίου και 19 Μαίου του 1922 στο Συνέδριο της Γένουας, χωρίς την συμμετοχή των ΗΠΑ, συζητείται η υπόθεση της εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων πετρελαίου των διεθνών εταιρειών της περιοχής του Μπακού, απο την Σοβιετική Ένωση. Τον Σεπτέμβριο του 1922 προσκαλεί ο Deterding της Royal Dutch Shell τις άλλες πετρελαϊκές εταιρείες στο ξενοδοχείο του Παρισιού Majestic, για μποϊκοτάρισμα του πετρελαίου της Σοβιετικής Ένωσης.

43 Το 1920, ο Churchill (Secretary of State for War and Air), προτείνει ότι η Μεσοποταμία «θα μπορούσε να

αστυνομεύεται από φθηνά αεροσκάφη οπλισμένα με βόμβες αερίου, 4.000 Βρετανούς και 10.000 Ινδούς στρατιώτες», μια πολιτική που εγκρίθηκε επίσημα κατά το 1921 στο συνέδριο του   Καίρου, (βλ. Edward Greer, «Η μυστική ιστορία του πολέμου στο Ιράκ», Monthly Review, Μάιος 1991).

ένας βασικός πόρος που η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν είχε, σημειώνοντας: «Δεν με νοιάζει το σύστημα, αρκεί να διαθέτουμε πετρέλαιο»44.  Η πολιτική του Λονδίνου μετά το 1912 και έως τα τέλη του Β΄ ΠΠ (και υπό ευρεία έννοια έως και την κρίση του Σουέζ το

1956) στόχευε στην ενεργειακή της επάρκεια. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού αξιοποιήθηκαν η Γεωπολιτική και η Γεωοικονομία. Ουσιαστικά οι δύο αυτές αντιλήψεις αποτέλεσαν τα μέσα, τα εργαλεία  για την πραγματοποίηση του προαναφερομένου στόχου.  Το  Λονδίνο  δεν δίστασε  να  κρατικοποιήσει πετρελαϊκές εταιρείες, να συνεργαστεί με τους πετρελαϊκούς ομίλους βρετανικών συμφερόντων και να τους υποστηρίξει στον αγώνα τους για την παγκόσμια διεκδίκηση κοιτασμάτων και αγορών, (επιβεβαιώνοντας  τη  θεώρηση  περί  κρατικομονοπωλιακού  καπιταλισμού).  Πρόδωσε

συστηματικά   τους   συμμάχους   του45    και  έδωσε   υποσχέσεις   που   δεν   εκπλήρωσε,

προκειμένου να διατηρήσει τις ενεργειακές του πηγές, εφαρμόζοντας ουσιαστικά μια μακροχρόνια ενεργειακή ιμπεριαλιστική πολιτική.

Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι οι μεγάλες πετρελαϊκές συμφωνίες που υπογράφηκαν κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, (συμφωνίες της «Κόκκινης Γραμμής» και του Κάστρου Achnacarry το 1928), συνεβλήθησαν μεταξύ των προαναφερθέντων κρατικά ελεγχόμενων εταιριών ή/και υπαγορεύθηκαν κατά κύριο λόγο από τα ενεργειακά και πολιτικοοικονομικά συμφέροντα της Βρετανίας46. Αναλυτικότερα στη Μέση Ανατολή οι διαμάχες για το πετρέλαιο τερματίστηκαν το 1928 με μια «συμφωνία κυρίων». Αφορούσε στην κατανομή ξένου – αραβικού πετρελαϊκού πλούτου σε δυτικούς. Συγκροτήθηκε μια (κοινοπρακτική) εταιρεία με την κοινή – εξίσου

συμμετοχή Βρετανών, Γάλλων, Ολλανδών και Αμερικανών και ενός ιδιώτη του Calouste Gulbenkian ως εξής: Anglo-Persian Oil Company, Royal Dutch Shell, Compagnie Française des Pétroles (Total), Near East Development Corporation, (ένωση πέντε αμερικανικών εταιρειών) από 23.75% και ο ιδιώτης επιχειρηματίας Gulbenkian με 5%. Η σχετική συμφωνία  περιελάμβανε  και  τη  ρήτρα  της  «Ερυθράς  Γραμμής».  Είχαν  χαράξει  στον χάρτη μια κόκκινη γραμμή στην οποία κανένας από τους συμβαλλομένους δεν είχε δικαίωμα να επιτύχει αποκλειστικές παραχωρήσεις για έρευνες και εκμετάλλευση πετρελαίου.  Στην  απαγορευμένη  ζώνη  περιλαμβανόταν  όλη  η  Αραβική  Χερσόνησος, εκτός από το Κουβέιτ και ολόκληρη η Μικρά Ασία και η Κύπρος. Η  συμφωνία τηρήθηκε ως τον Β΄ ΠΠ, (βλ. Χάρτη 3.4).

Τον Αύγουστο του 1944 η βρετανική και η αμερικανική κυβέρνηση επιχείρησαν να καθιερώσουν μια μόνιμη συμφωνία για τη διαχείριση της διεθνούς προσφοράς και της ζήτησης του πετρελαίου, (Anglo-American Petroleum Agreement). Η συμφωνία θα ίδρυε τη Διεθνή Επιτροπή Πετρελαίου (International Petroleum Commission). Σκοποί της η εξισορρόπηση της προσφοράς και της ζήτησης, η διαχείριση του πλεονάσματος και της σταθερότητας   σε μια αγορά με υπερπροσφορά. Η αγγλο-αμερικανική συμφωνία δεν τελεσφόρησε γιατί αντιτάχθηκε σφοδρά η Αμερικανική βιομηχανία πετρελαίου, (οικονομικά συμφέροντα ενεργειακών ομίλων). Ως αποτέλεσμα ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρούσβελτ την απέσυρε. Η αποτυχία αυτή επιβεβαιώνει τον πετρελαικό ανταγωνισμό στο δυτικό στρατόπεδο, τη διαπλοκή κρατών και εταιρειών και την αγγλο-αμερικανική αντιπαλότητα, η οποία θα υποχωρούσε το 1956.

44 http://www.globalpolicy.org/component/content/article/185/40479.html

45    Για  τα  πετρέλαια  της  Μοσούλης  απεμπόλησε  Οθωμανούς,  Ρώσους,  Γάλλους,  Άραβες,  Έλληνες, Αμερικανούς, Κούρδους, Τούρκους.

46 Falola & Genova, σελ. 65-68.

Χάρτης 3.4: Η Ερυθρά Γραμμή (1928)

Πηγή:https://www.mtholyoke.edu/acad/intrel/Petroleum/redline.htm

3.4 Η  Γεωενέργεια στη Μεταπολεμική Περίοδο

Παρά το ότι ο Β΄ ΠΠ επαλήθευσε την κυριαρχία του πετρελαίου στη στρατιωτική ισχύ και στη συνέχεια και στην οικονομία, ωστόσο κατά τη μεταπολεμική περίοδο και έως   το   1973   εμφανίζεται   να   «ατονεί»   και   να   «εξασθενεί»   το   υπόδειγμα   της Γεωενέργειας. Η εξήγηση γι΄ αυτό είναι μάλλον απλή: τα δύο μεγάλα «αντίπαλα στρατόπεδα», ο πρώτος και ο δεύτερος «κόσμος» του πλανήτη, διέθεταν ή/και αγόραζαν πετρέλαιο σε πολύ μειωμένες τιμές από τρίτες χώρες. Στήριξαν την μεγέθυνσή τους στη φθηνή ενέργεια, επιλέγοντας ως πεδία ανταγωνισμού, κυρίως γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού χαρακτήρα καθώς και γεωοικονομικά με ιδεολογικό περιεχόμενο και γνωρίσματα. Άλλωστε και οι δυο υπερδυνάμεις της εποχής, (ΗΠΑ και ΕΣΣΔ), διαθέτουν σημαντικούς πόρους υδρογονανθράκων και δεν είχαν ακόμα τεθεί – παρουσιαστεί, τα σημαντικά προβλήματα της μείωσης των ενεργειακών αποθεμάτων και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Τα πυρηνικά όπλα και η απειλή της αμοιβαίας καταστροφής   διαμόρφωσαν   μια   αναγκαστική   ισορροπία   τρόμου,   σε   στρατιωτικό επίπεδο. Στο οικονομικό πεδίο οι μεγάλες διεθνικές εταιρείες συντηρούν ένα ιδιότυπο πετρελαϊκό «καρτέλ», με κύριο κανόνα την προστασία της υφισταμένης κατάστασης και της απαγόρευσης εισόδου και δραστηριοποίησης στον κλάδο της ενέργειας άλλων επιχειρήσεων. Ουσιαστικά, η διαμόρφωση του καρτέλ στόχευε και το πέτυχε σ’ ένα μεγάλο  βαθμό,  στην  κατανομή  των  αγορών,  στον  καθορισμό  των  τιμών  και  στην

απομάκρυνση του οιουδήποτε «ανεπιθύμητου» στον τομέα. Πρόσθετα απέβλεπε στη

«λεόντεια» εκμετάλλευση των πετρελαιοπαραγωγών χωρών του τρίτου κόσμου και στη συσσώρευση κερδών και κεφαλαίων. Επιβεβαίωση στην ύπαρξη και στην κερδοσκοπική πολιτική  του  καρτέλ  αποτελούν  σταδιακά  οι  αντιδράσεις,  τόσο των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, όσο και των καταναλωτριών, αφού η ανάλωση του πετρελαίου αυξάνεται διαχρονικά.

Ειδικότερα σημειώνουμε την αντίδραση της Βρετανίας μεταπολεμικά, στην εθνικοποίηση και στην έξωση της Αγγλο-Ιρανικής Εταιρείας Πετρελαίου από το Ιράν, από τον πρωθυπουργό της χώρας Μοσαντέκ (Mossadeq)47. Επισημαίνεται ότι το πετρέλαιο που χρησιμοποίησε το Λονδίνο κατά τη διάρκεια των δεκαετιών ΄20, ’30 και ’40 προέρχονταν όλο από το Ιράν. Η Βρετανία επέβαλε οικονομικό αποκλεισμό στην Τεχεράνη και κατέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θεωρώντας την ως μονομερή καταγγελία της σύμβασης της εταιρείας με το ιρανικό Δημόσιο. Το δικαστήριο αρνήθηκε να παρέμβει στην υπόθεση, πράγμα που αποτελούσε έμμεση δικαίωση της απόφασης του Μοσαντέκ. Το ζήτημα τελικά επιλύθηκε με την επέμβαση ΗΠΑ και Βρετανίας και την βίαιη  απομάκρυνση του Ιρανού πατριώτη πρωθυπουργού.

Παρά το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν καθαρός εξαγωγέας πετρελαίου στο τέλος του Β΄ ΠΠ (με καθαρές εξαγωγές 61.000 bbl/d το 1945), οι εισαγωγές φθηνού πετρελαίου αυξήθηκαν σταδιακά από 850.000 bbl/d το 1950 σε 1,25 εκατ. το 1955 και σε

1,8 εκατ. το 1960. Ως συνέπεια της μεταπολεμικής της οικονομικής μεγέθυνσης, η κατανάλωση πετρελαίου στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί σημαντικά, από 6,56 εκατ. bbl/d το 1950 στα 17,3 εκατ. bbl/d το 1973. Ωστόσο, η εγχώρια παραγωγή αργού, που ήταν 5,41 εκατ. bbl/d το 1950, κορυφώθηκε σε 9,64 εκατ. bbl/d το 1970 και μειώθηκε στα 9,21 εκατ. bbl/d το 1973. Ως εκ τούτου, το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ της κατανάλωσης και της παραγωγής έπρεπε να καλυφθεί από εισαγωγές, που αυξήθηκαν από 1,8 εκατ. bbl/d το

1960, στα 3,4 εκατ. bbl/d το 1970 και στα 6,3 εκατ. bbl/d το 1973. Δεν αποτελεί έκπληξη,

ότι η εξάρτηση από τις εισαγωγές πετρελαίου ανήλθε στο 37% της εγχώριας κατανάλωσης, κατά το έτος του εμπάργκο του ΟΠΕΚ48. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Eisenhower επέβαλε τον Μάρτιο του 1959 υποχρεωτικές ποσοστώσεις στις εισαγωγές πετρελαίου, (Mandatory Oil Import Program/MOIP)49. Οι ποσοστώσεις αυτές, που διατηρήθηκαν με ορισμένες αλλαγές έως το 1973, περιόριζαν τις καθαρές εισαγωγές αργού στο 9% της εγχώριας ζήτησης. Εξαιρούνταν στην πράξη μόνο οι δια ξηράς εισαγωγές, που προέρχονταν από τον Καναδά και το Μεξικό. Η αιτία ήταν ότι θα είναι συγκριτικά ασφαλέστερες από τις υπερπόντιες εισαγωγές του υπολοίπου Δυτικού (Βενεζουέλα) και πρωτίστως του Ανατολικού Ημισφαιρίου (Μέση Ανατολή).

Η απόφαση αυτή της αμερικανικής κυβέρνησης σκόπευε στη μείωση της εξάρτησης της Ουάσιγκτον από ξένες ενεργειακές πηγές. Προστάτευε επιπλέον τα συμφέροντα των μικρότερων πετρελαϊκών εταιριών, που ήλεγχαν την παραγωγή του Τέξας, της Οκλαχόμα και της Λουϊζιάνα. Ωστόσο εξάντλησε γρηγορότερα το πλεονασματικό αποθεματικό των ΗΠΑ. Σύμφωνα με ειδικούς, η κριτική που έχει ασκηθεί σε αυτή την απόφαση αναφορικά με το ότι η επιβολή του ΜΟΙΡ «στέρεψε πρώτα την Αμερική», δεν μπορεί να αιτιολογηθεί κυρίως στη βάση εξυπηρέτησης των ειδικών επιχειρηματικών  συμφερόντων,  εφόσον  εξεταστεί  μέσα  στο  ευρύτερο  στρατηγικό

47 http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_1_13/11/2005_163087

48 https://www.law.upenn.edu/journals/jil/articles/volume11/issue2/Bialos11U.Pa.J.Int’lBus.L.235(1989).pdf

49  Με  βάση  την  Trade  Agreement Extension Act  (1954),  που  έδινε  στον  Πρόεδρο τη  δυνατότητα να

περιορίσει τις εισαγωγές ή εξαγωγές στρατηγικών πρώτων υλών για λόγους εθνικής ασφαλείας.

πλαίσιο της αμερικανικής πετρελαϊκής πολιτικής.50 Ωστόσο κατά τη γνώμη μας η επιλογή αυτή επιβεβαιώνει δυο βασικά ζητήματα για τις ΗΠΑ: την προτεραιότητα των συμφερόντων των εταιρειών και την «μυωπικότητα» των κρατικών επιλογών, καθώς δεν υπήρχε ουσιαστικός πολιτικός ή οικονομικός λόγος για την επιβολή περιορισμών στις εισαγωγές. Αντίθετα η εν λόγω απόφαση ζημίωσε μελλοντικά τις ΗΠΑ, ελαττώνοντας τα αποθέματά τους και διατηρώντας μειωμένη τη διεθνή ζήτηση και συνεπώς και τις τιμές του πετρελαίου.

Οι ηγεσίες της τότε Σοβιετικής Ένωσης στρεφόμενες σε αμιγείς πολιτικούς και στρατιωτικούς τομείς51  δεν είχαν κατανοήσει πλήρως την αξία του «όπλου» των ενεργειακών πηγών που διέθεταν, στο βαθμό που θα μπορούσαν κατάλληλα να το αξιοποιήσουν, σε σχέση τουλάχιστον με την Ιαπωνία και τη Δυτική Ευρώπη. Την επιλογή αυτήν την ονομάζουμε «γεωενεργειακή αδράνεια» ή «γεωενεργειακή πλάνη – τύφλωση»). Φυσικά και η Σοβιετική Ένωση ήταν εξαρτημένη σε σημαντικό βαθμό από την πώληση υδρογονανθράκων σε δυτικές χώρες και την είσπραξη πολύτιμου συναλλάγματος. Ωστόσο η Σοβιετική Ένωση, αντί να δημιουργεί «οργανισμούς – αντίγραφα της δύσης» σε στρατιωτικό και οικονομικό πεδίο52, θα μπορούσε αξιοποιώντας το υπόδειγμα της Γεωενέργειας: να τεθεί επικεφαλής της προσπάθειας διαμόρφωσης μιας ένωσης των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, προκειμένου να διεκδικούσαν υψηλότερες τιμές για τους πόρους τους καθορίζοντας την προσφορά διεθνώς, (γεωενεργειακή σύμπραξη, κατόρθωμα που πέτυχαν συμμαχώντας το 1960, η Βενεζουέλα, το Ιράν και οι Άραβες), παρέχοντας ασφάλεια, τεχνική συνδρομή και εγγυήσεις   για   τους   ενεργειακούς   πόρους   σε   καθεστώτα   που   δεν   ήταν   πλήρως

υποτεταγμένα στη Δύση διαχρονικά, (Μεξικό, Βενεζουέλα, Ιράν, Αίγυπτος, Ιράκ, Λιβύη, Αλγερία)53, προσελκύοντας ορισμένα κράτη και επηρεάζοντας έτσι ουσιαστικά και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής. Θα μπορούσε επίσης να διαπραγματευθεί με τη Δυτική Ευρώπη και άμεσα με τις επί μέρους χώρες της, την παροχή φθηνών ενεργειακών πηγών ανταγωνιζόμενη επικερδώς τα ιδιωτικά ολιγοπώλια και δημιουργώντας βαθμιαία σχέσεις γεωενεργειακής εξάρτησης.

Όμως τα πράγματα δεν μπορούν να παραμείνουν στάσιμα. Η περαιτέρω εξέλιξη, η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και οι αντιδράσεις των κρατών παραγωγής, θα επανέφεραν στο προσκήνιο αργά ή γρήγορα, το υπόδειγμα της Γεωενέργειας. Η μεταπολεμική περίοδος επιβεβαίωνε βαθμιαία και σταθερά, την ολοένα και περισσότερο καθοριστική θέση της Μέσης Ανατολής, στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Η επιτυχία της πολιτικής των ΗΠΑ και της Βρετανίας, παρά τα ενδεχόμενα σφάλματα, την μυωπική και πρόσκαιρη αντιμετώπιση καταστάσεων54, τις τυχόν προστριβές μεταξύ τους σε επί μέρους ζητήματα, είναι αναμφισβήτητη. Στοχεύουν και

κατορθώνουν την ανάσχεση της Σοβιετικής Ένωσης και την εκμετάλλευση των πόρων

50 Τσακίρης, σελ. 513.

51 http://en.wikipedia.org/wiki/Eastern_Bloc

52 Η προσχώρηση στο ΝΑΤΟ το 1955 της Γερμανίας, προκάλεσε τη σύσταση του Συμφώνου της Βαρσοβίας

το ίδιο έτος και το 1949 συγκροτήθηκε το Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοήθειας (ΣΑΟΒ – ΚΟΜΕΚΟΝ) απέναντι στον Οργανισμό Ευρωπαϊκής Οικονομικής Συνεργασίας (Organisation for European Economic Co- operation – OEEC), που ιδρύθηκε το 1948 με σκοπό να διαχειριστεί το σχέδιο Μάρσαλ (Marshall) για την ανοικοδόμηση της Ευρώπης μετά τον Β΄ Π.Π. και το 1960 μετασχηματίστηκε στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, (ΟΟΣΑ – Organisation for Economic Co-operation and Development – OECD).

53 http://en.wikipedia.org/wiki/Nationalization_of_oil_supplies

54 Βλ. http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=53203

φτωχών  κρατών  χωρίς  πλέον  αποικιοκρατία,  αξιοποιώντας  τις  προσεγγίσεις  της

Γεωπολιτικής και της Γεωοικονομίας.

Τελικά   το 1973 με το ξέσπασμα του πολέμου του Γιόμ Κιπούρ στη Μέση Ανατολή «συγκρούστηκαν» εμφανώς πλέον, οι έννοιες της Γεωπολιτικής, της Γεωοικονομίας και της Γεωενέργειας. Οι αραβικές – πετρελαιοπαραγωγικές χώρες κηρύσσουν εμπάργκο κατά των κρατών που υποστήριξαν το Ισραήλ. Η Δύση φέρεται να αιφνιδιάζεται από το λήθαργο της μεταπολεμικής ευμάρειας, η οποία βασιζόταν μεταξύ άλλων παραγόντων, κυρίως στη δεδομένη, φθηνή και εξασφαλισμένη ενέργεια. Οι επιπτώσεις του εμπάργκο ήταν   οδυνηρές για την Ευρώπη και την Ιαπωνία55. Το μεγαλύτερο «σοκ» θα το δεχτεί η τελευταία, η οποία ήταν απόλυτα εξαρτημένη από το πετρέλαιο και τα παράγωγά του. Το πάθημα αυτό του Τόκιο, τα επόμενα χρόνια, το οδήγησε στην αποφυγή ενεργοβόρων προγραμμάτων, για να μετατραπεί σε πρωτοπόρο στην   υψηλή   τεχνολογία.   Επισημαίνουμε   ωστόσο   ότι   αργότερα   διαμορφώθηκε   η αντίληψη ότι αυτή η εμπειρία δεν ήταν τόσο επώδυνη για όλη τη Δύση. Οι διεθνικές εταιρείες απεκόμισαν τεράστια κέρδη. Χώρες όπως η Γαλλία και η Ιαπωνία επιλέγουν την πυρηνική ενέργεια προκειμένου να μειώσουν την εξάρτησή τους από το εισαγώμενο πετρέλαιο και έτσι να αυξήσουν την ενεργειακή τους επάρκεια – ασφάλεια, μια απόφαση

με αρκετά ρίσκα και κινδύνους. Οι ΗΠΑ ειδικά κατόρθωσαν να βελτιώσουν τη συγκριτική τους θέση απέναντι στις μέχρι τότε δυναμικές οικονομίες της Ευρώπης και της Ιαπωνίας. Επίσης κερδισμένη από τις ισχυρές δυνάμεις είναι και η Βρετανία, η οποία μπορούσε πλέον να αξιοποιήσει οικονομικά τα κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας  και να μην εξαρτάται από το εισαγώμενο πετρέλαιο και από τον εγχώριο άνθρακα. Η εκμετάλλευση των πετρελαϊκών αποθεμάτων στη Βόρεια Θάλασσα ξεκίνησε λίγο πριν από την πετρελαϊκή κρίση του 1973. Ωστόσο οι τιμές πετρελαίου που επικρατούσαν στις αγορές ήταν φθηνότερες από το κόστος εξόρυξης των κοιτασμάτων της Βόρειας Θάλασσας. Η (συγκυριακή – συμπτωματική;) άνοδος των τιμών ευνόησε την κερδοφορία και   συνεπώς   και   τη    δυνατότητα   αξιοποίησης   αυτών.   Θεωρούμε   βέβαιο   ότι

αιφνιδιάστηκε και ο τότε Ανατολικός, ο «Δεύτερος Κόσμος», επειδή δεν αντέδρασε έγκαιρα και επιτυχημένα, σε αυτό το γεωενεργειακό «παράθυρο ευκαιρίας» που του ανοίχθηκε διάπλατα, απέναντι στη Δύση. Η ΣΕ έφθασε στο σημείο να εφοδιάζει με πετρέλαιο, σε μια κρίσιμη περίοδο, το γεωπολιτικό και στρατηγικό της αντίπαλο, το ΝΑΤΟ.  Τα  καύσιμα  έγιναν  περιζήτητα  και  η  σχετική  τους  έλλειψη,  προκάλεσε  νέες έρευνες σε ξηρά και θάλασσα. Οι χώρες που δεν παρήγαγαν πετρέλαιο, κατευθύνθηκαν σε εξοικονόμηση ενέργειας, σε περαιτέρω αναζητήσεις ενεργειακών πόρων, σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, (ανανεώσιμες πηγές – υδροηλεκτρική, αιολική, ηλιακή, γεωθερμική, κα, πυρηνική ενέργεια).

Έξι   χρόνια   μετά,   το   1979,   ξεσπάει   η   «ισλαμική   επανάσταση»   στο   Ιράν, εκθρονίζεται ο Σάχης και επικρατεί θρησκειοκρατικό καθεστώς. Οι εξαγωγές αγαθών διακόπτονται, οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύονται και η κρίση κορυφώνεται το 1980 με την έναρξη του πολέμου Ιράν – Ιράκ, (δυο χωρών πλουσίων σε ενεργειακούς πόρους και σε εξαγωγές τους), με την παρότρυνση της Δύσης, η οποία επιζητεί την ανάσχεση της επαναστατικής θέρμης του Ιράν στην περιοχή. Μετά το 1980, με την ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων στο  Μεξικό,  στην Αλάσκα56   αλλά και  την εκμετάλλευση των πηγών της

55 Ειδικά για τις ΗΠΑ παρά τα αρχικά αρνητικά αποτελέσματα του εμπάργκο υπήρξε και σημαντική αξιοποίηση της κρίσης με την ενίσχυση της οικονομίας  και της πολιτικής τους ηγεμονίας. Σε ειδικό κείμενο θα αναφερθούμε αναλυτικά στο ζήτημα αυτό.

56  Η σημαντική άνοδος των τιμών του πετρελαίου τα μετάτρεψε σε οικονομικά εκμεταλλεύσιμα, παρά το

Βόρειας Θάλασσας, από τη Βρετανία και τη Νορβηγία, αρχίζει να μειώνεται ο ρόλος του ΟΠΕΚ. Οι τιμές τη δεκαετία του ’80 αρχίζουν να ελαττώνονται σημαντικά. Η απώλεια εσόδων από τις εξαγωγές υδρογονανθράκων θα είναι βασική αιτία για την αδυναμία της επιβίωσης της Σοβιετικής Ένωσης. Έτσι το μειονέκτημα από την πλευρά της στο να αξιοποιήσει μεταπολεμικά τους πολύτιμους ενεργειακούς της πόρους (πρώτο στάδιο), μετατράπηκε στο μέλλον σε απειλή και την έφερε αντιμέτωπη με κρίση δημοσίων εσόδων και συναλλάγματος τη δεκαετία του ΄80, (δεύτερο στάδιο). Αυτή η υπερβολική της εξάρτηση, όχι από την κατοχή ενεργειακών πόρων αλλά από τη σημαντικότητα των εξαγωγών τους, την έκανε υπερβολικά ευάλωτη σε μια άξαφνη και παρατεταμένη πτώση των τιμών και συνεπώς σε μια μεγάλη και επιμηκυμένη μείωση των κρατικών της εσόδων. Η κρίση αυτή ήταν το τελικό αποτέλεσμα του υποδείγματος της Γεωενέργειας και όχι της Γεωπολιτικής ή της Γεωοικονομίας. Πρόσθετα διαπιστώνεται να συνεχίζεται η επιτυχία της πολιτικής των ΗΠΑ καθώς στερούν με την πτώση του καθεστώτος της Σοβιετικής Ένωσης στο διάδοχο κράτος της Ρωσίας μεταξύ άλλων και τον  πλούτο  των  υδρογονανθράκων  του  Αζερμπαϊτζάν,  τον  οποίο  επιδιώκουν  να

κατευθύνουν προς την «διψασμένη» ενεργειακά Ευρώπη57.

Επιπλέον οι εξελίξεις την τελευταία δεκαπενταετία επιβεβαιώνουν τις θέσεις μας για το μοντέλο της Γεωενέργειας. Ειδικότερα σημειώνονται ενδεικτικά τα ακόλουθα:

α. η μείωση του υπολοίπου των πετρελαϊκών αποθεμάτων και η σχετική στενότητα στην αγορά των ενεργειακών πόρων, ήταν η κύρια αιτία αντίδρασης των ΗΠΑ στην εισβολή  του  Ιράκ  στο  Κουβέιτ  το  1991,  (το  Κουβέιτ  από  εκτιμήσεις  του  2003, υπολογίζεται ότι διαθέτει 96 δις βαρέλια ως πετρελαϊκά αποθέματα και εκτιμάται ότι το

2015 θα φθάσει τη μέγιστη παραγωγή του)58.

β. το Μάιο του 2001, λίγο μετά την αλλαγή χώρου καθηκόντων του Τζωρτζ Μπους του νεώτερου, (από τις πετρελαιοπηγές του Τέξας στον Λευκό Οίκο), η κυβέρνηση των ΗΠΑ παρουσίασε έκθεση για το θέμα της ενεργειακής πολιτικής, στην οποία τονιζόταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να εξασφαλίσουν γι’ αυτές τα εναπομείναντα αποθέματα του παγκόσμιου πετρελαίου. Η κυβέρνηση Μπους, (όπως συνηθιζόταν ήδη από τη δεκαετία του 1970), ονόμασε αυτήν την αποστολή της: «ενεργειακή ασφάλεια»59. Μια από τις εφαρμογές της αφορά στην επιτυχημένη «επιχείρηση απομάκρυνσης» του Σαντάμ Χουσεΐν απόλυτο κυβερνήτη του Ιράκ, το 2003 και στην εκμετάλλευση αλλά και

αυξημένο κόστος εξόρυξης και επεξεργασίας.

57  Βλ. άρθρο  των Καρκαζή, Βιδάκη,  Μπάλτου με τίτλο: «Ψυχρός Ενεργειακός Πόλεμος», στο «Ελληνική

Άμυνα & Τεχνολογία», τ. 17, Ιούνιος 2011.

58  Ο αμερικανός οικονομολόγος Alan Greenspan, διοικητής της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ την περίοδο

1987 – 2006,   στο βιβλίο του «The Age of Turbulence», κατέγραψε: «I am saddened that it is politically inconvenient to acknowledge what everyone knows: the Iraq war is largely about oil.»

Ο Paul Wolfowitz, (US deputy defense secretary) δήλωσε κατά την επίσκεψή του την 31η  Μαίου – 1η

Ιουνίου του 2003, στη Σιγκαπούρη: «Let’s look at it simply.  The most important difference between North

Korea and Iraq is that economically, we just had no choice in Iraq. The country swims on a sea of oil.» http://edition.cnn.com/2013/03/19/opinion/iraq-war-oil-juhasz http://www.iranreview.com/Archives/US%20invasion.htm

59  Φυσικά για τους πρώην «ανθρώπους του πετρελαίου», τον πρόεδρο Μπους και τον αντιπρόεδρο Ντικ

Τσέινυ, η ταύτιση της «ενέργειας» με το «πετρέλαιο» δεν θα μπορούσε να είναι πιο προφανής. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να αναζητήσουν ενέργεια», δήλωνε ο Τσέινυ. Προφανώς, ο πρώην πρόεδρος της εταιρείας «Halliburton» δεν πρότεινε στους συναδέλφους του και στους  ειδικούς να επικεντρωθούν στις (αβέβαιες) ανανεώσιμες πηγές αλλά στους (γνωστούς) υδρογονάνθρακες.

στην ιδιωτικοποίηση των πόρων του, (το Ιράκ από εκτιμήσεις του 2003, υπολογίζεται ότι διαθέτει 112 δις βαρέλια ως πετρελαϊκά αποθέματα)60.

γ. η Ρωσία κατόρθωσε να ξεπεράσει τις δυσκολίες μετάβασής της από το προηγούμενο σοβιετικό καθεστώς και να αναπτυχθεί, μετά τη πρώτη δεκαετία προσαρμογής της, κυρίως με βάση τα τεράστια αποθέματα σε ενεργειακούς πόρους που διαθέτει, (3η στον κόσμο σε κατάταξη με βάση την παραγωγή πετρελαίου και 1η στην παραγωγή φυσικού αερίου). Αξιοποιώντας την αύξηση των τιμών των πόρων της ενέργειας, αποκαθιστά σταδιακά τη στρατιωτική, πολιτική και οικονομική της ισχύ, διαχρονικά ανακάμπτει και φαίνεται να «έχει λάβει το μάθημά της» σχετικά με την

προηγούμενη γεωενεργειακή εμπειρία της.

δ. η αξιοποίηση του φυσικού αερίου, ως εναλλακτικός του πετρελαίου υδρογονάνθρακας και ως πιο καθαρό καύσιμο. Υποστηρίζεται στη χρήση του από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις του Δυτικού κόσμου. Προκαλεί όλους τους συμμετέχοντες φορείς σε σημαντικές αποφάσεις για την παραγωγή, τη διακίνηση και την κατανάλωσή του. Αποτελεί «ενεργειακή ειρωνεία» για τη Δύση το 60% των βεβαιωμένων παγκοσμίων αποθεμάτων φυσικού αερίου να βρίσκονται σε δύο «αντίπαλα» γι΄ αυτήν κράτη, τη Ρωσία και το Ιράν και να ελέγχονται κυρίως από κρατικές επιχειρήσεις. Αυτό το ποσοστό κατ΄ αρχήν για την Τεχεράνη, σηματοδοτεί την ανάγκη μεταβολής του πολιτικού και οικονομικού της καθεστώτος, ως προτεραιότητα – επιδίωξη της Δύσης.

Οι αναπτυγμένες οικονομίες της Δύσης βασίζονται στην καύση ορυκτών καυσίμων. Εισάγουν πάνω από το 80% της ζήτησής τους σε υδρογονάνθρακες. Για αρκετό διάστημα αυτό δεν αποτελούσε κρίσιμο παράγοντα εξάρτησης. Με διάφορους τρόπους και μεθοδεύσεις επιτυγχανόταν μεταπολεμικά ο ακώλυτος εφοδιασμός της Δύσης σε φθηνό πετρέλαιο: πιέσεις και εκβιασμοί, ένοπλες επεμβάσεις61 και πραξικοπήματα, «γεωενεργειακή πλάνη» Σοβιετικής Ένωσης και αδυναμία της να αξιοποιήσει διεθνώς το ενεργειακό της όπλο, «συγκεκαλυμμένες» επιχειρήσεις μυστικών

υπηρεσιών κατά «ανεπιθύμητων» κυβερνώντων, διορισμός φιλικών και δουλικών κυβερνήσεων, μακροχρόνιες άδειες παραχώρησης δικαιωμάτων εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου των πετρελαιοπαραγωγών χωρών, «λεόντειες» συμβάσεις τους με δυτικές διεθνικές εταιρίες, συμβόλαια εμπορίας με καταχρηστικούς όρους και ρήτρες που δεν επιδέχονταν τροποποιήσεις, χρήση δολαρίου ως αποκλειστικού χρηματικού μέσου διεθνών συναλλαγών και εμπορίας πετρελαίου. Ακόμα και οι δυο σημαντικές πετρελαϊκές κρίσεις του 1973-74 και του 1979-80 (υψηλές τιμές) σύντομα ξεπεράστηκαν με βαρύ κόστος ιδίως για την Ευρώπη, (με εξαίρεση τη Βρετανία και τη Νορβηγία) και την Ιαπωνία. Στη συνέχεια οι μειωμένες τιμές του πετρελαίου της δεκαετίας του ΄80 ήταν μια  από  τις  βασικές  αιτίες  της  οικονομικής  κατάρρευσης  της  Σοβιετικής  Ένωσης.  Η μεγάλη της εξάρτηση από τις εισπράξεις πώλησης υδρογονανθράκων την έκαναν ευάλωτη στις εξαιρετικά χαμηλές τιμές τους.

Γενικότερα  και  σε  βάθος  χρόνου  εκτιμάται  ότι  τελικά  τα  Γεωπολιτικά συμφέροντα και τα Γεωοικονομικά κέρδη θα «υπηρετήσουν» την προσέγγιση του υποδείγματος της Γεωενέργειας. Με αυτό λοιπόν το κριτήριο θα ληφθούν όλες οι βασικές – συναφείς αποφάσεις των ενδιαφερομένων, διεθνικών ομίλων και μεγάλων δυνάμεων. Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, τα τεχνολογικά και βιομηχανικά επιτεύγματα

60 George W. Bush, November 1, 2006: «When there is a regime change in Iraq, you could add 3 million to 5 million barrels of production to world supply».

61 Οι εισβολές γίνονται πάντα με πρόσχημα την ειρήνη, τη δημοκρατία, τη σταθερότητα και την ασφάλεια,

τα ανθρώπινα δικαιώματα, την προστασία «εθνικών συμφερόντων».

αυξήθηκαν χάρη στη χρήση πετρελαίου. Το τελευταίο διασυνδέθηκε στενά με την καθημερινότητα. Έτσι οι κυβερνήσεις και μεγάλοι διεθνικοί όμιλοι, στράφηκαν στην εκμετάλλευση πετρελαιοφόρων περιοχών και στην εξόρυξη αργού πετρελαίου. Αυτή η δραστηριότητα καθόρισε τον ρυθμό της παγκόσμιας οικονομίας και πολιτικής για διάστημα μεγαλύτερο του ενός αιώνα και εξακολουθεί να επιδρά πολύ σημαντικά, αν όχι καίρια. Ωστόσο, εκείνο το οποίο στην αρχή έμοιαζε με οριστική απάντηση στο ενεργειακό ζήτημα, αρκετές δεκαετίες αργότερα αποκαλύφθηκε ότι επέσυρε άλλα προβλήματα.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις υποστήριζαν και εξακολουθούν να υπερασπίζουν τα συμφέροντα και τα κέρδη των πετρελαϊκών εταιρειών τους στο εξωτερικό, που άλλωστε ενισχύουν μεταξύ άλλων και την ενεργειακή τους ασφάλεια, (τρέχουσα και μελλοντική). Ειδικά όσον αφορά στους διεθνικούς ομίλους και τα αναμενόμενα οφέλη τους ίσως και να επιδιώκεται η διαρκής ύπαρξη εντάσεων και διαμαχών στον τομέα των υδρογονανθράκων, προκειμένου οι συνεπαγόμενες αυξητικές τιμές να επιδρούν θετικά στα κέρδη τους, να αποσβένουν ταχύτερα τα έξοδα  αναζήτησης και εξόρυξης και να καθιστούν κερδοφόρα και άλλα κοιτάσματα σε πιο δύσκολες περιοχές. Ας μην λησμονούμε ότι από το πετρέλαιο και για το πετρέλαιο ξεκίνησε ο έντονος αγώνας κυριαρχίας μεταξύ του συνασπισμένου σε ισχυρούς ομίλους μεγάλου κεφαλαίου με παρεμβάσεις κυβερνήσεων και κρατικών φορέων.

Οι εκτιμώμενες στενότητες στην προσφορά υδρογονανθράκων, οι επεμβάσεις των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν και οι πρόσφατες εξελίξεις στον Αραβικό κόσμο, επαναφέρουν στο προσκήνιο ορμητικά το υπόδειγμα της Γεωενέργειας. Αυτή τη φορά οι ανερχόμενες οικονομικά δυνάμεις της Κίνας και της Ινδίας εισέρχονται δυναμικά στο

«μεγάλο  ενεργειακό  παιχνίδι».  Η  Ρωσία  φέρεται  να  στοχεύει  στην  αξιοποίηση  των

πλούσιων ενεργειακών της αποθεμάτων. Η Ευρώπη αδυνατεί να διαμορφώσει ενιαία ενεργειακή πολιτική για την υπεράσπιση των συμφερόντων της. Το Ιράν λόγω του ενεργειακού του πλούτου, της γεωγραφικής του θέσης και της μη συνεργάσιμης κυβέρνησής του, αναμένεται να προκαλέσει τελικά την επέμβαση των ΗΠΑ62. Ο σκοπός είναι να μην επωφεληθούν από την αξιοποίηση των ενεργειακών του πηγών τα εθνικά συμφέροντα της Τεχεράνης και τα συμφέροντα ανταγωνιστικών κρατών, (λ.χ. Κίνας). Γενικότερα εκτιμάται ότι θα επανέλθουμε στην περίοδο 1912-1928 όταν η ελλειμματική σε ενεργειακούς πόρους Βρετανία διαμόρφωνε συστηματικά τους επί

μέρους  στόχους  της  πολιτικής  της  με  βάση  τη  διασφάλιση  φθηνών  ενεργειακών πηγών.   Άλλωστε   είναι   αναπόφευκτη   η   συνεργασία   σ΄   αυτόν   τον   τομέα,   των

62   Το  από  22-12-2011 έγγραφο  της  Ενωσης  Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ)  προς  τα  μέλη  της,  με  θέμα:

«Ανάπτυξη δυνάμεων ΝΑΤΟ – Διαθεσιμότητα εμπορικών πλοίων», επικαλείται σχετική ενημέρωση από το ΥΠΕΘΑ/ΠΟΣΚΕΣΘΑΜ (Πολυεθνικό Συντονιστικό Κέντρο Στρατηγικών Θαλασσίων Μεταφορών) που εδρεύει στο υπουργείο και αναγράφει: «…από το NATO μελετάται η ενδεχόμενη ανάπτυξη διά θαλάσσης της Δύναμης Επέμβασης του NATO εντός του 2012. Η εν λόγω ανάπτυξη και ανασύνταξη πρόκειται να διοργανωθεί, όταν απαιτηθεί, από το Συμμαχικό Στρατηγείο του NATO στη Θεσσαλονίκη», [HQ-NDC/GR (πρώην Γ’ Σώμα Στρατού]. Αυτό το 2012 αναλαμβάνει τη διοίκηση του χερσαίου τμήματος της δύναμης ταχείας αντίδρασης (NRF) του ΝΑΤΟ. Στο ίδιο έγγραφο αναφέρονται ως λιμάνια αναχώρησης αυτά της Θεσσαλονίκης και της Καβάλας και ότι «η ανάπτυξη των δυνάμεων θα γίνει σε περιοχή που θα καθορισθεί, απόστασης περί τα 2.700 ν.μ. μέσω Σουέζ, όπου θα υπάρχει κατάλληλος λιμένας φορτοεκφόρτωσης». Ορίζεται λοιπόν σαφώς το στίγμα της περιοχής ενδιαφέροντος που με βάση αυτές τις αποστάσεις είναι η περιοχή του Περσικού Κόλπου. Προβλέπεται επίσης ότι «η ανάπτυξη των δυνάμεων να διαρκέσει κατ’ εκτίμηση δώδεκα (12) μήνες».

εξαρτώμενων   από   εισαγωγές   πετρελαίου   ΗΠΑ   με   το   Λονδίνο   για   το   οποίο προβλέπεται το 2015 η εξάντληση των πηγών του της Βόρειας Θάλασσας.

3.5 Γεωενέργεια και Ελληνισμός

Ατυχώς ειδικά για τη χώρα μας και ευρύτερα για τον Ελληνισμό, δεν έγινε έγκαιρα αντιληπτή η θεωρία της Γεωενέργειας και οι επιπτώσεις της στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, όπου γεωγραφικά και όχι μόνο, ανήκουμε. Αναλυτικότερα η σπουδαιότητα των ενεργειακών πόρων της Μέσης Ανατολής και η ανάγκη για ενεργειακή ασφάλεια αρχικά της Βρετανίας και στη συνέχεια της Δύσης, διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό και την Ελληνική ιστορία καθώς και το γεωπολιτικό και το γεωοικονομικό πεδίο διαχρονικά, όλης της περιοχής. Έτσι μετά το τέλος του Α΄ ΠΠ, οι επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία την περίοδο 1920-22 για την επιβολή της Συνθήκης των Σεβρών, εξυπηρετούσαν πρώτιστα τα ενεργειακά συμφέροντα των Άγγλων. Οι τελευταίοι στο ζήτημα που τους ενδιέφερε άμεσα και επιδίωκαν αόκνως, τον αποκλειστικό έλεγχο των πετρελαίων του Κιρκούκ και της Μοσούλης, δεν είχαν φραγμούς και δισταγμούς. Τελικά κατόρθωσαν να τον επιτύχουν. Μετά από αυτήν την επίτευξη του στόχου τους αναίρεσαν την υποστήριξή τους στην Ελλάδα, με τελικό αποτέλεσμα με τη συνδρομή και άλλων παραγόντων, τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ήταν το τίμημα της συμμάχου Ελλάδος στη διευθέτηση των πραγμάτων στη Μέση Ανατολή. Πρόσθετα δεν επέτρεψαν την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης από τον Ελληνικό στόλο ως διαπραγματευτικό τους πλεονέκτημα απέναντι στον Κεμάλ, προκειμένου αυτός να αποδεχθεί την μη – υπαγωγή του πρώην Οθωμανικού βιλαετιού της Μοσούλης στο νέο τουρκικό κράτος αλλά στο υπό διαμόρφωση προτεκτοράτο του Ιράκ. Ο Κεμάλ χωρίς στόλο,  έλαβε  την  Ανατ.  Θράκη  από  τους  Βρετανούς  και  τους  παραχώρησε  την

«πετρελαιοφόρο»    Μοσούλη63.   Προς    επίρρωση    των    προαναφερομένων    ας    μη

λησμονούμε ότι όλη η περιοχή της σημερινής Τουρκίας συμπεριλήφθηκε το 1928 στη συμφωνία της «ερυθράς γραμμής».

Μετά  τον  Α΄  ΠΠ  η  διαμόρφωση  του  χάρτη  της  Μέσης  Ανατολής  και  η διευθέτηση των συναφών θεμάτων προκλήθηκε από τα γεωπολιτικά αλλά κυρίως από τα γεωενεργειακά συμφέροντα της τότε κοσμοκράτειρας Βρετανίας, υπό την σκέπη της Κοινωνίας των Εθνών… Η έλλειψη εγχώριων πηγών πετρελαίου και η απόφαση για την άμεση κάλυψή τους, αποτέλεσε την κύρια επιδίωξη της αυτοκρατορίας. Το όλο ζήτημα  «τακτοποιήθηκε»  βαθμιαία,  μετά  από  μια  μακρά,  χρονοβόρα  αλλά  και επίμονη προσπάθεια του Λονδίνου, χρησιμοποιώντας παράλληλα συγκεκριμένες πολιτικές, αντικρουόμενες μεταξύ τους, σε ορισμένο βαθμό, εναντίον εχθρών και συμμάχων. Ο Ελληνισμός με την Μικρασιατική καταστροφή κατέβαλε ακριβό, εθνικό τίμημα.  Οι  Άραβες  με  την  ενεργειακή  τους  υποταγή  χρεώθηκαν  την  πολλαπλή διαίρεσή τους ως έθνος και την υπανάπτυξη της περιοχής τους. Οι Τούρκοι απώλεσαν την πετρελαιοφόρο περιοχή της Μοσούλης. Οι Πέρσες θα βίωναν τον οικονομικό ιμπεριαλισμό μέσω της APOC/AΙOC. Τα προβλήματα ουσιαστικά δεν επιλύθηκαν  – αργότερα, σταδιακά θα εμφανίζονταν με νέες μορφές.

Την τωρινή περίοδο, ενενήντα έτη μετά τoν πρώτo διακανονισμό, βιώνουμε μια μεταβατική φάση ολικής αναδιάταξης της διεθνούς κατανομής ισχύος   στη Μέση Ανατολή και την επανα-οριοθέτηση του χάρτη της περιοχής. Βασική αιτία και πάλι αποτελούν οι (γεω)ενεργειακοί πόροι της – πρωταγωνιστής αυτήν τη φορά είναι οι

63 http://query.nytimes.com/gst/abstract.html?res=FB0D13F73D5411738DDDA10A94DA415B828EF1D3

ΗΠΑ, η στρατιωτική υπερδύναμη της εποχής, επιχειρώντας να αποκομίσει οφέλη, τρέχοντα και μελλοντικά, δρώντας εναντίον των άλλων μεγάλων δυνάμεων, σε ρόλο ανάλογου  του  προγενέστερου  του  ΗΒ.  Το  ζήτημα  αφορά  στην  μακροπρόθεσμη υποταγή των δυνητικών ωφελειών, της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού της περιοχής στα αμερικανικά  συμφέροντα.

Ο Ελληνισμός (Ελλάδα και Κύπρος), βρίσκεται και αυτός στον «κυκλώνα» της περιφερειακής ανακατανομής της κυριαρχίας του «γεωενεργειακού συμπλόκου» της γειτονικής του Μέσης Ανατολής, αν και δεν είναι φανερό με μια πρώτη θεώρηση: αν και τα δυο κράτη  αποτελούν μέλη της Ευρωπαικής Ένωσης, έχει μεθοδευτεί, (αν δεν σχεδιάστηκε) συστηματικά, επιτήδεια και εύστοχα η αξιοποίηση της οικονομικής τους κρίσης  με σκοπό τον σημαντικό περιορισμό των επιλογών,  των κινήσεων και των κερδών τους στην περιοχή – έτσι επεξηγείται και η έμμονη επιδίωξη και επίτευξη της (κερδοφόρας) συμμετοχής του ΔΝΤ, που υπηρετεί κατά κανόνα τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον, στον δανεισμό της χώρας μας, παρά τις ωραιοποιήσεις και τις άοκνες προσπάθειες που καταβάλλονται ώστε να παρουσιαστεί ως ουδέτερο και με θετική προσφορά.

Ειδικότερα, από το 1821 μέχρι το 2008 η χώρα μας περιήλθε σε κατάσταση αδυναμίας να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, (πτώχευση ή χρεωκοπία), πέντε φορές: 1826, 1843, 1860, 1893 και 1932. Σε όλες τις περιπτώσεις οι ερευνητές τεκμηριώνουν ότι υποχρεωθήκαμε σε παραχωρήσεις προς τους δανειστές μας που έφθαναν μέχρι και στην υποτέλεια στις Μεγάλες Δυνάμεις64. Το μη βιώσιμο χρέος και η εξωτερική πίεση για συνέχιση του δανεισμού της χώρας μπορεί να ερμηνευτεί βάσιμα και τεκμηριωμένα, μόνο από τη δυνατότητα μελλοντικών περιορισμών των επιλογών

της Ελλάδος και της συμβατικής υφαρπαγής του μελλοντικού της πλούτου. Κύρια θέση σ΄  αυτά  κατέχουν  οι  ενεργειακοί  πόροι  της  περιοχής65.  Την  συζήτηση  στις  διεθνείς αγορές για τα αποθέματα υδρογονανθράκων που ενέχεται να ελέγχει η Ελλάδα άνοιξε η Deutsche Bank. Διατηρώντας σαφέστατα απόσταση από την ακρίβεια των εκτιμήσεων για τα κοιτάσματα μέχρι την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των σεισμικών ερευνών, αποτιμά τη σημασία τους σε σχέση με την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους και την διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας. Υπό την επιφύλαξη ότι οι γεωλογικές μελέτες θα αποδειχθούν αληθινές, εκτιμά τα υποθαλάσσια κοιτάσματα φυσικού αέριου νοτίως της

Κρήτης στα 427 δις ευρώ και αναφέρεται σε καθαρό όφελος για το δημόσιο της τάξης των 214 δις ευρώ66. Η Deutsche Bank σημειώνει ότι εάν οι προβλέψεις επαληθευτούν θα κάνουν πολύ πιο διαχειρίσιμα τα δανειακά βάρη, επιβεβαιώνοντας το σενάριο που προαναφέρθηκε.

Εντείνεται το διεθνές ενδιαφέρον για το ελληνικό υπέδαφος που αποτιμάται ως ένα πολλά υποσχόμενο πεδίο για επενδύσεις σε κοιτάσματα πετρελαίου αλλά και ευγενών μετάλλων. Αυτό δείχνει δημοσίευμα της Ολλανδικής εφημερίδας Financieele Dagblad, η οποία εκτιμά ότι από τον Σεπτέμβριο του 2013 θα ξεκινήσουν στην Ελλάδα

64 Από την εισαγωγή, άρθρου του Γ. Μπήτρου στα Οικονομικά Χρονικά, τ. 3, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2013.

65 http://www.chronosmag.eu/index.php/ppls-e-p-l-f-s-s-1-kopie.html

66 Με δεδομένο ότι ως γενικός κανόνας το 25% εξ αυτών προορίζεται για το κόστος εξόρυξης και διάθεσης και άλλο 25% είναι το περιθώριο κέρδους των ομίλων που θα αναλάβουν τις δραστηριότητες αυτές,

υπολογίζεται το 50% ήτοι περί τα 214 δις ευρώ αποτελούν το καθαρό όφελος για τα δημόσια ταμεία. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 107% του τρέχοντος ΑΕΠ και αναμένεται να αρχίσει να εισρέει κατά τη χρονική περίοδο που έχει τεθεί ο στόχος για την μείωση του χρέους ως ποσοστό επί του ΑΕΠ στο 120% – περί το 2020. Και αυτό διότι όπως επισημαίνεται συνήθως χρειάζονται 8 με 10 έτη για να αρχίσει η εμπορική εκμετάλλευση να παράγει χρηματοροές.

μειοδοτικοί διαγωνισμοί για την ανάδειξη κοινοπραξιών για την δημιουργία υποδομών εκμετάλλευσης. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά το δημοσίευμα «η Νορβηγική εταιρεία PGS χτένισε μια περιοχή 225.000 τ.χλμ. από την Νότια Κρήτη ως το Ιόνιο Πέλαγος. … Στις αρχές του 2014 είναι πιθανόν να ξεκινήσει ο πρώτος γύρος προκήρυξης μειοδοτικού διαγωνισμού». Στο άρθρο παρατίθενται εκτιμήσεις όπως αυτή του καθηγητή Αντώνιου Φώσκολου σύμφωνα με την οποία η αξία των υπαρχόντων κοιτασμάτων στην νότια Ελλάδα  ανέρχεται στα 1.800 δις δολάρια και «μόνο η περιοχή στα νότια της Κρήτης θα μπορούσε   να   αποδώσει   30   δις   βαρέλια   πετρελαίου». Εκτός   από   τα   πετρελαϊκά κοιτάσματα η εφημερίδα κάνει ιδιαίτερη αναφορά και στον υπόλοιπο ορυκτό πλούτο της χώρας σημειώνοντας πως εκτός από τους υδρογονάνθρακες η Ελλάδα είναι πιθανόν να διαθέτει και ένα θησαυρό ορυκτών και σπανίων μετάλλων. Η αξία των μεταλλευτικών αποθεμάτων που έχουν ήδη ανακαλυφθεί υπολογίζεται γύρω στα 40 δις ευρώ ενώ η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου, κυρίως στην Βόρεια Ελλάδα, ανέρχεται γύρω στα

20 – 25 δις ευρώ».

Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής

Αλλαγής  Κωνσταντίνος  Μαθιουδάκης,  στο  δεύτερο  «Annual  Balkans  Oil  &  Gas  2013

Summit»,  παρουσίασε το χρονοδιάγραμμα για την έρευνα και αξιοποίηση των εγχώριων κοιτασμάτων  υδρογονανθράκων.  Δήλωσε  παράλληλα  ότι  η  Ελλάδα  «φαίνεται  να διαθέτει σημαντικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως προκύπτει από τις πρόσφατες έρευνες». «Η επαλήθευση αυτών των ενδείξεων, πρόσθεσε, θα δώσει νέο βηματισμό στον τομέα της ενέργειας και της οικονομίας σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, ενώ θα ενδυναμώσει τις προοπτικές ολόκληρης της Ευρώπης για οικονομική ευημερία και ενεργειακή ασφάλεια». Τέλος σημείωσε ότι η Ελλάδα δαπανά κάθε χρόνο περισσότερα από 10 δις ευρώ για εισαγωγές υδρογονανθράκων και κάθε εξέλιξη, που μειώνει την εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές υδρογονανθράκων, μας επιτρέπει να

αντιμετωπίσουμε την οικονομική κρίση πιο εύκολα67.

Από την άλλη πλευρά η τουρκική κυβέρνηση αναζητά εδώ και ένα χρόνο τρόπους αντιμετώπισης του αποκλεισμού της από τα ενεργειακά αποθέματα της ανατολικής  Μεσογείου68.  Αυτό  αποκάλυψε  ήδη  από  το  2011  η  εφημερίδα  της Λευκωσίας «Πολίτης», σε ειδικό ρεπορτάζ, στηριγμένο σε δημοσίευμα της τουρκικής

«Σαμπάχ».    Η    τουρκική    εφημερίδα    κυκλοφόρησε    στις    20-09-2011    με    τίτλο:

«Μεγάλο…παιχνίδι στη Μεσόγειο» όπου αναφέρει πως πλέον οι φόβοι για πολεμική σύρραξη  στην  Ανατολική  Μεσόγειο  (αναφέρεται  και  στη  «νότια  Κύπρο»)  παίρνουν σάρκα και οστά. Σύμφωνα με το δημοσίευμά της, η πρώτη σοβαρή αξιολόγηση του θέματος έγινε από το τουρκικό Γενικό Επιτελείο το 2010, το οποίο κάλεσε ακαδημαϊκούς και ειδικούς στο δίκαιο της θάλασσας και τους απηύθυνε το ερώτημα εάν αξίζει να διακινδυνεύσουν έναν πόλεμο για τα αποθέματα ενέργειας στη Μεσόγειο. Η απάντηση ήταν καταφατική. Πρόσθετα αναγράφεται ότι η Τουρκία έχει στριμωχθεί στην περιοχή καθώς η ελληνική πλευρά τής αναγνωρίζει 41.000 τ.χλμ. ως ΑΟΖ, ενώ Ελλάδα και Κύπρος

μοιράζονται 71.000 και 33.000 αντίστοιχα69. Η Τουρκία φαίνεται δυσαρεστημένη από

67 Πηγή: http://www.logiosermis.net/2013/09/blog-post_1133.html#ixzz2gkVqLp2j

68 Η Γεωλογική υπηρεσία των ΗΠΑ (USGS) έχει υπολογίσει ότι η περιοχή της ανατολικής Μεσογείου περιλαμβάνει 227 τρις πόδια φυσικού αερίου και 7,1 δις βαρέλια πετρελαίου.

69 Επικαλείται κρατικά έγγραφα σύμφωνα με τα οποία στα οικόπεδα «Λεβιάθαν» και «Ταμάρ» του Ισραήλ υπάρχουν αποθέματα 700 δις κυβικών μέτρων φυσικού αερίου, τα οποία μπορεί να φτάνουν και στα 1,8

τρις κ.μ. Μόνο στο οικόπεδο «Λεβιάθαν» υπάρχουν τέτοια αποθέματα, που καλύπτουν την Ευρώπη για έξι χρόνια. Μεταξύ Κύπρου, Αιγύπτου και Κρήτης υπάρχουν 15 τρις κ.μ. αερίου, η αξία του οποίου υπολογίζεται στα επτά τρις δολάρια.

αυτήν την κατάσταση. Η εφημερίδα σημειώνει ότι η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί θα εξεταστεί ενδελεχώς στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας70. Αποτέλεσμα: οι ΗΠΑ διαθέτουν ακόμα ένα όπλο έναντι του Ελληνισμού, την απειλή ελληνοτουρκικού πολέμου. Αυτό το ενδεχόμενο όμως δεν θα πρέπει να μας τρομοκρατεί αλλά να προπαρασκευαστούμε κατάλληλα και έγκαιρα, στρατηγικά, πολιτικά, διπλωματικά και στρατιωτικά. Άλλωστε η χώρα δεν θα μπορεί να διαπραγματευθεί ούτως ή άλλως την ειρήνη με την Άγκυρα71, η οποία εκτός του ότι κατέχει παράνομα κυπριακό έδαφος, θα επιδιώκει διαρκώς όχι μόνο τμήμα των εκτιμωμένων εσόδων της Ελλάδος από την αξιοποίηση των υδρογονανθράκων, αλλά και την κάλυψη  μέρους των ενεργειακών της αναγκών καθώς και την ανάδειξή της σε ενεργειακό κόμβο στην ευρύτερη περιοχή.

Σύμφωνα με έκθεση του πολιτικού αναλυτή Αριστοτέλη Βασιλάκη που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2011, η Ουάσιγκτον στοχεύει στην συνεργασία Ελλάδας και Τουρκίας για τους υδρογονάνθρακες της περιοχής, λόγω της κατανομής των αναμενόμενων εσόδων από την εκμετάλλευσή τους. Σύμφωνα με την έκθεση, η Ουάσιγκτον προτείνει η Ελλάδα να λάβει το 20% των εσόδων, η Τουρκία το 20% και η αμερικανική εταιρεία Noble Energy, που ήδη εξασφάλισε τις γεωτρήσεις στα ισραηλινά ύδατα και ανοικτά των ακτών της ελληνικής πλευράς της Κύπρου, τη μερίδα του λέοντος, δηλαδή το 60%.72

Ας μην λησμονούμε ότι από το πετρέλαιο και για το πετρέλαιο ξεκίνησε ο έντονος αγώνας παγκόσμιας κυριαρχίας μεταξύ του συνασπισμένου σε ισχυρούς ομίλους μεγάλου κεφαλαίου με παρεμβάσεις κυβερνήσεων και κρατικών φορέων. Πετρέλαιο και φυσικό αέριο σημαίνουν χρήμα και εξουσία, δυο ισχυρoύς παράγοντες, που μπορούν να πραγματοποιήσουν οτιδήποτε. Πώς αλλιώς για παράδειγμα μια από τις πιο συντηρητικές μουσουλμανικές χώρες του κόσμου, η Σαουδική Αραβία θα είχε ευθυγραμμιστεί εδώ και χρόνια τόσο στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα υπόδειγμα φιλελεύθερης σκέψης και προσωπικής ελευθερίας; Φυσικά ισχύει και το αντίστροφο ερώτημα.

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η γνώση περί της επιχειρούμενης, επιτήδειας ανακατανομής του παγκόσμιου συσχετισμού δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου δεν αρκεί.

Οι φτωχές χώρες της Μέσης Ανατολής, θύματα της αποικιοκρατίας, του δυτικού ιμπεριαλισμού και της άνισων εμπορικών ανταλλαγών απώλεσαν τα πλεονεκτήματα του φυσικού τους μονοπωλίου στην παραγωγή ορισμένων ζωτικών πρώτων υλών – πρώτιστα του πετρελαίου. Τους απελευθέρωσαν από τον Οθωμανικό ζυγό για να εκμεταλλευθούν  τις  ενεργειακές  τους  πηγές,  χρησιμοποιώντας  κάθε  νόμιμο  και αθέμιτο μέσο. Αρχικά οι μακροχρόνιες λεόντειες συμβάσεις και στη συνέχεια η εφαρμογή άλλων μεθόδων επέτυχαν την διαχρονική καταλήστευση του πλούτου Αράβων, Ιρανών και Κούρδων. Συνεπώς θα πρέπει από τα Ηνωμένα Έθνη, να αναγνωριστούν τα ανωτέρω και να αναζητηθούν εύστοχοι και κατάλληλοι τρόποι επιστροφών σ΄ αυτούς τους λαούς σημαντικού μέρους της αξίας αυτών που έχουν καταχραστεί.

70 http://www.tovima.gr/vimagazino/views/article/?aid=517408

71 Εκτός της απίθανης περίπτωσης μιας συνολικής διευθέτησης των εκκρεμοτήτων, ενόψει της απειλής της σύστασης κουρδικού κράτους και του διαμελισμού της Τουρκίας.

72 http://www.oilgeopolitics.net/index.html

Ο Ελληνισμός θα πρέπει να αξιοποιήσει τη συμμετοχή του στην ΕΕ και στους διεθνείς οργανισμούς, ζητώντας τη συνδρομή της Νορβηγίας σε τεχνικά, νομικά και οικονομικά θέματα εκμετάλλευσης ενεργειακών πόρων και επιδιώκοντας τη διαμόρφωση κατάλληλων συνεργασιών – συμπράξεων στην περιοχή της Αν. Μεσογείου. Εκτός των εκκρεμών ζητημάτων (λ.χ. γερμανικό κατοχικό δάνειο) θα πρέπει να μεριμνήσει για την καλύτερη και αποδοτικότερη διαχείριση του ορυκτού πλούτου και όχι εξαιτίας του αυξημένου χρέους να συμφωνήσει σε όρους μειωμένων ωφελειών. Προσωπικά λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη κατάσταση και όλα τα δεδομένα, θεωρούμε αναγκαία την υιοθέτηση του εξής σειριακού σχεδίου:

1. επιχείρηση κήρυξης από την ΕΕ χωρικών υδάτων 12 ν.μ. από όλα της τα μέλη στην Μεσόγειο  και  ανάλογων  ΑΟΖ  –      τυχόν  διαφωνίες  γειτονικών  χωρών  να παραπέμπονται στα αρμόδια διεθνή δικαστήρια

2. απευθείας διαπραγμάτευση με την αμερικανική Exxon –Mobil για την δημιουργία διεθνούς κονσόρτσιουμ, για την εκμετάλλευση των ενεργειακών πηγών – με όρους το

50% των εσόδων στη χώρα και ευνοική φορολόγηση κερδών.

 ΠΗΓΕΣ  –  ΒΙΒΛΙΟ ΓΡΑΦΙ Α

  • Βιδάκης Ι., Μπάλτος Γ., Ενεργειακή Ασφάλεια και Ελλάδα,  εκδ. ΔΥΡΟΣ, 2013
  • Γεωπολιτικές Αναλύσεις, Τόμος 1, εκδ. Περισκόπιο, 2009

•  Ελληνική Άμυνα & Τεχνολογία, τ. 03, 17, 24, 25, 27, 28, 31, 32, 33, 34

• ΕΠΥΕΘΑ, Η Γεωπολιτική της Ευρασίας στο Νέο Διεθνές Σύστημα, 2000

• Καρκαζής Γ., Βιδάκης Ι., Μπάλτος Γ., Ο ενεργειακός πλούτος της Συρίας, Foreign Affairs

(ΗΕ), τ. 20, Νοέμβριος 2013

• Κονδύλης Παναγιώτης, Θεωρία του Πολέμου, εκδ. Θεμέλιο, 1997

• Κουρματζής Αθ., Η Γεωπολιτική των πετρελαίων στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Οι συνέπειες στην Ελλάδα, εκδ. Παπαζήση, 2004

• Κούτσης Αλ., Μέση Ανατολή: Διεθνείς Σχέσεις & Πολιτική Ανάπτυξη, Α΄, εκδ. Παπαζήση,

1992

• Μπακανάκης Σ., Λίτσης Μ., Καιταντζίδης Μ., Πετρέλαιο, εκδ. Γαβριηλίδης, 2010

  • · Ντάλλης, Σ., Από τον Μπούς στον Ομπάμα. Η Διεθνής Πολιτική σε έναν κόσμο που αλλάζει, εκδ. Παπαζήση, 2010
  • · Σιούσιουρας Π., Γεωπολιτική και Ζωτικός Χώρος, εκδ. Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ, 2012.

• Τσακίρης, Θ., αδημοσίευτη διδ. διατριβή: Η Στρατηγική Σημασία του Πετρελαίου και του Φυσικού Αερίου για την Ασφάλεια των Μεγάλων Δυνάμεων από τον Α΄ ΠΠ έως και τη Μεταψυχροπολεμική Περίοδο, ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ, Μάιος 2008

• Χριστοδουλίδης, Θ., Διπλωματική Ιστορία, τόμος δεύτερος, εκδ. Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ, 1997

• Brzezinski Z., Η Μεγάλη Σκακιέρα, εκδ. Λιβάνη, 1998

• Falola Toyin, Genova Ann, Η διεθνής πολιτική του πετρελαίου, εκδ. Παπαζήση, 2008

• Fukuyama Francis, Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, εκδ. Λιβάνη, 1992

• Greer Edward, Η μυστική ιστορία του πολέμου στο Ιράκ, Monthly Review, Μάιος 1991

• Huntington Samuel, Η Σύγκρουση Ανατολής-Δύσης, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1998

• Laurent E., Πετρέλαιο, Αλήθειες και Ψέματα, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2008

• Rifkin J., Η Οικονομία του Υδρογόνου, εκδ. Λιβάνη, 2003

• Roberts Paul, Το τέλος του πετρελαίου: Η πτώση της οικονομίας του πετρελαίου και η άνοδος μιας νέας ενεργειακής τάξεως, εκδ. Πατάκη, 2005

• Shah Sonia, Grude, Η ιστορία του αργού πετρελαίου, εκδ. Άγρα, 2008

• Yergin, D., The Prize: The Epic Quest for Oil, Money and Power, Touchstone Books, 1992

 ΠΑ ΡΑΡΤ ΗΜΑ  Α΄

 ΣΤ Ο Ι ΧΕΙ Α Θ ΕΩΡΗΣΕΩΝ ΤΟ Υ  LIST

Ο List εκπροσώπησε επιδέξια τις τάσεις και τις απαιτήσεις της εποχής του στη χώρα του, στη Γερμανία. Και οι ιδέες του αναμφισβήτητα θεμελίωσαν τα οικονομικά της σύγχρονης Γερμανίας, όπως εφαρμόστηκαν από την πρακτική ιδιοφυΐα του Βίσμαρκ.

Η θεωρία του List για την «εθνική οικονομία» διαφέρει από τα δόγματα της «ατομικής οικονομίας» και των «διεθνών – εμπορικών οικονομικών» του Adam Smith και του J.B. Say.  Ο  ίδιος  αντιπαρέβαλε  την οικονομική  συμπεριφορά  ενός  ατόμου  με  αυτήν  του έθνους.  Σε  αντίθεση  με  τον  Σμιθ,  υποστήριξε  ότι  το  άμεσο  ιδιωτικό  συμφέρον  των πολιτών δεν οδηγεί πάντα στο μέγιστο καλό της κοινωνίας. Ένα άτομο προωθεί μόνο τα δικά του προσωπικά συμφέροντα, αλλά ένα κράτος προωθεί την ευημερία όλων των πολιτών του. Ένα άτομο υποστηρίζει μόνο τα προσωπικά του οφέλη αλλά η πολιτεία προάγει την ευημερία όλων των υπηκόων της. Ένα άτομο δύναται να ευημερεί από πράξεις που βλάπτουν τα συμφέροντα του έθνους. «Η δουλεία μπορεί να είναι μια δημόσια συμφορά για μια χώρα, ωστόσο μερικοί άνθρωποι μπορούν να ευημερούν κατά τη διεξαγωγή της και από την εκμετάλλευση των σκλάβων.» Επίσης, οι δραστηριότητες προς  όφελος  της  κοινωνίας  μπορούν  να  επιδρούν  αρνητικά  στα  οφέλη  ορισμένων ιδιωτών. «Τα κανάλια και οι σιδηρόδρομοι μπορεί να προσφέρουν μεγάλο καλό σ΄ ένα έθνος,  αλλά  όλοι  οι  αμαξάδες  θα  παραπονούνται  για  τη  βελτίωση  αυτή.  Κάθε  νέα εφεύρεση έχει κάποια προβλήματα για έναν αριθμό ατόμων, ωστόσο αποτελεί ένα κοινό καλό». Ο List υποστήριξε ότι αν και ορισμένη δράση της κυβέρνησης ήταν απαραίτητη για  την  τόνωση  της  οικονομίας,  μια  κυβέρνηση  με  υπερβάλλοντα  ζήλο  μπορεί  να προκαλέσει περισσότερη ζημία παρά όφελος. «Είναι κακή πολιτική να ρυθμίζονται τα πάντα και να προωθείται κάθε τι με τη χρήση κοινωνικών δυνάμεων, όταν τα ζητήματα μπορούν να ρυθμιστούν καλύτερα αυτόνομα και να προωθηθούν καλύτερα από  την ιδιωτική δραστηριότητα. Αλλά δεν είναι λιγότερο κακή πολιτική να αφεθούν τα θέματα μόνα τους, όταν μπορούν να προαχθούν παρεμβαίνοντας με κοινωνική εξουσία». Υποστήριξε ότι το οικονομικό σύστημα του Smith δεν είναι ένα βιομηχανικό σύστημα, αλλά   ένα  εμπορικό   σύστημα   που   το  ονόμασε   «το   σύστημα   ανταλλαγής  αξίας». Αντιλήφθηκε ότι η δημοφιλής θεωρία δεν έλαβε υπόψη της τα έθνη, αλλά απλώς το σύνολο του ανθρωπίνου γένους από τη μια πλευρά, ή του μεμονωμένου ατόμου, από την άλλη. Κατανόησε ότι ο «ελεύθερος ανταγωνισμός» μεταξύ δύο χωρών οι οποίες είναι ιδιαίτερα πολιτισμένες μπορεί να είναι αμοιβαία επωφελής, σε περίπτωση όπου και οι δύο βρίσκονται σε μια σχεδόν ισότιμη θέση της βιομηχανικής ανάπτυξης – κάθε έθνος που λόγω ατυχιών βρίσκεται πίσω από τους άλλους στη βιομηχανία, στο εμπόριο, στη ναυτιλία, πρέπει πρώτα απ’ όλα να ενισχύσει τις δυνάμεις του, προκειμένου στη συνέχεια  να  τεθεί  σε  ελεύθερο  ανταγωνισμό  με  τις  πιο  προηγμένες  χώρες.  Το αποτέλεσμα  ενός  γενικά  ελεύθερου  εμπορίου  δεν  θα  αποτελούσε  μια  παγκόσμια δημοκρατία, αλλά, αντιθέτως, μια καθολική υποταγή των λιγότερο προηγμένων χωρών στον  κυρίαρχο   της   βιομηχανικής,  εμπορικής  και  ναυτικής  δύναμης.  Το   σύστημα προστασίας αποτελεί το μόνο μέσο για την επιβίωση και ανάπτυξη των εκείνων των εθνών που έχουν υστερήσει στην οικονομία. Με μια λέξη, διέκρινε τη διαφορά μεταξύ του διεθνούς εμπορίου και της πολιτικής οικονομίας.

Σύμφωνα με την θεωρία, τα έθνη της εύκρατης ζώνης (τα οποία είναι εφοδιασμένα με όλες τις απαραίτητες συνθήκες) διέρχονται φυσικά από τα στάδια της οικονομικής μεγέθυνσης. Η πρόοδος του έθνους μέσα από αυτά τα στάδια αποτελεί καθήκον του κράτους,  το  οποίο  πρέπει  να  διαμορφώσει  τις  απαιτούμενες  προϋποθέσεις  για  την

πρόοδο, χρησιμοποιώντας τη νομοθεσία και τη διοικητική δράση. Κάθε έθνος πρέπει να μεριμνά για το ελεύθερο εμπόριο, την τόνωση και τη βελτίωση της γεωργίας από το εμπόριο με τα πλουσιότερα και πιο καλλιεργημένα έθνη… Όταν είναι οικονομικά αδύναμο ώστε να μπορεί να παράγει αγαθά και προιόντα στο εσωτερικό του, τότε η προστασία θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να επιτρέψει στις εγχώριες βιομηχανίες του να αναπτυχθούν και όχι να παύσουν τη λειτουργία τους λόγω του ανταγωνισμού των ισχυρότερων ξένων βιομηχανιών στην εγχώρια αγορά τους. Όταν οι εθνικές βιομηχανίες έχουν αναπτυχθεί αρκετά ώστε ο ανταγωνισμός να μην αποτελεί πλέον απειλή, τότε έχει επιτευχθεί αυξημένο στάδιο προόδου. Το ελεύθερο εμπόριο θα πρέπει και πάλι να γίνει ο κανόνας και το συγκεκριμένο έθνος να ενταχθεί πλήρως στην παγκόσμια οικονομία. Οι απώλειες του συγκεκριμένου έθνους κατά τη διάρκεια της περιόδου προστασίας, είναι μειωμένες από τα κέρδη του σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα σε παραγωγική δύναμη.

Από το 1841 έκρινε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία θα γίνουν οι πιο ισχυρές χώρες στον πλανήτη – μια άποψη που εξέφρασε ο Alexis de Tocqueville the προηγούμενο έτος. Σημείωσε ότι οι πολιτικοί είχαν δύο αρμοδιότητες: «έναν στη σύγχρονη κοινωνία και ένα για τις μελλοντικές γενιές». Κανονικά, η προσοχή των ηγετών είναι κατειλημμένη από επείγοντα θέματα, αφιερώνοντας λίγο χρόνο για να εξετάσουν μελλοντικά προβλήματα. Αλλά όταν μια χώρα έχει φθάσει σ΄ ένα σημείο καμπής στην εξέλιξή της, οι ηγέτες της είναι ηθικά υποχρεωμένοι να ασχοληθούν με θέματα που θα επηρεάσουν την επόμενη γενιά. «Στο κατώφλι μιας νέας φάσης στην ανάπτυξη της χώρας τους, οι πολιτικοί θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να αναπτύξουν τα μακροπρόθεσμα ζητήματα, παρά την ανάγκη να ασχοληθούν επίσης με θέματα άμεσης ανάγκης.»

Ο πραγματικός πλούτος ενός έθνους είναι η πλήρης και πολύπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών του δυνάμεων. Για παράδειγμα, η εκπαίδευση θα πρέπει να είναι πιο σημαντική από την άμεση παραγωγή και μια γενιά θα πρέπει να θυσιάσει το όφελός της και την απόλαυση προκειμένου να εξασφαλίσει ισχύ και δυνατότητες στο μέλλον. Υπό κανονικές συνθήκες, ένα οικονομικά ώριμο έθνος πρέπει να αναπτύξει τη γεωργία, τις κατασκευές και το εμπόριο. Αλλά οι δύο τελευταίοι παράγοντες είναι πιο σημαντικοί επειδή επιδρούν ενεργέστερα στον πολιτισμό και στην ανεξαρτησία του έθνους. Οι παράγοντες αυτοί συνδέονται ιδιαίτερα με τη ναυσιπλοΐα, τα δίκτυα (σιδηροδρομικά) και την υψηλή τεχνολογία.

«Η ενεργειακή κρίση δεν έχει νόημα ως κρίση, και δεν είναι κρίση παρά μόνο σε σχέση με το σημερινό μοντέλο κοινωνίας. Είναι αυτή η κοινωνία που έχει ανάγκη κάθε χρόνο

10% περισσότερο πετρέλαιο ή ενέργεια για να μπορεί να εξακολουθεί να λειτουργεί».

Κορνήλιος Καστοριάδης, Από την οικολογία στην αυτονομία», εκδόσεις Kέδρος, 1981

 ΠΑ ΡΑΡΤ ΗΜΑ  Β΄

 ΒΡΕΤ Α ΝΟ-ΠΟ ΡΤΟ ΓΑ ΛΛΙΚ Η  ΣΥΜΜΑ ΧΙΑ

Η συνθήκη αυτή, υπεγράφη μεταξύ του βασιλιά Εδουάρδου Γ ‘ της Αγγλίας και του βασιλικού ζεύγους της Πορτογαλίας, (Φερδινάνδος και Ελεονόρα). Διαμόρφωσε ένα καθεστώς: «συνεχούς φιλίας, ένωσης [και] συμμαχίας» μεταξύ των δύο ναυτικών λαών, έναντι της «ανταγωνιστικής» – γειτονικής Ισπανίας. Προσεπικυρώθηκε στη διάρκεια του χρόνου, τα έτη: 1386, 1643, 1654, 1660, 1661, 1703, 1815 και με μια μυστική δήλωση το

1899. Αναγνωρίστηκε από τις συνθήκες της διαιτησίας κατά τον 20ό αιώνα μεταξύ της Βρετανίας και της Πορτογαλίας το 1904 και το 1914. Η συνθήκη ήταν προσωρινά άκυρη (ανεστάλη) κατά τη διάρκεια της Ιβηρικής Ένωσης το διάστημα: 1580 – 1640, όταν η Ισπανία και η Πορτογαλία ήταν ενωμένες. Ενεργοποιήθηκε και πάλι κατά τη διάρκεια του Β΄Π.Π., οπότε η Πορτογαλία παρέμεινε ουδέτερη, σε συμφωνία με τη Βρετανία, που δεν επιθυμούσε να μεταφέρει τον πόλεμο στην Ιβηρική χερσόνησο, μέχρι το 1943, όταν επανενεργοποιείται πλήρως, από την κυβέρνηση του Winston Churchill και την Πορτογαλία. Στη Βρετανία, μετά από τριών μηνών διαπραγματεύσεις, δόθηκαν αεροδρόμια και ναυτικές ευκολίες στις Πορτογαλικές Αζόρες για να αντιμετωπιστεί η απειλή από τα γερμανικά υποβρύχια, (U-boat). Οι Βρετανοί αξιοποίησαν την συνθήκη και κατά τη διάρκεια του  Πολέμου των Φώκλαντ (Falklands) το 1982. Παρά το γεγονός ότι η συνθήκη αυτή τεχνικά ήταν σε ισχύ για σχεδόν 650 χρόνια, δεν σημαίνει ότι είχε πάντα πρακτικά υλοποιηθεί. Πόλεμος δεν έχει διεξαχθεί μεταξύ των δύο συμμάχων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν διενέξεις: στην Ολλανδο – Πορτογαλική διαμάχη, οι Βρετανοί (και σε μικρότερο βαθμό οι Γάλλοι), επιδιώκοντας να περιορίσουν την εξουσία των   Αψβούργων,   συνέδραμαν   ανοικτά   την   Ολλανδία   στον   πόλεμό   της   με   την Πορτογαλία,  η  οποία  ήταν  έως  τότε  εξαρτώμενη,  υποτελής  των  Αψβούργων  στην Ισπανία. Υπήρξε επίσης ένας βίαιος αφοπλισμός των Πορτογαλικών ενόπλων δυνάμεων στα σύνορα της Πορτογαλικής Δυτικής Αφρικής (Αγκόλα), της Πορτογαλικής Ανατολικής Αφρικής (Μοζαμβίκη) και αρκετά νησιά του Ατλαντικού από τις χώρες των Δυτικών Συμμάχων, λόγω των φόβων τους για ενδεχόμενη σύμπραξη της Πορτογαλίας (τότε υπό το φασιστικό καθεστώς του Σαλαζάρ) με τον Άξονα. Ήταν κατά κύριο λόγο ειρηνικές, αν και   σε   μερικές   περιπτώσεις   ξέσπασαν   συγκρούσεις.   Όπου   υπήρξε   Πορτογαλική αντίσταση,   συντρίφτηκε.   Παρά   την   επίσημη   διαμαρτυρία   από   τη   Λισαβόνα,   η Πορτογαλία παρέμεινε ουδέτερη και ταυτόχρονα, πολλοί υπήκοοί της βοήθησαν τους Συμμάχους σε αντίσταση στον Άξονα στον Ειρηνικό, σε μέρη όπως το Ανατολικό Τιμόρ και το Μακάο.

Τον Μάιο του 1386, η Συνθήκη του Ουίνδσορ σφράγισε την συμμαχία που είχε ξεκινήσει το 1294 και επιβεβαιώθηκε με ένα σύμφωνο διαρκούς φιλίας μεταξύ των δύο χωρών. Το πιο σημαντικό μέρος της Συνθήκης αναφέρει ότι:

«Συμφωνείται εγκάρδια ότι, αν μελλοντικά ένας από τους βασιλιάδες ή κληρονόμος του,

χρειαστεί την υποστήριξη του άλλου ή την βοήθειά του και προκειμένου να παρασχεθεί αυτά προβεί σε σχετικό αίτημα με νόμιμο τρόπο, ο σύμμαχος θα υποχρεούται να παράσχει βοήθεια και συμπαράσταση στο άλλο μέρος, εφόσον έχει την δυνατότητα, (χωρίς κανένα δόλο, απάτη, ή προσποίηση) στο βαθμό που απαιτείται από τον κίνδυνο του συμμάχου του στο βασίλειο, σε εδάφη, περιοχές και ενδιαφέροντα –   και αυτός πρέπει να είναι σταθερά δεσμευμένος στις παρούσες συμμαχίες για να το κάνει αυτό»73.

73  It is cordially agreed that if, in time to come, one of the kings or his heir shall need the support of the other, or his help, and in order to get such assistance applies to his ally in lawful manner, the ally shall be bound to give aid and succour to the other, so far as he is able (without any deceit, fraud, or pretence) to

Το επόμενο έτος, ο Ιωάννης της Γάνδης, δούκας του Λάνκαστερ, γιος του βασιλιά Εδουάρδου   Γ’   της   Αγγλίας   και   πατέρας   του   βασιλιά   Ερρίκου   Δ’   της   Αγγλίας, αποβιβάστηκε στη Γαλικία με μια εκστρατευτική δύναμη για να πιέσει για τη θέση του στο   Στέμμα   της   Καστίλλης   με   Πορτογαλική   ενίσχυση.   Απέτυχε   να   κερδίσει   την υποστήριξη της καστιλιάνικης  αριστοκρατίας και επέστρεψε στην Αγγλία, με καταβολή μετρητών από τον αντίπαλο. Ο Ιωάννης της Γάνδης άφησε πίσω την κόρη του, Philippa του Λάνκαστερ, για να παντρευτεί τον βασιλιά Ιωάννη Α’ της Πορτογαλίας, προκειμένου να σφραγίσει την Αγγλο-Πορτογαλική συμμαχία. Με αυτόν τον γάμο, που έγινε το 1387, ο Ιωάννης Α’ έγινε πατέρας μιας γενιάς πριγκίπων, η οποία οδήγησε την Πορτογαλία στη χρυσή της εποχή, κατά την περίοδο των Ανακαλύψεων. Η Philippa έφερε στο παλάτι την αγγλονορμανδική παράδοση μιας αριστοκρατικής εκπαίδευσης και έδωσε στα παιδιά της καλή μόρφωση. Οι προσωπικές της ικανότητες ήταν σε υψηλό επίπεδο και μεταρρύθμισε την αυλή επιβάλλοντας αυστηρά πρότυπα ηθικής συμπεριφοράς. Από την άλλη πλευρά, η μέθοδός της θεωρήθηκε επίσης ως υπερβολικά παραδοσιακή ή παρωχημένη ακόμη και από  την  πιο  ανεκτική  Πορτογαλική  αριστοκρατία.  Η  Philippa  πρόσφερε  βασιλική χορηγία για τα αγγλικά εμπορικά συμφέροντα που επεδίωκαν να ικανοποιήσουν την πορτογαλική ζήτηση για βακαλάο και ύφασμα σε αντάλλαγμα για κρασί, φελλούς, αλάτι και λάδι που αποστέλλονταν μέσω των Αγγλικών αποθηκών στο λιμάνι του Porto στην Πορτογαλία.

Η Ιβηρική Ένωση (1580-1640), μια δυναστική ένωση μεταξύ της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, διέκοψε αυτήν τη συμμαχία. Η Πορτογαλική εξωτερική πολιτική συνδέθηκε με την Ισπανική εχθρότητα απέναντι στην Αγγλία. Ως εκ τούτου, η Πορτογαλία και η Αγγλία βρίσκονταν σε αντίθετες πλευρές κατά τη διάρκεια του Αγγλο-Ισπανικού και του Ολλανδο-Πορτογαλικού Πολέμου. Η συμμαχία επιβεβαιώθηκε μετά από τον πόλεμο της Πορτογαλικής Παλινόρθωσης.

«Οι δύο προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις είχαν ως χαρακτηριστικό τους γνώρισμα το συγκεντρωτισμό στην παραγωγή και τη διανομή της ενέργειας. Αυτός ο συγκεντρωτισμός είχε ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση των κερδών, και ως εκ τούτου τον συγκεντρωτισμό της απόλυτης εξουσίας, στα χέρια λίγων, εφόσον η ενέργεια αποτελούσε βασική προϋπόθεση επιβίωσης των βιομηχανικών κοινωνιών. Όλα τα προηγούμενα οδηγούν στην κατανόηση ενός θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος το οποίο, ναι μεν δεν έχει καταγραφεί ποτέ σε κανένα διεθνές έγγραφο, αλλά αποτελεί τη βάση ενός πολιτισμικού ρεύματος που διαπνέεται από τις αρχές της δημοκρατίας. Το δικαίωμα αυτό αναφέρεται στη δίκαιη κατανομή της ενέργειας  που βρίσκεται στον πλανήτη». Μάνος Δανέζης

the extent required by the danger to his ally’s realms, lands, domains, and subjects; and he shall be firmly bound by these present alliances to do this.

 ΠΑ ΡΑΡΤ ΗΜΑ  Γ΄

Πίνακας: Εφαρμογή Θεωρητικών Προσεγγίσεων (Χώρες ανά Χρονικές Περιόδους)

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ                  ΧΩΡΕΣ                      ΠΕΡΙΟΔΟΙ                                            ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Μεγ. Δυνάμεις

[Βρετανία

[ΣΕ

… – 1945

… – 1912]            (1)

… – 1917]

Ανταγωνισμός Κρατών & Συνασπισμών, Αποικιοκρατία, Ρεαλισμός

ΣΕ                                1917 – 1989                Οργάνωση Κράτους & Εξάπλωση Συστήματος έως την κατάρρευσή του. Ενεργειακή Ανεξαρτησία

Γεωπολιτική

(1899)

ΗΠΑ, ΣΕ & Συνασπισμοί τους [Βρετανία]

1945 – 1973

1956 – 1973        (3)

Ρεαλισμός, Ανάσχεση Σοβιετικής ισχύος, Ψυχρός Πόλεμος, ΝΑΤΟ, Ισορροπία Τρόμου, (ΜΑD), Αποαποικιοκράτηση, ΕΟΚ,

Η Δύση κυρίαρχη του Πετρελαίου

(Χαμηλές & Σταθερές τιμές Πετρελαίου)

Μέση Ανατολή        1946-1973         (ii) Αποαποικιοκράτηση, Εκμετάλλευση ενεργειακών της πηγών

Ρεαλισμός, Ανάσχεση Σοβιετικής ισχύος, ΝΑΤΟ,

ΗΠΑ, ΣΕ & Συνασπισμοί τους

1973 – 1985

Ισορροπία Τρόμου, (ΜΑD) Ρόλος ΟΠΕΚ, Αυξημένες & Ασταθείς τιμές Πετρελαίου

Γεωοικονομία

(1925)

1986 – 1989                Ως άνω με Χαμηλές τιμές Πετρελαίου

Βρετανία                   1973 – 2015        (4)   Ενεργειακή Ανεξαρτησία (Πηγές Βόρειας Θάλασσας)

ΗΠΑ, Δύση                …- 1929                        Καπιταλισμός, Ανταγωνισμός Κρατών & Εταιρειών

ΗΠΑ, Δύση                1929 – 1945                 Καπιταλισμός με Κρατική Παρέμβαση

ΗΠΑ, Δύση                1946 – 1973                 Καπιταλισμός βασισμένος στην μαζική κατανάλωση ΗΠΑ, Δύση                          1973 – …                       Νεοφιλελευθερισμός, Περιορισμοί, Παγκοσμιοποίηση ΣΕ                                    1918-1989                   Οικονομικό Σύστημα (Μαρξισμός – Λενινισμός)

1998                             Δηλώνει αδυναμία πληρωμής του εξωτερικού της χρέους

Ρωσία

Δύση (σύμφωνα με τη ΣΕ)

– άρνηση πληρωμών

2006                             Σημαντική μείωση εξωτερικού της χρέους

1917 – 1989                Κρατικομονοπωλιακός Καπιταλισμός –Ιμπεριαλισμός

Βρετανία                   1912 – 1956       (2)    Υπόδειγμα Πολιτικής Διασφάλισης Ενεργειακών Πόρων, Αποικιοκρατία

Ανάσχεση Σοβιετικής ισχύος

Μέση Ανατολή        1912-1945           (i)   Αποικιοκρατία, Εκμετάλλευση ενεργειακών πηγών της

Βρετανία                   2012 (2015) – … (5)  Υπόδειγμα Πολιτικής Διασφάλισης Ενεργειακών Πόρων

(Ενεργειακές Εντάσεις, Συρράξεις)

Ιαπωνία                     1930 – 1941                Υπόδειγμα Πολιτικής Διασφάλισης Ενεργειακών Πόρων

Γεωενέργεια

(1912)

Δυτικός Κόσμος, Ιαπωνία

1973 – 1985                Αυξημένες & Ασταθείς τιμές Πετρελαίου, Συγκριτικά οφέλη ΗΠΑ έναντι Ευρώπης & Ιαπωνίας, Επεμβάσεις

Μέση Ανατολή        1974-…               (iii)   Εξυπηρέτηση συμφερόντων ΗΠΑ

1956 – 1986                Αδυναμία αξιοποίησης ενεργειακών πόρων

ΣΕ

Ρωσία

Δυτικός Κόσμος,

1986 – 1989                Φθηνές τιμές Πετρελαίου. Κατάρρευση καθεστώτος

1990-2000                  Περίοδος Κρίσης & Μετάβασης

2000 – …                      Αξιοποίηση ως όπλου των ενεργειακών της πηγών

Υπόδειγμα Πολιτικής Διασφάλισης Ενεργειακών Πόρων

Ιαπωνία, Κίνα, Ινδία

2004-…

(Ενεργειακός Ψυχρός Πόλεμος)

Το Πετρέλαιο Κυρίαρχο του Κόσμου

(Τέλος Φθηνού Πετρελαίου)

* Οι αριθμοί στις παρενθέσεις εκφράζουν χρονολογική συνέχεια. Πηγή: Ι. Βιδάκης

 ΠΑ ΡΑΡΤ ΗΜΑ  Δ΄

Όπως τόνισε ο Churchill στα απομνημονεύματά του για τον Α΄ ΠΠ για τη σπουδαιότητα της γερμανικής ναυτικής απειλής: «Το σύνολο των τυχών της φυλής και της  αυτοκρατορίας  μας  …το  σύνολο  του  πλούτου  που  έχει  συσσωρευθεί  κατά  τη διάρκεια τόσων αιώνων θυσίας και επιτευγμάτων, θα χαθεί, θα εξαλειφθεί εντελώς και ολοκληρωτικά (swept utterly away) εάν μειωνόταν η ναυτική μας ανωτερότητα». Το βασικό αντεπιχείρημα – όπως παραδέχθηκε και ο Churchill σε δημόσια διαβούλευση στη Βουλή των Κοινοτήτων τον Μάρτιο του 1912, εντοπιζόταν στο ότι, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ74 οι Βρετανικές νήσοι αλλά και ολόκληρη η Βρετανική Αυτοκρατορία, δεν διέθεταν ουσιαστικά αποθέματα πετρελαίου. Τα επιχειρησιακά ωστόσο πλεονεκτήματα που διασφάλιζε για τα πολεμικά σκάφη η καύση πετρελαίου ήταν συντριπτικά ανώτερα από το  πολιτικό  ρίσκο  που  συνεπαγόταν  η  παραγωγή  του  σε  μακρινά  και  ενδεχομένως εχθρικά περιβάλλοντα, όπως ο Περσικός Κόλπος75. Οι συμμαχικές δυνάμεις στον Α΄ ΠΠ έχοντας εμπιστοσύνη στη μηχανή εσωτερικής καύσης και στο καύσιμό της το πετρέλαιο, κατόρθωσαν να κατατροπώσουν τα ογκώδη γερμανικά οχήματα που χρησιμοποιούσαν το κάρβουνο. Ο Βρετανός πολιτικός, λόρδος George Nathaniel Curzon μόλις δέκα μέρες

μετά τη συνθηκολόγηση της Γερμανίας, αποδίδοντας τον θρίαμβο των συμμάχων στο

«μαύρο χρυσό», δήλωσε ότι τη νίκη των συμμάχων, τους την προσέφερε ένα «κύμα»

πετρελαίου.

Η Βρετανία δεν διέθετε πετρελαιοπηγές και υποστήριξε σε μεγάλο βαθμό τις δύο πετρελαϊκές  εταιρείες  βρετανικών  συμφερόντων,  την  «Royal  Dutch  Shell»  και  την

«Anglo-Persian». Στο Λονδίνο συστάθηκε το Νοέμβριο του 1904 η Επιτροπή Πετρελαϊκού Καυσίμου (Fuel Oil Committee). Οι πλέον σημαντικές αποδείξεις της μεταστροφής και της ενίσχυσης της πολιτικής, σε μια ακραιφνή εμποριοκρατική (μερκαντιλιστική) κατεύθυνση ήταν76:

α. η απόφαση του 1904 του Βρετανικού Υπουργείου Αποικιών, (Colonial Office) με την οποία απαγορευόταν η πλειοψηφική μερίδα μετοχών σε κοινοπραξία, που θα ιδρυόταν στην αυτοκρατορική επικράτεια για εξερεύνηση και εκμετάλλευση πετρελαίων από μη- Βρετανούς υπηκόους.77

β. η διασφάλιση του γεγονότος ότι η πλέον ελπιδοφόρος επιχείρηση   εκμετάλλευσης νέων πετρελαϊκών αποθεμάτων στην περιοχή του σημερινού νοτιοδυτικού Ιράν, θα παρέμενε υπό τον έλεγχο των βρετανικών συμφερόντων. Όμως αυτή η περιοχή βρισκόταν εκτός των επίσημων διοικητικών ορίων της αυτοκρατορίας.

Ο υπουργός Εξωτερικών, Lord Landsowne, είχε ανακοινώσει στη Βουλή των Κοινοτήτων ήδη από τον Μάιο του 1903 ότι: «η βρετανική κυβέρνηση θα θεωρούσε τη δημιουργία μίας ναυτικής βάσης ή ενός οχυρωμένου λιμένα στην περιοχή του Περσικού Κόλπου από οποιαδήποτε άλλη δύναμη ως μια εξαιρετικά σοβαρή απειλή για τα βρετανικά συμφέροντα, στην οποία και θα αντιστεκόταν μετά βεβαιότητας και

74 Το 1913 η παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου ανέρχονταν σε 54 εκατ.τόνους, εκ των οποίων τα 36 εκατ. (67%), παράγονταν στις ΗΠΑ.

75 Τσακίρης, σελ. 274.

76   Θα  την  επικροτούσε  με  άνεση  ο  Γερμανός  οικονομολόγος,  (θιασώτης  του  αρχικού  –  «νηπιακού»

προστατευτισμού μιας οικονομίας) Friedrich List, (βλ. Τσακίρης, σελ. 269).

77  Στο σχετικό διάταγμα αναγραφόταν: «Όταν πρόκειται για [πετρελαϊκές] εταιρείες το Στέμμα, επιμένει

στο ότι η επιχείρηση πρέπει να είναι εγγεγραμμένη σε κάποια από τις βρετανικές κτήσεις, να έχει το κεντρικό της γραφείο σε βρετανικό έδαφος, να έχει έναν βρετανό διευθυντή, πλειοψηφία βρετανών διοικητών και η πλειοψηφία των μετόχων της να είναι βρετανοί πολίτες. Το ξένο κεφάλαιο δεν αποκλείεται, μόνο ο ξένος έλεγχος».

με όλα τα μέσα στη διάθεση της». Η απόρριψη χορήγησης δανείου στον D’Arcy από τον Υπουργό Οικονομικών Austen Chamberlain στα τέλη του 1903, τον ανάγκασε να αναζητήσει τη χρηματοπιστωτική υποστήριξη από γαλλικά (μέσω των Rothchilds) και αμερικανικά κεφάλαια (μέσω της Standard Oil). Ο διορισμός του Ναυάρχου Fisher ως στρατιωτικού επικεφαλής του ναυαρχείου περιέσωσε την επιχείρηση του D’Arcy, για την υποστήριξη των βρετανικών συμφερόντων78. Οι μέτοχοί της έλαβαν ως εξασφάλιση της επένδυσής των, «τη διαβεβαίωση – κατόπιν προτροπής του Ναυαρχείου – από το Βρετανικό ΥΠΕΞ, ότι η Περσία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως περιοχή υπό τη βρετανική

προστασία». Ως τον Μάιο του 1905 μία νέα κοινοπραξία, η «Concessions Syndicate Ltd», ανέλαβε την εκμετάλλευση της εκχώρησης του D’Arcy. Αυτή ανακάλυψε την επόμενη διετία σημαντικά κοιτάσματα, μετονομαζόμενη το 1909 σε «Anglo-Persian», (με έδρα το Λονδίνο). Αποτέλεσε μέχρι την κρατικοποίησή της το 1914, τη μοναδική βρετανικά ελεγχόμενη αξιόλογη πηγή εφοδιασμού του αυτοκρατορικού ναυτικού79. Το συγκεκριμένο ιστορικό επεισόδιο αποτέλεσε την πρώτη έκφραση της βρετανικής πετρελαϊκής διπλωματίας σε μια χώρα όπου μετά από μισό αιώνα, η εθνικοποίηση της   εν   λόγω   πετρελαϊκής   επένδυσης   από   τον   πρωθυπουργό   Mossadeq,   θα

σηματοδοτούσε την αρχή του τέλους της Βρετανίας ως αυτόνομης Μεγάλης Δύναμης στην περιοχή της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Επίσης το Λονδίνο υποστήριξε τον Ντέτερντινγκ80 και στη συνέχεια τον όμιλό του,

«Royal Dutch Shell», που ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1907. Τον συνέδραμε με όλα τα πρόσφορα μέσα81 για να αντιμετωπίσει την πανίσχυρη αμερικανική πετρελαϊκή αυτοκρατορία του Ροκφέλερ, την «Standard Oil»82. Ο τελευταίος αρχικά δεν είχε την

78 Η μεθόδευση με την οποία οργανώθηκε η διατήρηση της λειτουργίας της εταιρείας αποτέλεσε απότοκο του προσανατολισμού, του επιτελικού σχεδιασμού και της πολιτικής επιμονής αρκετών φορέων: του βρετανικού ναυαρχείου για καθαρά επιχειρησιακούς λόγους και των Υπουργείων Εξωτερικών και Αποικιακών Υποθέσεων για την προστασία της οδού προς τις Ινδίες. Αρχικά διασφαλίστηκε ότι ο D’Arcy δεν θα προχωρούσε σε συνεννόηση με μη-βρετανικά συμφέροντα ενώ το Ναυαρχείο θα αναλάμβανε τη συγκρότηση ενός επονομαζόμενου «συνδικάτου πατριωτών» – μια κοινοπραξία συμφερόντων, για τη λειτουργία της εταιρείας. Ο εκατομμυριούχος Lord Strathcona, πείστηκε να αναλάβει την προεδρία του

«συνδικάτου» ενώ ασκούσε ήδη καθήκοντα προέδρου της βρετανικής εταιρίας πετρελαίου Burmah O il (με έδρα την Γκλασκώβη). Αυτή δραστηριοποιείτο στα όρια των Βρετανικών Ινδιών, αναπτύσσοντας ένα δίκτυο διανομής κηροζίνης. Ως το 1904 λόγω της επίσημης ενσωμάτωσης της Μπούρμας (Βιρμανίας) στην κτήση των Ινδιών το 1885, η εταιρία είχε θεωρηθεί ασφαλής και της παραχωρήθηκε συμβόλαιο τροφοδοσίας του βρετανικού ναυτικού, (βλ. Τσακίρης, σελ. 271 & Yergin, σελ. 141).

79 Μπακανάκης,κα, σελ. 305.

80  Από τα πρώτα στελέχη της «Royal Dutch» και για 36 χρόνια (1900-1936), πρόεδρος αρχικά της «Royal

Dutch» και στη συνέχεια του ομίλου «Royal Dutch Shell». Για τη συμβολή του στον Α΄ Π.Π οι Βρετανοί του απένειμαν τον τίτλο του σερ το 1920. Στη δεκαετία το ΄30 έγινε θαυμαστής του γερμανικού ναζιστικού κόμματος. Το 1936, συζήτησε με τους Γερμανούς την πώληση αποθεμάτων πετρελαίου, για ένα έτος με πίστωση. Το επόμενο έτος, αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας,

βλ. http://royaldutchshellplc.com/2010/11/06/royal-dutch-shell-nazi-secrets-part-1-the-funeral/

81 Ο Ναύαρχος Fisher συναντάται με τον Ντέτερντινγκ και δηλώνει:  «Εχει το θράσος του Ναπολέοντος και την επιμονή του Κρόμβελ». Του υπόσχεται στήριξη από τις βρεταννικές αρχές, εφόσον, φυσικά, ο όμιλος

θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Στέμματος. Πρόσθετα ο πανίσχυρος οίκος των Ρότσιλδ, συμμετείχε στην εταιρεία. (Βλ. επίσης Yergin, http://www.shellnews.net/wikipedia/MARKETMANIPULATION.html)

«An honest and scupulous man in the oil business is so rare as to rank as a museum piece.»

Harold Ickes, U.S. Petroleum Administrator for War during World War II

82 Συνέδεσε το όνομά του με το πετρέλαιο και με την δημιουργία των τραστ: το σύστημα κατά το οποίο όλες

οι μετοχές των εταιρειών που συμπράττουν ενωμένες καθώς και τα κεφάλαια των επιχειρήσεων, μεταβιβάζονται σε έναν όμιλο ανθρώπων, των «Trustees», δηλαδή των «εμπίστων». Από τη λέξη αυτή παράγεται και ο όρος «trust», (τραστ).

υποστήριξη της κυβέρνησης του83. Εκείνη την περίοδο ίσχυε το δόγμα Μονρόε περί απομονωτισμού των ΗΠΑ. Ο Ροκφέλερ κατά την αναμέτρηση δεν κυριάρχησε απόλυτα με παγκόσμια μονοπώληση των πετρελαιοειδών, γιατί στις ΗΠΑ υπήρχε ο νόμος εναντίον των μονοπωλίων. Αργότερα όμως τον βοήθησε η αμερικανική κυβέρνηση. Ήταν ωστόσο αργά,  γιατί  στον  πόλεμο  των  εταιρειών  του  πετρελαίου  όπου  είχε  παραμερισθεί  ο έντιμος ανταγωνισμός, είχε καθιερωθεί πλέον ως ακαταμάχητος αντίπαλος ο Ντέτερντινγκ, ο οποίος είχε ισχυροποιηθεί και με την υποστήριξη της αγγλικής κυβερνήσεως. Ο Churchill, ως υπουργός του Ναυτικού, (First Lord of the Admiralty), τοποθέτησε  κεφάλαια  του  Ναυαρχείου  στις  εταιρείες  του  πετρελαίου  βρετανικών

συμφερόντων,  σκανδαλίζοντας  τους  πολιτικούς  της  χώρας  του84.  Ο  ίδιος  σύστησε

(Ιούλιος 1912) την κρατική επιτροπή «ενεργειακής ασφαλείας», υπό τον γνωστό Fisher. Η Βασιλική Επιτροπή Πετρελαίου (Royal Commission on Oil and the Oil Engine) υποστήριξε το ίδιο έτος την πρόταση του Churchill για την πετρελαιοκίνηση του στόλου και έλαβε την έγκριση από τη βρετανική κυβέρνηση για μια σειρά αποφάσεων που οδήγησαν:

α. στην υλοποίηση του μεγαλύτερου έως τότε εξοπλιστικού προγράμματος στην ιστορία του βρετανικού ναυτικού (1912-1914), με την κατασκευή έξι πετρελαιοκίνητων dreadnoughts,

β. στη δημιουργία του πρώτου στρατηγικού αποθεματικού πετρελαίου, τεσσάρων ετών για τις ανάγκες του στόλου,

γ. στην άμεση εξαγορά του 51% της «Anglo-Persian», από το βρετανικό δημόσιο  στις 20

Μαΐου  του  191485,  πρώτη  άμεση  επένδυση  του  δημοσίου  εκτός  της  βρετανικής

αυτοκρατορίας.

83 Ο Ροκφέλερ εξαπλώθηκε στην Κίνα αφού πρώτα διαμόρφωσε τη ζήτηση: κατασκεύασε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες φθηνές λάμπες πετρελαίου που τις πούλησε — τις δώρισε ουσιαστικά — στους Κινέζους σε τιμή πολύ κάτω του κόστους, μόνο 7,5 σεντς την καθεμιά.

84 http://www.tovima.gr/world/article/?aid=340150

85 Σε μια εξαιρετική χρονικά σύμπτωση, τον επόμενο μήνα δόθηκε η αφορμή για το ξέσπασμα του Α΄ ΠΠ.

Advertisements

One response to “Εισηγήσεις στο 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ (1ο τμήμα)

  1. Παράθεμα: Εισηγήσεις στο 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ (1ο τμήμα) | Stavros Mavroudeas Blog

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s