Monthly Archives: Ιανουαρίου 2014

Φωτογραφίες από το 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ στο Παν. Πατρών

Φωτογραφίες από το 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ στο Παν. Πατρών

2014-01-14 15.11.10 2014-01-14 15.16.02 2014-01-14 15.16.59 2014-01-14 15.17.33 2014-01-14 15.18.23 2014-01-14 15.19.07 2014-01-14 15.26.28 2014-01-14 15.26.32 2014-01-14 15.27.12 2014-01-14 15.28.00 2014-01-14 15.28.21 2014-01-14 15.28.27 2014-01-14 15.28.42 2014-01-15 10.31.16 2014-01-15 10.31.30 2014-01-15 10.32.20 2014-01-15 10.32.55 2014-01-15 10.33.25 2014-01-15 13.37.22 2014-01-15 13.38.29 2014-01-15 13.38.53 2014-01-15 13.39.33 2014-01-15 14.36.45 2014-01-15 14.37.06 2014-01-15 14.38.39 2014-01-15 14.39.24 2014-01-15 14.40.54 2014-01-15 14.41.25 2014-01-15 14.42.06 2014-01-15 16.02.46 2014-01-15 16.02.57 2014-01-15 16.04.10 2014-01-15 16.04.48

Advertisements

Εισηγήσεις στο 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ (3ο τμήμα)

Η «χρηματιστικοποίηση» και η ελληνική περίπτωση

 

Σταύρος Μαυρουδέας

Τμήμα Οικονομικών

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

e-mail: smavro@uom.gr

Ι. Εισαγωγή

Η εργασία αυτή υποστηρίζει ότι οι ερμηνείες της ελληνικής κρίσης που ακολουθούν την θέση περί «χρηματιστικοποίησης» δεν ευσταθούν τόσο για αναλυτικούς όσο και για εμπειρικούς λόγους. Τα βασικά σημεία της είναι τα ακόλουθα.

Οι θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» προέρχονται από μετα-κεϋνσιανά και μαρξο-κεϋνσιανά ρεύματα και υποστηρίζουν ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί δραστικά σε σχέση με τον κλασσικό καπιταλισμό. Στην γενική τους διατύπωση οι θεωρίες αυτές υποστηρίζουν ότι το χρηματικό κεφάλαιο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο και δημιουργεί μία καπιταλιστική οικονομία ασύγκριτα πιο επιρρεπή σε χρηματοπιστωτικές «φούσκες» και επομένως πιο ασταθή. Η θέση αυτή εντάσσεται είτε μέσα σε μετα-κεϋνσιανές προσεγγίσεις τύπου Minsky είτε σε μαρξο-κεϋνσιανες προσεγγίσεις που αναφέρονται στον Hilferding ή/και στη Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης. Ορισμένες μαρξο-κεϋνσιανές θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» προχωρούν περισσότερο και υποστηρίζουν ότι όχι μόνο το χρηματικό κεφάλαιο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο αλλά έχει αυτονομηθεί εντελώς από αυτό καθώς έχει αποκτήσει δικούς του ιδιαίτερους διαύλους για να εκμεταλλεύεται τόσο το παραγωγικό κεφάλαιο (και καρπώνεται σε μόνιμη βάση ένα μεγάλο τμήμα της κερδοφορίας του) όσο και την εργατική τάξη (μέσω ουσιαστικά τοκογλυφικού δανεισμού). Οι θεωρίες αυτές προτείνονται επίσης σαν ερμηνείες της ελληνικής κρίσης.

Η εισήγηση αυτή αμφισβητεί (1) το αναλυτικό πλαίσιο των θεωριών της «χρηματιστικοποίησης» και (2) την εμπειρική βασιμότητα τους όσον αφορά την ελληνική περίπτωση.

Όσον αφορά το αναλυτικό πλαίσιο υποστηρίζεται ότι οι θεωρίες της «χρηματιστικοποίησης» ουσιαστικά – εντελώς εσφαλμένα – προτείνουν ότι ο καπιταλισμός έχει, κατά κάποιο τρόπο, επιστρέψει σε ένα προ-καπιταλιστικό στάδιο: την περίοδο όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις κυοφορούνταν, μέσα στα πλαίσια του ύστερου φεουδαλικού συστήματος, από τις προ-καπιταλιστικές και πρωτο-καπιταλιστικές φιγούρες του εμπόρου και του τραπεζίτη. Έτσι το επιτόκιο δεν αποτελεί τμήμα της υπεραξίας και η κερδοφορία του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν υπάγεται στην διαδικασία δημιουργίας ενός γενικού μέσου ποσοστού κέρδους. Αν αυτό ίσχυε τότε το χρηματικό κεφάλαιο δεν αποτελεί τμήμα της αστικής τάξης αλλά συγκροτεί μία άλλη ξεχωριστή τάξη πέραν της παραδοσιακής αστικής τάξης. Όσον αφορά την εμπειρική βασιμότητα της ερμηνείας της «χρηματιστικοποίησης» για την ελληνική περίπτωση δείχνεται ότι κανένας από τους δύο βασικούς μηχανισμούς της «χρηματιστικοποίησης» – δηλαδή ο βαθμός μόχλευσης και το ιδιωτικό χρέος (ιδιαίτερα αυτό των εργαζομένων) – δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικά ούτε είναι επαρκή για να εξηγήσουν την ελληνική κρίση.

ΙΙ. H θεωρία της «χρηματιστικοποίησης»: ένα θεωρητικό αδιέξοδο

Οι πιο δημοφιλείς Ετερόδοξες ερμηνείες συγκροτούνται γύρω από την θέση περί «χρηματιστικοποίησης». Οι υποκαταναλωτικές ερμηνείες – που ήταν δημοφιλείς σε προηγούμενες κρίσεις – σήμερα είναι περιθωριακές ή συνδυάζονται με την «χρηματιστικοποίηση». Ο κύριος λόγος της περιθωριοποίησης τους είναι ότι τα εμπειρικά δεδομένα τόσο για την παγκόσμια κρίση του 2007-8 όσο και για την ελληνική δεν συνάδουν καθόλου με κάποια ανεπάρκεια της ζήτησης.

Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» (ή του ηγεμονευόμενου από το χρηματιστικό κεφάλαιο καπιταλισμού [finance-led capitalism]) υποστηρίζει ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί δραστικά καθώς το χρηματικό κεφάλαιο κυριαρχεί επί των άλλων καπιταλιστικών δραστηριοτήτων (παραγωγικού και εμπορικού κεφαλαίου)[1].

Όσον αφορά την Μαρξιστική Πολιτική Οικονομία η έννοια έλκει την καταγωγή της από την πρωτοποριακή εργασία του Hilferding (1910 (1981)) και την υπόρρητη θέση του ότι ο μοντέρνος καπιταλισμός έχει μεταλλαχθεί ριζικά σε σχέση με αυτόν που τόσο οι κλασσικοί του Μαρξισμού αλλά και αυτοί της Κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας είχαν γνωρίσει και μελετήσει. Ένα βασικό στοιχείο της κατά Hilferding μετάλλαξης είναι ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο (δηλαδή η σύμφυση τραπεζικού και παραγωγικού κεφαλαίου υπό τον έλεγχο του πρώτου) αποκτά κυρίαρχο ρόλο στην λειτουργία του συστήματος. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο αναλαμβάνει τα ηνία ελέγχου του συστήματος εκτοπίζοντας από την θέση αυτή το παραγωγικό (και ιδιαίτερα το βιομηχανικό) κεφάλαιο[2]. Η άποψη αυτή υιοθετήθηκε και από τον Sweezy (1942). Όμως τόσο ο Hilferding όσο και ο Sweezy ποτέ δεν αμφισβήτησαν την κλασσική Μαρξιστική άποψη ότι ο τόκος (που καρπώνεται το χρηματικό κεφάλαιο, το οποίο είναι μη-παραγωγικό κεφάλαιο) είναι ένα τμήμα της υπεραξίας (που εξάγεται υπό τον έλεγχο του παραγωγικού κεφαλαίου). Η τελευταία εξάγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας από το παραγωγικό κεφάλαιο στη σφαίρα της παραγωγής και στη συνέχεια αναδιανέμεται μεταξύ κερδών (που πηγαίνουν στο παραγωγικό κεφάλαιο), τόκου (που πηγαίνει στο χρηματικό κεφάλαιο) και εμπορικού κέρδους (που πηγαίνει στο εμπορικό κεφάλαιο). Η εμπειρική βασιμότητα της έννοιας του χρηματιστικού κεφαλαίου, παρά την εξαιρετική δημοφιλία της, έχει αμφισβητηθεί βάσιμα (βλέπε Bond (2010). Ιδιαίτερα, η έννοια του χρηματιστικού κεφαλαίου ως σύμφυσης του τραπεζικού και του παραγωγικού κεφαλαίου υπό την ηγεμονία του πρώτου δεν επιβεβαιώνεται εμπειρικά για τις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες (καθώς ιδιαίτερα στον αγγλο-σαξωνικό κόσμο τα χρηματιστήρια και όχι οι τράπεζες είναι ο βασικός δίαυλος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων).

Όμως οι σημαντικές αλλαγές που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα επηρέασαν σημαντικά τις απόψεις για τον ρόλο του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η μακρά περίοδος «σιωπηρής ύφεσης» που ακολούθησε την κρίση κερδοφορίας του 1973 και η ανεπαρκής ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας με τα μετέπειτα κύματα καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων οδήγησε το σύστημα στη φυγή προς τα εμπρός. Από την δεκαετία του 1990 ξεκινά η λεγόμενη «χρηματιστικοποίηση», δηλαδή η προσπάθεια διατήρησης της καπιταλιστικής συσσώρευσης (και συνεπώς του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομίας) μέσω της αξιοποίησης του πλασματικού κεφαλαίου[3]. Αυτό οδήγησε στην επικράτηση μίας σειράς εμπειρικών πεποιθήσεων (ή τυποποιημένων γεγονότων)[4] με πιο ισχυρή απ’ όλες αυτή ότι μία νέα εποχή του καπιταλισμού έχει ανατείλει: το χρηματοπιστωτικό σύστημα έσπασε πλέον την εξάρτηση του από το παραγωγικό κεφάλαιο και συνεπώς εξασφάλισε την αυτοδύναμη πλέον κυριαρχία του. Αρκετές νέο-Μαρξιστικές θεωρίες ή/και θεωρίες της Ριζοσπαστικής Πολιτικής Οικονομίας (π.χ. η Προσέγγιση της Ρύθμισης) είχαν ήδη αρχίσει να προδιαγραφούν το συμπέρασμα αυτό.

Έτσι προέκυψε στις αρχές του 21ου αιώνα η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης». Ο όρος, αυτός καθ’ εαυτός, διαμορφώθηκε αρχικά από Κεϋνσιανές και νέο-Μαρξιστικές προσεγγίσεις συνδεόμενες με την αμερικανική Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης[5]. Μάλιστα σε ένα από τα τελευταία κείμενα του Sweezy (2004) είχε υπονοηθεί περίπου η έννοια της «χρηματιστικοποίησης». Για την ακρίβεια, ο όρος «χρηματιστικοποίηση» προτάθηκε για πρώτη φορά σε μία σειρά κειμένων (από τους Kippner, Crotty κλπ.) που παρουσιάσθηκαν σε ένα σημαντικό συλλογικό τόμο επιμελημένο από τον Epstein (2005). Βέβαια στη συνέχεια η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης δεν πολυχρησιμοποίησε τον όρο καθώς επικεντρώθηκε στις παραδοσιακές υποκαταναλωτικές αντιλήψεις της. Όμως ο όρος υιοθετήθηκε ενεργητικά από τις μετα-κεϋνσιανές προσεγγίσεις που τον ανέπτυξαν περαιτέρω (π.χ. Stockhammer (2004)) και πολλές φορές τον θεωρούν αποκλειστική ιδιοκτησία τους (π.χ. Treeck (2008)). Συχνά οι μετα-κεϋνσιανοί τοποθετούν την «χρηματιστικοποίηση» μέσα στα πλαίσια μίας θεωρίας σταδίων του καπιταλισμού και υποστηρίζουν ότι από τις αρχές του 21ου αιώνα διανύουμε πλέον ένα νέο στάδιο ενός «ηγεμονευόμενου από το χρηματοπιστωτικό σύστημα καπιταλισμού» (‘finance-dominated capitalism’ (Hein (2013)) ή ενός «ηγεμονευόμενου από το χρηματοπιστωτικό σύστημα καθεστώτος συσσώρευσης» (‘finance-dominated regime of accumulation’ (Stockhammer (2009)). Η μετα-κεϋνσιανή υιοθέτηση του όρου «χρηματιστικοποίηση» πατά επάνω στην κεϋνσιανή ταξική ανάλυση περί ραντιέρηδων[6].

Η ενσωμάτωση του όρου «χρηματιστικοποίηση» σε πιο «καθαρόαιμες» Μαρξιστικές αναλύσεις ακολούθησε λίγο αργότερα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης – παρόλο ότι είχε πρώτη κινηθεί στην κατεύθυνση αυτή και είχε εφεύρει τον όρο – δεν τον αξιοποίησε. Το υιοθέτησε ξανά αφού είχε ήδη γίνει δημοφιλής για να εξηγήσει την κρίση του 2007-8 καθώς μία καθαρά υποκαταναλωτική ερμηνείας της τελευταίας δεν μπορούσε να σταθεί με αξιοπιστία (π.χ. Foster (2010)). Ο όρος όμως χρησιμοποιούνταν πλέον από αναλύσεις μέσα στον χώρο της Μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας είτε με ένα μάλλον «χαλαρό» περιγραφικό τρόπο είτε με πιο φιλόδοξες αναλύσεις.

Για παράδειγμα, ο Fine (2009) χρησιμοποιεί τον όρο «χρηματιστικοποίηση» όχι ως ένα ξεχωριστό στάδιο του καπιταλισμού αλλά ως μία ιδιαίτερη φάση του νεο-φιλελευθερισμού και των πολιτικών του. Για τον Fine η ανάπτυξη της «χρηματιστικοποίησης» σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι το χρηματικό κεφάλαιο αυτονομήθηκε από το παραγωγικό κεφάλαιο και απέκτησε αυτοτελή μηχανισμό λειτουργίας. Οι πρόσοδοι του χρηματικού κεφαλαίου προέρχονται πάντα από την υπεραξία που υπεξαιρεί το παραγωγικό κεφάλαιο και η οποία στη συνέχεια αναδιανέμεται μεταξύ των τριών βασικών μερίδων του κεφαλαίου (παραγωγικό, χρηματικό, εμπορικό κεφάλαιο). Οι νέες μορφές λειτουργίας του χρηματικού κεφαλαίου και οι νέοι θεσμικοί διακανονισμοί είναι πολιτικές που χρησιμοποιεί το κεφάλαιο για να αντιπαρέλθει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και τις αντιθέσεις που το διαπερνούν.

Αντιθέτως, ο Lapavitsas (2008) υιοθέτησε τον όρο «χρηματιστικοποίηση» από τις μετα-κεϋνσιανές αναλύσεις και προσπάθησε να του δώσει μία φιλόδοξη και ιδιόμορφη θεώρηση η οποία ενώ υιοθετεί μαρξιστική ορολογία ουσιαστικά υπονομεύει θεμελιακά στοιχεία της μαρξιστικής ανάλυσης. Υποστήριξε ότι η «χρηματιστικοποίηση» αποτελεί ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού* όπως είχαν ήδη προτείνει μετα-κεϋνσιανές και άλλες ετερόδοξες προσεγγίσεις. Μέχρι το σημείο αυτό το επιχείρημα του δεν έχει κάποια αξιοσημείωτη πρωτοτυπία. Αυτό που το προσδίδει μία ξεχωριστή διάσταση είναι η θέση ότι σε αυτό το νέο στάδιο του καπιταλισμού το χρηματιστικό κεφάλαιο (finance)[7] όχι μόνο ηγεμονεύει επάνω στο παραγωγικό κεφάλαιο (το οποίο εκμεταλλεύεται απομυζώντας μέρος των κερδών του) αλλά επιπλέον έχει αποκτήσει και ένα δικό του αυτόνομο δίαυλο εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Ο δίαυλος αυτός έχει να κάνει με την εκτεταμένη δανειοδότηση των εργαζόμενων και μικρομεσαίων στρωμάτων (δηλαδή την ραγδαία αύξηση του χρέους των νοικοκυριών). Ο δανεισμός αυτό θεωρείται ότι λειτουργεί ουσιαστικά τοκογλυφικά και συνεπώς αποφέρει αντίστοιχα (εκμεταλλευτικά) κέρδη στο χρηματιστικό κεφάλαιο. Αρχικά ο Lapavitsas χρησιμοποίησε τον όρο χρηματοοικονομική εκμετάλλευση (financial exploitation). Ακολούθησαν ορισμένες κριτικές (π.χ. Fine (2009)) με κεντρικό ζήτημα ότι ο όρος αυτός συγχέεται με την καπιταλιστική εκμετάλλευση (δηλαδή την ιδιοποίηση απλήρωτης εργασίας στη σφαίρα της παραγωγής). Στη συνέχεια ο Lapavitsas τροποποίησε τον αρχικό όρο σε «χρηματοοικονομική υπεξαίρεση (financial expropriation). Επί της ουσίας όμως, το θεωρητικό περιεχόμενο του όρου παρέμεινε το ίδιο.

Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» είναι εξαιρετικά προβληματική. Τα βασικά προβλήματα της είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον, υποκύπτει στη γοητεία βραχυπρόθεσμων και συγκυριακών φαινομένων τα οποία ανάγει αδικαιολόγητα σε μακροχρόνιες δομικές αλλαγές. Ουσιαστικά υποστηρίζει ότι ο καπιταλισμός επιστρέφει στην προ-καπιταλιστική περίοδο, όταν κυοφορούνταν μέσα στη φεουδαλική οικονομία από ιδιόμορφες εμπορικές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Οι δραστηριότητες αυτές βασίζονταν στην άνιση ανταλλαγή που προέκυπτε λόγω του εξαιρετικά ρυθμισμένου χαρακτήρα της φεουδαλικής οικονομίας και των συνεπαγόμενων ολιγοπωλιακών εμπορικών και χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων (τοκογλυφία). Οι προ-καπιταλιστικές αυτές δραστηριότητες δημιούργησαν την κρίσιμη μάζα (την πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου) για την επικράτηση του καπιταλισμού. Όμως μετά από αυτή η ανταλλαγή ισοδυνάμων γίνεται ο κανόνας λειτουργίας του συστήματος. Τότε το χρηματικό κεφάλαιο αποκτά τον τυπικά καπιταλιστικό χαρακτήρα του, δηλαδή συλλέγει κεφάλαια για την λειτουργία του παραγωγικού κεφαλαίου και λαμβάνει ένα μερίδιο από τον πλούτο που δημιουργείται υπό τον έλεγχο του τελευταίου με την μορφή του τόκου. Το χρηματικό κεφάλαιο δεν παράγει το ίδιο πλούτο και αποτελεί πάντα ένα εξάρτημα (άσχετα από την ισχύ του) του παραγωγικού κεφαλαίου. Η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» υποστηρίζει ότι στο σημερινό καπιταλισμό το χρηματικό κεφάλαιο αυτονομείται εντελώς και ουσιαστικά «εκμεταλλεύεται» το παραγωγικό κεφάλαιο. Μάλιστα στις μαρξίζουσες εκδοχές της υποστηρίζει ότι το χρηματικό κεφάλαιο μπορεί πλέον και εκμεταλλεύεται άμεσα τους εργαζόμενους μέσω τοκογλυφικών δανείων. Όμως πέρα από την γοητεία ορισμένων συγκυριακών φαινομένων (υπερανάπτυξη των χρηματοικονομικών δραστηριοτήτων από το 1990 και μετά) το ερώτημα είναι πως είναι δυνατόν να επιβιώσει μακροχρόνια ένας τέτοιος παραμορφωμένος καπιταλισμός που βασίζεται σε μη-παραγωγικές δραστηριότητες και στην τοκογλυφία. Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική.

Ένα δεύτερο σημαντικό πρόβλημα της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης» (ιδιαίτερα για τις μαρξίζουσες εκδοχές της) είναι ότι θεωρεί την κρίση του 2007-8 μία χρηματοοικονομική κρίση όπου το ποσοστό κέρδους δεν παίζει κανένα ρόλο. Και στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα: αν η κρίση είναι τόσο βαθειά δομική και μακροχρόνια όσο αποδέχεται η θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» τότε πως γίνεται να μην έχει καθόλου ρίζες στη σφαίρα της παραγωγής;

Ένα τελευταίο σημαντικό πρόβλημα της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης» είναι ότι για να ευσταθεί πρέπει να δείξει ότι ουσιαστικά η παραδοσιακή τάξη των καπιταλιστών έχει ουσιαστικά διασπαστεί και μέσα από τα σπλάχνα της έχει προκύψει μία νέα τάξη: αυτή του χρηματιστικού κεφαλαίου. Το τελευταίο έχει δικό του αυτοτελή τρόπο λειτουργίας και εκμετάλλευσης όχι μόνο των εργαζομένων αλλά και της παραδοσιακής καπιταλιστικής τάξης. Παρά κάποια αδύναμα επιχειρήματα του Lapavitsas ότι η παραδοσιακή καπιταλιστική τάξη διαπλέκεται στενά με το χρηματιστικό κεφάλαιο και «χρηματιστικοποιείται» και αυτή για να ευσταθεί η θέση του πρέπει αυτές οι δύο να διαχωρίζονται με σχετική σαφήνεια. Στο βαθμό που το χρηματιστικό κεφάλαιο αντλεί έχει ένα πρόσθετο μόνιμο μηχανισμό εκμετάλλευσης τότε προφανώς δεν συμμετέχει στην διαμόρφωση του γενικού μέσου ποσοστού κέρδους* διαδικασία που αποτελεί έναν από τους βασικούς οικονομικούς μηχανισμούς ενοποίησης της καπιταλιστικής τάξης. Μόνο αν ισχύει αυτό – όπως εύστοχα επισήμανε ο Fine (2009) – μπορεί το χρηματιστικό κεφάλαιο να διατηρεί αυτή την ηγεμονική θέση που του αποδίδεται. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει αποδειχθεί εμπειρικά για μακροπρόθεσμα χρονικά διαστήματα (και όχι για τις συνήθεις βραχυχρόνιες θεωρήσεις των υπερβολικών αποδόσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα).

IΙΙ. Ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την «χρηματιστικοποίηση»

Υπάρχουν τρείς βασικές ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την θεωρία της «χρηματιστικοποίησης». Η πρώτη προτάθηκε από τους Lapavitsas et al. (2010) και ακολουθεί την δική του μαρξίζουσα θεωρία. Η δεύτερη προτάθηκε από τους Milios & Sotiropoulos (2010) και συνδέεται περισσότερο με τις μετα-κεϋνσιανές αντιλήψεις περί «χρηματιστικοποίησης». Η τρίτη προτάθηκε από τον Αργείτη (2012) και ακολουθεί την Μινσκιανή προσέγγιση.

ΙIΙ.1 Χρηματοοικονομική Υπεξαίρεση

Οι Lapavitsas et al. (2010a, 2010b) θεωρούν ότι η ελληνική κρίση είναι απλά μία κρίση χρέους. Σε αυτό συμφωνούν με τις Ορθόδοξες ερμηνείες. Όμως προσθέτουν ότι είναι «σύμπτωμα ενός ευρύτερου κακού» (Lapavitsas et al.  (2010a, σ.11) που δεν έχει εθνικές ρίζες αλλά προκύπτει από (α) τον χρηματιστικοποιημένο καπιταλισμό και (β) την ΟΝΕ. Ο πρώτος προκάλεσε την κρίση του 2007-8 που δεν είναι μία κρίση a-la-Marx αλλά απλά μία χρηματοπιστωτική κρίση. Το ποσοστό κέρδους δεν παίζει κανένα ρόλο σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τον Lapavitsas (και χωρίς κάποια εμπειρική τεκμηρίωση) το ποσοστό κέρδους «δεν έπεσε αλλά δεν αυξήθηκε επίσης». Η κρίση προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη χρηματοοικονομική μόχλευση που καλλιέργησε η «χρηματιστικοποίηση» και η οποία οδήγησε σε μη-βιώσιμες «φούσκες». Αυτή η κρίση διασάλευσε τα σαθρά θεμέλια της ΟΝΕ. Η τελευταία, σύμφωνα πάντα με τους Lapavitsas et al., δεν είναι μία ΒΝΠ και χαρακτηρίζεται από ανισορροπίες στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της. Υποστηρίζουν ότι η ΟΝΕ έχει τρεις πυλώνες: (α) την ανεξάρτητη ΕΚΤ, (β) την δημοσιονομική λιτότητα και (γ) την αδιάλειπτη πίεση μείωσης των μισθών για να διασφαλισθεί η ανταγωνιστικότητα. Επισημαίνουν εύστοχα ότι η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ ακολουθεί τις ανάγκες των χωρών του ευρω-κέντρου ακόμη και όταν αυτές βλάπτουν τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας. Όμως, όσον αφορά τον τρίτο πυλώνα της ΟΝΕ, αποδέχονται πλήρως τις Ορθόδοξες θεωρίες περί ανταγωνιστικότητας. Θεωρούν δηλαδή ότι αυτή εξαρτάται αποκλειστικά από τον ανταγωνισμό κόστους και άρα από το επίπεδο των μισθών. Μάλιστα όχι το απόλυτο επίπεδο αλλά το σχετικό, δηλαδή τον ρυθμό αύξησης των μισθών. Έτσι ουσιαστικά αναπαράγουν αντεστραμμένο το Ορθόδοξο επιχείρημα: δεν ήταν υπερβολικές οι ελληνικές μισθολογικές αυξήσεις αλλά η γερμανική μισθολογική στασιμότητα. Η τελευταία δημιουργεί μία νεο-μερκαντιλιστική εμπορική ανισορροπία μεταξύ του πλεονασματικού ευρω-κέντρου και της ελλειμματικής ευρω-περιφέρειας. Το επιχείρημα αυτό έχει μία προφανή αδυναμία: τι θα πρέπει να γίνει εφόσον η Γερμανία και οι χώρες του ευρω-κέντρου επιμείνουν σε μία τέτοια εισοδηματική πολιτική (που εξάλλου είναι και εθνικό τους δικαίωμα); Η μόνη εύλογη απάντηση είναι ότι πρέπει να προσαρμοσθεί ο πιο αδύνατος και συνεπώς οι πολιτικές λιτότητας και δημοσιονομικής προσαρμογής είναι ο μόνος δρόμος για τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας.

Η συνέχεια της ερμηνείας των Lapavitsas et al. Παραμένει εντός του πλαισίου της ΥΔΕ αλλά αναστρέφοντας την σειρά αιτιότητας (δηλαδή αποδίδοντας αιτιακό ρόλο στον δεύτερο πόλο της): η κρίση χρέους προέκυψε από τα εμπορικά ελλείμματα και εν τέλει το ΕΙΤΣ της Ελλάδας. Η ΟΝΕ έχει πολώσει την ευρωζώνη σε ένα ευρω-κέντρο με εμπορικά πλεονάσματα και μία ευρω-περιφέρεια με εμπορικά ελλείμματα. Το ευρω-κέντρο τροφοδοτούσε με δανειακά κεφάλαια κυρίως την ευρω-περιφέρεια έτσι ώστε η τελευταία να μπορεί να αγοράσει τις εξαγωγές του πρώτου. Η έκρηξη της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 διασάλευσε το κύκλωμα αυτό καθώς οι διεθνείς αγορές άρχισαν να φοβούνται για τη βιωσιμότητα του ελληνικού δανεισμού. Έτσι ξέσπασε η κρίση κρατικού χρέους της ευρωζώνης. Σύμφωνα με τους Lapavitsas et al. η ΟΝΕ μετέδωσε την παγκόσμια κρίση στην Ευρώπη λόγω των εγγενών ανισορροπιών της.

Μέχρι το σημείο αυτό η ανάλυση των Lapavitsas et al. δεν διαφέρει ουσιαστικά από τις μετα-κεϋνσιανές αναλύσεις που υιοθετούν το επιχείρημα της διαίρεσης μεταξύ ευρω-κέντρου και ευρω-περιφέρειας.[8]. Η μόνη ουσιαστική διαφορά είναι η προσθήκη του μηχανισμού της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης».

Το τελικό συμπέρασμα της ανάλυσης των Lapavitsas et al. είναι ότι η ΟΝΕ δεν επιδιορθώνεται και η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι η έξοδος από αυτή. Μερικές φορές αναφέρονται στη δυνατότητα ενός ευρωπαϊκού «σχεδίου Μάρσαλ» ως μίας λύσης στα αδιέξοδα της ΟΝΕ αλλά γρήγορα το απορρίπτουν ως μη-ρεαλιστικό. Σχετικά με την γενικότερη σχέση με την ΕΕ (δηλαδή την παραμονή της Ελλάδας εντός του πλαισίου πολιτικών θεσμών και της Κοινής Αγοράς) παραμένουν αγνωστικιστές.

Η ερμηνεία αυτή πάσχει από τις γενικές αδυναμίες της θεωρίας της «χρηματιστικοποίησης». Παραγνωρίζει εντελώς το ζήτημα της παραγωγικής δομής της ελληνικής και των ευρωπαϊκών οικονομιών και συνεπώς αδυνατεί να δι την ύπαρξη σχέσεων οικονομικής εκμετάλλευσης της ευρω-περιφέρειας από το ευρω-κέντρο όχι με βάση νομισματικές ή μισθολογικές σχέσεις αλλά με βάση τις διαφορετικές παραγωγικές δομές τους. Επιπλέον, αποδέχεται άκριτα το Ορθόδοξο επιχείρημα ότι το ονομαστικό ΜΚΕ είναι το βασικό κριτήριο ανταγωνιστικότητας. Συνεπώς η αντιστροφή του είναι αδύναμη και οδηγεί στο Ορθόδοξο συμπέρασμα: εφόσον η Γερμανία δεν αυξάνει τους μισθούς της τότε, δικαίως ή αδίκως, δεν μένει παρά να μειωθούν οι ελληνικοί μισθοί. Επίσης (και αυτό ισχύει και για την δεύτερη ερμηνεία «χρηματιστικοποίησης»), η ελληνική οικονομία δεν έχει βασικά χαρακτηριστικά του «χρηματιστικοποιημένου» καπιταλισμού. Ο βαθμός χρηματοοικονομικής μόχλευσης ήταν χαμηλός όπως επίσης και ο ιδιωτικός δανεισμός των νοικοκυριών. Συνεπώς, η «χρηματιστικοποίηση» εισάγεται μόνο από το εξωτερικό (μέσω του δημόσιου χρέους). Το σχήμα αυτό είναι εξαιρετικά αδύναμο.

Το τελευταίο σφάλμα της ανάλυσης των Lapavitsas et al. αφορά τις προτάσεις οικονομικής πολιτικής τους. Εάν η ελληνική κρίση είαι απλά μία κρίση χρέους τότε μπορεί να δύναται να επιλυθεί χωρίς την έξοδο από την ΟΝΕ αλλά με την μεταρρύθμιση της τελευταίας έτσι ώστε να γίνει μία ΒΝΠ (δηλαδή με την πολιτική, τραπεζική και δημοσιονομική ενοποίηση της). Εάν όμως η κρίση έχει ένα βαθύτερο δομικό περιεχόμενο τότε μία απλή ανάκτηση της συναλλαγματικής και νομισματικής πολιτικής δεν επαρκεί ούτε για να αναδιαρθρώσει την οικονομία ούτε για να βελτιώσει βιώσιμα την ανταγωνιστικότητα.

 

 

ΙIΙ.2 Ταξική Πάλη και Χρηματιστικοποίηση

Αντίθετα με τους Lapavitsas et al., οι Milios & Sotiropoulos (2010) υποστηρίζουν ότι δεν ευθύνεται ούτε η φθίνουσα ανταγωνιστικότητα ούτε η ΟΝΕ για την ελληνική υπερχρέωση. Αντιθέτως, η ΟΝΕ – ενώνοντας οικονομίες με διαφορετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και κερδοφορία – διευκόλυνε την κίνηση κεφαλαίων από τις πιο αναπτυγμένες (και με χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και κερδοφορία) προς τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες. Ο λόγος της μετακίνησης κεφαλαίων από τις οικονομίες του ευρω-κέντρου σε αυτές τις ευρω-περιφέρειες έχει να κάνει με τα υψηλότερα ποσοστά κερδοφορίας που χαρακτηρίζουν τις δεύτερες. Η τάση αυτή ενισχύθηκε μετά την ΟΝΕ καθώς η τελευταία εξασφάλισε στις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας χαμηλότερα επιτόκια δανεισμού απ’ ότι προηγουμένως με τα εθνικά νομίσματα τους. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε αναπτυξιακή ώθηση στην ευρω-περιφέρεια. Έτσι οι υψηλοί ελληνικοί ρυθμοί ανάπτυξης της δεκαετίας του 1990 δεν ήταν «φούσκα» αλλά ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ουσιαστικά, οι Milios & Sotiropoulos απορρίπτουν το επιχείρημα της διαίρεσης της ΕΕ σε Βορρά και Νότο θεωρώντας το έκφραση της προβληματικής θεωρίας της Εξάρτησης (π.χ. Amin (1976)). Για αυτούς οι κεφαλαιακές εισροές δεν ήταν δάνεια από τις χώρες του ευρω-κέντρου προς αυτές τις ευρω-περιφέρειας για να χρηματοδοτήσουν την αγορά των εξαγωγικών προϊόντων των πρώτων. Αντιθέτως, είχε θετικά αναπτυξιακά αποτελέσματα καθώς αποτελούσαν παραγωγικές επενδύσεις στην ελληνική οικονομία.

Στο σημείο αυτό η ανάλυση των Milios & Sotiropoulos (2010) συμφωνεί με τις Ορθόδοξες ερμηνείες που θεωρούν θετική την εισροή ξένου κεφαλαίου καθώς και με τις αντίστοιχες απόψεις περί «ισχυρής Ελλάδας» που προβλήθηκαν την περίοδο εκείνη. Το βασικό Ορθόδοξο επιχείρημα – ιδιαίτερα από το λεγόμενο «εκσυγχρονιστικό» ρεύμα – στην περίοδο πριν από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης ήταν ότι το ΕΙΤΣ δεν είναι πρόβλημα αλλά είναι μία «καλή ανισορροπία» (good imbalances) επειδή οι οικονομίες της ευρω-περιφέρειας έχουν σχετικά χαμηλά επίπεδα πραγματικού κατά κεφάλην ΑΕΠ. Αυτό – σύμφωνα με τις Ορθόδοξες εμπειρικές πεποιθήσεις – μεταφράζεται περίπου αυτόματα σε δυνατότητα γρηγορότερης αύξησης της παραγωγικότητας και συνεπώς μεγαλύτερου ρυθμού μεγέθυνσης. Οι δυνατότητες αυτές οδηγούν σε αυξημένες ροές επενδύσεων (τόσο άμεσων επενδύσεων όσο και επενδύσεων χαρτοφυλακίου και ιδιαίτερα δανείων) προς τις οικονομίες της ευρω-περιφέρειας. Ιδιαίτερα η εισροή δανειακών κεφαλαίων έρχεται να συμπληρώσει την μη-επαρκή δεξαμενή εγχώριων καταθέσεων. Συνεπώς, το ΕΙΤΣ είναι μία «καλοήθης διαδικασία που θα καλυφθεί στο μέλλον από τις αποδόσεις των κεφαλαιακών αυτών ροών και την γρηγορότερη μεγέθυνση της οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό οι λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες της ευρω-περιφέρειας μπαίνουν σε μία διαδικασία «προφθάσματος» (catching up) των πιο αναπτυγμένων οικονομιών του ευρω-κέντρου. Έτσι υλοποιείται η πολυθρύλητη διαδικασία σύγκλιση μεταξύ των οικονομιών αυτών.

Συνεπώς, για τους Milios & Sotiropoulos (2010), το ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν αποτελεί πρόβλημα αλλά ένδειξη εισροής αναπτυξιακών κεφαλαίων. Βέβαια αυτή η εισροή κεφαλαίων είχε παρενέργειες. Ο εξωτερικός δανεισμός και η εισροή κεφαλαίων τόνωσε την εγχώρια ζήτηση των χωρών της ευρω-περιφέρειας με αποτέλεσμα την αύξηση του πληθωρισμού και την επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας.

Όπως προαναφέρθηκε, μέχρι εδώ οι Milios & Sotiropoulos ουσιαστικά αναδιατυπώνουν την ειδυλλιακή «επιτυχημένη ιστορία» της «ισχυρής Ελλάδας» που παρουσιαζόταν πριν από την κρίση από του Ορθόδοξους ακαδημαϊκούς και κυβερνητικούς κύκλους. Στη συνέχεια, οι Milios & Sotiropoulos προσθέτουν την θέση της «χρηματιστικοποίηση»: ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει χρηματιστικοποιηθεί με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται από υπερβολική μόχλευση και χρηματοοικονομικές «φούσκες». Το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης του 2007-8 (την οποία επίσης κατανοούν ως απλά χρηματοπιστωτική κρίση) εκτροχίασε τα μέχρι πρότινος «καλοήθη» ΕΙΤΣ της ευρω-περιφέρειας. Για να μπορέσουν τα τελευταία να εξισορροπηθούν χρειάσθηκε η δραματική αύξηση του ΔΕ. Το τελευταίο οδήγησε στην κατάρρευση των οικονομιών της ευρω-περιφέρειας.

Αν και οι Milios & Sotiropoulos αποδέχονται ότι η ΟΝΕ δεν είναι μία ΒΝΠ και είναι νεο-φιλελεύθερης έμπνευσης, υποστηρίζουν ότι έπαιξε μόνο ένα περιφερειακό ρόλο στο όλο πρόβλημα. Αποδέχονται ότι η λογική τη ΟΝΕ είναι νεο-φιλελεύθερη και επιβάλλει την λιτότητα στους εργαζόμενους υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού και του «κοινωνικού dumping» που προκαλεί η φιλελευθεροποίηση των διεθνών κεφαλαιακών κινήσεων. Αποδέχονται επίσης ότι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης έφερε στην επιφάνεια τις αδυναμίες της ΟΝΕ (μη-ΒΝΠ) και τον ταξικό χαρακτήρα της (καθώς το μεγαλύτερο βάρος των προσαρμογών που επιβάλλει πέφτουν επάνω στους εργαζόμενους. Όμως, θεωρούν ότι η λύση δεν βρίσκεται στην έξοδο από την ΟΝΕ καθώς αυτό είναι ατελέσφορο και θα σήμαινει την επιστροφή σε μία εποχή οικονομικών και πολιτικών εθνικιστικών συγκρούσεων. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι πρέπει να επικεντρωθεί η οικονομική και πολιτική σύγκρουση στα καθαρά ταξικά χαρακτηριστικά της κρίσης που απορρέουν από την αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην ενοποίηση των κοινωνικών κινημάτων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο σε μία καθαρά ταξική βάση. Με τον τρόπο αυτό η ταξική πάλη των δυνάμεων της εργασίας μπορεί να επιβάλλει την μεταρρύθμιση των σημερινών δομών της ΕΕ και της ΟΝΕ στην κατεύθυνση της δημιουργίας μίας «κοινωνικής Ευρώπης».

Αυτή η δεύτερη ερμηνεία «χρηματιστικοποίησης» έχει φυσικά τα γενικά προβλήματα της προσέγγισης αυτής. Επιπλέον όμως – ενστερνιζόμενη την Ορθόδοξη άποψη περί ευεργετικών εισροών ξένου κεφαλαίου και εξωτερικών ελλειμμάτων – δεν κατανοεί τα βαθειά διαρθρωτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην ελληνική οικονομία με την ένταξη της στην Κοινή Αγορά και τα οποία επιδεινώθηκαν με την ΟΝΕ. Ένα σημείο χρειάζεται ιδιαίτερη επισήμανση. Όπως δείχνουν πολλές εμπειρικές μελέτες, τα μακρόχρονα ΕΙΤΣ δεν χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για να χρηματοδοτηθούν επενδύσεις σε παραγωγικές δραστηριότητες αλλά  για να χρηματοδοτηθούν οι αγορές εισαγόμενων προϊόντων από τις χώρες του ευρω-κέντρου. Έτσι, οι Milios & Sotiropoulos αποδέχονται το επιχείρημα της «ισχυρής Ελλάδας» την ίδια ώρα που βασικοί τομείς της οικονομίας συρρικνώνονταν ή/και εξαρτιόνταν ασφυκτικά από ξένες δραστηριότητες. Συνεπακόλουθα, παραγνωρίζουν τις διαδικασίες οικονομικής εκμετάλλευσης της ευρω-περιφέρειας που δημιούργησαν πρώτα η Κοινή Αγορά και ακολούθως η ΟΝΕ.

 

 

ΙIΙ.3 Μινσκιανός Αποπληθωρισμός

Στα πλαίσια των Ετεροδόξων ερμηνειών της ελληνικής κρίσης έχουν διατυπωθεί και αναλύσεις που υιοθετούν την προσέγγιση του H.Minsky. Το Levy Institute, που άλλωστε συνδέεται άμεσα με την Μινσκιανή παράδοση, αποτελεί το κέντρο των αναλύσεων αυτών[9]. Οι απόψεις αυτές έχουν διατυπωθεί με ιδιαίτερη σαφήνεια από τον Γ.Αργείτη σε μία σειρά μελετών (π.χ. Αργείτης (2012)). Ο Αργείτης υποστηρίζει ότι ο ελληνικός καπιταλισμός, μέχρι σήμερα, χαρακτηρίζεται από τρία στοιχεία:

(α) Το πρώτο χαρακτηριστικό του είναι η από παράδοση παρωχημένη και αδύναμη τεχνολογική δομή.

(β) Το δεύτερο χαρακτηριστικό του είναι η δομικά αδύναμη ανταγωνιστικότητα, η οποία προκαλεί χρόνια προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Η αδύναμη ανταγωνιστικότητα προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από την παρωχημένη και αδύναμη τεχνολογική δομή. Τα προβλήματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών προκύπτουν επειδή ο ελληνικός καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να εισάγει μεγάλο μέρος των αναγκαίων είτε ενδιάμεσων είτε τελικών εισροών.

(γ) Το τρίτο χαρακτηριστικό του είναι η στενή «διαπλοκή» (cronyism) που υπάρχει μεταξύ του ελληνικού κεφαλαίου και του κράτους. Ο Αργείτης (2012) υποστηρίζει ότι αυτό συνάδει με την κατά  Minsky έννοια του «ισχυρού κράτους» (‘strong state’). Βασικός ρόλος του κράτους και της κεντρικής τράπεζας είναι να διαχειρίζεται την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού χρησιμοποιώντας τον προϋπολογισμό και το ΔΕ έτσι ώστε να στηρίζει την καπιταλιστική κερδοφορία. Υπό αυτή την έννοια το ΔΕ χρησιμοποιούνταν περισσότερο σαν αναδιανεμητικό εργαλείο και λιγότερο σαν αντι-κυκλικό.

Το βασικό αίτιο της ελληνικής κρίσης είναι η ένταξη στην ΟΝΕ υπονόμευσε αυτό το παραδοσιακό υπόδειγμα λειτουργίας του ελληνικού καπιταλισμού χωρίς να κατορθώσει να το αντικαταστήσει με ένα εξίσου λειτουργικό. Συγκεκριμένα, μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, διατηρήθηκε το «ισχυρό κράτος» αλλά χωρίς μία αντίστοιχα ισχυρή κεντρική τράπεζα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η διαχείριση του χρέους να είναι δυσλειτουργική και να προκύψει η «χρηματιστικοποίηση» της οικονομίας (δηλαδή η μεγέθυνση με βάση την χρηματοοικονομική μόχλευση). Το τελευταίο αύξησε την εγγενή χρηματοοικονομική αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας στην οποία επικεντρώνεται ιδιαίτερα η Υπόθεση της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας (Financial Instability Hypothesis) του Minsky (1992).

Ως γνωστόν, η Υπόθεση της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας υποστηρίζει ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς επιρρεπές σε χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Οι τελευταίες προκύπτουν από την ενδογενή τάση του συστήματος να δημιουργεί κερδοσκοπικές «φούσκες» στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο μηχανισμός δημιουργίας των τελευταίων είναι, συνοπτικά, ο ακόλουθος. Σε περιόδους ευφορίας και ανόδου του οικονομικού κύκλου αυξάνουν τα εταιρικά ρευστά διαθέσιμα περισσότερο από ότι απαιτείται για την εξυπηρέτηση του υπάρχοντος εταιρικού δανεισμού. Αυτό δημιουργεί μία κερδοσκοπική ευφορία και οδηγεί σε υπερβολικό νέο δανεισμό που γρήγορα ξεπερνά τις δυνατότητες αποπληρωμής του. Αυτό γρήγορα ξεφεύγει από τον έλεγχο και προκαλεί μία χρηματοπιστωτική κρίση. Αντιδρώντας σπασμωδικά, οι τράπεζες και οι δανειστές υπεραντιδρούν (overshoot) και περιορίζουν τον δανεισμό περισσότερο απ’ ότι επιβάλλεται. Μάλιστα αυτό γενικεύεται και επεκτείνεται και σε επιχειρήσεις που δεν έχουν υπό φυσιολογικές συνθήκες πρόβλημα εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, λόγω της νομισματικής συστολής η οικονομία μπαίνει σε ύφεση.

Ο ειδικός μηχανισμός που προκαλεί την αρχική υπερεκτίμηση, σε περιόδους ευφορίας, είναι ο ακόλουθος. Κατά τον Minsky το κλειδί βρίσκεται στη συσσώρευση χρέους από τον ιδιωτικό τομέα. Διακρίνει τρεις κατηγορίες προβληματικών δανειζόμενων που συμβάλλουν στην συσσώρευση μη-δυνάμενου να εξυπηρετηθεί χρέους. Οι πρώτοι είναι οι αντισταθμιστικοί δανειζόμενοι (hedge borrowers), οι οποίοι μπορούν να εξυπηρετούν τα δάνεια τους με πληρωμές (τόσο επιτοκίων όσο και του κεφαλαίου) από τις τρέχουσες ροές ρευστότητας από τις επενδύσεις τους. Οι δεύτεροι είναι οι κερδοσκοπικοί δανειζόμενοι (speculative borrowers), που εξυπηρετούν τα χρέη τους αλλά πρέπει συστηματικά να μετακυλύουν (roll over) τα δάνεια τους με επιμηκύνσεις ή έκδοση νέων δανείων έτσι ώστε να μπορούν να παραμείνουν αξιόχρεοι (solvent). Τέλος, οι Ponzi δανειζόμενοι (Ponzi borrowers) δανείζονται προσδοκώντας ότι η αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων τους θα είναι τέτοια που θα επαρκεί για να επαναχρηματοδοτήσει την εξυπηρέτηση του χρέους τους καθώς η αποδόσεις των επενδύσεων τους δεν επαρκούν για αυτό. Συνεπώς, οι Ponzi δανειζόμενοι μόνο με μία συνεχή αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων μπορούν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Αν όμως ο αριθμός τους αυξηθεί πολύ τότε κάποια στιγμή θα υπάρξει αμφιβολία όσον αφορά την δυνατότητα συνεχούς αύξησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Η αμφιβολία αυτή θα γενικευθεί τότε θα οδηγήσει σε εμπλοκή στο σύστημα καθώς θα σταματήσει η αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Αυτό θα επηρεάσει άμεσα και τους κερδοσκοπικούς δανειζόμενους καθώς δεν θα μπορούν να αναχρηματοδοτήσουν μέσω μετακύλησης τον δανεισμό τους. Η πτώση των κερδοσκοπικών δανειστών θα συμπαρασύρει στη συνέχεια και τους αντισταθμιστικούς δανειστές καθώς το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα υπερεκτιμήσει το πρόβλημα και θα πανικοβληθεί.

Βέβαια ο Minsky υποστηρίζει ότι η εγγενής αστάθεια της καπιταλιστικής οικονομίας είναι δυνατόν να σταθεροποιηθεί μέσω της κατάλληλης οικονομικής πολιτικής. Η πολιτική αυτή συνίσταται σε έναν συνδυασμό δημοσιονομικής και νομισματικής παρέμβασης με σκοπό τη διατήρηση και ενίσχυση των ονομαστικών κερδών των καπιταλιστών. Η δημοσιονομική πολιτική πρέπει μέσω της διόγκωσης των δαπανών του κράτους να δημιουργεί ενεργό ζήτηση. Η διαδικασία αυτή μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές και έτσι να στηρίζει τα κέρδη και την απασχόληση χωρίς παρενέργειες (πληθωρισμός, υπερβολικά ελλείμματα), λόγω της μονοπωλιακής δομής της οικονομίας. Ταυτόχρονα η νομισματική πολιτική οφείλει να είναι επεκτατική καθώς η βασική λειτουργία της κεντρικής τράπεζας συνίσταται σε αυτή του «δανειστή τελευταίας καταφυγής» (lender of last resort).

Η Μινσκιανή προσέγγιση υποστηρίζει ότι η κρίση του 2007-8 ήταν ακριβώς μία τέτοια «Μινσκιανή στιγμή» (Minskian moment) που προέκυψε επειδή η νεοφιλελεύθερη πολιτική εκθρόνισε την κατά βάση κεϋνσιανή πολιτική διαχείρισης της χρηματοοικονομικής αστάθειας που υποστηρίζει ο Minsky. Ακολουθώντας την ανάλυση αυτή, ο Αργείτης (2012) υποστηρίζει ότι το ξέσπασμα της του 2007-8 αποδόμησε το ήδη τραυματισμένο από την ΟΝΕ παραδοσιακό υπόδειγμα του ελληνικού καπιταλισμού. Πλέον το «ισχυρό κράτος» χωρίς την βοήθεια μίας «ισχυρής κεντρικής τράπεζας» δεν μπορούσε να ελέγξει την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του χρέους. Έτσι προέκυψε η ελληνική κρίση.

Η Μινσκιανή ανάλυση – παρά ορισμένες ενδιαφέρουσες ιδέες της – έχει δικαίως επικριθεί ως φαινομενολογική και επίσης ότι εστιάζει υπερβολικά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και δεν το συνδέει με την πραγματική οικονομία. Επιπλέον, έχει επικριθεί για την πολύ στενή και φτωχή αντίληψη που έχει για τον ρόλο της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Αυτή η αδύναμη αντίληψη προκύπτει από την προβληματική αντίληψη του Minsky για τον ρόλο και τον χαρακτήρα του μονοπωλίου στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας.

Όσον αφορά την ερμηνεία της ελληνικής κρίσης, η Μινσκιανή αντίληψη έχει σοβαρά προβλήματα. Το πιο βασικό είναι ότι η ελληνική κρίση δεν προέκυψε από υπερβολικό ιδιωτικό χρέος. Το τελευταίο είναι μικρό σε σχέση με αυτό των πιο ανεπτυγμένων δυτικών οικονομιών. Συνεπώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι το ελληνικό πρόβλημα προέκυψε από την διαδικασία πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του ιδιωτικού χρέους. Γι’ αυτό άλλωστε η ανάλυση του Αργείτη (2012) μάλλον αφήνει στην άκρη τον τυπικό μηχανισμό της Υπόθεσης της Χρηματοοικονομικής Αστάθειας και εμπνέεται περισσότερο από την προηγούμενη εργασία του Minsky (1986) σχετικά με την σημασία του πολιτικού και θεσμικού πλαισίου για την εξασφάλιση της σταθεροποίησης της χρηματοοικονομικής σφαίρας.

Το κεντρικό επιχείρημα του είναι ότι η διάλυση του δίδυμου «ισχυρό κράτος – ισχυρή κεντρική τράπεζα» οδήγησε στην αδυναμία λειτουργικής διαχείρισης της διαδικασίας πληθωρισμού – αποπληθωρισμού του χρέους. Η προφανής αιτιολόγηση είναι ότι η ΕΚΤ ακολουθεί μία νομισματική πολιτική προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του ευρω-κέντρου και παραγνωρίζει τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες των οικονομιών της ευρω-περιφέρειας. Κατά συνέπεια η νομισματική πολιτική δεν στήριξε επαρκώς τις ανάγκες της ελληνικής καπιταλιστικής συσσώρευσης. Όμως η ερμηνεία αυτή είναι αρκετά αυθαίρετη. Κατ’ αρχήν υποθέτει ότι η πολιτική της ελληνικής κεντρικής τράπεζας ήταν πάντα διευκολυντική (accommodative) στη μεταπολιτευτική περίοδο πράγμα το οποίο δεν είναι ορθό. Επίσης, θεωρεί εσφαλμένα ότι η ΟΝΕ και η απώλεια της συναλλαγματικής πολιτικής σημαίνει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος και η κυβέρνηση χάνει κάθε δυνατότητα διακριτικής πολιτικής* θέση επίσης μη ορθή. Τέλος, αν ίσχυε ακριβώς η ερμηνεία του Αργείτη (2012) τότε αυτός θα ήταν ένας ισχυρός λόγος για να υποστηρίξει την έξοδο της χώρας από την ΟΝΕ, πράγμα που απορρίπτει.

Το επόμενο σημαντικό πρόβλημα είναι η υπόθεση ότι ο ελληνικός καπιταλισμός είχε παραδοσιακά μία τεχνολογικά καθυστερημένη παραγωγική δομή. Είναι θετικό στοιχείο η αναφορά στο ζήτημα της παραγωγικής δομής – κάτι όχι συνηθισμένο στις Μινσκιανές αναλύσεις – όμως η διαπίστωση αυτή δεν επαρκεί αλλά πρέπει να ερμηνευθεί. Η εύκολη απάντηση είναι η προσφυγή σε μία ερμηνεία που να ακολουθεί την Θεωρία της Εξάρτησης (π.χ. στην εκδοχή Baran και Sweezy), η οποία όμως έχει γνωστά αναλυτικά και εμπειρικά προβλήματα. Επίσης, αν αυτό ίσχυε προηγουμένως για ποιο λόγο διατηρήθηκε και μετά την ένταξη στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΟΝΕ; Αυτό απαιτεί μία διεξοδικότερη μελέτη της σφαίρας τη παραγωγής η οποία λείπει.

Το τελευταίο, εν κατακλείδι, είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Μινσκιανής ερμηνείας. Παραμένει σε ορθά ή εσφαλμένα επιφαινόμενα της νομισματικής κυκλοφορίας και παραγνωρίζει την σφαίρα της παραγωγής.

 

 

IV. Ερμηνείες της ελληνικής κρίσης με βάση την χρηματιστικοποίηση:

Εμπειρικές αδυναμίες

Συνολικά, οι ερμηνείες με βάση την θεωρία της «χρηματιστικοποίησης» δίνουν μία αδύναμη δομική ερμηνεία της ελληνικής κρίσης (που περιορίζεται στην σφαίρα της κυκλοφορίας) και αδυνατούν να δουν τις βαθιές δομικές ρίζες της στη σφαίρα της παραγωγής.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να επισημανθούν ορισμένα εμπειρικά προβλήματα της υπόθεσης της «χρηματιστικοποίησης» τα οποία, στη συνέχεια, οδηγούν σε ερμηνευτικές αδυναμίες όσον αφορά την ελληνική κρίση.

Για να ευσταθεί το επιχείρημα περί «χρηματιστικοποίησης» της ελληνικής οικονομίας θα πρέπει να προσδιοριστούν επακριβώς και πειστικά οι δίαυλοι της. Για το ζήτημα αυτό υπάρχει μία έντονη συζήτηση στη διεθνή Ορθόδοξη και Ετερόδοξη βιβλιογραφία (π.χ. Palley (2007)), που όμως δεν έχει καταλήξει σε κοινά συμπεράσματα και κάποιους αντίστοιχους κοινά αποδεκτούς δείκτες.

Όμως, τουλάχιστον για τις Ετερόδοξες απόψεις περί «χρηματιστικοποίησης», δύο πεδία είναι βασικά για την εκτίμηση του βαθμού «χρηματιστικοποίησης»:

(1)  Το πρώτο πεδίο είναι ο βαθμός μόχλευσης της οικονομίας. Στο πεδίο αυτό γίνεται ίσως η περισσότερη έρευνα αλλά υπάρχουν και οι περισσότερες τεχνικές διχογνωμίες στη διεθνή συζήτηση.

(2)  Το δεύτερο πεδίο είναι ο βαθμός χρέωσης των ιδιωτικών νοικοκυριών. Αυτό το δεύτερο πεδίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την θεωρία της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης» του Lapavitsas. Αυτό γιατί μόνο μέσω αυτού του διαύλου μπορεί να υποστηριχθεί η δυνατότητα του χρηματιστικού κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται αυτοτελώς τους εργαζόμενους μέσω του τοκογλυφικού δανεισμού.

Και στα δυο αυτά πεδία οι εμπειρικές ενδείξεις είναι εξαιρετικά δυσμενείς για την υπόθεση της «χρηματιστικοποίησης». Όσον αφορά τον βαθμό χρηματοοικονομικής μόχλευσης – με όποια μέθοδο και να υπολογισθεί – φαίνεται ότι αυτός ήταν χαμηλός στην ελληνική οικονομία. Η μόχλευση του τραπεζικού συστήματος ήταν χαμηλή συγκρινόμενη με τα δυτικά δεδομένα. Επίσης, ο βαθμός χρέωσης του μη-χρηματιστικού εταιρικού τομέα ήταν επίσης συγκριτικά μικρός. Επιπλέον, όσον αφορά το βαθμό δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών και αυτός είναι σημαντικά σημαντικότερος από ότι στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες.

Ο Πίνακας 6 δείχνει την συγκριτική θέση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με μία σειρά άλλες οικονομίες όσον αφορά τα πεδία αυτά. Είναι εξόφθαλμο το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι ουραγός (ή μεταξύ των ουραγών) σε όλα αυτά τα πεδία.

1

Ιδιαίτερα στον κρίσιμο για την θεωρία της «χρηματοοικονομικής υπεξαίρεσης» τομέα του δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών τα στοιχεία είναι εξαιρετικά «άβολα». Όπως φαίνεται στον Πίνακα 7, ο δανεισμός των ιδιωτικών νοικοκυριών είναι σχετικά νέο φαινόμενο για την ελληνική οικονομία. Ξεκινά από πολύ χαμηλά επίπεδα[10]. Αρχίζει να αυξάνει μετά την ένταξη στην ΟΝΕ, από το 2004 και μετά, και μάλιστα με εντυπωσιακά γρήγορους ρυθμούς. Όμως παρόλο τον πολύ μεγάλο ρυθμό αύξησης παραμένει πάντα σε συγκριτικά χαμηλά επίπεδα. Μάλιστα, μετά την έκρηξη της ελληνικής κρίσης, οι ενδείξεις είναι ότι ο βαθμός δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών ασθμαίνει καθώς οι μεν τράπεζες ουσιαστικά δεν παρέχουν πλέον δάνεια και τα δε νοικοκυριά δεν μπορούν να πάρουν δάνεια λόγω αδυναμίας εξυπηρέτησης τους.

2

Η εξήγηση για τον χαμηλό βαθμό δανεισμού των ιδιωτικών νοικοκυριών έχει να κάνει με τις μεταπολεμικές δομές της ελληνικής οικονομίας. Τα εκτεταμένα μεσοστρώματα αλλά και οι εργαζόμενοι και οι αγρότες είχαν ισχυρές δυνατότητες και τάσεις αποταμίευσης. Αυτό αλλάζει ιδιαίτερα με την ένταξη στην ΟΝΕ οπότε ο ρυθμός αποταμίευσης καταρρέει. Όλες οι ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες γνώριζαν ότι η εισαγωγή του νέου νομίσματος θα δημιουργούσε πληθωριστικές πιέσεις ιδιαίτερα σε χώρες (όπως η Ελλάδα) που η ισοδυναμία του νέου νομίσματος με το παλιό ήταν αρκετά μεγάλη έτσι ώστε ο μέσος καταναλωτής να χάνει την αίσθηση της πραγματικής αξίας της νέου νομίσματος. Στην Ελλάδα, αντίθετα με άλλες χώρες, δεν υπήρξε καμία πρόβλεψη με αποτέλεσμα οι τιμές ιδιαίτερα των αγαθών μαζικής λαϊκής κατανάλωσης να εκτιναχθούν στα ύψη ενώ οι μισθοί περίπου ακολουθούσαν τον επίσημο δείκτη πληθωρισμού (βλέπε Ζωγραφάκης & Μητράκος (2005)). Συνεπακόλουθα, ο πραγματικός μισθός αδυνατεί να καλύψει το κόστος αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, δηλαδή πέφτει κάτω από την αξία της εργασιακής δύναμης. Αυτό συνεπάγεται την αναδιανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο. Συνεπακόλουθο της ήταν η πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα αύξηση του δανεισμού των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων τα τελευταία χρόνια και τα συνακόλουθα προβλήματα αδυναμίας αποπληρωμής του, γεγονός όμως που έδωσε νέα πεδία κερδοφορίας στο τραπεζικό κεφάλαιο.

Συμπερασματικά, τα εμπειρικά δεδομένα δεν τεκμηριώνουν την άποψη ότι η ελληνική οικονομία είναι μία «χρηματιστικοποιημένη» οικονομία. Αυτό το εμπειρικό πρόβλημα οδηγεί τις ερμηνείες που βασίζονται στην υπόθεση περί «χρηματιστικοποίησης» στο να κάνουν ένα λογικό άλμα. Η «χρηματιστικοποίηση» εισάγεται στην ελληνική περίπτωση από το εξωτερικό. Όλες οι ερμηνείες αυτές αποδέχονται ότι η παγκόσμια κρίση του 2007-8 είναι απλά και μόνο μία χρηματοπιστωτική κρίση που προέκυψε λόγω «χρηματιστικοποίησης». Η κρίση αυτή λόγω «χρηματιστικοποίησης» επηρεάζει την ελληνική περίπτωση γιατί κάνει ανέφικτο πλέον τον ομαλό δανεισμό από τις διεθνείς χρηματαγορές. Συνεπώς, η «χρηματιστικοποίηση» που δεν ανευρίσκεται στο εσωτερικό εισάγεται μέσω του deus-ex-machina της παγκόσμιας κρίσης από το εξωτερικό. Αυτή είναι προφανώς μία εξαιρετικά αδύναμη και προβληματική επιχειρηματολογία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bond P. (2010), ‘A century since Hilferding’s `Finanz Kapital’ — again, apparently, a banker’s world?’, Links International Journal of Socialist Renewal, November 19.

Epstein G. ed. (2005), Financialization and the world economy, London: Edward Elgar.

 

Fine B. (2009), ‘Financialisation, the Value of Labour Power, the Degree of Separation, and Exploitation by Banking’, SOAS Research Students, Summer Seminar Series.

 

Fine B. (2010), ‘Locating financialization’, Historical Materialism 18(2).

Foster J.B. (2010), ‘The Financialization of Accumulation’, Monthly Review 62(5).

Hein E., Truger A. & van Treeck T. (2011), ‘The European Financial and Economic Crisis: Alternative Solutions from a (Post-)Keynesian Perspective’, IMK working paper 9.

Hein E. (2013), ‘Finance-dominated Capitalism and Redistribution of Income: A Kaleckian Perspective’, Levy Institute Working Paper 746.

Hilferding R. (1910 (1981)), Finance Capital, London: Routledge & Kegan Paul.

IMF (2012), Global Financial Stability Report: The Quest for Lasting Stability, Washington: IMF.

Krippner G. (2005), ‘The financialization of the American economy’, Socio-economic Review 3 (2).

Lapavitsas, C. (2008) ‘Financialised capitalism: direct exploitation and periodic bubbles’, SOAS.

Lapavitsas C. (2009), ‘Financialised Capitalism: Crisis and Financial Expropriation’, Historical Materialism 17(2).

Lapavitsas C., Kaltenbrunner A., Lindo D., Michell J., Painceira J. P., Pires E., Powell J., Stenfors A. & Teles N. (2010a), ‘Eurozone in Crisis: Beggar Thyself and Thy Neighbour’, Research on Money and Finance, Occasional Report.

Lapavitsas C., Kaltenbrunner A., Lambrinidis G., Lindo D., Meadway J., Michell J., Painceira J.P., Pires E., Powell J., Stenfors A., and Teles N. (2010b), ‘The Eurozone Between Austerity and Default’, Research on Money and Finance, Occasional Report.

Mavroudeas S. (2012), The Limits of Regulation: A Critical Analysis of Capitalist Development, Cheltenham: Edward Elgar.

Milios J. & Sotiropoulos D. (2010), ‘Crisis of Greece or Crisis of the Euro? A View from the European Periphery’, Journal of Balkan and Near Eastern Studies 12(3).

Mitrakos T., Simigiannis G. & Tzamourani P. (2008), ‘Indebtedness of Greek households: evidence from a survey’, Economic Bulletin 25, Bank of Greece.

Stockhammer E. (2004), ‘Financialization and the slowdown of accumulation’, Cambridge Journal of Economics 28.

Stockhammer E. (2011), ‘Peripheral Europe’s debt and German Wages: the role of wage policy in the Euro area’, International Journal of Public Policy 7(1-3).

Sweezy P. (1942), The Theory of Capitalist Development, New York and London: Monthly Review.

Sweezy P. (1994), ‘The Triumph of Financial Capital’, Monthly Review 46(2).

Sweezy P. (1997), ‘More (or Less) on Globalization’, Monthly Review 49(4).

Tomé J.P. (2011), ‘Financialization as a Theory of Crisis in a Historical Perspective: Nothing New under the Sun’, Working Paper Series 262, PERI.

Van Treeck T. (2008), ‘The political economy debate on ‘financialization’ – a macroeconomic perspective’, Working Paper 01/2008, IMK.


[1] Στην πραγματικότητα, η έννοια της «χρηματιστικοποίησης» καλύπτει μία ευρεία γκάμα φαινομένων: την απορύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα και των διεθνών κεφαλαιακών ροών, τον πολλαπλασιασμό των λεγόμενων «νέων χρηματοοικονομικών εργαλείων», την μετακίνηση από βασισμένα σε διαπραγματεύσεις (over the counter) σε βασισμένα σe ανοικτές αγορές (market-based) χρηματοπιστωτικά συστήματα, την ανάδυση των θεσμικών επενδυτών ως βασικών παραγόντων στις χρηματαγορές κλπ. Παρόλα αυτά ο ορισμός που υιοθετείται στην ανά χείρας μελέτη εστιάζει στις πολιτικο-οικονομικές (και μακροοικονομικές) πλευρές του όρου.

[2] Επιπλέον, η ανάλυση του Hilferding ουσιαστικά παραμερίζει την ΕΘΑ και άλλα βασικά στοιχεία της κλασσικής Μαρξιστικής ανάλυσης.

[3] Ο όρος πλασματικό κεφάλαιο προτάθηκε από τον Marx (κεφ. 29 του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου»). Το πλασματικό κεφάλαιο εκφράζεται από τα κεφαλαιακά περιουσιακά στοιχεία (μετοχές, χρεόγραφα κλπ.) που η αγοραία αξία τους κυμαίνεται ανάλογα με τις προσδοκώμενες αποδόσεις τους στο μέλλον. Διαφέρει από το «πραγματικό κεφάλαιο» που είναι το κεφάλαιο που είναι πραγματικά επενδεδυμένο σε μέσα παραγωγής και αγορά εργασιακής δύναμης. Διαφέρει επίσης από το χρηματικό κεφάλαιο που είναι τα χρηματικά κονδύλια που διακρατούνται και διακινούνται. Ουσιαστικά το πλασματικό κεφάλαιο αντιπροσωπεύει συσσωρευμένες απαιτήσεις και νομικούς τίτλους σε μέλλουσα παραγωγή πλούτου. Δηλαδή, πρακτικά αποτελεί ένα (αβέβαιο) στοίχημα σε μέλλουσα να παραχθεί αξία και υπεραξία που όμως προεξοφλείται σήμερα. Η λειτουργία του συνδέεται στενά με την δημιουργία των ανώνυμων εταιρειών, την χρηματιστηριακή διαπραγμάτευση κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων και την δημιουργία πιστωτικού χρήματος (που καλύπτει σε μεγάλο βαθμό τις συναλλαγές και τις αποτιμήσεις αυτές). Σε περιόδους ευφορίας (δηλαδή υψηλών προσδοκιών) μπορεί να επιτείνει πολλαπλασιαστικά την ευφορία αυτή και να δημιουργήσει, για ένα διάστημα, μία περίοδο ισχυρής οικονομικής μεγέθυνσης καθώς οδηγεί σε επενδυτική επέκταση. Όμως, στο βαθμό που η «πραγματική οικονομία» δεν μπορεί να ακολουθήσει τουλάχιστον σε επαρκή ρυθμό αποδόσεων (δηλαδή οι επενδύσεις δεν αποφέρουν τις αναμενόμενες αποδόσεις) τότε, αργά ή γρήγορα, τα λεγόμενα θεμελιακά δεδομένα (fundamentals, δηλαδή η «πραγματική οικονομία») θα επαναφέρουν στην πραγματικότητα της αβάσιμη μεγέθυνση που δημιούργησε το πλασματικό κεφάλαιο. Αυτό συνεπάγεται συνήθως το ξέσπασμα μίας οικονομικής κρίσης λόγω κατάρρευσης της λεγόμενης «φούσκας» (bubble).

[4] Οι εμπειρικές πεποιθήσεις ή τυποποιημένα γεγονότα (stylized facts) είναι προ-θεωρητικές (δηλαδή μη-εμπειρικά αποδεδειγμένες) παραστάσεις της πραγματικότητας που όμως θεωρούνται αυταπόδεικτες και συνεπώς αδιαμφισβήτητες. Συνήθως αντανακλούν κάποια καινοφανή και εξαιρετικά εντυπωσιακά στοιχεία που όμως δεν είναι απαραίτητο ότι είναι είτε πλειοψηφικά είτε/και μόνιμα και όχι βραχύβια (βλέπε Mavroudeas (2012α), κεφ.3).

[5] Η Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης (Monthly Review) συγκροτήθηκε γύρω από το ομώνυμο αμερικανικό περιοδικό με κεντρικό εκφραστή τον P.Sweezy.

[6] Οι ραντιέρηδες είναι ένα επιχειρηματικό στρώμα που δεν έχει παραγωγικές δραστηριότητες αλλά αποκομίζει λόγω ιδιόμορφης θέσης υψηλές προσόδους. Οι τελευταίες όμως αφαιρούνται από και συνεπώς εξασθενίζουν τις παραγωγικές επενδύσεις. Συνεπώς, οι ραντιέρηδες είναι ένα βαρίδι για την καπιταλιστική συσσώρευση (όπως οι γαιοκτήμονες στην ανάλυση του A.Smith και του D.Ricardo) που πρέπει να εξουδετερωθεί.

[7] Ο όρος «χρηματιστικό κεφάλαιο» δεν ταυτίζεται με τον αντίστοιχο όρο του Hilferding (που υποδηλώνει την σύμφυση του παραγωγικού με το τραπεζικό κεφάλαιο υπό την ηγεμονία του δεύτερου). Αντιθέτως, η νεώτερη χρήση του όρου αναφέρεται στο κεφάλαιο που γενικά δραστηριοποιείται στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μάλιστα δίνει πολύ μεγαλύτερη έμφαση στο τμήμα του που ασχολείται με τις κεφαλαιαγορές (το χρηματιστήριο) και λιγότερη σε αυτό που ασχολείται με τις χρηματαγορές (δηλαδή το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα).

[8] Χαρακτηριστικά, ο Stockhammer (2011, σ.90) υποστηρίζει ότι «αυτή δεν ήταν μία πρωταρχικά ελληνική κρίση αλλά μία κρίση του συστήματος του ευρώ». «Το ευρώ ήταν εδώ και καιρό ένα πολιτικό σχέδιο με αμφίβολη οικονομική βάση» (Stockhammer (2011), σ.94). Επιπρόσθετα η ΟΝΕ είναι τμήμα του παγκόσμιου νέο-φιλελεύθερου υποδείγματος που ξεκίνησε με την χρηματοοικονομική απορρύθμιση (τον νεο-φιλελεύθερο τρόπο ρύθμισης) και δημιούργησε το ηγεμονευόμενο από το χρηματιστικό κεφάλαιο καθεστώς ρύθμισης. Αυτό πόλωσε την ΕΕ σε δύο ομάδες: μία Βόρεια που ακολούθησε μία βασισμένη σε εξαγωγές μεγέθυνση και μία Νότια που ακολούθησε μία βασισμένη στον δανεισμό μεγέθυνση (Stockhammer (2011), σ.86).

[9] Η αντίληψη του Hyman Minsky σε ότι αφορά  τα ζητήματα της εγγενούς αστάθειας της καπιταλιστικής οικονομίας έχει σοβαρές επιρροές από τις αντιλήψεις του M.Kalecki και της J.Robinson για τo ζήτημα του μονοπωλίου. Επίσης έχει πολλά κοινά σημεία και με την θεωρία του μονοπωλιακού καπιταλισμού των Baran και Sweezy.

[10] Αυτό επισημαίνεται από πάμπολλες μελέτες. Παραδείγματος χάριν, οι Mitrakos et al. (2008) υποστηρίζουν ότι ο συνολικός τραπεζικός δανεισμός των ελληνικών νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ ήταν και συνεχίζει να είναι σημαντικά χαμηλότερος από αυτό της ευρωζώνης.

 

————————————————————————————————————————-

 

Συμμετοχή στα συνδικάτα και δομικοί προσδιοριστικοί παράγοντες την περίοδο της κρίσης: μια εμπειρική διερεύνηση

(3ο Συνέδριο Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας – Η Ελληνική Οικονομία και η Πολιτική των Μνημονίων: Κατάσταση και Προοπτικές)

 

Ζησιμόπουλος Γιάννης[1], Καρολίδης Γιώργος[2], Ανδρουλάκης Γιώργος[3] και Οικονομάκης Γιώργος[4]

 

 

Περίληψη

 

Η συμμετοχή των μισθωτών στα συνδικάτα (που καθορίζει τη λεγόμενη «συνδικαλιστική πυκνότητα») αποτελεί ένα σημαντικό δείκτη της δύναμης του εργατικού/συνδικαλιστικού κινήματος. Η συμμετοχή των μισθωτών στα ελληνικά συνδικάτα ακολουθεί τις τελευταίες δεκαετίες την πτωτική τάση που παρατηρείται παγκοσμίως. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει δομικούς – προσδιοριστικούς παράγοντες της συνδικαλιστικής συμμετοχής που χρωματίζουν την πτωτική της τάση στην Ελλάδα, και καθιστούν τα συνδικάτα αδύναμα και αναποτελεσματικά ως όργανα πάλης των μισθωτών τάξεων εν μέσω οικονομικής κρίσης και απέναντι στις μνημονιακές πολιτικές μισθολογικής εξαθλίωσης, απολύσεων και αποδιάρθρωσης των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων. Στην κατεύθυνση αυτή διερευνώνται ως δομικοί-προσδιοριστικοί παράγοντες της συνδικαλιστικής συμμετοχής και πυκνότητας η παραγωγική διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και η διάρθρωση της απασχόλησης. Ειδικότερα εξετάζονται: η διαφοροποίηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας ανάμεσα στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, η επίδραση στη συνδικαλιστική συμμετοχή του μεγέθους της επιχείρησης, του τομέα παραγωγής αλλά και του επιπέδου εκπαίδευσης των μισθωτών.

 

Λέξεις κλειδιά: συμμετοχή στα συνδικάτα, συνδικαλιστική πυκνότητα, Ελλάδα, οικονομική κρίση

 

 

Εισαγωγή

 

Ένας από τους πρώτους ορισμούς που συναντούμε στη βιβλιογραφία των Εργασιακών Σχέσεων από τους Sidney και Beatrice Webb (1920: 1) ορίζει τα συνδικάτα ως «[…] την ένωση των μισθωτών με σκοπό τη διατήρηση και βελτίωση των συνθηκών του εργασιακού βίου τους».

Οι διάφοροι ορισμοί σε σχέση με τα συνδικάτα συγκλίνουν στο ότι αυτά μπορούν να οριστούν ως προς τους συμμετέχοντες και τους σκοπούς τους (Leat, 2007: 258). Έτσι, μπορούν να οριστούν ως οι ενώσεις εργατών ή/και υπαλλήλων που έχουν ως στόχο την προάσπιση των συμφερόντων τους στο πεδίο του εργασιακού χώρου και της κοινωνίας, καθώς επίσης και μέσω της συμμετοχής τους στις συλλογικές διαπραγματεύσεις με τους εργοδότες/managers (Salamon, 2000: 93, βλ. επίσης Leat, 2007: 258).

Στη μαρξιστική ανάγνωση των εργασιακών σχέσεων τα συνδικάτα μπορούν να οριστούν ως οι συλλογικότητες εργαζομένων που στοχεύουν στον επηρεασμό του καθορισμού της τιμής πώλησης της εργατικής δύναμης αλλά και της άσκησης ελέγχου επί του εργασιακού περιβάλλοντος και της εργασιακής διαδικασίας αλλά και στον μετασχηματισμό της κοινωνίας[5] (Leat, 2007: 261, βλ. επίσης Hyman, 1989: 20-53). Η συλλογική δράση των εργαζομένων αποτελεί το αντίβαρο στην οικονομική εξουσία του κεφαλαίου. Έτσι, τα συνδικάτα αποτελούν τον πλέον προφανή θεσμό (foundation) που εκφράζει την συλλογική δράση των εργαζομένων έναντι της κυριαρχίας του κεφαλαίου / εργοδοτών στη σχέση απασχόλησης (Hyman, 1975:32), δίνοντας μορφή και γενικεύοντας τις διαδικασίες αντίστασης και διαπραγμάτευσης των εργαζομένων (Hyman, 1989: 36).

Το μέγεθός των συνδικάτων και η δυνατότητά τους να προσελκύουν και να διατηρούν μέλη εντός της δομής τους αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την θέση τους στο συσχετισμό δυνάμεων, για την επίτευξη των στόχων τους, την έκβαση των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε οποιοδήποτε επίπεδο αυτές διεξάγονται, για την επίδραση που ασκούν στην πολιτική των κυβερνήσεων (ως όλον εργατικό κίνημα).

Ο δείκτης που χρησιμοποιείται συχνότερα για την απεικόνιση της δύναμης τους εργατικού κινήματος, του συσχετισμού δύναμης μεταξύ εργοδοτών-εργαζομένων και για τις διεθνείς συγκρίσεις αναφορικά με τη συμμετοχή στα συνδικάτα είναι η συνδικαλιστική πυκνότητα (Ebbinghaus & Visser, 1999: 135, Visser, 1992: 18). Στην Δυτική Ευρώπη, την μεταπολεμική περίοδο αύξησης της συμμετοχής τα συνδικάτα (1950 -1975) διαδέχθηκε η περίοδος που ακολούθησε την κρίση του 1973 και είναι περίοδος μείωσης της συμμετοχής (βλ. Ebbinghaus & Visser, 1999). Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, πολλές έρευνες (π.χ. Western, 1995˙ Scruggs, 2002˙ Visser, 2006) έχουν δείξει την πτώση της συμμετοχής στα συνδικάτα – επομένως και της συνδικαλιστικής πυκνότητας – τόσο στην Ευρώπη[6] όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο (βλ. Διάγραμμα 1).

Διάγραμμα 1. Συνδικαλιστική πυκνότητα στις χώρες του ΟΟΣΑ, 1960-2011.

 

Πηγή: OECD Employment database

 

Η Ελλάδα – με τις ιδιαιτερότητές της – ακολουθεί αυτήν την γενική τάση μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Στην περίοδο της τρέχουσας κρίσης, παράγοντες που σχετίζονται αρνητικά με την συμμετοχή στα συνδικάτα παροξύνονται σαν αποτέλεσμα των πολιτικών λιτότητας και της αναμόρφωσης των εργασιακών σχέσεων που επιβάλλονται από ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ. Μεταξύ άλλων, τέτοιες είναι η εκρηκτική αύξηση της ανεργίας, η διάδοση μορφών ευέλικτης απασχόλησης όπως είναι η μερική απασχόληση, η αναμόρφωση του πλαισίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις στην κατεύθυνση της αποκέντρωσής τους (βλ. Zisimopoulos et al, 2011).

Η παρούσα εργασία επιχειρεί να συμβάλλει τόσο στην παροχή και παρουσίαση πρόσφατων εμπειρικών δεδομένων[7] σχετικά με την συμμετοχή στα ελληνικά συνδικάτα αλλά και μιας συνεκτικής ανάλυσης των παραγόντων που σχετίζονται με αυτή. Σε αυτή την κατεύθυνση η παρούσα εργασία δομείται ως εξής: Στην πρώτη ενότητα παραθέτουμε το εννοιολογικό πλαίσιο σχετικά με τη μέτρηση της συμμετοχής στα συνδικάτα και ειδικότερα αυτό της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Στην δεύτερη ενότητα γίνεται η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας σχετικά με τους παράγοντες που σχετίζονται με την συμμετοχή στα συνδικάτα. Στην τρίτη ενότητα παρουσιάζουμε την μεθοδολογία της έρευνας και στην τέταρτη ενότητα τα ευρήματα που προέκυψαν από αυτή. Τέλος, η παρούσα εργασία ολοκληρώνεται με τις συμπερασματικές παρατηρήσεις.

 

 

Συμμετοχή και μέτρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας

 

Η συνδικαλιστική πυκνότητα αποτελεί ένα σημαντικό μέτρο της δύναμης των συνδικάτων. Στο βαθμό που ο τρόπος ορισμού και μέτρησης επιτρέπει συγκρίσεις, περιγράφει πώς μεταβάλλεται η θέση των συνδικάτων μέσα στο χρόνο, πώς διαφοροποιείται η συμμετοχή μεταξύ των διαφόρων χωρών, των τομέων της οικονομίας και των κοινωνικών ομάδων. Μεγάλες διακυμάνσεις στη συνδικαλιστική πυκνότητα αντανακλούν σημαντικές αλλαγές στο νομικό, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον των συνδικάτων. Ως εκ τούτου αποτελεί έναν σημαντικό δείκτη συγκρίσεων στην έρευνα των εργασιακών σχέσεων (Visser, 2006: 38).

Τα δεδομένα για τη μέτρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας μπορούν να αντληθούν: α) από έρευνες που βασίζονται στα αρχεία των συνδικάτων (administrative surveys) σχετικά με τη συμμετοχή, β) από έρευνες εργατικού δυναμικού ή γενικά έρευνες με ερωτηματολόγιο που γίνονται απευθείας στους εργαζόμενους (labour force surveys/household surveys), γ) από έρευνες σε επιχειρήσεις όπου οι διοικήσεις των επιχειρήσεων δίνουν στοιχεία αναφορικά με τον αριθμό των μισθωτών που είναι μέλη του συνδικάτου (establishment surveys) (Hayter and Stoevska, 2011: 4˙ Visser, 1991: 98). Ωστόσο, περισσότερο διαδεδομένη είναι η χρήση των δύο πρώτων τύπων ερευνών (Visser, 2006: 39˙ 1991: 98˙ Chang and Sorrentino, 1991: 46). Ιδιαίτερα ο δεύτερος τύπος ερευνών δίνει τη δυνατότητα να εξεταστούν επιπλέον παράγοντες που σχετίζονται με τη συμμετοχή στα συνδικάτα όπως είναι τα προσωπικά χαρακτηριστικά και οι συμπεριφορές/στάσεις των μισθωτών (Visser, 1991: 98).

Η συνδικαλιστική πυκνότητα ορίζεται ως το πηλίκο της πραγματικής συμμετοχής (actual union membership) στα συνδικάτα προς τη δυνητική συμμετοχή (potential union membership) (βλ. Visser, 2006: 43˙ Παλαιολόγος, 2006: 147˙ Kelly and Bailey, 1989: 55).

 

 

 

Ωστόσο, ανακύπτει το ζήτημα σχετικά με το τι θεωρείται κάθε φορά μέλος και ποιες είναι οι επιλέξιμες κοινωνικές ομάδες της δυνητικής συμμετοχής. Οι διαφοροποιήσεις στον ορισμό της ιδιότητας του μέλους και της δυνητικής συμμετοχής καθιστούν δύσκολη τόσο τη σύγκριση μεταξύ διαφορετικών ετών όσο και τη σύγκριση μεταξύ των διαφόρων χωρών.

 

Πραγματική και δυνητική συμμετοχή

 

Στην περίπτωση των ερευνών με ερωτηματολόγιο και των ερευνών εργατικού δυναμικού, ως μέλος θεωρείται αυτός που δηλώνει ότι ανήκει σε ένα συνδικάτο  (Visser, 2006: 40) και συνήθως οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, οι συνταξιούχοι ή όσοι για οποιονδήποτε λόγο είναι εκτός εργατικού δυναμικού δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτές τις στατιστικές (Chang and Sorrentino, 1991: 47). Στην περίπτωση των δεδομένων που προέρχονται από τα συνδικάτα ως μέλος θεωρείται αυτός που πληρώνει τη συνδρομή του ή αυτός που αναγνωρίζεται από το συνδικάτο ως μέλος (Visser, 2006: 40).

Τα δεδομένα που δίνονται από τα συνδικάτα τείνουν να υπερεκτιμούν τη συμμετοχή σε σχέση με τα δεδομένα των ιδιωτικών ερευνών (Chang and Sorrentino, 1991: 47) καθώς στη δύναμή τους εντάσσονται διάφορες κατηγορίες μη μισθωτών (π.χ. συνταξιούχοι, φοιτητές, αυτοαπασχολούμενοι, άνεργοι) (Visser, 2006: 42˙ Chang and Sorrentino, 1991: 49). Επιπλέον, οι στατιστικές που βασίζονται σε στοιχεία που παρέχουν τα ίδια τα συνδικάτα ποικίλουν από συνδικάτο σε συνδικάτο. Κάποια συνδικάτα εντάσσουν μόνο τους εργαζόμενους που είναι πλήρη μέλη ενώ άλλα εντάσσουν και μέλη τα οποία εξαιρούνται από την πληρωμή πλήρους συνδρομής όπως είναι οι άνεργοι, τα άτομα με αναπηρία, όσοι είναι σπουδαστές ή βρίσκονται σε διαδικασία κατάρτισης. Ενώ πολλά συνδικάτα θεωρούν ως μέλη μόνο εκείνους που είναι «ταμειακώς εντάξει» άλλα θεωρούν ως μέλη τους ψηφίσαντες (Chang and Sorrentino, 1991: 47).

Επιπλέον προβλήματα ανακύπτουν στα στοιχεία που δίνονται από τα συνδικάτα καθώς πολλές φορές είτε υπερεκτιμούν είτε υποεκτιμούν το μέγεθος των μελών. Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις τα στοιχεία δεν είναι επικαιροποιημένα (π.χ. κάποια μέλη αποχωρούν ή αποβιώνουν), υπάρχουν εργαζόμενοι που είναι μέλη σε περισσότερα από δύο συνδικάτα. Τα συνδικάτα, επίσης, μπορεί να διογκώνουν το αριθμό των μελών σκοπίμως για λόγους κύρους, εντυπωσιασμού των εργοδοτών και των μελών τους ή για προβολή της δύναμης τους σε ανταγωνιστικά σωματεία. Μπορεί, επίσης, να μειώνουν τον αριθμό των μελών τους τεχνητά για να μειώνουν τις κατά κεφαλή εισφορές τους προς τις ομοσπονδίες. Ωστόσο, τα παραπάνω προβλήματα δεν υπάρχουν στις έρευνες με ερωτηματολόγιο και τις έρευνες εργατικού δυναμικού (Chang and Sorrentino, 1991: 49).

Η δυνητική συμμετοχή εξαρτάται από τα κριτήρια επιλογής, τα οποία συνήθως εξάγονται από το καταστατικό των σωματείων (union rulebook) ή από το σύνταγμα. Υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κρατών καθώς σε μερικές χώρες μια σειρά από κατηγορίες εξαιρούνται (π.χ. εργαζόμενοι στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας στην Ιταλία, στην Πολωνία, στην Ισπανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο) (Visser, 2006: 43).

 

 

Ορισμοί συνδικαλιστικής πυκνότητας και συγκρισιμότητα

 

Ο στενός ορισμός της συνδικαλιστικής πυκνότητας (Narrow density Rate) αποτελεί έναν δείκτη με αριθμητή τα μέλη των συνδικάτων στη μισθωτή απασχόληση (αποκλείοντας τους άνεργους, τους αυτοαπασχολούμενους  και τους συνταξιούχους) και παρονομαστή τη συνολική μισθωτή απασχόληση (total employees).

 

 

Στην περίπτωση που δεν είναι δυνατόν να αποκλειστούν οι μη μισθωτές κατηγορίες μελών από την καταγραφή της συμμετοχής στα συνδικάτα τότε ως αριθμητής ορίζεται το σύνολο των μελών (Hayter and Stoevska, 2011: 5-6).

 

 

Ο ευρύτερος δείκτης συνδικαλιστικής πυκνότητας (comprehensive density rate) έχει ως αριθμητή το σύνολο των μελών και ως παρονομαστή τη συνολική απασχόληση. Χρησιμοποιείται κυρίως στην περίπτωση αναπτυσσόμενων χωρών για τις οποίες υπάρχουν ελλιπή δεδομένα  (Hayter and Stoevska, 2011: 5-6).

 

%

 

Άλλοι διακριτοί δείκτες είναι η μεικτή και η καθαρή συνδικαλιστική πυκνότητα. H μεικτή συνδικαλιστική πυκνότητα (Gross Density) έχει ως παρονομαστή τους μισθωτούς απασχολούμενους και ως αριθμητή όλα τα μέλη των συνδικάτων συμπεριλαμβανομένων των ανέργων και των συνταξιούχων. Η καθαρή συνδικαλιστική πυκνότητα (Net Density) έχει ως αριθμητή μόνο τα μέλη που είναι μισθωτοί απασχολούμενοι (Lawrence and Ishikawa, 2005: 4).

Δεδομένων των προβλημάτων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα, τα δεδομένα που δημοσιεύονται από κάθε χώρα είναι χρήσιμα ως δείκτες ευρύτερων τάσεων αλλά δεν είναι κατάλληλα για συγκρίσεις μεταξύ των χωρών. Τα μη προσαρμοσμένα δεδομένα παρουσιάζουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα των συγκριτικών τάσεων (Chang and Sorrentino, 1991: 46).

Η πολιτική μισθωτή απασχόληση είναι ένα μέτρο της δυνητικής απασχόλησης που επιτρέπει συγκρίσεις καθώς εστιάζει στα μέλη που επηρεάζονται περισσότερο από τις δραστηριότητες των σωματείων όπως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις (Chang and Sorrentino, 1991: 49). Προκειμένου να είναι συγκρίσιμα τα μεγέθη της συνδικαλιστικής πυκνότητας μεταξύ των διαφόρων χωρών χρησιμοποιείται το μέγεθος της πολιτικής μισθωτής απασχόλησης ως μέτρο της δυνητικής συμμετοχής. Αποκλείονται, δηλαδή, οι άνεργοι, οι αυτοαπασχολούμενοι και οι στρατιωτικοί (Visser, 2006: 43). Σύμφωνα με τον OECD (2011: 360) το πολιτικό εργατικό δυναμικό περιλαμβάνει το σύνολο του εργατικού δυναμικού, εξαιρουμένων των στρατιωτικών απασχολούμενων στις ένοπλες δυνάμεις.[8] Έτσι η πολιτική μισθωτή απασχόληση αποκλείει τους αυτοαπασχολούμενους, τους συνταξιούχους, τους άνεργους, τους φοιτητές και τους στρατιωτικούς.

Έτσι, ο δείκτης που μπορεί να εξασφαλίσει τη συγκρισιμότητα μεταξύ των διαφόρων χωρών είναι:

 

 

 

 

Προσδιοριστικοί παράγοντες συμμετοχής στα συνδικάτα

 

Στη βιβλιογραφία αναφέρονται μια σειρά από παράγοντες οι οποίοι καθορίζουν τη συμμετοχή στα συνδικάτα. Για τους σκοπούς της παρούσας εργασίας ταξινομούμε τους προσδιοριστικούς παράγοντες συμμετοχής στα συνδικάτα α) σε παράγοντες που σχετίζονται με τα προσωπικά χαρακτηριστικά, β) σε δομικούς παράγοντες, γ) σε θεσμικούς παράγοντες, δ) σε συμπεριφορικούς παράγοντες. Παρόμοιες κατηγορίες περιλαμβάνονται και στις ταξινομήσεις που υιοθετούνται από τους Ebbinghaus και Visser[9] (1999) και από τους Van den Berg και Groot[10] (1992˙ 1994).

 

α) Προσωπικά χαρακτηριστικά

 

Το επίπεδο εκπαίδευσης αποτελεί προσδιοριστικό παράγοντα συμμετοχής στα εργατικά σωματεία. Οι εργαζόμενοι χαμηλής ειδίκευσης και εκπαίδευσης (χαμηλότερης από δευτεροβάθμιας) και υψηλότερης εκπαίδευσης (τριτοβάθμιας) τείνουν να είναι λιγότερο συνδικαλισμένοι σε σχέση με τους εργαζόμενους μεσαίου επιπέδου εκπαίδευσης (δευτεροβάθμιας) (Ebbinghaus et al., 2011:111˙ Schnabel & Wagner, 2007: 22). Η διαφορά αυτή ερμηνεύεται από το γεγονός ότι οι υψηλότερης μόρφωσης μισθωτοί έχουν καλύτερη ατομική διαπραγματευτική δύναμη (συνεπώς έχουν λιγότερο ανάγκη την συλλογική εκπροσώπηση) και συνήθως ταυτίζονται με τη διοίκηση παρά με το εργατικό κίνημα. Οι χαμηλότερης μόρφωσης και ειδίκευσης εργαζόμενοι αν και είναι πιο φιλικοί προς τα συνδικάτα, εξαιτίας της υψηλής εργασιακής τους αστάθειας έχουν μικρότερη πιθανότητα να είναι μέλη συνδικάτων (Schnabel & Wagner, 2007: 22).

 

β) Δομικοί παράγοντες

 

Στους δομικούς παράγοντες συμπεριλαμβάνουμε παράγοντες που σχετίζονται με τη δομή της απασχόλησης όπως είναι η κατανομή της απασχόλησης μεταξύ των τριών τομέων παραγωγής, το μέγεθος της επιχείρησης, η κατανομή μεταξύ απασχόλησης στο δημόσιο και των ιδιωτικό τομέα, η διάδοση της μερικής απασχόλησης και των ατυπικών μορφών απασχόλησης.

Οι εργαζόμενοι σε κλάδους εξόρυξης πρώτων υλών και εν γένει στον δευτερογενή τομέα (μεταποίηση, κατασκευές) τείνουν να είναι περισσότεροι συνδικαλισμένοι σε σχέση με τους εργαζόμενους στο μη-βιομηχανικό τριτογενή τομέα παραγωγής (χρηματοπιστωτικός τομέας, εμπόριο, υπηρεσίες) με σημαντική εξαίρεση τον τομέα των μεταφορών. Η διαφοροποίηση αυτή σχετίζεται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε τομέα και ιδιαίτερα με το μέγεθος των επιχειρήσεων σε κάθε έναν από αυτούς. Μεταξύ των διαφόρων κλάδων του δευτερογενούς τομέα, μεγαλύτερη συμμετοχή στα συνδικάτα παρατηρείται σε εκείνους τους κλάδους οι οποίοι κυριαρχούνται από λίγες επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους και με μεγάλη αναλογία κεφαλαίου ανά εργαζόμενο (Freeman and Medoff, 1984: 32-33).

Το μέγεθος του δημόσιου τομέα και η συμμετοχή στα συνδικάτα συνδέονται θετικά (Ebbinghaus & Visser, 1999: 142). Εντός του δημόσιου τομέα, οι μεγάλης κλίμακας μονάδες απασχόλησης και ο μεγάλος βαθμός γραφειοκρατικοποίησης που τις χαρακτηρίζει, αυξάνουν το γενικό ενδιαφέρον των μισθωτών για τα συλλογικά τους συμφέροντα και την συλλογική τους εκπροσώπηση. Έτσι οι μισθωτοί στο δημόσιο τομέα είναι περισσότερο πρόθυμοι να αναγνωρίσουν τα συνδικάτα (Bean & Holden, 1992: 56). Τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής στα συνδικάτα των μισθωτών του δημόσιου τομέα συνδέονται επίσης με την λανθάνουσα πολιτική επιρροή που ασκούν οι δημόσιοι υπάλληλοι καθιστώντας έτσι ευκολότερη την αναγνώρισή τους από τις κυβερνήσεις αλλά και με τον υψηλό βαθμό εργασιακής ασφάλειας (Bean, 1994: 42; Hyman, 2008: 265˙ βλ. Ζησιμόπουλος και Οικονομάκης, 2012: 16). Έτσι, ο συνδικαλισμός είναι κυρίαρχος στο δημόσιο τομέα και η αναγνώριση των συνδικάτων συνήθης. Αντίθετα τα συνδικάτα συναντούν δυσκολίες στο να προσεγγίσουν εργαζόμενους σε μικρής κλίμακας επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα (Ebbinghaus et al., 2011:112).

Το μέγεθος της επιχείρησης/οργανισμού συνδέεται επίσης θετικά με την συμμετοχή στα εργατικά σωματεία, καθώς όσο μεγαλύτερη είναι μια επιχείρηση ή ένας οργανισμός τόσο πιθανότερο είναι να υπάρχει σε αυτή σωματείο ή συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι (Ebbinghaus et al., 2011: 112-113, 119˙ βλ. Freeman and Medoff, 1984: 32-33) γεγονός που επιδρά θετικά στην στρατολόγηση μελών και στην οργάνωση των συνδικάτων (Schnabel & Wagner, 2007:25).

 

 

Σημειώσεις για τη μέτρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα

 

Η συμμετοχή στα ελληνικά συνδικάτα παρουσιάζει μια συνεχή πτωτική τάση τα τελευταία 20 χρόνια (βλ. Διάγραμμα 2). Ο Visser (2013) αναφέρει πως το 2011 υπήρξε μικρή αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας η οποία ανήλθε σε 25,4% (για τα έτη 2009-2010 δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία). Αυτή η αύξηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας συγκριτικά με το 2008 (24%) είναι αποτέλεσμα της ταχύτερης συρρίκνωσης της μισθωτής εργασίας (η ανεργία το τέταρτο τρίμηνο του 2012 ανήλθε σε 26% από 7,9% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008[11]) συγκριτικά με την συρρίκνωση της συμμετοχής στα συνδικάτα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Διάγραμμα 2. Συνδικαλιστική πυκνότητα στην Ελλάδα, 1977-2008

Πηγή: Visser, 2013.

 

Τα δεδομένα για τη μέτρηση της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα βασίζονται στα στοιχεία (administrative data) που δίνονται από τις τριτοβάθμιες συνομοσπονδίες του δημόσιου (ΑΔΕΔΥ) και του ιδιωτικού τομέα (ΓΣΕΕ) (βλ. Visser et al., 2012: 3˙ Eurofound, 2009: 34). Ως μέλη θεωρούνται οι εργαζόμενοι που ψήφισαν στις εκλογές των συνδικάτων. Τα καταστατικά των συνδικάτων ορίζουν πως το μέλος που έχει δικαίωμα να ψηφίσει πρέπει να είναι ταυτόχρονα και «οικονομικώς τακτοποιημένος» (paid-up member), ωστόσο, όπως αναφέρει ο Κουζής (2009: 317) τα συνδικάτα δεν διαγράφουν τα μέλη που δεν πληρώνουν την συνδρομή τους.

Ωστόσο, στην ελληνική αρθρογραφία/βιβλιογραφία (βλ. Βερναρδάκης κ.ά., 2005: 8˙ Κάππος, 2005: 116-117) αναφέρεται πως συνήθως τα μεγέθη της συνδικαλιστικής πυκνότητας είναι υπερεκτιμημένα εξαιτίας της διόγκωσης του πραγματικού αριθμού των μελών από τα συνδικάτα για λόγους όμοιους με αυτούς που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ενότητα.

 

 

Όψεις της απασχόλησης και της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα

 

Η μισθωτή εργασία στην Ελλάδα ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης παραμένει και σήμερα[12] σε χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τις χώρες της Ε.Ε. Το 2012 αποτελούσε το 65,37% της συνολικής απασχόλησης, ενώ για την Ε.Ε των 27 χωρών και τη Γερμανία τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 84,26% και 89,03%[13]. Πρόκειται για χαρακτηριστικό που τονίζει την «αργή ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής στην Ελλάδα» (Κουζής, 2007: 48).

Σημαντικό επίσης χαρακτηριστικό είναι η μεγάλη διασπορά της απασχόλησης στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις. Όπως φαίνεται και στον Πίνακα 1. το 85,2% της απασχόλησης αντιστοιχεί σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Δηλαδή, στη μέση ελληνική επιχείρηση απασχολούνται 3,2 άτομα και με αναγωγή στη μισθωτή απασχόληση περίπου 2 εργαζόμενοι ανά επιχείρηση[14].

 

Πίνακας 1. Κατανομή της απασχόλησης ανά μέγεθος επιχείρησης, 2011*
 

Επιχειρήσεις

Απασχόληση

Ελλάδα

ΕΕ-27

Ελλάδα

ΕΕ-27

Μέγεθος** Αριθμός Ποσοστό Ποσοστό Αριθμός Ποσοστό Ποσοστό
Πολύ μικρές

703648

96,6%

92,2%

1338671

57,1%

29,6%

Μικρές

21586

3,0%

6,5%

404290

17,2%

20,6%

Μεσαίες

2649

0,4%

1,1%

255492

10,9%

17,2%

ΜΜΕ

727883

99,9%

99,8%

1998453

85,2%

67,4%

Μεγάλες

399

0,1%

0,2%

346200

14,8%

32,6%

Σύνολο

728282

100,0%

100,0%

2344653

100,0%

100,0%

Πηγή: European Commission (2012).
*Εκτιμήσεις.

**Πολύ μικρές <10 απασχολούμενοι, Μικρές < 50 απασχολούμενοι, Μεσαίες < 250 απασχολούμενοι,  Μεγάλες ≥ 250 απασχολούμενοι (European Commission, 2003̇ 2005).

Σημείωση: Τα στοιχεία αναφέρονται στην «επιχειρηματική οικονομία».

 

Το χαρακτηριστικό αυτό είναι καθοριστικής σημασίας καθώς στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις είναι περισσότερο πιθανόν να αναπτυχθεί η εργοδοτική τρομοκρατία επηρεάζοντας αρνητικά τη δράση των συνδικάτων και τη συμμετοχή σε αυτά. Από την άλλη πλευρά, οι διαπροσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των εργαζομένων που απασχολούνται σε μικρές επιχειρήσεις και των εργοδοτών, οι οποίοι συχνά απασχολούνται ως άμεσοι εργαζόμενοι στην παραγωγική διαδικασία, είναι ένας άλλος παράγοντας που αποθαρρύνει τη συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις (βλ. Κατσορίδας, 2002: 123-128).

Η συνολική απασχόληση στο δημόσιο τομέα στην Ελλάδα ακολουθεί τα τελευταία χρόνια το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (Ζησιμόπουλος και Οικονομάκης, 2012: 21). Η απασχόληση στη γενική κυβέρνηση (στενός δημόσιος τομέας) είναι κατά πολύ μικρότερη αυτής των χωρών του ΟΟΣΑ (βλ. Διάγραμμα 3).

 

Διάγραμμα 3. Δημόσια απασχόληση στην Ελλάδα ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού (2001, 2011).

Πηγή: OECD (2013: 103), επεξεργασία των συγγραφέων.

Σημειώσεις: Οι υπολογισμοί βασίζονται στα διαθέσιμα στοιχεί από 23 χώρες μέλη του OECD. Μη διαθέσιμα ή ανεπαρκή στοιχεία για Αυστραλία, Χιλή, Τουρκία και Βραζιλία.

 

Από το σύνολο της μισθωτής απασχόλησης κατά την περίοδο διεξαγωγής της παρούσας έρευνας, το 63,13% εργαζόταν στον ιδιωτικό τομέα και το 36,87% στο δημόσιο τομέα (ευρύτερο και στενό δημόσιο τομέα) (Διάγραμμα 4).

Διάγραμμα 4. Κατανομή των μισθωτών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα,

δ’ τρίμηνο 2012.

 Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, επεξεργασία των συγγραφέων.

 

Σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή των μισθωτών ανά επίπεδο εκπαίδευσης. Όπως προκύπτει από το Διάγραμμα 5 οι μισθωτοί που είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προσεγγίζουν το 50% του συνόλου των μισθωτών. Η αύξηση του ποσοστού της συγκεκριμένης κατηγορίας κατά την δεκαετία 2002-2012 ήταν της τάξης του 15%. Προκύπτει, δηλαδή, κατά τις τελευταίες δεκαετίες μια όλο και υψηλότερη εκπαιδευτική στάθμη της μισθωτής εργασίας στην Ελλάδα.

 

Διάγραμμα 5. Κατανομή μισθωτών ανά επίπεδο εκπαίδευσης.

 

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (2012), επεξεργασία των συγγραφέων.

 

Σχετικά με την κατανομή των μισθωτών ανά τομέα παραγωγής, από το Διάγραμμα 6 προκύπτει ότι η συντριπτική πλειοψηφία της μισθωτής εργασίας συγκεντρώνεται στον τριτογενή τομέα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ των 27.[15] Ωστόσο, το ποσοστό της μισθωτής εργασίας στον τριτογενή τομέα στην Ελλάδα είναι κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του μέσου όρου των 27 χωρών της Ε.Ε. Το αντίστροφο συμβαίνει με το ποσοστό των απασχολούμενων στο δευτερογενή τομέα.

 

Διάγραμμα 6. Κατανομή των μισθωτών ανά τομέα παραγωγής,

δ’ τρίμηνο 2012.

 

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ (2012), Eurostat, επεξεργασία των συγγραφέων.

 

 

Μεθοδολογία

 

Η παρούσα μελέτη αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης περιγραφικής έρευνας η οποία έλαβε χώρα το τέταρτο τρίμηνο του 2012. Η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε σε πανελλαδική κλίμακα και συλλέχθηκαν 4012 πλήρως απαντημένα και έγκυρα ερωτηματολόγια που αποτελούν και το δείγμα της συνολικής έρευνας.

Σύμφωνα με τη θεωρητική προσέγγιση της παρούσας μελέτης, το ποσοστό συνδικαλιστικής πυκνότητας έχει υπολογισθεί ως προς την πολιτική μισθωτή απασχόληση και έχουν αποκλειστεί κατά τον υπολογισμό του το στρατιωτικό προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων καθώς επίσης και οι μη ενεργές ομάδες. Συνεπώς απομονώσαμε από το αρχικό δείγμα (4012), κατάλληλο δείγμα  896  απαντήσεων απασχολούμενων μισθωτών, σταθμισμένο ως προς τον κλάδο παραγωγής, το φύλλο και  την ηλικία.

Στο γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζονται οι μεταβλητές που χρησιμοποιήθηκαν. Η μεταβλητή απόκρισης, της οποίας τις μεταβολές επιθυμούμε να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε, και οι ερμηνευτικές μεταβλητές των οποίων οι μεταβολές ελέγχουμε αν προκαλούν στατιστικά σημαντική μεταβολή και στη μεταβλητή απόκρισης.

 

 

 

Συνδικαλιστική Πυκνότητα  Επίπεδο εκπαίδευσης * Τομέας παραγωγής * Δημόσιος/Ιδιωτικός τομέας * Μέγεθος επιχείρησης/οργανισμού

Με τη χρήση πολυπαραγοντικής ανάλυση διακύμανσης εξετάσαμε την επίδραση κάθε παράγοντα στη μεταβλητή απόκρισης. Ελέγχθηκαν επίσης και οι αλληλεπιδράσεις όλων των πιθανών συνδυασμών μεταξύ των τεσσάρων παραγόντων, κάθε μία ως ξεχωριστός παράγοντας. Για κάθε παράγοντα, η αλληλεπίδραση που βρέθηκε να επιδρά στατιστικά σημαντικά στην μεταβλητή απόκρισης ελέγχθηκε σε δεύτερο επίπεδο προκειμένου να προσδιοριστεί το πρόσημο της επίδρασης.

 

Αποτελέσματα

 

Από την επεξεργασία των στοιχείων προέκυψε πως η συμμετοχή των μισθωτών στα συνδικάτα (συνδικαλιστική πυκνότητα) ανέρχεται σε 21,54% της συνολικής (πολιτικής) μισθωτής  απασχόλησης.[16] Σε συνθήκες συρρίκνωσης της μισθωτής απασχόλησης, το ποσοστό αυτό υποδεικνύει την αποστοίχιση των μισθωτών από τα συνδικάτα σε σχετικά και απόλυτα μεγέθη.

 

Πολυπαραγοντική ανάλυση

 

Στον Πίνακα 2 που ακολουθεί παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της πολυπαραγοντικής ανάλυσης διακύμανσης (ANOVA). Εστιάζουμε στις στατιστικά σημαντικές κύριες επιδράσεις αλλά και αλληλεπιδράσεις. Οι παράγοντες χωρίς κάποια ένδειξη στη στήλη sign δεν μπορούν να θεωρηθούν ως στατιστικά σημαντικοί για οποιοδήποτε επίπεδο σημαντικότητας.

Πίνακας 2.

Παράγοντας / Συνδυασμός παραγόντων Sign Επίδραση
Επίπεδο εκπαίδευσης *** Πίνακας 2
Τομέας παραγωγής   Πίνακας 2
Δημόσιος / Ιδιωτικός τομέας *** Πίνακας 2
Μέγεθος επιχείρησης *** Πίνακας 2
Επίπεδο εκπαίδευσης – Δημόσιος/Ιδιωτικός τομέας  * Πίνακας 5
Επίπεδο εκπαίδευσης – Μέγεθος επιχείρησης **  Πίνακας 6
Δημόσιος / Ιδιωτικός τομέας – Μέγεθος επιχείρησης *** Πίνακας 7
Επίπεδο εκπαίδευσης – Δημόσιος/Ιδιωτικός τομέας – Μέγεθος επιχείρησης    

Signif. codes:  0 ‘***’ 0.001 ‘**’ 0.01 ‘*’ 0.05 ‘.’ 0.1 ‘ ’ 1

 

 

 

 

Κύριες επιδράσεις

 

Από την μονοπαραγοντική ανάλυση προέκυψε πως μόνο οι τρεις από τις τέσσερις υπό εξέταση μεταβλητές επηρεάζουν στατιστικά σημαντικά τις απαντήσεις των ερωτώμενων σχετικά με το αν συμμετέχουν ή όχι σε σωματείο/συνδικάτο. Από τον Πίνακα 3 προκύπτει ότι την εντονότερη θετική επίδραση στη διαμόρφωση του μεγέθους της συνδικαλιστικής πυκνότητας ασκεί το μέγεθος της επιχείρησης και συγκεκριμένα από 50 έως 250 μισθωτούς. Την εντονότερη αρνητική επίδραση ασκεί η κατανομή της απασχόλησης σε δημόσιο/ιδιωτικό τομέα και συγκεκριμένα η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα.

 

Πίνακας 3. Γενικευμένο γραμμικό υπόδειγμα

Κατηγορίες

Sing.

Beta

Επίπεδο εκπαίδευσης

Τριτοβάθμια

**

0.0972

Μεταπτυχιακό

***

0.1483

Μέγεθος επιχείρησης/οργανισμού

10 έως 19

*

0.1083

20 έως 49

***

0.2624

50 έως 250

***

0.3335

Πάνω από 250

***

0.1658

Δημόσιοι υπάλληλοι / Άλλοι

Δημόσιοι υπάλληλοι

***

0.2356

Δημόσιος / Ιδιωτικός

Ιδιωτικός τομέας

***

-0.1734

Τομέας παραγωγής

Δευτερογενής

(-)

(-)

Τριτογενής

(-)

(-)

           

Από τον Πίνακα 3 και από το Διάγραμμα 7 προκύπτει ότι οι μισθωτοί που έχουν αποφοιτήσει από την τριτοβάθμια εκπαίδευση – και εντονότερα όσοι είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων – τείνουν να συμμετέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στα συνδικάτα έναντι των μισθωτών χαμηλότερης εκπαιδευτικής στάθμης. Το εύρημα αυτό δεν επιβεβαιώνει την υπόθεση που εξάγεται από τη θεωρητική επισκόπηση, σύμφωνα με την οποία η χαμηλότερης και η υψηλότερης  εκπαιδευτικής στάθμης μισθωτοί τείνουν να συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό στα συνδικάτα συγκριτικά με τους μισθωτούς μεσαίων βαθμίδων εκπαίδευσης. Λαμβάνοντας υπόψη τον Πίνακα 3 και την θετική αλληλεπίδραση της εκπαίδευσης με το δημόσιο τομέα, μπορούμε να ερμηνεύσουμε αυτή την διαφοροποίηση από το γεγονός ότι οι απόφοιτοι τριτοβάθμιας και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων αποτελούν αθροιστικά μεγαλύτερο ποσοστό της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα (Πίνακας 4) όπου υπάρχει μεγαλύτερη εργασιακή ασφάλεια και ευνοείται η συμμετοχή στα συνδικάτα. Ωστόσο, το εύρημα αυτό απαιτεί περεταίρω συγκριτική έρευνα αναφορικά με τη σύνθεση των μισθωτών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα ανά επίπεδο εκπαίδευσης με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Πίνακας 4. Κατανομή μισθωτών ανά επίπεδο εκπαίδευσης σε Δημόσιο/Ιδιωτικό τομέα.
  Βασικές Μεταλυκειακές ΤΕΙ ΑΕΙ Master PhD
Δημόσιος 20.1% 11.4% 17.1% 29.4% 18.3% 3.6%
Ιδιωτικός 32.3% 11.5% 18.8% 23.3% 13.5% 0.5%

 

 

Διάγραμμα 7. Συνδικαλιστική πυκνότητα ανά επίπεδο εκπαίδευσης

Αναφορικά με το μέγεθος τις επιχείρησης, από τον Πίνακα 3 και το Διάγραμμα 8 προκύπτει πως το μέγεθος της επιχείρησης επιδρά θετικά στη διαμόρφωση του ύψους της συνδικαλιστικής πυκνότητας καθώς αυξάνεται το μέγεθος, με εντονότερη στις επιχειρήσεις που απασχολούν από 50 έως 250 εργαζόμενους. Ωστόσο, αυτή η επίδραση μετριάζεται στις επιχειρήσεις με περισσότερους από 250 εργαζόμενους. Μια πιθανή ερμηνεία αυτής της διαφοροποίησης είναι η αύξηση των ορίων (μαζικών) απολύσεων για τις μεγάλες επιχειρήσεις που επιβλήθηκε με τους νόμους που ακολούθησαν την εφαρμογή του πρώτου Μνημονίου,[17] εντείνοντας των φόβο έναντι των απολύσεων και αποθαρρύνοντας τη συμμετοχή στα συνδικάτα.

 

Διάγραμμα 8. Συνδικαλιστική πυκνότητα ανά μέγεθος επιχείρησης

 

Από την ανάλυση των δεδομένων προκύπτει επίσης πως οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα τείνουν να συμμετέχουν στα συνδικάτα σε υψηλότερα ποσοστά έναντι των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (βλ. Διάγραμμα 9). Το αποτέλεσμα αυτό είναι συνεπές με προϋπάρχουσες έρευνες.

Διάγραμμα 9. Συνδικαλιστική πυκνότητα σε δημόσιο/ιδιωτικό τομέα

Ωστόσο, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 10 διαφοροποιούνται τα επίπεδα συνδικαλιστικής πυκνότητας όταν γίνεται διαχωρισμός των μισθωτών ανάμεσα σε εκείνους που καλύπτονται από την ΑΔΕΔΥ (μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι) και σε εκείνους που καλύπτονται από την ΓΣΕΕ (μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα και μισθωτοί του δημοσίου υπό καθεστώς συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου).

 

Διάγραμμα 10. Συνδικαλιστική πυκνότητα δημοσίων υπαλλήλων/μισθωτών ιδιωτικού δικαίου

 

 

 

Αλληλεπιδράσεις δύο παραγόντων

 

Από τον Πίνακα 5 προκύπτει πως οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα τείνουν να συμμετέχουν στα συνδικάτα περισσότερο συγκριτικά με τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και από αυτούς εντονότερα διαφοροποιούνται οι μισθωτοί που έχουν πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές.

 

Πίνακας 5. Γενικευμένο γραμμικό υπόδειγμα

Επίπεδο εκπαίδευσης με δημόσιο/ιδιωτικό τομέα

Εκπαίδευση

Δημόσιος/Ιδιωτικός

Sign. level

Beta

Βασικές/Μεταλυκειακές

Δημόσιος

*

0.1338

Τριτοβάθμια

Δημόσιος

*

0.1384

Μεταπτυχιακές

Δημόσιος

***

0.3002

 

Αναφορικά με την αλληλεπίδραση του επιπέδου εκπαίδευσης και του μεγέθους της επιχείρησης, από τον Πίνακα 6 προκύπτει πως επιτείνεται η τάση χαμηλότερης συμμετοχής σε μικρότερες επιχειρήσεις (από 1 έως 9 εργαζόμενους) για του μισθωτούς με βασικές/μεταλυκειακές σπουδές και τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το γεγονός ότι δεν εμφανίζεται συσχέτιση ανάμεσα σε μέγεθος επιχείρησης από 1-9 και Μεταπτυχιακό επίπεδο σπουδών ερμηνεύεται από το γεγονός ότι είναι πολύ μικρό το ποσοστό τους σε αυτές τις επιχειρήσεις.[18] Ο συνδυασμός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και μεγέθους επιχείρησης/οργανισμού από 50 έως 250 εργαζόμενους κάνει εντονότερη την τάση συμμετοχής, επιβεβαιώνοντας και επιτείνοντας τις τάσεις σχετικά με το συγκεκριμένο επίπεδο εκπαίδευσης και το συγκεκριμένο μέγεθος επιχείρησης που αναδείχθηκαν στον Πίνακα 3.

 

Πίνακας 6. Γενικευμένο γραμμικό υπόδειγμα

Επίπεδο εκπαίδευσης με μέγεθος επιχείρησης – οργανισμού

Εκπαίδευση

Μέγεθος επιχείρησης

Sign. level

Beta

Βασικές/Μεταλυκειακές

1 έως 9

**

-0.2019

Τριτοβάθμια

1 έως 9

*

-0.1725

Τριτοβάθμια

50 έως 250

***

0.3284

 

Από τον Πίνακα 7 προκύπτει η εντονότερη τάση συμμετοχής των εργαζόμενων στους μικρούς οργανισμούς του δημόσιου τομέα – εύρημα που έρχεται σε αντίθεση με τη βιβλιογραφία –  πιθανόν να μπορεί να μπορεί να ερμηνευθεί από το γεγονός ότι ο μεγάλος βαθμός γραφειοκρατικής δομής των οργανισμών του δημοσίου αποθαρρύνει παρά ενισχύει τη συλλογική δράση. Αντίθετα, η αρνητική τάση συμμετοχής των μισθωτών του ιδιωτικού σε επιχειρήσεις από 1-19 ερμηνεύεται από παράγοντες που έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία όπως η διευκόλυνση της ανάπτυξης εργοδοτικής τρομοκρατίας. Επιπλέον, με βάση το υπάρχον νομικό πλαίσιο συνδικάτα μπορούν να ιδρυθούν με ελάχιστη προϋπόθεση τη συμμετοχή 20 μισθωτών (βλ. άρθρο 78 Αστικού Κώδικα και νόμο 1264/1982), παράγοντας που δεν ευνοεί την συλλογική δράση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις με λιγότερους από 20 εργαζόμενους.

Τέλος, από τον Πίνακα 7 προκύπτει η εντονότερη τάση συμμετοχής των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα σε επιχειρήσεις με 50 έως 250 εργαζόμενους. Η ανάλυση αυτού του ευρήματος ενισχύει το επιχείρημα ότι υπάρχει μια τάση συγκράτησης της συνδικαλιστικής συμμετοχής στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, όπως εντοπίστηκε στον πίνακα 2. Το εύρημα της θετικής επίδρασης του μικρού μεγέθους επιχειρήσεων/οργανισμών του δημόσιου τομέα ερμηνεύει πιθανόν το γιατί συγκρατείται η συμμετοχή στις μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις/οργανισμούς.

 

.Πίνακας 7. Γενικευμένο γραμμικό υπόδειγμα

Δημόσιος/Ιδιωτικός τομέας με μέγεθος επιχείρησης – οργανισμού

Δημόσιος/Ιδιωτικός

Μέγεθος επιχείρησης

Sign. level

Beta

Δημόσιος

1 έως 9

*

0.2083

Ιδιωτικός

1 έως 9

***

-0.1835

Δημόσιος

10 έως 19

*

0.1870

Ιδιωτικός

10 έως 19

*

-0.1234

Ιδιωτικός

50 έως 250

***

0.2870

 

 

Συμπεράσματα

 

Στην παρούσα εργασία επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε το μέγεθος της συνδικαλιστικής πυκνότητας στην Ελλάδα την περίοδο της τρέχουσας κρίσης αλλά και τέσσερις προσδιοριστικούς παράγοντες της συμμετοχής στα συνδικάτα. Από τα αποτελέσματα της έρευνας προκύπτει η συρρίκνωση της συμμετοχής των μισθωτών στα συνδικάτα σε σχετικά αλλά και απόλυτα μεγέθη. Από τους παράγοντες που διερευνήσαμε προέκυψε πως ο τομέας παραγωγής δεν ασκεί στατιστικά σημαντική επίδραση στη διαμόρφωση του μεγέθους της συνδικαλιστικής πυκνότητας.

Σε σχέση με το επίπεδο εκπαίδευσης προέκυψε πως οι μισθωτοί που είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων, τείνουν να συμμετέχουν σε μεγαλύτερο βαθμό στα συνδικάτα έναντι των υπόλοιπων μισθωτών. Το μέγεθος της επιχείρησης ασκεί θετική επίδραση στη διαμόρφωση του ύψους της συνδικαλιστικής πυκνότητας. Εντονότερη είναι η τάση των μισθωτών που εργάζονται σε επιχειρήσεις/ οργανισμούς με 50 έως 250 εργαζόμενους. Επιπλέον, οι μισθωτοί του δημόσιου τομέα τείνουν να συμμετέχουν στα συνδικάτα σε υψηλότερα ποσοστά συγκριτικά με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα.

Από την ανάλυση των αλληλεπιδράσεων προέκυψε η εντονότερη τάση συμμετοχής στα συνδικάτα των μισθωτών του δημόσιου τομέα που είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών. Επιπροσθέτως, μισθωτοί σε μικρές επιχειρήσεις που είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και όσοι έχουν πραγματοποιήσει βασικές/μεταλυκειακές σπουδές τείνουν να συμμετέχουν σε μικρότερο βαθμό στα συνδικάτα. Τέλος, προέκυψε πως στις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις/οργανισμούς – από 1 έως 19 εργαζόμενους – του δημόσιου τομέα είναι θετική η τάση συμμετοχής στα συνδικάτα ενώ αντίθετα στις αντίστοιχου μεγέθους επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι αρνητική η τάση συμμετοχής. Η απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα σε επιχειρήσεις από 50 έως 250 εργαζόμενους επηρεάζει έντονα θετικά την συμμετοχή στα συνδικάτα.

 

Αναφορές

 

Bean, R and Holden, K. (1992). Cross-national differences in trade union membership in OECD countries. Industrial Relations Journal, 23(1): 52–59.

Bean, R. (1994). Comparative Industrial Relations: an introduction to cross-national perspectives. London: Routledge.

Chang, C. and Sorrentino, C. (1991). Union Membership Statistics in 12 Countries. Monthly Labor Review, 114: 46–53.

Ebbinghaus, B. and Visser, J. (1999). When Institutions Matter: Union Growth and Decline in Western Europe, 1950-1995. European Sociological Review, 15(2): 135-158.

Ebbinghaus, B., Göbel, C. and Koos, S. (2011). Social capital, ‘Ghent’ and workplace contexts matter: Comparing union membership in Europe. European Journal of Industrial Relations, 17(2): 107-124.

Eurofound (2009). Trade union membership 2003–2008. Available online at: http://www.eurofound.europa.eu/docs/eiro/tn0904019s/tn0904019s.pdf.

European Commission (2003). COMMISSION RECOMMENDATION of 6 May 2003 concerning the definition of micro, small and medium-sized enterprises, 2003/361/EC.

European Commission (2005). The new SME definition: User guide and model declaration. Luxembourg: Office for Official Publications of the European Communities. Official Journal of the European Union.

European Commission (2012). Enterprise and Industry – SBA Fact Sheet 2012 Greece. Διαθέσιμο σε: http://ec.europa.eu/enterprise/policies/sme/facts-figures-analysis/performance-review/files/countries-sheets/2012/greece_en.pdf.

Eurostat. Online database, http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/statistics/search_database .

Freeman, R. and Medoff, J. (1984). What do unions do? New York: Basic Books.

Hayter, S. and Stoevska, V. (2011). Social Dialogue Indicators: International Statistical Inquiry 2008-09. Geneva: International Labour Office.

Hyman, R. (1975). Industrial Relations: A Marxist introduction. London: Macmillan.

Hyman, R. (1989). The Political Economy of Industrial Relations: Theory and Practice in a Cold Climate. London: Macmillan.

Hyman, R. (2008). The State in Industrial Relations. In Blyton, P., Bacon, N., Fiorito, J. and Heery, E. (eds) The SAGE Handbook of Industrial Relations. London: SAGE Publications.

Kelly, J. and Bailey, R. (1989). British trade union membership, density and decline in the 1980s: a research note. Industrial Relations Journal, 20: 54–61.

Lawrence, S. and Ishikawa, J. (2005). Trade union membership and collective bargaining coverage: Statistical concepts, methods and findings. Geneva: International Labour Office.

Leat, M. (2007). Exploring Employee Relations. Oxford: Butterworth-Heinemann.

Meng, R. (1990). The relationship between unions and job satisfaction. Applied Economics, 22: 1635-1648.

OECD (2011). Labour Force Statistics 2010. OECD Publishing.

OECD Employment database. http://www.oecd.org/employment/emp/onlineoecdemploymentdatabase.htm .

OECD (2013). Government at a Glance 2013. OECD Publishing.

Salamon, M. (2000). Industrial Relations: Theory and Practice. Edinburgh: Prentice Hall.

Schnabel, C. and Wagner, J. (2007). Union density and determinants of union membership in 18 EU countries: evidence from micro data, 2002/03. Industrial Relations Journal, 38(1):  5-32.

Scruggs, L. (2002). The Ghent System and Union Membership in Europe, 1970-1996 Political Research Quarterly, 55(2): 275-297.

Van den Berg, A. and Groot, W. (1992). Union membership in the Netherlands: A cross-sectional analysis. Empirical Economics, 17: 537-564.

Van den Berg, A. and Groot, W. (1994). Why union density has declined. European Journal of Political Economy, 10: 749-763.

Visser, J (1991). Trends in Trade Union Membership. In OECD Employment Outlook 1991, pp. 97–134. Paris: OECD.

Visser, J. (1992). The Strength of Labour Movements in Advanced Capital Democracies: Social and Organizational Variations. In: Regini, M. (ed.) The Future of Labour Movements. London: Sage.

Visser, J. (2006). Union Membership Statistics in 24 Countries, Monthly Labor Review, January, 38–49.

Visser, J. (2013). ICTWSS: Database on Institutional Characteristics of Trade Unions, Wage Setting, State Intervention and Social Pacts in 34 countries between1960 and 2012 (Version 4.0). Available online at: http://www.uva-aias.net/207.

Visser, J. Martin, S. and Tergeist, P. (2012). Trade union members and union density in OECD countries: sources and definitions. Available online at: http://www.oecd.org/employment/emp/Trade%20union%20density_Sources%20and%20methodology.pdf.

Webb, S and Webb, B. (1920). The history of trade unionism. London: Chiswick.

Western, B. (1995). A Comparative Study of Working-Class Disorganization: Union Decline in Eighteen Advanced Capitalist Countries. American Sociological Review, 60(2): 179-201.

Βερναρδάκης, Χ., Μαυρέας, Κ. και Πατρώνης, Β. (2005). «Συνδικάτα και σχέσεις εκπροσώπησης στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1990-2004». Ανακοίνωση στο 10ο Συνέδριο του Ιδρύματος Καράγιωργα με θέμα: Εργασία και Πολιτική – Συνδικαλισμός και Οργάνωση Συμφερόντων στην Ελλάδα (1974-2004), 18-21 Μαΐου 2005, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

ΕΛΣΤΑΤ (2013). Έρευνα Εργατικού Δυναμικού: Β’ τρίμηνο 2013. Διαθέσιμο σε: http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0101&r_param=SJO01&y_param=2013_02&mytabs=0 .

ΕΛΣΤΑΤ (2013). Έρευνα Εργατικού Δυναμικού: Β’ τρίμηνο 2013. Διαθέσιμο σε: http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/BUCKET/A0101/Other/A0101_SJO01_TB_QQ_04_2002_13_F_BI_0.pdf

Ζησιμόπουλος, Γ. και Οικονομάκης, Γ. (2012). Εργασιακές Σχέσεις στην Ελλάδα: ο αντίκτυπος της αναδιάρθρωσης του δημόσιου τομέα. Θέσεις, 122: 13 – 36.

Κάππος, Κ. (2005). Η κατάσταση της εργατικής τάξης. Αθήνα: Αλήθεια.

Κατσορίδας, Δ. (2002). Το ζήτημα της  συνδικαλιστικής εκπροσώπησης: προβλήματα μορφής και συγκρότησης των συνδικάτων στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού. Θέσεις, 78: 103 – 136.

Κουζής, Γ. (2007). Τα χαρακτηριστικά του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος: αποκλίσεις και συγκλίσεις με τον ευρωπαϊκό χώρο. Αθήνα: Gutenberg.

Λένιν, Β.Ι. (1975). Τι να κάνουμε; Τα φλέγοντα ζητήματα του κινήματός μας. Αθήνα: Θεμέλιο.

Λένιν, Β.Ι. (1977). Για τα συνδικάτα. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Λένιν, Β.Ι. (1982). Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω: η κρίση μέσα στο κόμμα. Αθήνα: Θεμέλιο.

Μαρξ, Κ. (2003). Μιθός, τιμή και κέρδος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (2007). Κριτική του προγράμματος της Γκότα. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μπατίκας, Κ. (1994). Συνδικάτα και πολιτική. Αθήνα: Εργοεκδοτική.

 

 

 


[1] Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών. Email: jozisimo@upatras.gr

[2] Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών. Email: karolidis@upatras.gr

[3] Επίκουρος Καθηγητής Ποσοτικών Μεθόδων, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών. Email: gandroul@upatras.gr

[4] Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας, Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, Πανεπιστήμιο Πατρών. Email: economak@upatras.gr

[5] Ο Έγκελς αναφέρει πως τα «συνδικάτα αποτελούν την καθαυτό ταξική οργάνωση του προλεταριάτου, με την οποία διεξάγει τους καθημερινούς αγώνες με το κεφάλαιο, όπου εκπαιδεύεται […]» για την κατάργηση του καπιταλισμού (σε Μαρξ, 2007: 46).

Για τον Λένιν (1982: 84; 1977: 45-47; 1975: 140) οι συνδικαλιστικές οργανώσεις συνενώνουν τους εργάτες που συνειδητοποιούν την αναγκαιότητα της ένωσής τους για την πάλη ενάντια στους εργοδότες και την κυβέρνηση. Αποτελούν τις πλατιές οργανώσεις των εργατών για την διεξαγωγή της οικονομικής πάλης. Ο Λένιν προσδίδει στην έννοια της οικονομικής πάλης την έννοια της αντίστασης και της συλλογικής πάλης των εργατών ενάντια στους εργοδότες για ευνοϊκούς όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, για τη βελτίωση των όρων εργασίας και της ζωής των εργατών (Λένιν, 1975: 69, 77).

Ο καθημερινός ταξικός αγώνας και ο συσχετισμός δύναμης είναι αυτός που καθορίζει το ύψος των μισθών, ανάμεσα στο φυσικό ελάχιστο όριο – πέρα από το οποίο θα έμπαινε σε κίνδυνο η ίδια η ικανότητα του εργάτη για εργασία – και στο μέγιστο όριο πέρα από το οποίο θα εξαντλούνταν τα κέρδη του καπιταλιστή (Μπατίκας, 1994: 305˙ Ένγκελς σε Μαρξ, 2007: 44-45). Ωστόσο, για τον Μαρξ (2003: 76) «[ο] ρόλος των συνδικάτων είναι να αποτελούν κέντρα αντίστασης ενάντια στους σφετερισμούς του κεφαλαίου αλλά αποτυχαίνουν ολοκληρωτικά στο σκοπό τους όταν περιορίζονται στα αποτελέσματα του σημερινού συστήματος αντί να προσπαθούν να το αλλάξουν χρησιμοποιώντας τις οργανωμένες δυνάμεις τους ως μοχλό για την οριστική κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας».

[6] Μια αναλυτική παρουσίαση της διαχρονικής εξέλιξης της συμμετοχής στα συνδικάτα παρουσιάζεται στην βάση δεδομένων του Visser.

[7] Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία προέρχονται από την βάση δεδομένων του Visser και αφορούν στο 2011.

[8] Οι ένοπλες δυνάμεις αναφέρονται στο προσωπικό που προέρχεται από το συνολικό εργατικό δυναμικό και κατά την υπό εξέταση περίοδο υπηρετούσε στις ένοπλες δυνάμεις. Εξαιρούνται α) το προσωπικό που προέρχεται από διαφορετική σε σχέση με την υπό εξέταση χώρα, β) το προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας (με εξαίρεση τα ένοπλα τμήματα της χωροφυλακής και των συνοριοφυλάκων που λαμβάνουν τακτική στρατιωτική εκπαίδευση, είναι οπλισμένα κατά τα στρατιωτικά πρότυπα και είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να τεθούν υπό στρατιωτική διοίκηση), γ) οι έφεδροι που καλούνται για επανεκπαίδευση διάρκειας μικρότερης του ενός μήνα.

[9] Η ταξινόμηση που ακολουθούν οι Ebbinghaus και Visser (1999) περιλαμβάνει τους κυκλικούς παράγοντες (ανεργία, πληθωρισμός, πολιτικοί κύκλοι και υιοθέτηση κεϋνσιανών ή νεοφιλελεύθερων πολιτικών), τους δομικούς παράγοντες (μεταβολές στην κοινωνική δομή και στις κοινωνικές αξίες) και τους θεσμικούς/διαμορφωτικούς παράγοντες (προνοιακές λειτουργίες των συνδικάτων, ρόλος των συνδικάτων στο χώρο εργασίας, δομή των συλλογικών διαπραγματεύσεων κλπ).

[10] Η ταξινόμηση των Van den Berg και Groot (1992˙ 1993) περιλαμβάνει τα προσωπικά χαρακτηριστικά, τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με το επάγγελμα και τον τομέα παραγωγής, τους παράγοντες που σχετίζονται με τους μισθούς και τα χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τις γεωγραφικές ιδιαιτερότητες (αστικοποίηση, διαφοροποιήσεις μεταξύ περιοχών κλπ).

[11] Βλ. ΕΛΣΤΑΤ (2009˙ 2013)

[12] Το 1960 η μισθωτή απασχόληση αποτελούσε το 32,87% της συνολικής απασχόλησης ενώ ξεπέρασε το 50% το 1975. Οι υπολογισμοί βασίζονται σε επεξεργασία στοιχείων από την AMECO database.

[13] Οι υπολογισμοί βασίζονται σε επεξεργασία στοιχείων από την AMECO database.

[14] Η μισθωτή απασχόληση το 2011 (χρονιά στην οποία αναφέρονται τα στοιχεία του πίνακα 1) ήταν 63,54% του συνόλου της απασχόλησης.

 

[15] Η επεξεργασία των στοιχείων για τη μισθωτή απασχόληση ανά τομέα παραγωγής έγινε σύμφωνα με την Στατιστική Ταξινόμηση Οικονομικών Δραστηριοτήτων – ΣΤΑΚΟΔ 08.

[16] Διάστημα εμπιστοσύνης σε επίπεδο σημαντικότητας 95% [18.92%, 24.41% ].

[17] Αύξηση των ορίων των ομαδικών απολύσεων σε 6 εργαζόμενους για επιχειρήσεις που απασχολούν 20 – 150 εργαζόμενους και 5% του προσωπικού (μέχρι και 30 άτομα) για επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από 150 εργαζόμενους (Νόμος 3863/2010, Άρθρο 74, Παράγραφος 1).

 

[18] Οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων (μεταπτυχιακού και διδακτορικού) αποτελούν το 6,9% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς από 1έως 9 εργαζόμενους, το 22,6% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς από 10 έως 19 εργαζόμενους, το 20,8% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς από 20 έως 50 εργαζόμενους, το 17,9% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς από 50 έως 250 εργαζόμενους και το 20,3% σε επιχειρήσεις/οργανισμούς με περισσότερους από 250 εργαζόμενους.

Εισηγήσεις στο 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ (2ο τμήμα)

 

 

 

The Greek EU-IMF Memoranda: A Problematic Strategy for Greek Capitalism

Demophanes Papadatos

 

Abstract

Because of its participation in EMU the Greek Capitalism is at the heart of the current European and global capitalist crisis. Faced with the current crisis Greek capitalism in collaboration with international capital is trying to implement a rigorous strategy in order to solve the sustainability problem of its huge debt and at the same time to transform itself from a state-led capitalism into a globalized and private sector-led system even amid a global economic crisis. Nevertheless, this adjustment effort goes far beyond its historical and social boundaries creating the objective conditions of a revolutionary process in Greek society.

 

 

 

 

I. Introduction

 

Today Greek capitalism is at the epicenter of international developments. Its economic crisis is related and significantly affects the global capitalist crisis and the associated eurozone crisis.

Since 2009, capitalism has been in the midst of a global crisis. This crisis, as it is well known, started in the US as the crisis of the so-called sub-prime mortgage asset backed securities. Both the current Greek crisis and the eurozone crisis are a continuation of the 2007-9 crisis which, in turn is the continuation and culmination of a whole series of previous crises. The latter erupted with an unusually high frequency after the 1987 NYSE (e.g. crises of the Mexican peso, the Russian ruble crisis, the Turkish Lira and the Asian and Argentine crises). All these crises have as common root the 1973 global economic crisis and its falling profitability cause and repercussions. The subsequent capitalist restructuring waves succeeded only partially in restoring capital’s profitability. In other words, the profit rate never managed to reach its prior 1973 levels.

Greek capitalism’s response to its current crisis is the instigation of a sweeping restructuring aiming to transform it from a capitalism that its driving force was the state and the public sector to one led by the private sector. This strategy is applied via the troika Memoranda. It has a serious ‘external’ constraint: this ambitious restructuring has to take place amidst the unfavourable environment of the global economic crisis.

This paper begins with a brief description of the context of the global capitalist crisis within which and because of which Greek capitalism is experiencing its own crisis. Then, the general theoretical framework of the Greek Memoranda is analysed in comparison to the standard IMF neoliberal structural adjustment models applied around the world. Subsequently the specific characteristics and the peculiarities of the Greek Memoranda are exhibited. Finally, the reasons for their systematic failures and the broader historical, economic and social constraints that are making the Memoranda strategy infeasible are exposed.

 

 

II. The theoretical and political background of the Memoranda: The neoliberal approach to export-led growth

 

The theoretical and political background of the strategy of the Memoranda has its roots several decades back in the late 1970s and early 1980s. At that period the so-called debt crisis in the less developed countries occurred, as a result of the 1973 global capitalist crisis. The falling profitability in the main imperialist economies and the subsequent decline in economic activity had consequences that led to serious deficits in the balance of payments especially in the less developed countries. At the same time the revision of U.S. monetary policy in order to tame inflation through the implementation of the monetarist doctrines suddenly placed additional burdens on those economies borrowing in dollars. It obliged them to pay huge interest on their loans while at the same time their exports (and the incomes generated from them) started falling. This led to debt crises that began with the 1982 Mexican crisis and spread rapidly throughout the developing world; particularly in Latin America and many African and Eastern European countries. At the same time the collapse of the so-called socialist countries removed all barriers for Western imperialism in imposing the neoliberal policies on a global scale. The IMF and the World Bank were instrumental in formulating and imposing these policies. Thus, many developing countries – that previously denounced such policies as new imperialism – were obliged to succumb to their ‘assistance’ and adopt, in exchange for loans, their policy and structural prescriptions.

For neoliberal theory, the debt problem in many countries was considered as a solvency problem (i.e. they could not pay the interest on their debts without a commitment to major economic and structural reforms) and much less a liquidity problem (that could be solved by the granting of short-term loans to them and the adjustment of policy). Before the crisis 2007-09, the dogma of neoliberal structural adjustment was based on what J.Williamson called ‘Washington Consensus’. This term encapsulates the broad agreement between officials and neoliberal intellectuals both in industrialized economies and in international institutions on the main guidelines of the neoliberal structural adjustment prescription: free market reign, trade liberalisation, unrestricted capital flows, privatisations and downsizing of the public sector etc. (see Mavroudeas & Papadatos (2007)).

The imposition of this agenda on a global scale facilitated greater international economic integration under the dominance of Western capitalisms. The specific nature of this international integration favours interests of the most aggressive fractions of international and internationalized capital, as predominantly expressed by the Western multinational enterprises. Consequently, an alliance was forged between business elites and conservative intellectuals in order to promote the neoliberal corporate ‘globalization’. One of its primary tools is the extension of the then GATT, leading in 1996 to the creation of the World Trade Organisation (WTO).

A crucial element of the neoliberal prescription of internal and external liberalisation is the adoption by the less developed economies of an export-oriented strategy. The logic behind this is that less developed economies are characterized by lower Organic Compositions of Capital and have the potential for higher rates of surplus-value. Consequently, when Western multinationals can invest without restrictions and risks in these economies they can reap extra-profits. According to the neoliberal prescription, export-orientation must be coupled with prudent fiscal and monetary government policies. Particularly, a balanced budget is required in order to eliminate rampant inflation; which distorts entrepreneurial plans and expectations. Moreover, inflation is considered an indirect tax reducing capital’s profitability. This follow suit from the neoliberal conception that ‘prices should be determined correctly’ and governments should not be allowed to distort them. It is claimed that the implementation of these reforms is likely to spark private initiatives that would lead to an additional ‘growth dividend’. Finally, neoliberalism emphasizes the necessity of institutional reforms. Essentially this implies that previous institutional arrangements favouring national capitals (through cronyism) and/or workers’ rights should be removed. These institutional restructuring has to be imposed irrespective of democratic and constitutional constraints. Supposedly ‘incorruptible’ economic technocrats (preferably with a previous service in international organisations and corporations) are preferred in running these new processes.

The main elements of the neoliberal strategy as encapsulated in the IMF adjustment programs are the following:

a) The integration of the national economy in the global economy by opening it to international capital.

b) The depreciation of the exchange rate in order to improve competitiveness and avoid excessive recession in the short-run.

c) Labour market liberalisation to improve competitiveness.

d) Fiscal consolidation in order to downsize the public sector and reduce the public social costs (e.g. health insurance, education, quality of life) and relinquish these areas to private capital exploitation.

e) Public debt’s ‘haircut’ – in case this is not sustainable – so as to facilitate the programme’s implementation without excessive recessionary burden on the economy.

 

The strategic objective is to strengthen the long-run international competitiveness so that the country can become attractive for multinational enterprises as a destination for foreign direct investment in order to produce products (goods and services) for exports. Thus the developmental strategy of the neoliberal agenda emphasises the outward orientation of countries with particular attention on export-growth and on attracting foreign direct investment.

This strategy is best epitomized in the Mexican experience (Palley (2011): 6-7). In the Mexican case the main change is that structural adjustment has transformed it into a kind of ‘production platform’ for exportable goods and services of the globalised transnational corporations. This means that the Mexican industrial infrastructure does not follow primarily the needs of its own internal division of labour. Instead the new industrial infrastructure corresponds to the requirements of ‘globalized’ production and finance promoted by transnational corporations.

Nevertheless, this neoliberal strategy is highly disputable. If the neoliberal view that outward oriented economies really grow faster is correct then exports and FDI should increase total investment (or, at least, not reduce it). According to Weeks (2006: 116-117) for developing countries, although both exports and FDI grew faster in the 1980s and 1990s than previously, it was not always accompanied by faster GDP growth. Additionally, in UNCTAD’s 1992 World Investment Report some doubt was expressed on the role of foreign investment, both in its investment-enhancing role and its function as vehicle for export-growth. The report points out that FDI’s share in domestic investment of developing countries was very small (below 5%). It also argues that in many cases the activities of transnational corporations do not always contribute to the long-term sustainability of growth through trade. Moreover, sometimes transnational corporations abuse their market power in ways which prevent the growth of local investments (UNCTAD (1992): 14).

The South African experience is also characteristic (Geld & Black (2004): 179-203). South Africa is a middle-income semi-industrialised economy with an established industrial base, a segmented labour market with very high unemployment, and real exchange rate depreciation during the 1990s. It engaged in an economic policy to promote export-led growth through FDI attraction and integration into global production networks in order to address saving shortages, which were identified as the underlying reason for poor fixed investment rates. Nonetheless, most new FDI in South Africa has not been part of a process of globalization of production, in the sense of output been exported into global production networks. Instead new FDIs focused on domestic and regional markets. Many investors mitigated risk by limiting the irreversibility of their investment, by outsourcing production or focusing on service provision rather than more capital-demanding manufacturing operations. Most firms entered for market-seeking purposes, though the relevant market encompasses both the domestic economy and neighbouring countries. Integration of domestic production processes into global networks remains limited. Overall, FDI levels in South Africa for the 1990s period have been low, so that policy objectives of increased output and employment from FDI have not been met.

Another issue is that until 1980, FDI for all the practical purposes of balance of payments accounting was equivalent to capital formation. After 1980, with the liberalization of capital account and privatization associated initially with the Washington Consensus, the FDI’s nature underwent substantial change. Privatisation took the form of debt-equity ‘swaps’ as public assets were sold to foreign firms. These changes in the nature of FDI had important consequences. After 1980 FDI flows have a different meaning than before, as it is no longer valid to infer that FDI in terms of balance of payments accounting would result in capital formation. It could no longer be assumed that all or even a portion of FDI results in the creation of new assets. With capital account deregulation and its associated domestic asset acquisition by international firms, the emphasis on FDI’s advantages shifted from the straightforward contribution to capital accumulation to more speculative outcomes. These include the possibility that the FDI might generate: (1) technologies and skill not otherwise available; (2) access to new export markets; and (3) spread effects with an industry that raises the managerial or technical efficiency of domestic firms (UNCTAD (1999): 34-35). However, empirical evidence suggests that no general conclusion could be drawn about these outcomes, which, seemed to depend on the specifics of each country.

 

 

III. The Greek Memoranda strategy

 

The Greek memoranda follow, with significant modifications, the guiding lines of IMF’s structural adjustment programmes. The typical IMF programmes had to be modified in the Greek case because it was the first time in IMF’s history, that such a large program was imposed on a developed economy. In addition, it was also the first time that such a program was imposed on an economy that is a member of a monetary union such as the EMU. These facts pose several technical and political difficulties. It should also be noticed that the Greek EAP is a 4-years plan as contrasted with the typical 3-years IMF SAPs. This reflects the magnitude and complexity of the Greek adjustment.

In common with standard IMF programs, fiscal consolidation and labour market liberalization are key pillars of the Greek Memoranda. Opening the economy to international capital was not something to take significant action since the economy as an EU member was already open[1]. What is really missing from the Greek program is the initial devaluation of the currency as the country is a member of the eurozone and cannot devalue its currency by itself. This is where problems start to arise as a vital element of standard IMF procedures is missing; thus generating additional burdens for the other pillars of the programmes. Particularly, the inability of exchange rate devaluation lead to even tougher austerity measures in order to restore competitiveness.

Another element of the Greek Memoranda that stands out is that the program is not only pro-cyclical but also front-loaded, meaning that the bulk of painful measures were implemented in the first year (Weisbrot et al. (2009, 2012)). As has been publicly made known this was demanded by the EU and in contrast to IMF’s views. The IMF argued that an overly front-loaded program combined with the missing currency devaluation element aggravated the recession more than it should. But EU, aiming to contain the Greek problem as soon as possible in order to avoid contagion to other countries (something which of course for a series of reasons, occurred[2]), demanded a front-loaded program.

The declared aim of the Greek Memoranda is to tackle a crisis seen as a crisis of debt; primarily attributable to excessive FDs and unconnected to the 2007 global capitalist crisis. At the same time the programme aims to structurally transforme the Greek economy in accordance with the standards of the IMF’s SAPs. More specifically, it aims to transform Greek capitalism from a system where the state is its driving force to a system where the private sector takes the wheel of the economy. Therefore, the strategy is twofold: (a) to face the immediate liquidity problem (due to the excessive public debt) and (b) to implement a structural transformation of Greek capitalism (something schematically expressed with the objective to increase competitiveness). However, what is undeclared is the fact that all this effort takes place in the midst of a global capitalist crisis associated with the wider EU crisis. Literally this is an extremely difficult task (which is also true for every problem of capitalism), the burden of which falls on the working people.

The Memoranda strategy is organized through two EAPs and their numerous interim revisions. The first EAP was launched in March 2010. It issued 110 billion euros loans (80 billion from EU countries and 30 billion from IMF) with 5.5 % interest rate, for the service of the external debt and the needs of the Greek economy with a time horizon (in terms of its loans) until 2013. Then it was assumed that Greece would not be needed support and could borrow directly on the international markets. This means that the loan program was planned for the 3-year period of 2010-13. Moreover, it was planned that BD in 2014 would be less than 3 % of GDP. It was also predicted that for the first two years of the programme the economy would shrink by about 6.6 % and that cumulative growth of 5.3 % would follow in 2012-14 (Table 1).

 

Table 1. The Macroeconomic Framework of the First MoU

  2009 2010 2011 2012 2013 2014
      (Yearly Change %)      
Real GDP growth -2.0 -4.0 -2.6 1.1 2.1 2.1
Contribution of Domestic Demand -2.5 -7.5 -5.9 -0.7 0.8 1.0
Net Traiding Contribution 0.7 3.5 3.2 1.7 1.4 1.1
Unemployment 9.5 11.9 14.8 15.3 14.9 14.6
HICP Inflation (average) 1.3 1.9 -0.4 1.2 0.7 0.9
             

Source: Greek Authorities and Services of the European Commission.

 

But the forecasts of the first EAP proved to be tragically unrealistic even from its first review. So in July 2011 the second EAP followed which gave 130 billion Euros in loans (from the newly created EFSF and the IMF) at installments up to 2014 (that is the programme’s duration extended to a 4-year programme: 2010-14). Again it was envisaged that at the end of 2014 the economy, after a deeper recession, would have returned to growth, BD and the debt would be under control and the country could return to borrowing from the international markets (Table 2).

 

Table 2. Macroeconomic Scenario of the second Greek MoU (main features)

  2009 2010 2011 2012 2013 2014
Real GDP (Growth rate) -3.2 -3.5 -6.9 -4.7 0.0 2.5
Fiscal Domestic Demand Contribution* -3.6 -7.0 -10.0 -7.2 -1.4 1.5
Net Trade Contribution 3.1 3.1 2.8 2.3 1.4 1.2
Employment (growth rate) -0.7 -1.9 -6.3 -4.8 -0.2 1.6
Unemployment Rate (percent of labour force) 8.9 11.7 15.9 17.9 17.8 16.7
Compensation of Employees, private sector per head 0.6 -0.3 -3.2 -13.0 -3.8 -2.2
Unit Labour Cost (growth rate) 4.3 -1.6 -1.0 -7.8 -1.3 -1.9
HICP Inflation 1.3 4.7 3.1 -0.5 -0.3 0.1
HICP Inflation at constant taxes 1.1 1.4 1.2 -1.2 -0.8 0.1
Current account balance (percent of GDP) -14.3 -12.3 -10.3 -6.9 -5.3 -4.6
Net borrowing vis-à-vis RoW (percent of GDP) -13.3 -10.6 -8.3 -4.8 -3.1 -2.4
Net external liabilities (percent of GDP) -112.9 -101.9 -116.0 -88.1 -90.0 -89.6
General Government deficit (percent of GDP) -15.8 -10.6 -9.3 -7.3 -4.6 -2.1
General Government primary surplus (percent of GDP) -10.6 -5.0 -2.4 -1.0 1.8 4.5
General Government debt (percent of GDP) 129.3 144.9 165.3 161.4 165.4 162.1

*Excluding change in inventories and net acquisition of valuables

Source: European Commission

 

After the interim reviews these forecasts were also dashed quickly so the troika was forced in February 2012 to accept the ‘haircut’ of the Greek debt to the private sector (PSI) and to supply an additional small loan to Greece to allow the country to manage the internal impact of the ‘haircut’. The new benchmark is 2020 during which it is assumed that the debt/GDP ratio will be 120.5 % of GDP and that this will be a sustainable debt level from the point of view of the international markets which they will resume lending to Greece. Of course the magnitude of 120 % is of ‘political’ nature since it is empirically known that a debt is sustainable if it is of the order of 60-80 % of GDP. The 120 % figure was chosen because it is corresponding to Italy’s debt level ratio of and the EU by no means wants to involve Italy in a rescue program as the EU cannot dispose the necessary funds for a ‘rescue’ of this magnitude.

 

 

IV. The systematic failures of the Memoranda strategy

 

As discussed above, the implementation of the Memoranda strategy systematically fails regarding its forecasts and its time schedules. Indicative of this failure is that from May 2010 to May 2013 their forecasts for GDP growth had to be revised downwards eight times. Correspondingly, the troika had to revise downwards seven times its own forecasts for the required fiscal adjustment: the initial fiscal austerity measures where 25 billion Euros while the most recent estimate revises their cumulative amounts upwards to 66 billion Euros. There is a similar failure to forecast the government debt, the ratio of foreign debt to GDP, the level of unemployment, etc. These results are at least unacceptable. What are the reasons behind these failures?

Recently, an official debate ignited after a study by Blanchard & Leigh (2013) that argued that the Greek EAPs underestimated the fiscal multiplier. This meant that the planners of the program thought the structural changes (i.e. the transformation of the private sector into the driving force of the economy) and the shrinkage of the public sector would not have such a big recessionary effect on the economy as they finally ended up having. Additionally, although this is something not said in the debate, the substitution of the reduced public activities in the economy by private economic activities did not happen. The reason for this is very simple: in a crisis situation (and in the midst of a global economic downturn), where structural changes with an uncertain outcome are implemented, no private capital (with the possible exception of adventurers and economic condottieri!) invests. Of course soon enough another IMF study came to deny Blanchard’s results (Ran et al. (2013)).

The interesting thing here is that the concept of the fiscal multiplier is a Keynesian concept and Blanchard himself, is a New Keynesian. This shows that, despite Keynesian rhetoric to convince for the opposite, IMF programs are not purely neoliberal but in reality a mixture of neoliberalism and conservative Keynesianism. In fact, both the Washington Consensus and the post-Washington Consensus (after the various crises of the 1990s and the 2007-2009 episode) represent such a mix. As a result, this formal debate between on the one hand ‘austerity hawks’ and on the other hand the advocates of ‘smooth management’ and flexible compromises is misleading.

However, the problem is much broader than its technical dimension, such as the size of the fiscal multipliers. The fundamental problem of the Memoranda strategy and its programmes is that it must, simultaneously, manage the immediate short-run problems posed by the crisis (such as FD and the external debt) and at the same time, to change the structure of the economy, amid a global economic downturn. This is an extremely ambitious undertaking. Both the direct economic measures as well as the structural reforms disrupt the entire postwar architecture of Greek capitalism and have deep political and economic consequences.

First, there is a violent change of the internal structure of Greek capital which affects corporate groups, the structure of sectors and sub-sectors of export and import activities, retail trade etc. This means that powerful economic groups of the past are at risk while new ones are trying to emerge. As this process is very painful and takes time it makes intra-capitalist rivalries and conflicts extremely brutal. Furthermore, the significance of foreign capital and its range of activities in the Greek economy expand at the expense of domestic capital.

Second, the whole range of activities for small and medium enterprises (SMEs) – because they are primarily associated with the old structure of the economy – is shrinking rapidly as the concentration and centralisation of capital proceeds very intensively. This has a huge social impact as middle classes, which historically for Greece were extremely massive for Western standards, contract dramatically. This development is of high significance as undermines one of the most fundamental class alliances in Greek society that supported the post-war model of Greek capitalism, economically, politically and socially. This ‘proletarisation’ of the middle classes poses a serious threat to social and political stability of Greek capitalism. Moreover, it destabilises crucial economic relations and functions of the system that are not adequately replenished by other, newly created functioning economic relations.

Third, the Memoranda strategy must, in literally no time, turn the living standards of a euro-periphery country to that of a Balkan or even a Third World economy. Only with such a rapid devaluation of the value of labour-power and a corresponding increase in the exploitation of labour can profitability recover. It is only in this way (i.e. through a large depreciation of capital and a simultaneous increase in its profitability), that Greek capitalism can emerge from its crisis and resume the process of capital accumulation (i.e. economic growth). But, as already explained, this requires a deep recession of a long duration. In addition, the restart of economic growth does not mean the end of austerity but the opposite. In order to sustain the capital profitability, austerity should be continued and deepened. Otherwise the recovery of capitalist accumulation will stop again and recession will return. Finally, even when the process of capitalist accumulation restarts, this will happen with the Greek capitalism downgraded and weakened within the international capitalist system.

Summarizing, the whole project is very ambitious and risky because economic activities and social balances are violently disrupted. This turns the crisis from primarily economic to social and political, which can lead, at any time (even in a phase where normal economic growth might seem restored), to uncontrolled sociopolitical explosions. Nevertheless, the Greek and EU ruling classes know there is no alternative. The Keynesian view of anti-cyclical policy and mild austerity – because even Keynesian scenarios (at least the serious ones) provide for some kind of austerity – has already been used at the outbreak of the global crisis and shown that it cannot resolve the crisis. The conservative Keynesian policy of stimulating demand (a-la Krugman) – which is the only one discussed in official circles and social-democratic circles of the Left – does not provide for any kind of income redistribution towards the working classes of the population (such as the progressive Keynesian policies of the post-war period) but mainly anti-recessionary measures which restrict the devalorisation of capital. These can be useful policies only for the first critical phase of a crisis when its outbreak is sudden; because their implementation facilitates the avoidance of a massive and uncontrollable wave of business bankruptcies that may even lead to an immediate collapse of the economy. Nonetheless, after this first critical phase is over, these policies are no longer useful because they cannot resolve the problem of the overaccumulation of capital (in reality they contribute to its deterioration) as they do not help the sufficient increase of the exploitation of labour and wage reduction. Therefore, the path of pro-cyclical economic policies for the capitalist system in crisis is a unique option.

All these problems are clearly visible in the Memoranda strategy as its technical schedules and timetables continue to fall out, despite multiple revisions and adjustments. The Greek politico-economic block that supports the Memoranda (with the government as its key exponent) argues that 2013 will signify the beginning of recovery and the programme will be a ‘success story’. However, even a simple examination of the declared policy targets of the Memoranda can prove the futility of any possible expectations about a ‘success story’. Specifically, the primary targets of the program are:

 

a)     To make the public debt sustainable: that is to allow Greek capitalism to return to borrowing on the international markets at realistic rates, meaning at interest rates that can be serviced by the Greek economy. This implies that interest rates should roughly correspond to the rate of growth of the economy.

b)     To transform the Greek economy to an export-oriented economy (i.e. in an economy with systematic trade surpluses) and so support GDP growth rate from revenues from abroad. This will help manage liquidity problems (especially overseas payments) reflected in the CAD.

 

As regards the first target, it has already been argued that the 122.5% debt/GDP ratio as a threshold for giving access to international capital markets is arbitrarily assumed because of Italy. But even this prospect is highly unrealistic. Moreover, it is known that sustainable long-term debt management is only feasible at ratios of debt/ GDP between 60-80%; otherwise exorbitant and unrealistic growth rates of GDP are required. This problem of the long-term viability of the Greek debt is something strongly stressed by all the international competitors of the EU and is certainly reflected in the present objections and reservations of the IMF as regards the viability of the Greek debt. More specifically, according to National Account relationships, fiscal stability (and hence the sustainability of sovereign debt, meaning the capacity to manage it), depends on four factors:

(a) The initial ratio of debt to GDP: In the Greek case, this is historically given (it started from 120% of GDP at the beginning of the crisis), and it is rising since then (due to the loans taken from troika). Hence, the aim is to limit it close to 120% of GDP by 2022.

(b) The rate of the primary surplus relative to the GDP: It is the only factor which is under government control. A primary budget surplus means the public sector is no longer running a deficit and instead of burdening the deficit it starts gradually reducing it through repayment. The government insists that form 2013 onwards there will be a primary surplus. This is done by incredible statistical alchemy which is to the full knowledge (and thus consent) of the lenders. As the target is systematically missed, the government is engaged in various small and large ‘tricks’ such as: covert tax increases (i.e. increases in the withholding of taxes, taxes collected in advance, hidden consumer taxes), crediting the return from European Central Banks of the profits accruing from the holding of Greek Bonds by the Eurosystem, privatisation-sellouts, the internal default on payments due by the state (overdue payments of the state) as also the tremendous reduction of the Public Investments Program (PIP). It is surprising that with all these, the government, based on figures announced by the Greek Ministry of finance celebrates over the artificial achievement of a primary surplus. However, as data coming from the Bank of Greece (which are closer to the actual cash position of the public sector) have shown, the budget deficit continues. The major reason for the continuation is not to be found in public employees’ wages (which after all have shrunk dramatically) but to the overt and hidden subsidies given to private companies sometimes even with blatant favourism. Finally, it should be noted that even if, for the sake of the argument, we accept the achievement of a primary surplus this does not mean that there is no FD and therefore a funding problem; because the latter also depends on the overall fiscal balance. The last is dramatically burdened from repayments (i.e. the cost of servicing external debt to which one must include the troika loans).

(c) The real interest rate paid on public lending: This depends on the troika of creditors and for the whole duration of the Memoranda loans the real interest rate is estimated to be 4.5%. The problem is what happens after the end of the loan installments in 2014. Then the Greek government should be able to borrow at realistic rates (estimated to be between 5% and 5.8 %). Nevertheless, we know very well that this is far from certain. Even if the pledging of some long-term bond (e.g. 10-year) rumored succeeds, this will come through special machinations and there is no certainty that this will continue in the future.

(d) The growth rate of GDP: This is the most important magnitude of the four factors, currently very loosely controlled by the government as the basic tools at its disposal for the control of this magnitude have been eliminated (e.g. the PIP). As regards the expectations for a possible European Marshall plan, they don’t seem to be based on any realistic facts as both the EU budget and the so-called National Strategic Reference Framework (NSRF) are shrinking. Also the rate of absorption of the previous NSRF is dramatically low because of the limited national funds available, due also to the successive reductions in the national public investment program (PIP); even after the silect decrease of the Greek national participation to 5% of the costs of the NSRF program. Meanwhile, the Greek economy, because of the Memoranda, has sunk in a downward recessionary spiral. There are three main consequences from this recessionary spiral. First, there is a cumulative loss of GDP, which exceeds 24%. Second, even if the recession starts its de-escalation, it will last for at least another two years and the loss will probably surpass 27% of GDP. This has negative consequences for the three of the four parameters of debt sustainability and leads to the need for new austerity measures to the extent that the primary surplus is the only parameter that can be affected by the government. Third, it is empirically known that in order for the debt management to be sustainable, the growth rate of the economy should roughly equal the lending rate. It is obvious that because of the recessionary spiral this is not likely to happen.

 

In addition, the other fundamental target of the strategy of the memorandum which is the strengthening of exports is in serious trouble. Because of the austerity imposed by the EAPs, there was an improvement of the trade balance. The problem is that this improvement comes almost exclusive from the sharp reduction in imports. By contrast the side of exports shows an extremely unstable path. After the outbreak of the crisis in Greece, there was some weak improvement of exports; but there was not a stable improvement. The sudden recovery in exports was the result of the reduction of domestic consumption due to the EAPs which pushed domestic capital to accelerate its efforts to find markets abroad. Nevertheless, the existing structure of the Greek economy coupled with the effect of a global downturn (which is not over yet) limit the possibility of export-led growth; at least for the short-run.

A radical improvement in the export performance of the Greek economy requires groundbreaking structural transformations, which even for the ‘shock and awe’ EAPs’ policies require time. As international experience has shown, this is a long and uncertain process that results occur with significant time-lags. So the efforts to achieve export-growth of the economy in the short-run soon run into serious difficulty. For example much of the Greek exports are dependent on imports of intermediate products, thus they are dependent on imports. The case of petroleum products is typical, as the latter form the main bulk of the recent increase in Greek exports. It is indicative that Greek exports excluding oil in the first four months of 2013 grew just 0.8% compared to 2012 levels. Therefore, the decline in imports is associated with the problems of export growth. In addition, there is financial sluggishness (signifying the inability to obtain private loans, export credits, guarantees etc. because of the crisis at home and abroad) that also hampers the improvement of export performance.

Finally, there is another extremely important obstacle to the success of the export-led growth strategy in Greece. As already argued in the first section of this study, the structural transformation into an export economy is a strategy which is imposed also to the main competitor economies of Greek capitalism (Economakis et al. (2013)). Therefore, it is not enough for the Greek economy to become competitive against the other export-oriented economies if it is to be successful and achieve significant growth. This problem becomes obvious if we consider the issue of wage reduction in order to achieve price competitiveness. Labour took the brunt of the export transformation with staggering wage reductions. However, this seems inadequate as direct competitors also reduce their own wages.

Another problem concerning both the competitiveness of Greek capitalism as well as other aspects of the program is the relatively weak disinflation of the Greek economy[3]. The strategy of export-oriented economy requires the competitive disinflation of the Greek economy. That is the general decline of prices so that the Greek products can become more competitive abroad. However, while wages have been brutally ‘deflated’ selling prices either are not dropping or are falling very slowly. It is characteristic that only in the third quarter of 2013 appeared a weak reduction in the general price level. This is another failure of the EAPs. The main reason for this inadequate disinflation is that Greek capital (particularly in sectors related to the mass consumption of the population) organizes monopolistic and oligopolistic situations in order to keep its profitability or even to increase it by exploiting the reduction of wages which it does not pass on prices.

Some other factors, that can be described as ‘windfall gains’, on which the designers of the Memoranda strategy also place some hopes. The most important of these factors is tourism, finding and exploiting natural resources and foreign investment. Foreign investment is also associated to the export-led growth strategy. To the extent that they will arise such ‘windfall gains’, it is hoped that they will help to alleviate the pressure of debt and facilitate the structural transformation of the economy. Nevertheless these factors are extremely unstable and dubious. Tourism depends crucially on the international political and economic environment. A global recession (or a recession in basic tourist countries) and events like a military adventure in the Mediterranean can very easily exert a negative effect on tourism. Accordingly, even if confirmed the projected natural resources reserves will require some time before production is commenced. Finally, as regards foreign investment the experience of the privatisation program is very enlightening. As this experience shows under the present circumstances foreign capital is of course ready to enter the country and acquire domestic assets but only at very low prices and therefore with a very limited economic impact as regards the creation of new assets. So the well documented negative international experience on FDI after 1980 will most likely be repeated in the Greek case.

All of the above mentioned technical issues suggest that politico-economic constraints pose the most serious problems to the achievement of the targets of the Greek Memoranda. In addition, these limitations are further enhanced by the fact that the resolution of Greek capitalism’s crisis is taking place within the deep global recession that followed the crisis of 2007-9, suggesting that the latter is far from being resolved. All these affect the implementation of the Greek program in multiple ways. Some of these ways come from the fact the as the Greek crisis is developing within the wider context of a European crisis. As hegemonic European capitalisms are themselves under pressure, they tend to exert excessive force for the implementation of the program without the needed flexibility on various social and political issues that arise exactly because of the rigid implementation of the program. Moreover, as they themselves feel the pressure of economic crisis they are not willing to spend excessive amounts of money on Greece (but also for the other PIIGS) even if the economic crisis threatens their own economic ‘backyard’. This drives the EAPs aims beyond realistic limits (especially if we add to this the inter-imperialistic rivalries), which make an already risky game to become even more precarious (Mavroudeas (2013): 307).

 

 

V. Conclusions

 

The strategy of the memoranda is not failing due to some errors in its general logic as a policy of devalorisation and capital destruction, but because of its time-horizon and the extent of destruction of productive forces required for its success; something that from a historical point of view we can say that it is overambitious. The time-horizon of fiscal contraction is too short as a result of the pressures of EU’s hegemonic imperialisms, which are in turn under pressure by the general development of the crisis and the intensification of competition with other major centres of capitalism (USA, China, and Japan). This creates a further cost of financing the Greek economy that the European ‘partners’ of the country do not seem willing to bear to the necessary extent. Both the Greek and European capitalisms try to avoid the destruction of capitals to the extent necessary for the sustainable recovery of profitability and the overcome of the crisis. This means that the entire burden of adjustment falls on the working and middle classes, which implies the depreciation of the value of labour-power even to Third World levels and the massive destruction of these middle classes, a key post-war ally of Greek bourgeoisie. It is a transformation that goes far beyond the social and historical boundaries of Greek capitalism and therefore, creates the objective conditions for a revolutionary process in the Greek society.

 

 

 

 

REFERENCES

 

Blanchard O. & Leigh D. (2013), ‘Growth Forecast Errors and Fiscal Multipliers’, IMF Working Paper, No.13/1.

 

Economakis G., Androulakis G., Gotsoulias K. & Markaki M. (2013) ‘FDI in Greece and Bulgaria: A Comparative investigation’ (in Greek) in Miltiades, j, Kipas (ed) “Economic and Social Development in Eastern Europe and the Balkans”, Athens: Herodotus.

 

Geld S. & Black A. (2004), ‘Globalisation in a Middle- income Economy: FDI, Production and the Labour Market in South Africa’, in W.Milberg (ed), Labor and the Globalisation of Production: Causes and Consequences of Industrial Upgrading, NY: Palgrave Macmillan.

 

Mavroudeas S. & Papadatos D. (2007), ‘Reform, reform the reforms or simply Regression? The “Washington Consensus’’ and its Critics’, Bulletin of Political Economy 1(1).

 

Mavroudeas S. (2013), ‘Development and Crisis: The turbulent course of Greek Capitalism’, International Critical Thought 3(3).

 

Palley I.T. (2011), ‘The Rise and Fall of Export-led Growth’, Working paper no.675, Levy Economics Institute.

 

Ran B., Haonan Q. & Roaf J. (2013), ‘Assessing the Impact and Phasing of Multi-year Fiscal Adjustment: A General Framework’, IMF Working Paper, No.13/182.

 

Weeks J. (2007), ‘Exports, foreign investment and growth in Latin America: skepticism by way of simulation’ In Shaikh A. (ed), Globalisation and the Myths of Free Trade: History, theory, and empirical evidence, London: Routledge.

 

Weisbrot R., Cordero JA. & Montesino JA. (2009), ‘IMF-supported macroeconomic policies and the world recession: a look at forty-one borrowing countries’, Washington D.C.: CERP.

 

Weisbrot M. & Montesino J.A. (2012), ‘More Pain, No Gain for Greece: Is the Euro Worth the Costs of Pro-cyclical Fiscal Policy and Internal Devaluation?’, Working paper, Washington D.C.: CERP.

 

UNCTAD (1992), World Investment Report: Transnational Corporations as Engines of Growth, Geneva.

 

UNCTAD (1999), World Investment Report: Foreign Direct Investment and the Challenge of Development, Geneva.

 

 

 


[1] However, there is the notorious crony part of the economy where Greek capitals exploit their close ‘entanglement’ with the political elite in order to keep out international capital. The recapitalization of the Greek banking sector and its final outcome will prove whether Greek capital will succeed in keeping its crony mechanisms till the end.

[2] The fact that EU policymakers thought they could avoid the consequences of breaking a global financial bubble (created by the extremely loose monetary and fiscal policies of the U.S.) via the implementation of restrictive monetary and fiscal policies at home shows they did not sufficiently realize that with free capital mobility there can be no immunity for any country to the suffering of the consequences of bubble-bursting.

[3] The reduction in the general level of prices would make the EAPs less onerous for employees as they could keep at least a part of their old standard of living. This would accentuate less social discontent against the Memoranda while it would exert a lesser negative effect on domestic demand.

———————————————————————————————————————-

Δομικές αλλαγές που προκύπτουν από την εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 για την ελληνική οικονομία

Εμμανουήλ  Μπουσούνης, Χαράλαμπος Οικονομίδης

Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Στόχος αυτής της εργασίας αποτελεί η πρόβλεψη της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2015, βάσει της εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 (ΜΠΔΣ 2013-2016) και η συγκριτική παρουσίαση της ανάπτυξης για τα έτη 2005, 2010 και 2015 – τόσο για την οικονομία, συνολικά, όσο και σε κλαδικό επίπεδο.

Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιείται η παρουσίαση της ελληνικής οικονομίας για τα έτη 2005, 2010, από τους πίνακες εισροών-εκροών που έχει δημοσιεύσει η EUROSTAT, ενώ για το έτος 2015 έχει χρησιμοποιηθεί η κατασκευή ενός συμμετρικού πίνακα εισροών-εκροών, ο οποίος προκύπτει από τις βασικές μακροοικονομικές παραδοχές του ΜΠΔΣ 2013-2016. Οι εν λόγω παραδοχές αφορούν το ύψος των εισαγωγών, των εξαγωγών, της ιδιωτικής κατανάλωσης, της δημόσιας κατανάλωσης και των συνολικών επενδύσεων.

Επιπλέον, παρατίθεται ο Πίνακας των βασικών μακροοικονομικών στόχων του ΜΠΔΣ 2013-2016. Στο ΜΠΔΣ 2013-2016 αναφέρεται ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που επιβάλλει το Πρόγραμμα Οικονομικής Πολιτικής  έχει ως στόχο την δημοσιονομική εξυγίανση και την οικονομική σταθεροποίηση. Βασικό στοιχείο του προγράμματος είναι η αλλαγή των μερών της Τελικής ζήτησης.  Ειδικότερα, στοχεύει στη σημαντική μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης (Νοικοκυριών και ΜΚΙΕΝ) μέχρι και το 2014, στη σημαντική μείωση της δημόσιας κατανάλωσης μέχρι και το τέλος του προγράμματος, στη συνεχή αύξηση στις εξαγωγές, στη μείωση στις εισαγωγές μέχρι και το 2014 και στη σημαντικά θετική μεταστροφή στις συνολικές επενδύσεις, μετά τη μείωσή τους για το 2012 και το 2013, όπου προβλέπεται να αυξάνονται σημαντικά μέχρι και το 2016. Επιπλέον σκοπός της εργασίας είναι να διαπιστώσει, μέσω των Πινάκων εισροών εκροών, εάν επιτυγχάνονται ορισμένοι βασικοί στόχοι του ΜΠΔΣ 2013-2016, συγκεκριμένα η μείωση της ανεργίας, η μείωση του εμπορικού ελλείμματος, η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος  και εάν η μείωση των μισθών οδηγεί σε αύξηση των εξαγωγών.

Η δομή της εργασίας είναι η εξής: Στο πρώτο κεφάλαιο, παρουσιάζεται η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται. Πραγματοποιείται επίσης η σύγκριση των στοιχείων του ΜΠΔΣ 2013-2016 με τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2012-2015, με τα υπάρχοντα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, της Eurostat και με τα στοιχεία του Kρατικού προϋπολογισμού για τα έτη 2013 και 2014. Τέλος, γίνεται αναφορά σε προηγούμενες αντίστοιχες εργασίες.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, εμφανίζονται τα στοιχεία των Πινάκων εισροών-εκροών για τα έτη 2005, 2010 και 2015 για κάθε κλάδο και συνολικά για την ελληνική οικονομία. Ο Πίνακας εισροών-εκροών του 2010 είναι ο τελευταίος που έχει δημοσιευθεί. Ο Πίνακας εισροών-εκροών του 2015 κατασκευάζεται στα πλαίσια της εργασίας. Επομένως, σε αυτό το κεφάλαιο παρουσιάζεται η κατασκευή του Πίνακα εισροών-εκροών για το έτος 2015, ο οποίος αποτελεί πρόβλεψη. Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται, για τον προσδιορισμό της Τελικής ζήτησης, στα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016, τα οποία θεωρούνται εξωγενώς δεδομένα, αξιοποιώντας τους άμεσους τεχνικούς συντελεστές που προκύπτουν από τον Πίνακα εισροών-εκροών του 2010. Επίσης με τα στοιχεία των Πινάκων και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της EUROSTAT πραγματοποιείται η εξέταση της επίτευξης ορισμένων βασικών στόχων, που αναφέρθησαν παραπάνω, του ΜΠΔΣ 2013-2016. Τέλος, στο τρίτο κεφάλαιο η εργασία τελειώνει με τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την ανάλυση που προηγήθηκε σε κάθε κεφάλαιο.

Συνοπτικά, η δομή της εργασίας έχει ως εξής: το πρώτο κεφάλαιο αφορά τη μεθοδολογική προσέγγιση της εργασίας. Το δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζει τα στοιχεία των πινάκων 2005 και 2010, επίσης την κατασκευή του Πίνακα για το 2015 με βάση τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016 και τη σύγκρισή του με τους Πίνακες 2005, 2010. Επίσης πραγματοποιείται η εξέταση της επίτευξης ορισμένων βασικών στόχων του ΜΠΔΣ 2013-2016. Στο τρίτο κεφάλαιο, περιλαμβάνονται τα συμπεράσματα της εργασίας.

.

1. Μεθοδολογική προσέγγιση

Σε αυτό το κεφάλαιο, περιγράφεται η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για την ανάλυση των ενδοκλαδικών σχέσεων της ελληνικής οικονομίας, με βάση τους Πίνακες εισροών-εκροών για τα έτη 2005, 2010 και 2015. Οι Πίνακες εισροών-εκροών για τα έτη 2005, 2010 έχουν δημοσιευθεί από την Eurostat. Ο Πίνακας για το 2015 κατασκευάζεται με βάση τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016.

Η κατασκευή του Πίνακα για το 2015 βασίζεται στα τεχνικά χαρακτηριστικά του Πίνακα για το 2010. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκαν τα στοιχεία των τεχνικών συντελεστών που προκύπτουν από τον Πίνακα του 2010 και την ποσοστιαία σύνθεση των κλάδων της τελικής ζήτησης του έτους 2010. Επίσης, για τα στοιχεία της Τελικής Ζήτησης και των εισαγωγών του Πίνακα του 2015 αξιοποιήθηκαν ως εξωγενώς δεδομένα, τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016 (που προέκυψαν από μακροοικονομικές προβολές). Η κλαδική σύνθεση των κλάδων της, εξωγενώς δεδομένης, Τελικής ζήτησης του 2015 ανά στήλη βασίζεται στη σύνθεση των κλάδων του 2010 για την ιδιωτική και τη δημόσια κατανάλωση, τις συνολικές επενδύσεις και τις συνολικές εξαγωγές μετά φόρων[1].

Παρακάτω παρουσιάζεται το ΜΠΔΣ 2013-2016, στο οποίο αναφέρονται τα τελικά και τα προβλεπόμενα οικονομικά στοιχεία.

Πίνακας: Μακροοικονομικά στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016

Βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας

(% ετήσιες μεταβολές, σταθερές τιμές) – ΜΠΔΣ 2013-2016

 

2012

2013

2014

2015

2016

ΑΕΠ

-6,5%

-4,5%

0,2%

2,5%

3,5%

Ιδιωτική κατανάλωση (Νοικοκυριά+ΜΚΙΕΝ)

-7,7%

-7,0%

-1,6%

1,3%

2,3%

Δημόσια Κατανάλωση

-6,2%

-7,2%

-3,1%

-1,9%

-3,0%

Συνολικές Επενδύσεις

-15,0%

-3,7%

3,0%

7,0%

10,0%

Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

0,0%

2,6%

4,5%

5,3%

6,0%

Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

-10,1%

-5,2%

-0,4%

2,0%

3,1%

 

Στον παραπάνω πίνακα αναφέρονται ορισμένα από τα βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας, σε ποσοστιαίες μεταβολές και σε σταθερές τιμές, που περιλαμβάνονται στο ΜΠΔΣ 2013-2016.

Με βάση τα παραπάνω βασικά μεγέθη, υπολογίζουμε τα αντίστοιχα μεγέθη σε σταθερές τιμές με έτος βάσης του υπολογισμού το 2012.

 

 

Βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας (σταθερές τιμές προηγούμενου έτους σε  δισ. €) – ΜΠΔΣ 2013-2016

 

2012

2013

2014

2015

2016

ΑΕΠ

195,2

186,4

186,8

191,5

198,2

Ιδιωτική κατανάλωση (Νοικοκυριά+ΜΚΙΕΝ)

141,674

131,756

129,648

131,334

134,354

Δημόσια Κατανάλωση

34,713

32,214

31,215

30,622

29,703

Συνολικές Επενδύσεις

25,520

24,576

25,313

27,085

29,794

Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

42,286

43,385

45,338

47,741

50,605

Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

60,204

57,073

56,845

57,982

59,779

 

Ο πίνακας του 2015 κατασκευάστηκε με βάση τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016 για το 2015, το πρόβλημα που προκύπτει είναι ότι αυτά τα στοιχεία παρουσιάζονται σε σταθερές τιμές προηγούμενου έτους, ενώ τα στοιχεία του πίνακα για το 2005, 2010 παρουσιάζονται σε τρέχουσες τιμές. Ωστόσο, συγκρίνοντας τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016 για το 2015 με τα στοιχεία σε τρέχουσες τιμές που περιλαμβάνονται στην Eurostat ως προβλέψεις δεν διαπιστώνονται σημαντικές αποκλίσεις[2].

Από τα στοιχεία των μακροοικονομικών προβλέψεων (με το 2012 ως αρχικό έτος της σύγκρισης σε τρέχουσες τιμές όπως ακριβώς περιλαμβάνονται και στους πίνακες εισροών-εκροών), ιδιαίτερα σημαντική, από τους στόχους του ΜΠΔΣ 2013-2016, είναι η παρατηρούμενη αύξηση των εξαγωγών, η μείωση των εισαγωγών μέχρι το 2014 και μετά η μικρή αύξηση, η σχετική σταθερότητα/άνοδο των συνολικών επενδύσεων (ακαθάριστος σχηματισμός πάγιου κεφαλαίου και αποθέματα), επίσης η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης μέχρι το 2014 και μετά η μικρή αύξηση και η συνεχής μείωση της δημόσιας κατανάλωσης.

Πράγματι, οι στόχοι που αναφέρθηκαν παραπάνω είναι το αντίθετο από αυτό που καταγράφηκε μεταξύ 2005 και 2010 (με εξαίρεση την αύξηση των εξαγωγών), διάστημα κατά το οποίο οι συνολικές επενδύσεις μειώθηκαν, η ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση σημείωσαν αύξηση σε υψηλό ποσοστό, οι εξαγωγές αυξήθηκαν και οι εισαγωγές πολλαπλασιάστηκαν υπέρμετρα με αποτέλεσμα την διόγκωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου.

Για να διαπιστώσουμε τη ρεαλιστικότητα των προβλέψεων του ΜΠΔΣ 2013-16 γίνεται αναφορά στο ΜΠΔΣ 2012-2015 (Παράρτημα I, Πίνακας 1). Από τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2012-2015, προκύπτει ότι οι προβλέψεις δεν ήταν ρεαλιστικές, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τις αλλαγές στο πρόγραμμα του ΜΠΔΣ 2013-16[3].

Επίσης, παρουσιάζονται τα στοιχεία των Κρατικών Προϋπολογισμών για τα έτη 2013 και 2014 (Παράρτημα I, Πίνακες 2,3,4) για να διαπιστωθούν οι αποκλίσεις μεταξύ τους και σε σχέση με το ΜΠΔΣ 2013-2016[4].

Συγκεντρωτικά στον Προϋπολογισμό του 2014 σε σχέση με το ΜΠΔΣ 2012-2016 παρατηρείται ότι υπάρχει σημαντικά μεγαλύτερη αισιοδοξία για την πορεία των επενδύσεων, κοινή πρόβλεψη για την ιδιωτική κατανάλωση και τις εξαγωγές και αναμένεται μεγαλύτερη μείωση της δημόσιας κατανάλωσης και των εισαγωγών[5].

Με βάση τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2012-2015, τα οποία αποδείχθηκαν πολύ αισιόδοξα, κατασκευάστηκε σε προηγούμενη μελέτη ένας Πίνακας για το 2013. Στον Πίνακα αυτό προβλέπεται μια θετική εξέλιξη στους κλάδους-κλειδιά της ελληνικής οικονομίας[6],

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι με βάση της εκτιμήσεις του OECD[7] για το 2008-13, προβλέπεται μείωση σε όλους του κλάδους της ελληνικής οικονομίας και, συγκεκριμένα, μεγαλύτερη στους κλάδους που αποτελούν το «Κράτος»[8].

 

2. Σύγκριση των στοιχείων στους Πίνακες εισροών-εκροών για τα έτη 2005,

2010 και 2015

             Σε αυτό το κεφάλαιο, πραγματοποιείται η σύγκριση των κλάδων στους Πίνακες εισροών-εκροών για τα έτη 2005, 2010 και 2015. Στην παρακάτω ανάλυση, περιλαμβάνονται οι πιο σημαντικοί από άποψη παραγωγής κλάδοι, συγκεκριμένα, με ύψος παραγωγής άνω των 7.200 εκ. ευρώ[9].

Ως προς τη ζήτηση, η ανάλυση μεταξύ 2005-10 και 2010-15 επικεντρώνεται κυρίως στις αλλαγές της ενδιάμεσης ζήτησης και της τελικής ζήτησης και στα μέρη της τελικής ζήτησης. Όσον αφορά την προσφορά, η ανάλυση μεταξύ 2005-10 και 2010-15 επικεντρώνεται κυρίως στις αλλαγές της Προστιθεμένης αξίας της εκροής και τις εισαγωγές.

Συνολικά, μεταξύ 2005-10, όσον αφορά την εκροή στο κλαδικό επίπεδο μειώνεται η Γεωργία, τα Ορυχεία και Λατομεία, οι Κατασκευές τα Καταλύματα και αυξάνονται η Βιομηχανία τροφίμων, ποτών, καπνού, η Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, το Χοντρικό Εμπόριο, το Λιανικό Εμπόριο (σταθερό), οι Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, οι Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι Τηλεπικοινωνίες, η Διαχείριση ακίνητης περιουσίας, η Δημόσια διοίκηση, η Εκπαίδευση, η Υγεία, ο Άνθρακας και τα Προϊόντα διύλισης πετρελαίου, η Παραγωγή βασικών μετάλλων, οι Θαλάσσιες Μεταφορές και η Αποθήκευση ( Παράρτημα ΙΙΙ και ΙV).

Επίσης, μεταξύ 2010-15, όσον αφορά την εκροή στο κλαδικό επίπεδο προβλέπεται να μειωθεί η Γεωργία, τα Ορυχεία, ο Άνθρακας και τα Προϊόντα διύλισης πετρελαίου, η Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, οι Κατασκευές, το Χοντρικό Εμπόριο, το Λιανικό Εμπόριο, τα Καταλύματα και οι Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, οι Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι Τηλεπικοινωνίες, η Διαχείριση ακίνητης περιουσίας, η Δημόσια διοίκηση, η Εκπαίδευση, η Υγεία και αυξάνονται τα Ορυχεία, η Παραγωγή βασικών μετάλλων, οι Θαλάσσιες Μεταφορές και η Αποθήκευση ( Παράρτημα ΙΙΙ και ΙV).

Επομένως, μεταξύ 2005-2010 και 2010-2015 σε κλαδικό επίπεδο η αλλαγή είναι σημαντική,  οι περισσότεροι κλάδοι παρουσίασαν μείωση της εκροής τους.

Για το σύνολο των κλάδων της οικονομίας

Μεταξύ 2005-10, αυξήθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, σημείωσαν αύξηση η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση και οι εξαγωγές, ενώ μειώθηκαν οι επενδύσεις.

Μεταξύ 2010-15, προβλέπεται να μειωθούν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώνονται η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ αυξάνονται οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15 η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές προβλέπεται να υποχωρήσουν.

( Παράρτημα ΙV, Πίνακας 19).

Η εξέλιξη των τομέων της οικονομίας

Ως προς την εξέλιξη του ποσοστού συμμετοχής κάθε τομέα στο σύνολο της οικονομίας μεταξύ 2005-2015, προκύπτει ότι η Γεωργία, Δασοκομία, Αλιεία μειώθηκαν, τα Ορυχεία-Λατομεία αυξήθηκαν, η Μεταποίηση και η Ενέργεια σημείωσε οριακή αύξηση, οι Κατασκευές μειώθηκαν σημαντικά, ενώ οι Υπηρεσίες αυξήθηκαν. ( Παράρτημα ΙV, Πίνακες 20,21,22).

 

Γενικότερες παρατηρήσεις

Από τους Πίνακες ( Παράρτημα ΙV, Πίνακας 19) προκύπτει ότι μεταξύ 2005-10, οι μισθοί και το πλεόνασμα αυξήθηκαν 20% και 6,1% αντίστοιχα – ενώ, μεταξύ 2010-15, οι μισθοί και το πλεόνασμα μειώθηκαν -17,6% και -14,8% αντίστοιχα, το δεύτερο με μεγαλύτερο ρυθμό και μάλιστα σε επίπεδα χαμηλότερα του 2005. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι αμοιβές στην Ελλάδα έχουν επιστρέψει σε επίπεδα του 2000. Επίσης από την ΕΛΣΤΑΤ (Δείκτης Μισθών εκτός του Πρωτογενή Τομέα) προκύπτει ότι το Γ΄ τρίμηνο 2013 οι μισθοί έχουν υποχωρήσει σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτά του 2006 (Παράρτημα ΙΙΙ.Θ).

Συμφώνα με τους Πινάκες εισροών-εκροών μπορεί να ειπωθεί, με επιφύλαξη, ότι ορισμένοι εμπορεύσιμοι κλάδοι εμφανίζουν ανάπτυξη  (Θαλάσσιες Μεταφορές και Αποθήκευση), ενώ ορισμένοι μη εμπορεύσιμοι (Υπηρεσίες Εκπαίδευσης, Υγείας και Δημόσιας Διοίκησης) μειώνονται[10].

Κλάδοι-κλειδιά για την παραγωγή και την απασχόληση όπως η Γεωργία, η Βιομηχανία Τροφίμων, οι Κατασκευές, το Χονδρικό εμπόριο –εκτός από το εμπόριο μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών, το Λιανικό εμπόριο –εκτός από το εμπόριο μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών, η Δημόσια Διοίκηση, η Εκπαίδευση και η Υγεία μειώνονται. Ορισμένοι, όμως, κλάδοι-κλειδιά αυξάνονται, όπως οι Θαλάσσιες μεταφορές (στη παραγωγή) και η Αποθήκευση (στην απασχόληση)[11].

Στις ετήσιες μεταβολές του Δείκτη Κύκλου Εργασιών στη Βιομηχανία. στις κύριες ομάδες βιομηχανικών κλάδων με βάση το 2005=100 για το 2013 αναφέρονται : Ενδιάμεσα αγαθά 82,4, Κεφαλαιουχικά αγαθά 43,5, Διαρκή καταναλωτικά αγαθά 41,6, Μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά 85,6. (Παράρτημα ΙΙΙ, Πίνακας 2)

Επίσης μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία σχεδόν σε όλους τους τομείς έχει επιστρέψει στην κατάσταση που επικρατούσε το 2005 (Παράρτημα ΙΙΙ.Α). Τέλος αυτή η πολιτική του ΜΠΣΔ 2013-2016 οδηγεί σε ύφεση[12], παραγωγική υποβάθμιση[13] και οπισθοχώρηση της οικονομίας.

Ορισμένοι  βασικοί στόχοι του ΜΠΔΣ 2013-2016

Α) Η επίδραση στην απασχόληση.

Μεταξύ των ετών 2010-2015 πραγματοποιείται μείωση των μισθών και των κερδών  καθώς και αύξηση της φορολογίας, με αποτέλεσμα την μείωση της ζήτησης καταναλωτικών και επενδυτικών αγαθών, η οποία οδηγεί σε μείωση της παραγωγής σχεδόν σε όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Η μείωση της παραγωγής έχει ως αποτέλεσμα την μείωση της απασχόλησης και την αύξηση της ανεργίας.

Οι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας σημείωσαν μείωση και έφτασαν στο επίπεδο του 2005 (Παράρτημα III.Θ)[14], με αποτέλεσμα την σημαντική μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται μεγάλη μείωση της δημόσιας κατανάλωσης. Επίσης, διαπιστώνεται  μείωση των επενδύσεων (Παράρτημα ΙΙΙ.Α) και  μη σημαντική αύξηση  των εξαγωγών.

Η πρόβλεψη στο ΜΠΣΔ 2012-2015 για το 2015 ήταν για 13,6 % ανεργία. Σύμφωνα με το ΜΠΔΣ 2013-2016 το ποσοστό της ανεργίας προβλέπεται ότι θα μειωθεί από 22,8% το 2013 σε 19,7% το 2015.  Όμως το ποσοστό ανεργίας τον Σεπτέμβριο του 2013 ανέρχεται στο 27,4%.

Εξετάζοντας τους Κλάδους κλειδιά για την απασχόληση διαπιστώνεται ότι οι κλάδοι με σημαντικές επιδόσεις στα μεγέθη των ολικών διασυνδέσεων και των ολικών πολλαπλασιαστών απασχόλησης (δηλαδή στα μεγέθη τα οποία συνδυάζουν τις ενδοκλαδικές σχέσεις με το μερίδιο του κλάδου στην οικονομία) είναι οι : Βιομηχανία τροφίμων, ποτών, καπνού, Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου, Κατασκευές κτιρίων, έργα πολιτικού μηχανικού, Χονδρικό εμπόριο,  Λιανικό εμπόριο, Καταλύματα και δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης και  Δημόσια διοίκηση και άμυνα, υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση. Σε αυτούς τους κλάδους έχει μειωθεί η εκροή, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μείωση και στην απασχόληση (Μαρκάκη 2013).

Β) Η μείωση στο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου.

Αυτός ο στόχος επιτεύχθηκε κυρίως από την μεριά των εισαγωγών, στις εξαγωγές υπήρξε μικρή αύξηση που ένα μέρος της οφείλεται στις εξαγωγές πετρελαίου (Παράρτημα ΙΙΙ.Ι). Βασική αίτια όμως αποτελεί η μείωση της ιδιωτικής και της δημόσιας κατανάλωσης και γενικότερα, η ύφεση που προκλήθηκε με αποτέλεσμα την μείωση των εισαγωγών καταναλωτικών, ενδιάμεσων και κεφαλαιακών προϊόντων [15].

Μια άλλη αίτια είναι η μείωση των επενδύσεων και η συνεπακόλουθη μείωση των εισαγωγών που προκαλούν (Παράρτημα III). Η μείωση της δαπάνης για εισαγωγές κεφαλαιακών αγαθών συνεχίστηκε λόγω του περιορισμού της επενδυτικής και παραγωγικής δραστηριότητας (Τράπεζα της Ελλάδος 2013).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η μείωση στο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου δεν προέρχεται από μόνιμες δομικές αλλαγές και πιθανόν να μην είναι διατηρήσιμη σε περίπτωση ανάπτυξης.

Γ) H μείωση του Δημοσιονομικού Ελλείμματος.

Από τους Πίνακες εισροών -εκροών προκύπτει ότι οι συνολικοί και οι ενδιάμεσοι φόροι προβλέπεται να αυξηθούν το 2015 σε σχέση με το 2005, ενώ η δημόσια κατανάλωση μειώνεται με αποτέλεσμα την μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στα πλαίσια των Πινάκων.

Το 2015 σε σχέση με το 2010 προβλέπεται μείωση κατά σχεδόν 4 δισ. € στους συνολικούς φόρους, ως απόρροια της σωρευτικής ύφεσης. Εξαιτίας αυτής της εξέλιξης υποχωρεί την ίδια περίοδο και η Δημόσια Κατανάλωση κατά σχεδόν 11 δισ. € ώστε να επιτευχθεί η μείωση του Δημοσιονομικού Ελλείμματος από τη πλευρά των δαπανών κυρίως και όχι των εσόδων για το ελληνικό δημόσιο.

 

Σε εκ. Ενδιάμεσοι φόροι-

% επί των Ενδιαμέσων

Ενδιάμεσα προ φόρων

Δημόσια κατανάλωση

Συνολικοί Φόροι-

% επί της εκροής

2005

8.548     (6.37%)

134.129

34.937

20.455    (6, 49%)

2010

9.642     (6, 31%)

152.762

41.326

26.689    (7, 35%)

2015

9.446     (7,16%)

131.990

30.622

22.828     (7,37%)

 

 

 

Δ) Η μείωση των μισθών δεν οδηγεί μονοσήμαντα σε αύξηση των εξαγωγών.

Εάν υποτεθεί ότι η μείωση των αμοιβών της εξαρτημένης εργασίας θα οδηγήσει σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας και ειδικότερα σε αύξηση των εξαγωγών, από τους Πινάκες εισροών –εκροών προκύπτει ότι oι αμοιβές της εξαρτημένης εργασίας το 2010 σε σχέση με το 2005 αυξήθηκαν 20% διάστημα κατά το οποίο οι εξαγωγές έχουν αυξηθεί κατά 15%.  Το 2015 σε σχέση με το 2010 αναμένεται μείωση των μισθών 17,6% και αύξηση των εξαγωγών κατά 21,6%. Επομένως προκύπτει ότι η μείωση των μισθών δεν οδηγεί μονοσήμαντα σε αύξηση των εξαγωγών.

 

3.Συμπεράσματα

Ο σκοπός αυτής της εργασίας είναι να διαπιστώσει τη δομή και εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας για τα έτη 2005, 2010 και 2015. Επίσης, προσπαθεί να προσεγγίσει την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας στο επίπεδο των κλάδων, μέσω της υλοποίησης του ΜΠΔΣ 2013-2016. Όπως αναφέρθηκε, η κατασκευή του Πίνακα εισροών-εκροών για το 2015 αποτελεί πρόβλεψη. Επιπρόσθετα, πραγματοποιήθηκε σύγκριση των στοιχείων του ΜΠΔΣ 2013-2016 με τα υπάρχοντα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ της Eurostat και των Κρατικών Προϋπολογισμών για τα οικονομικά έτη 2013, 2014.

Ταυτόχρονα, από την παρουσίαση των μακροοικονομικών προβλέψεων -στόχων του ΜΠΔΣ 2013-2016 διαπιστώνεται ότι η δημοσιονομική προσαρμογή, η όποια αναμένεται, είναι εξωγενώς δεδομένη (αλλαγή της τελικής ζήτησης) και, ειδικότερα, στοχεύει στη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, στη σημαντική μείωση της δημόσιας κατανάλωσης, στη σημαντική αύξηση των εξαγωγών, στον περιορισμό των εισαγωγών και στη μείωση των συνολικών επενδύσεων (ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου και αποθέματα) σε σχέση με το 2010 (oι επενδύσεις στο ΜΠΔΣ 2013-2016 αυξάνονται, αλλά δεν φτάνουν το επίπεδο του 2010). Αυτή η διαδικασία επιδρά σημαντικά στην οικονομική δραστηριότητα και βαθμιαία τείνει να αλλάξει την υπάρχουσα δομή της ελληνικής οικονομίας. Στην πράξη, είναι το αντίθετο από ότι πραγματικά συνέβη μεταξύ 2005-10, όταν οι συνολικές εξαγωγές και οι επενδύσεις μειώθηκαν, οι εισαγωγές αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση αυξήθηκαν.

Με βάση τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016, κατασκευάστηκε ο Πίνακας για το 2015. Από την σύγκριση των Πινάκων όσον αφορά την εκροή σε κλαδικό επίπεδο πρόεκυψαν τα ακόλουθα. Συνολικά, μεταξύ 2005-10, στο κλαδικό επίπεδο μειώνεται η Γεωργία, τα Ορυχεία, η Βιομηχανία τροφίμων, ποτών, καπνού, οι Κατασκευές τα Καταλύματα και αυξάνονται η Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, το Χοντρικό Εμπόριο, το Λιανικό Εμπόριο (σταθερό), οι Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, οι Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι Τηλεπικοινωνίες, η Διαχείριση ακίνητης περιουσίας, η Δημόσια διοίκηση, η Εκπαίδευση, η Υγεία, ο Άνθρακας και τα Προϊόντα διύλισης πετρελαίου, η Παραγωγή βασικών μετάλλων, οι Θαλάσσιες Μεταφορές και η Αποθήκευση ( Παράρτημα ΙΙΙ και ΙV).

Μεταξύ 2010-15, στο κλαδικό επίπεδο μειώνεται η Γεωργία, τα Ορυχεία, ο Άνθρακας και τα Προϊόντα διύλισης πετρελαίου, η Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, οι Κατασκευές, το Χοντρικό Εμπόριο, το Λιανικό Εμπόριο, τα Καταλύματα και οι Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης, οι Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι Τηλεπικοινωνίες, η Διαχείριση ακίνητης περιουσίας, η Δημόσια διοίκηση, η Εκπαίδευση, η Υγεία και αυξάνονται τα Ορυχεία, η Παραγωγή βασικών μετάλλων, οι Θαλάσσιες Μεταφορές και η Αποθήκευση. ( Παράρτημα ΙΙΙ και ΙV).

Επομένως, μεταξύ 2005-2010 και 2010-2015 σε κλαδικό επίπεδο η αλλαγή είναι σημαντική, οι περισσότεροι κλάδοι παρουσίασαν μείωση της εκροής.

Από τα παραπάνω μπορεί να γίνει η υπόθεση, όσον αφορά την κεντρική πολιτική του ΜΠΔΣ 2013-2016, ότι στόχος είναι κυρίως η αύξηση της εκροής στον Τουρισμό, τις Θαλάσσιες μεταφορές και την Αποθήκευση.

Για το σύνολο των κλάδων μεταξύ 2005-10, αυξήθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, σημείωσαν αύξηση η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση και οι εξαγωγές, ενώ μειώθηκαν οι επενδύσεις. Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν. Για το σύνολο των κλάδων, μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση σε επίπεδα χαμηλότερα του 2005. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκαν η ιδιωτική και η  δημόσια κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές. Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν  σε επίπεδα χαμηλότερα του 2005.

Από τους Πίνακες όπως αναφέρθηκε προκύπτει ότι μεταξύ 2005-10, οι μισθοί και το πλεόνασμα αυξήθηκαν 20% και 6,1% αντίστοιχα – ενώ, μεταξύ 2010-15, οι μισθοί και το πλεόνασμα μειώθηκαν -17,6% και -14,8% αντίστοιχα, το δεύτερο με μεγαλύτερο ρυθμό και μάλιστα σε επίπεδα χαμηλότερα του 2005. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι αμοιβές στην Ελλάδα έχουν επιστρέψει σε επίπεδα του 2000. Επίσης από την ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει ότι το 2013 οι μισθοί είχαν υποβαθμιστεί στο επίπεδο του 2005.

Συμφώνα με τους Πινάκες εισροών-εκροών μπορεί να ειπωθεί, με επιφύλαξη, ότι ορισμένοι εμπορεύσιμοι κλάδοι εμφανίζουν ανάπτυξη  (Θαλάσσιες Μεταφορές και Αποθήκευση), ενώ ορισμένοι μη εμπορεύσιμοι (Υπηρεσίες Εκπαίδευσης, Υγείας και Δημόσιας Διοίκησης) μειώνονται.

Κλάδοι-κλειδιά για την παραγωγή και την απασχόληση όπως η Γεωργία, η Βιομηχανία Τροφίμων, οι Κατασκευές, το Χονδρικό εμπόριο –εκτός από το εμπόριο μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών, το Λιανικό εμπόριο –εκτός από το εμπόριο μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών, η Δημόσια Διοίκηση, η Εκπαίδευση και η Υγεία μειώνονται. Ορισμένοι, όμως, κλάδοι-κλειδιά αυξάνονται, όπως οι Θαλάσσιες μεταφορές (στη παραγωγή) και η Αποθήκευση (στην απασχόληση).

Στις ετήσιες μεταβολές του Δείκτη Κύκλου Εργασιών στη Βιομηχανία. στις κύριες ομάδες βιομηχανικών κλάδων με βάση το 2005=100 για το 2013 αναφέρονται : Ενδιάμεσα αγαθά 82,4, Κεφαλαιουχικά αγαθά 43,5, Διαρκή καταναλωτικά αγαθά 41,6, Μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά 85,6.

Επίσης μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η ελληνική οικονομία σχεδόν σε όλους τους τομείς έχει επιστρέψει στην κατάσταση που επικρατούσε το 2005 (Παράρτημα ΙΙΙ.Α). Τέλος αυτή η πολιτική οδηγεί σε ύφεση, παραγωγική υποβάθμιση και οπισθοχώρηση της οικονομίας.

Όπως προέκυψε από την ανάλυση, η οποία επεδίωξε να διαπιστώσει εάν επιτυγχάνονται ορισμένοι βασικοί στόχοι του ΜΠΔΣ 2013-2016, συγκεκριμένα η μείωση της ανεργίας, η μείωση του εμπορικού ελλείμματος, η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και ότι η μείωση των μισθών θα οδήγηση σε αύξηση των εξαγωγών, το συμπέρασμα είναι ότι αυτοί οι στόχοι δεν επετεύχθησαν η επετεύχθησαν μερικώς.

Επίσης, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο σκοπός της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζεται είναι να επιτευχθεί η δημοσιονομική πειθαρχία μέσω της     μείωσης της δημόσιας κατανάλωσης, η προβλεπόμενη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης και η βαθμιαία βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας αποκλειστικά από τη συμπίεση του μοναδιαίου κόστους εργασίας.

Μια τέτοια αντιστροφή της οικονομικής δραστηριότητας σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα τείνει να «διασπάσει» την κοινωνική συνοχή, επειδή όπως προκύπτει από τον Πινάκα για το έτος 2015 καταγράφεται μεγάλη μείωση στους κλάδους που συναποτελούν το «Κράτος Πρόνοιας», που είναι η Εκπαίδευση, η Υγεία και η Δημόσια Διοίκηση, λόγω της μεγάλης μείωσης της δημόσιας κατανάλωσης του 2015, η οποία σε απόλυτα μεγέθη συγκλίνει στο επίπεδο του 2005.

Επίσης αυτή η πολιτική οδηγεί σε ύφεση, παραγωγική υποβάθμιση και οπισθοχώρηση της οικονομίας στο επίπεδο του 2005.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

 

Βουλή των Ελλήνων (2011), Νόμος υπ’ αριθμ. 3985, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012−2015, ΦΕΚ 151/Α΄, Αθήνα 01-07-2011.

 

Υπουργείο Οικονομικών (2012), Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016, Αιτιολογική Έκθεση, Αθήνα Οκτώβριος 2012

 

Gibson, H. (2010), Ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά τομέα την περίοδο 1995-2003, στο Τράπεζα της Ελλάδος, Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος: Αιτίες ανισορροπιών και προτάσεις πολιτικής, Αθήνα.

 

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2010) Παράρτημα Α της Πρότασης Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σελ. 35-36.

 

ΕΛΣΤΑΤ, Πειραιάς, 27/12/2013, Δείκτης Μισθών Στο σύνολο της οικονομίας:  Α΄ τρίμηνο 2006 – Γ΄ τρίμηνο 2013.

 

Ελληνική Στατιστική Αρχή (2013), Η Ελληνική Οικονομία ,13 Δεκεμβρίου.

 

Ελληνική Δημοκρατία, Υπουργείο Οικονομικών, (2011), Προσχέδιο Κρατικού Προϋπολογισμού 2012, Οι προοπτικές του 2012, σελ 16, (Αθήνα Οκτώβριος 2011) http://www.minfin.gr/contentapi/f/binaryChannel/minfin/datastore/03/59/99/03599935df46e7658a790bf311646f9424ec43a2/application/pdf/PROSXEDIO_2012.pdf

 

Μαριόλης, Θ. (2013β) Η ελληνική οικονομία και το νέο σημείο διακλάδωσης του ευρωπαϊκού συστήματος

http://www.theo-mariolis.gr/files/gr/Publications/pop_arthra/Simeio_Diakladosis.pdf

 

Μαριόλης, Θ. και Παπουλής, Κ. (2010) ‘Δίδυμα Ελλείμματα’ και διεθνής ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας στο Επιστημονική Εταιρεία Πολιτικής Οικονομίας (2011),  Οικονομική Κρίση και Ελλάδα, Αθήνα, Gutenberg.

 

Μαρκάκη, Μ (3013) Η Διάρθρωση της Ελληνικής Οικονομίας και η Παραγωγικότητα της Εργασίας (1995-2010): Ανάλυση Εισροών-Εκροών. Διδακτορική Διατριβή. Αθήνα. ΕΜΠ. ΣΕΜΦΕ.

 

Μπουσούνης, Ε. (2011) «Κλαδική απεικόνιση της ελληνικής οικονομίας για την περίοδο 2005-2013. Μία ανάλυση εισροών-εκροών». Διπλωματική εργασία. Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Οικονομίδης, Χ. (2007) Εισαγωγή στο σύστημα και την ανάλυση εισροών-εκροών. Με συγκεκριμένες εφαρμογές για την Ελλάδα, Αθήνα, Εκδόσεις Κριτική Α.Ε.

 

Πετράκης, Π. (1985) Η χρησιμοποίηση των Πινάκων εισροών – εκροών για την ανάλυση των χαρακτηριστικών της Ελληνικής οικονομίας και βιομηχανίας, Αθήνα, Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας.

 

Υπουργείο Οικονομικών (2012) Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, Αθήνα.

 

Υπουργείο Οικονομικών (2013) Κρατικός Προϋπολογισμός 2014,Αθήνα.

 

Υπουργείο Οικονομικών, (2011), Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015, Άρθρο 28, ΦΕΚ: Α/152/1-7-2011, ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3986/2011 (Αθήνα, 1 Ιουλίου 2011).

 

Μπελεγρή-Ρομπόλη, Α. Μαρκάκη, Μ. Μιχαηλίδης, Π. (2010), Διακλαδικές Σχέσεις στην Ελληνική Οικονομία, Αθήνα 2010, ΙΝΕ ΓΣΣΕ.

 

Τράπεζα της Ελλάδος (2013) Έκθεση  του Διοικητή για το έτος 2012.

 

Σώκλης, Γ. (2012) Εργασιακές αξίες, εμπορευματικές αξίες και κατανομή του

εισοδήματος. Διερεύνηση βάσει εμπειρικών πινάκων εισροών εκροών. Διδακτορική

διατριβή. Αθηνά.2012.

 

ΕΛ.ΣΤΑΤ.

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0503

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0503

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A1302

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0508

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0101

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0702

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0704&r_param=SEL84&y_param=2013_03&mytabs=0

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0702&r_param=SEL30&y_param=2012_00&mytabs=0

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0101&r_param=SJO01&y_param=2013_03&mytabs=0

 

Eurostat

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/eurostat/home/

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/statistics/search_database

http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=nama_gdp_c&lang=en

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/cache/ITY_PUBLIC/4-04112011-AP/EN/404112011-AP-EN.PDF

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/statistics/themes

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/esa95_supply_use_input_tables/introduction

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/esa95_supply_use_input_tables/data/workbooks

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/cache/ITY_PUBLIC/2-21102013-AP/EN/2-21102013-AP-EN.PDF

http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/submitViewTableAction.do

http://appsso.eurostat.ec.europa.eu/nui/show.do?dataset=nama_fcs_c&lang=en

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/esa95_supply_use_input_tables/data/workbooks

http://www.minfin.gr/contentapi/f/binaryChannel/minfin/datastore/01/38/f8/0138f8c746571755f6cde41c9eeef37fe532d531/application/pdf/%CE%95%CE%99%CE%A3%CE%97%CE%93%CE%97%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97+%CE%95%CE%9A%CE%98%CE%95%CE%A3%CE%97+%CE%A0%CE%A1%CE%9F%CE%AB%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%99%CE%A3%CE%9C%CE%9F%CE%A5+2014.pdf

 

 

http://www.eetaa.gr/anakoinoseis/09102013_prosxedio_proypologismou_2014.pdf

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

REFERENCES

 

Belegri-Roboli, A., Markaki, M., Michaelides, P. (2010), Interindustry relations in the Greek Economy, Athens 2010, INE GSEE, (in Greek), page 36.

 

Bulmer-Thomas, V. (1982) Input-Output Analysis in Developing Countries, John Wiley & Sons Ltd.

 

Bousunis, M, Economidis, C., “Structural changes arising from the loan agreement for the Greek economy (Medium-Term Fiscal Strategy 2012-2015)” στο International Review of Applied Economic Research, τόμος 6, Νο 1-2 2012, σελ. 223 – 237.

 

Kurz, H. Dietzenbacher, E.Lager, C. (1998) Input-Output Analysis. An Elger Reference Collection.

 

Miller, E. R. Blair, D.P. (2009) Input-Output analysis: Foundations and extensions. Second edition, Cambridge.

 

OECD (2011) Greece-Economic forecast summary http://www.oecd.org/document/3/0,3746,en_2649_3457345269891_1_1_1_1,00.html

 

United Nations (1999) Studies in Methods. Handbook of National Accounting. Handbook of Input-Output table complication and analysis, Series F.No 74, New York.

 

EL.STAT. Greek Statistical Authority

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0503

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A1302

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0508

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0101

http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0702

 

Eurostat

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/eurostat/home/

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/cache/ITY_PUBLIC/4-04112011-AP/EN/404112011-AP-EN.PDF

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/statistics/themes

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/esa95_supply_use_input_tables/introduction

http://epp.eurostat.ec.europa.eu/portal/page/portal/esa95_supply_use_input_tables/data/workbooks (Access workbooks by country®European Union EU27 Tables 2007

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Πίνακας1. Μακροοικονομικά στοιχεία

Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015

 

Ποσά σε δισ. ευρώ και σε τρέχουσες τιμές

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

Ιδιωτική Κατανάλωση

172.6

172.7

169.1

168.8

172.5

176.3

180.2

% μεταβολές όγκου

-2.2

-4.5

-4.8

-1.2

1.1

1.2

1.3

Συνολικές Επενδύσεις

32.2

33.9

31.5

31.3

32.1

34.0

36.3

% μεταβολές όγκου

-13.9

-16.5

-7.1

-2.2

1.1

4.0

5.0

Δημόσια Κατανάλωση

49.7

41.9

37.7

36.5

36.5

36.8

37.3

% μεταβολές όγκου

10.3

-6.5

-8.4

-4.0

-1.0

-0.3

0.3

Εξαγωγές

44.3

48.2

52.4

56.5

61.7

67.1

72.5

% μεταβολές όγκου

-20.1

3.8

6.4

6.7

7.2

6.8

6.1

Εισαγωγές

69.5

67.7

67.1

66.5

69.0

73.1

76.6

% μεταβολές όγκου

-18.6

-4.8

-4.2

-3.0

1.6

3.6

2.7

ΑΕΠ

235.0

230.2

225.4

228.4

235.5

242.9

251.9

% μεταβολές όγκου

-2.0

-4.5

-3.5

0.8

2.1

2.1

2.7

% Ανεργία                      9, 0       11, 5       14, 5     15, 0       14, 5     14, 0  13, 6

 

Τιμές ΔΤΚ

2009

2010

2011

2012

2013

2014

2015

(μέσα επίπεδα) (2000=100)

130,1

136,3

140,3

141,7

143,2

144,8

146,1

% μεταβολή 

1,1

4,7

2,9

1

1,1

1

0,9

 

 

Τα κυριότερα σημεία του ΜΠΔΣ 2012-15 είναι τα εξής:

Στο ΜΠΔΣ 2012-2015 προβλεπόντουσαν (σε % μεταβολές όγκου) τα εξής:

Ο ΔΤΚ θα κινούνταν έντονα ανοδικά το 2010 (4,7%), ενώ θα ήταν σταθερά κοντά στο 1% μέχρι και το 2015.
Το ΑΕΠ θα μειωνόταν από το 2009 έως και το 2012 και θα αυξανόταν από το 2013 έως το 2015 (από 2,1% έως 2,7%).
Η Ιδιωτική Κατανάλωση θα μειωνόταν από το 2009 έως το 2012 και από το 2013 μέχρι και το 2015 θα αυξανόταν μεσοσταθμικά 1,2%.
Η Δημόσια Κατανάλωση θα μειωνόταν από το 2010 έως το 2014 και θα αυξανόταν οριακά το 2015 (0,3%).
Οι Συνολικές Επενδύσεις θα μειώνονταν από το 2009 έως το 2012 (-16,5% η μεγαλύτερη μείωση το 2010) και από το 2013 μέχρι και το 2015 θα αυξάνονταν 1,1%, 4,0% και 5,0% αντίστοιχα.
Οι Εξαγωγές θα αυξάνονταν από το 2010 έως και το 2015 (από 3,8% το 2010 έως 6,1% το 2015).
Οι Εισαγωγές θα μειώνονταν από το 2009 έως και το 2012 και θα αυξάνονταν από το 2013 έως το 2015 (από 1,6% έως 2,7%).

 

Πίνακας 2.ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2013

Βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας (% ετήσιες μεταβολές, σε σταθερές τιμές)

2011

2012

2013

ΑΕΠ

-7,1

-6,5

-4,5

Ιδιωτική κατανάλωση (Νοικοκυριά + ΜΚΙΕΝ)

-7,7

-7,7

-7,0

Δημόσια Κατανάλωση

-5,2

-6,2

-7,2

Συνολικές Επενδύσεις

-19,6

-15,0

-3,7

Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

0,3

0,0

2,6

Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

-7,3

-10,1

-5,2

 

Πίνακας 3. Κρατικός Προϋπολογισμός 2014

Βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας (% ετήσιες μεταβολές, σταθερές τιμές) – Κρατικός Προϋπολογισμός 2014

2012

2013

2014

ΑΕΠ

-6,4%

-4,0%

0,6%

Ιδιωτική κατανάλωση (Νοικοκυριά+ΜΚΙΕΝ)

-9,1%

-6,7%

-1,6%

Δημόσια Κατανάλωση

-4,2%

-4,9%

-4,0%

Συνολικές Επενδύσεις

-19,2%

-5,9%

5,3%

Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

-2,4%

2,5%

4,6%

Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

-13,8%

-7,0%

-1,3%

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πίνακας 4. Κρατικός Προϋπολογισμός 2014

Βασικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας (σταθερές τιμές προηγούμενου έτους εκατ. €) – Κρατικός Προϋπολογισμός 2014

 

2012

2013

2014

ΑΕΠ

195,2

187,4

188,5

Ιδιωτική Κατανάλωση (Νοικοκυριά+ΜΚΙΕΝ)

141.674

132.181

130.067

Δημόσια Κατανάλωση

34.713

33.012

31.692

Συνολικές Επενδύσεις

25.520

24.014

25.287

Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

50.975

52.250

54.653

Εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών

59.603

55.431

54.710

 

 

ΜΠΔΣ 2013-2016

Σύγκριση Κρατικού Προϋπολογισμού 2014 και ΜΠΔΣ 2013-2016

2014

2014

0,2%

Η ανάπτυξη με βάση τον προϋπολογισμό θα είναι μεγαλύτερη (+0,6%) από αυτή που προβλέπει το πρόγραμμα δημοσιονομικής εξισορρόπησης (+0,2%).

-1,6%

Η πρόβλεψη για την ιδιωτική κατανάλωση είναι ακριβώς η ίδια.

-3,1%

Η Δημόσια Κατανάλωση προβλέπεται στον Προϋπολογισμό για το 2014 να υποχωρεί περισσότερο (-4,0%) σε σχέση με ό,τι προβλεπόταν στο ΜΠΔΣ 2013-2016 (-3,1%).

3,0%

Οι Συνολικές Επενδύσεις αναμένεται στον Προϋπολογισμό να είναι μεγαλύτερες (+5,3%) σε σχέση με ό,τι προβλεπόταν στο ΜΠΔΣ 2013-2016 (+3,0%).

4,5%

Η πρόβλεψη για τις εξαγωγές παραμένει σχεδόν η ίδια.

-0,4%

Η πρόβλεψη για τις εισαγωγές στον προϋπολογισμό είναι ότι θα υποχωρήσουν περισσότερο κατά (-1,3%) σε σχέση με την πρόβλεψη στο ΜΠΔΣ 2013-2016 για οριακή μείωση (-0,4%).

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Πίνακες εισροών-εκροών για τα έτη 2005, 2010 και 2015

  1. Προϊόντα γεωργίας, κυνήγι και σχετικές υπηρεσίες

Από τον πρωτογενή κλάδο, ο πιο σημαντικός κλάδος είναι τα προϊόντα γεωργίας κυνηγιού, μεταξύ 2005-10 παρατηρείται μείωση των ενδιάμεσων και της συνολικής χρήσης και στα μέρη της τελικής ζήτησης έχουμε μείωση στην ιδιωτική κατανάλωση και στις επενδύσεις, άλλα αύξηση στις εξαγωγές. Τα ίδια παρατηρούνται και μεταξύ 2010-15, με μεγάλη μείωση των επενδύσεων.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία και η εκροή μειώθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή, όπως και οι εισαγωγές, μειώθηκαν.

  1. Ορυχεία και λατομεία

Μεταξύ 2005-10, τα ενδιάμεσα και η τελική χρήση αυξήθηκαν. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, τα ενδιάμεσα και η τελική χρήση μειώθηκαν. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, οι εξαγωγές αυξήθηκαν, ενώ οι επενδύσεις μειώθηκαν.

Μεταξύ 2005-10, η προστιθέμενη αξία και η εκροή μειώθηκε, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15,  η προστιθέμενη αξία και οι εισαγωγές μειώθηκαν, ενώ η εκροή αυξήθηκε.

  1. Βιομηχανία τροφίμων, ποτών, καπνού

Μεταξύ 2005-10, τα ενδιάμεσα μειώθηκαν και η τελική χρήση αυξήθηκε. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, αυξήθηκε η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές, ενώ μειώθηκαν οι επενδύσεις.

Μεταξύ 2010-15, τα ενδιάμεσα και η τελική χρήση μειώθηκαν. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκε η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-10, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

  1. Άνθρακας και σχετικά προϊόντα πετρελαίου

Στον συγκεκριμένο κλάδο, παρατηρείται το 2005-10 αύξηση τόσο στα ενδιάμεσα όσο και στην τελική χρήση, επίσης σημειώθηκε αύξηση σε όλα τα μέρη της τελικής ζήτησης.

Αντίθετα, μεταξύ 2010-15, παρατηρείται μείωση στα ενδιάμεσα και μείωση στη συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, σημειώθηκε μείωση, εκτός από τις εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

  1. Παραγωγή βασικών μετάλλων

Μεταξύ 2005-2010, αυξήθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, οι επενδύσεις μειώθηκαν δραστικά, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα, ενώ η συνολική χρήση υποχώρησε ελαφρώς. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκε η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία και η εκροή αυξήθηκε, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία και οι εισαγωγές μειώθηκαν, ενώ η εκροή αυξήθηκε λίγο.

  1.  Παροχή Ηλεκτρικού Ρεύματος

Μεταξύ 2005-2010, αυξήθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκε η ιδιωτική κατανάλωση, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15 η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

  1. Κατασκευές και κατασκευαστικές εργασίας

Μεταξύ 2005-2010, αυξήθηκαν τα ενδιάμεσα, ενώ η συνολική χρήση μειώθηκε. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, αυξήθηκαν έντονα η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές, ενώ οι επενδύσεις μειώθηκαν. Μεταξύ 2010-15, μειώνονται τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, όλα μειώθηκαν εκτός από τις εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή  και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

 

 

  1. Χονδρικό και λιανικό εμπόριο-επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών. Χονδρικό και λιανικό εμπόριο – εκτός από το εμπόριο μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών

Μεταξύ 2005-2010, αυξήθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Τα μέρη της τελικής ζήτησης αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Επίσης, τα μέρη της τελικής ζήτησης μειώθηκαν, εκτός από τις εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία μειώθηκε, ενώ η εκροή αυξήθηκε.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία και η εκροή μειώθηκαν.

  1. Λιανικό εμπόριο – εκτός από το εμπόριο-επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών

Μεταξύ 2005-2010, υπήρξε μικρή μείωση στα ενδιάμεσα, ενώ η συνολική χρήση παρέμεινε σταθερή. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε σταθερή, οι επενδύσεις αυξήθηκαν, ενώ οι εξαγωγές μειώθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Επίσης, σημειώθηκε μείωση σε όλα τα μέρη της τελικής ζήτησης, εκτός από τις εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία και η εκροή παρέμειναν σχετικά σταθερές.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία και η εκροή μειώθηκαν.

  1. Θαλάσσιες μεταφορές

Μεταξύ 2005-10, αυξήθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Επίσης, στα μέρη της τελικής ζήτησης, η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, τα ενδιάμεσα υποχωρούν, ενώ η συνολική χρήση αυξήθηκε. Επίσης, στα μέρη της τελικής ζήτησης, η ιδιωτική κατανάλωση μειώθηκε, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή αυξήθηκαν, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν.

  1. Αποθήκευση και δραστηριότητες υποστηρικτικές προς τη μεταφορά

Μεταξύ 2005-10, αυξήθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, παρατηρήθηκαν τα ίδια, εκτός από την ιδιωτική κατανάλωση που μειώθηκε.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία και η εκροή αυξήθηκαν, ενώ οι εισαγωγές μειώθηκαν.

  1. Καταλύματα και δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης

Μεταξύ 2005-10, αυξήθηκαν τα ενδιάμεσα και μειώθηκε η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκε η ιδιωτική κατανάλωση.

Μεταξύ 2010-15, μειώνονται τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Ενώ, στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώνεται η ιδιωτική κατανάλωση.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία αυξήθηκε, ενώ η εκροή μειώθηκε.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία και η εκροή μειώθηκαν.

  1. Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, με εξαίρεση τις ασφαλιστικές δραστηριότητες

Μεταξύ 2005-10, αυξήθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, η ιδιωτική κατανάλωση και εξαγωγές σημείωσαν αύξηση.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκε η ιδιωτική κατανάλωση, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία μειώθηκε, ενώ η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

  1. Τηλεπικοινωνίες

Μεταξύ 2005-2010, αυξήθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, η ιδιωτική κατανάλωση και οι εξαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκε η ιδιωτική κατανάλωση, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

  1. Διαχείριση ακίνητης περιουσίας

Μεταξύ 2005-10, αυξήθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, αυξήθηκαν η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, σημείωσαν μείωση η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία και η εκροή αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία και η εκροή μειώθηκαν.

  1. Δημόσια διοίκηση και άμυνα – υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση

Μεταξύ 2005-10, δεν υπάρχουν ενδιάμεσα, ενώ αυξήθηκε η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, αυξήθηκαν η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση.

Μεταξύ 2010-15, δεν υπάρχουν ενδιάμεσα, ενώ μειώθηκε η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, σημείωσαν μείωση η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία και η εκροή αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία και η εκροή μειώθηκαν.

  1. Εκπαίδευση

Μεταξύ 2005-10, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα, ενώ η συνολική χρήση αυξήθηκε. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, αυξήθηκαν η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση και οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκαν η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

  1. Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας

Μεταξύ 2005-10, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα, ενώ η συνολική χρήση αυξήθηκε. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, αυξήθηκαν η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση και οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2010-15, μειώθηκαν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώθηκε η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση, ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία παρέμεινε σταθερή, ενώ η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές μειώθηκαν.

19. Για το σύνολο των κλάδων της οικονομίας

Μεταξύ 2005-10, αυξήθηκαν τόσο τα ενδιάμεσα όσο και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, σημείωσαν αύξηση η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση και οι εξαγωγές, ενώ μειώθηκαν οι επενδύσεις.

Μεταξύ 2010-15, προβλέπεται να μειωθούν τα ενδιάμεσα και η συνολική χρήση. Στα μέρη της τελικής ζήτησης, μειώνονται η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ αυξάνονται οι εξαγωγές.

Μεταξύ 2005-2010, η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές αυξήθηκαν.

Μεταξύ 2010-15 η προστιθέμενη αξία, η εκροή και οι εισαγωγές προβλέπεται να υποχωρήσουν.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της EUROSTAT

Α) Από τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της ΕΛΣΤΑΤ προκύπτει ότι το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ήταν το 2012 193.749, περίπου όσο το 2005: 193.050. Σε σταθερές τιμές το 2012 το ΑΕΠ ήταν 195.225 δηλαδή στο ύψος του 2005: 184.490.

Επίσης η Ιδιωτική Κατανάλωση σε τρέχουσες τιμές το 2012 ήταν 177.154, περίπου όσο το 2006: 181.069. Σε σταθερές τιμές το 2012 ήταν 176.167 περίπου όσο και το 2006: 176.612.

Οι Επενδύσεις το 2012 σε τρέχουσες τιμές είναι 26.339 δηλαδή μικρότερες από το 2000  31.778, όταν οι αποσβέσεις το 2012 ήταν 42.210, δηλαδή δεν εξασφαλίζεται ούτε η απλή αναπαραγωγή. Σε σταθερές τιμές το 2012 ήταν 27.685 κάτω από το 2001: 33.025.

Β) Από τα στοιχεία για την Ακαθάριστη Προστιθέμενη αξία σε σταθερές τιμές κατά κλάδο προκύπτει ότι,

Πίνακας 1.

Ακαθάριστη Προστιθέμενη αξία, σε σταθερές τιμές, σε εκ ευρώ.

2001

2005

2010

2012

Γεωργία

7.904

8.310

6.724

5.976

Ορυχεία, Μεταποίηση

17.232

22.383

25.356

23.990

Κατασκευές

9.540

10.481

7.147

3.851

Χονδρικό και λιανικό εμπόριο

35.240

52.540

49.275

39.648

Ενημέρωση και επικοινωνία

5.126

7.329

9.158

8.386

Χρηματοπιστωτικά

5.424

8.073

9.126

8.115

Διαχείριση ακίνητης περιουσίας

13.356

18.449

26.504

29.007

Επαγγελματικές επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες

5.591

10.937

10.937

8.482

Δημόσια Διοίκηση Κοινωνική Ασφάλιση Εκπαίδευση, Υγεία

20.681

32.428

41.993

36.252

Τέχνες, διασκέδαση και ψυχαγωγία

4.585

7.967

8.946

8.146

Σύνολο

142.001

203.688

219.659

195.224

Το 2012 διαπιστώνεται μεγάλη πτώση στη Γεωργία, στις Κατασκευές, στο Χονδρικό και λιανικό εμπόριο και άνοδο στη Διαχείριση ακίνητης περιουσίας (που σε αξία είναι σχεδόν ίση με τα Ορυχεία, Μεταποίηση, Γεωργία).

Γ) Σύμφωνα  με το Δελτίο τύπου της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής ο Γενικός Δείκτης Κύκλου Εργασιών στη Βιομηχανία (σύνολο εγχώριας και εξωτερικής αγοράς) του μηνός Σεπτεμβρίου 2013, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο Δείκτη του Σεπτεμβρίου 2012, παρουσίασε μείωση κατά 8,0%, έναντι αύξησης 3,9% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2012 προς το 2011.Το γεγονός αυτό οφείλεται στις παρακάτω μεταβολές των δεικτών των επιμέρους τομέων βιομηχανίας, δηλαδή:

– Στη μείωση του Δείκτη Κύκλου Εργασιών Ορυχείων-Λατομείων κατά 16%

– Στη μείωση του Δείκτη Κύκλου Εργασιών Μεταποιητικών Βιομηχανιών κατά 7,9%

Ειδικότερα στη μείωση αυτή των Μεταποιητικών Βιομηχανιών συνέβαλαν κυρίως, οι μειώσεις των δεικτών των διψήφιων κλάδων: Παραγώγων πετρελαίου και άνθρακα, Βασικών μετάλλων και Κατασκευής μεταλλικών προϊόντων

Επίσης η μείωση του Γενικού Δείκτη Κύκλου Εργασιών στη Βιομηχανία κατά 8% οφείλεται

– Στη μείωση του Δείκτη Κύκλου Εργασιών Εγχώριας Αγοράς κατά 6,4%

– Στη μείωση του Δείκτη Κύκλου Εργασιών Εξωτερικής αγοράς κατά 10.9%

Πίνακας 2. Ετήσιες μεταβολές  Δείκτη Κύκλου Εργασιών στη Βιομηχανία.

Έτος βάσης  2005=100

2013

ΓΕΝΙΚΟΣ ΔΕΙΚΤΗΣ

105,4

ΟΡΥΧΕΊΑ-ΛΑΤΟΜΕΙΑ

100,9

Εξόρυξη άνθρακα και λιγνίτη

235,2

Άντληση Αργου πετρελαίου  και φυσικού αερίου

0,0

Εξόρυξη μεταλλωρύχων μεταλλευμάτων

79,7

Άλλες εξορυκτικές και λατομικές δραστηριότητες

104,3

ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗ

103,8

Τρόφιμα

103,4

Ποτά

87,1

Καπνός

77,5

Κλωστοϋφαντουργικές ύλες

32,5

Είδη ένδυσης

38,2

Δέρματα -είδη υπόδησης

32,8

Ξύλο και φελλός

22,5

Χαρτί  και  προϊόντα από χαρτί

99,8

Εκτυπώσεις

44,0

Παράγωγα πετρελαίου  και άνθρακα

175,0

Χημικά προϊόντα

94,6

Βασικά Φαρμακευτικά  προϊόντα

133,4

Προϊόντα από ελαστική και πλαστική ύλη

97,7

Μη μεταλλικά ορυκτά

42,2

Βασικά μέταλλα

84,3

Κατασκευή  Μεταλλικών προϊόντων

60,7

Ηλεκτρονικοί υπολογιστές

60,7

Ηλεκτρολογικός εξοπλισμός

93,9

Μηχανήματα

59,5

Μηχανοκίνητα οχήματα

44,9

Λοιπός εξοπλισμός μεταφορών

24,8

Έπιπλα

37,7

Άλλες μεταποιητικές  δραστηριότητες

66,8

Επισκευή και εγκατάσταση Μηχανημάτων

44,3

ΚΥΡΙΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΚΛΑΔΩΝ
Ενέργεια

174,6

Ενδιάμεσα αγαθά

82,4

Κεφαλαιουχικά αγαθά

43,5

Διαρκή καταναλωτικά αγαθά

41,6

Μη διαρκή καταναλωτικά αγαθά

85,6

 

Όπως προκύπτει από τον Πίνακα άνω από το 100 είναι τα Παράγωγα πετρελαίου και άνθρακα, και τα Βασικά Φαρμακευτικά  προϊόντα.

Συνολικά στις κύριες ομάδες βιομηχανικών κλάδων άνω από το 100 είναι η Ενέργεια ενώ πολύ κάτω καταγράφονται τα Κεφαλαιουχικά αγαθά και τα Διαρκή καταναλωτικά αγαθά.

Δ) Στη Τελική κατανάλωση η καταναλωτική δαπάνη είναι, όπως αναφέρθηκε,  σε τρέχουσες τιμές το 2012: 177.154 και σε σταθερές τιμές είναι το 2012: 176.167.

Τα Νοικοκυριά σε σταθερές τιμές ήταν το 2012: 138.038 και το 2006: 137.409.

Γενική κυβέρνηση σε σταθερές τιμές ήταν το 2012: 34.713 και το 2006: 36.017

Ε) Από το Δελτίο τύπου για τους Δείκτες Κύκλου Εργασιών στον τομέα των Υπηρεσιών, με έτος βάσης 2005=100

 

Πίνακας 3. Δείκτες Κύκλου Εργασιών στον τομέα των Υπηρεσιών, με έτος βάσης 2005=100

Ετήσια μεταβολή %

α) Παρατηρείται μείωση στους κλάδους

53 Υπηρεσίες Ταχυδρομείων

85

-3,7

54 Υπηρεσίες Εκδοτικών δραστηριοτήτων

45

-22,2

61 Υπηρεσίες Τηλεπικοινωνιών

66

-12,1

62 Υπηρεσίες Πληροφορικής

52

16,2

70.2 Υπηρεσίες Παροχής συμβούλων διαχείρισης

80

-6,2

71 Υπηρεσίες Αρχιτεκτόνων και Μηχανικών

60

-4,4

73 Υπηρεσίες Διαφήμισης Έρευνας

40

-19,2

74 Υπηρεσίες Άλλων Επαγγελμάτων

30

-18,3

81.2 Υπηρεσίες δραστηριοτήτων καθαρισμού

95

-13,8

82 Υπηρεσίες διοικητικών δραστηριοτήτων γραφείου

60

-18

β) Και άνοδο στους κλάδους

63 Υπηρεσίες επεξεργασίας δεδομένων και παροχής πληροφόρησης

130

25,8

69 Υπηρεσίες νομικών και λογιστικών δραστηριοτήτων

150

1,1

78 Υπηρεσίες δραστηριοτήτων σχετικών με την απασχόληση

140

8,5

80 Υπηρεσίες δραστηριοτήτων σχετικών με την παροχή προστασίας

145

2,4

 

 

ΣΤ)  ΕΛΣΤΑΤ Εισαγωγές- Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών:

Εξαγωγές (αγαθά και υπηρεσίες) σε σταθερές τιμές  από 40.483 το 2004 ανήλθαν σε 45.987 το 2010, 49.576 το 2011 και 50.975 το 2012. (ΕΛΣΤΑΤ Εισαγωγές- Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών), 52.301 το 2013, 54.654(πρόβλεψη)  το 2014, 57.551(πρόβλεψη)  το 2015 και 61.004 (πρόβλεψη) το 2016, ΜΠΣΔ 2013-2016.

Εισαγωγές (αγαθά και υπηρεσίες) σε σταθερές τιμές  από 58.803 το 2004 ανήλθαν σε 66.131 το 2010, 64.879 το 2011 και 59.603 το 2012. (ΕΛΣΤΑΤ Εισαγωγές- Εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών), 56.503 το 2013, 56.277 (πρόβλεψη) το 2014, 57.403 (πρόβλεψη) το 2015 και 59.182 (πρόβλεψη)  το 2016 ΜΠΣΔ 2013-2016..

Εισαγωγές (αγαθά και υπηρεσίες) σε τρέχουσες τιμές ανήλθαν σε 70.020 το 2010, σε 69.119 το 2011,σε 62.053 το 2012, σε 57.129 το 2013, σε 56.217 (πρόβλεψη) το 2014 και 57.665 (πρόβλεψη) το 2015 EUROSTAT

Εξαγωγές (αγαθά και υπηρεσίες) σε τρέχουσες τιμές ανήλθαν σε 49.414 το 2010, σε 52.247 το 2011, σε 52.309 το 2012, σε 52.975 το 2013, σε 55.192 (πρόβλεψη) το 2014 και σε 58.286 (πρόβλεψη) το 2015 EUROSTAT.

Ζ) Στον Ακαθάριστο σχηματισμό κεφαλαίου:

Πίνακας 4. Ακαθάριστος σχηματισμός κεφαλαίου σε σταθερές τιμές, εκ. ευρώ

2001

2012

Γεωργία

74

100

Μεταλλικά προϊόντα και μηχ.

6.735

6.209

Εξοπλισμός Μεταφορών

3.581

4.305

Κατοικίες

9.722

6.623

Άλλες κατασκευές

9.681

6.232

Άλλα προϊόντα

1.081

2.051

Σύνολο

33,025

27.685

 

Ο Ακαθάριστος  σχηματισμός  κεφαλαίου  το 2012 είναι μικρότερος από το 2001 αλλά κυρίως στις κατοικίες και τις κατασκευές ενώ τα μεταλλικά προϊόντα και μηχανήματα παραμένουν περίπου στο ίδιο επίπεδο.

 

Πίνακας 5. Επενδύσεις (σε τρέχ. τιμές σε εκ. ευρώ)

2007

2008

2009

2010

2011

2012

59.631

55.996

42.923

38.995

33.591

26.339

Ιδιωτικός τομέας

52.104

47.391

35.667

33.917

30.025

22.844

Γενική Κυβέρνηση

7.527

8.605

7.256

5.038

3.565

3.495

 

Η συμμετοχή της Γενικής Κυβέρνησης (ως επί το πλείστον κοινοτικοί πόροι) στις Επενδύσεις ανέρχεται στο 13% περίπου.

Η) Στην  EUROSTAT

Πίνακας 6. Παραγωγή ανά κλάδο- ετήσια στοιχεία 2010=100

2011

2012

2013

Μεταποίηση

91,41

87,62

83,42

Τρόφιμα

98,86

95,51

Ποτά

90,31

82,82

Καπνός

110,60

100,81

Υφαντουργία

78,14

62,72

Είδη ένδυσης

74,89

69,76

Δέρματα -είδη υπόδησης

85,00

58,07

Ξύλο και φελλός

125,37

88,59

Χαρτί  και προϊόντα από χαρτί

92,23

82,29

Εκτυπώσεις

74,76

59,31

Παράγωγα πετρελαίου και άνθρακα

85,51

106,28

Χημικά προϊόντα

95,33

83,77

Βασικά Φαρμακευτικά προϊόντα

99,63

44,49

Ελαστική και πλαστική ύλη

91,34

83,02

Μη μεταλλικά ορυκτά

99,66

86,52

Βασικά μέταλλα

107,52

100,99

Κατασκευή  Μεταλλικών προϊόντων

99,66

86,52

Ηλεκτρονικοί υπολογιστές

69,78

65,05

Ηλεκτρολογικός εξοπλισμός

85,45

80,26

Μηχανήματα

86,65

76,88

Μηχανοκίνητα οχήματα

74,54

63,79

Λοιπός εξοπλισμός μεταφοράς

82,16

47,77

Έπιπλα

77,90

54,63

Άλλες μεταποιητικές δραστηριότητες

82,52

74,81

Επισκευή και εγκατάσταση Μηχανημάτων

96,14

82,04

 

Από εδώ προκύπτει ότι η Μεταποίηση έχει μειωθεί μεταξύ 2010-2013 περίπου 17%. Επίσης όλοι οι κλάδοι έχουν μειωθεί κάτω από το 100 εκτός από τους κλάδους Καπνός, Παράγωγα πετρελαίου και άνθρακα και Βασικά μέταλλα.

2011   2012

Ηλεκτρισμός                                             91,19  88,48

Ορυχεία Μεταποίηση  Ηλεκτρισμός        91,96  88,58

 

Ακαθάριστο εγχώριο προϊόν σε αγοραίες τιμές       2011 2012 2013 2014 2015

-7,1   -6,4    -4    0,6    2,9

Ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές      -6,6   -6,2   -4,4  0,6

Θ) Σύμφωνα με τους Πινάκες εισροών-εκροών μεταξύ 2005-10, οι μισθοί και το πλεόνασμα αυξήθηκαν 20% και 6,1% αντίστοιχα – ενώ, μεταξύ 2010-15, οι μισθοί και το πλεόνασμα μειώθηκαν -15,3% και -11,6% αντίστοιχα, το δεύτερο με μεγαλύτερο ρυθμό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι αμοιβές στην Ελλάδα έχουν επιστρέψει σε επίπεδα του 2000. Οι αποδοχές στο διάστημα 2000-2012 έχουν μειωθεί κατά

-1,7%. Εξαίρεση αποτελούν οι εργαζόμενοι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα που μπορεί στην τελευταία τετραετία να είχαν απώλειες, αλλά από το 2000 μέχρι το 2012 οι αποδοχές τους είναι αυξημένες κατά 12,4%.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το 2013 οι μισθοί είχαν υποβαθμιστεί στο επίπεδο του 2005.

 

 

  Πίνακας 7. Αμοιβές εξαρτημ. εργασίας, Ακαθ. λειτ. πλεόνασμα/ μεικτό εισόδημα                                                              

                                                                         2001              2002    2003       2004
Αμοιβές εξαρτημένης εργασίας                     47.873 (37.2%) 55.370 59.988  64.851
Ακαθ. λειτ. πλεόνασμα/ μεικτό εισόδημα    80.762 (62,8)   83.624    94.259  101.548

 

2005      2006      2007      2008          2009              2010        2011              2012
69.813    72.900  78.422     82.926     84.914       80.493    73.288      63.968 (37,2%)
103.676 112.194 119.224   124.110  123.172     117.071   111.395    108.087(62,8%)

 

Οι αμοιβές το 2012 μειώθηκαν στο επίπεδο του 2004 και το πλεόνασμα στο επίπεδο του 2006. Όμως η ποσοστιαία συμμετοχή της αμοιβής και του πλεονάσματος παρέμεινε σταθερή το 2012 σε σχέση με το 2001

Ι) Σύμφωνα με το Δελτίο τύπου της ΕΛΣΤΑΤ η συνολική αξία των εισαγωγών (αγαθών) κατά το δωδεκάμηνο Νοεμβρίου 2012-Οκτωμβρίου 2013 παρουσίασε μείωση 2,5% σε σύγκριση με το αντίστοιχο δωδεκάμηνο Νοεμβρίου 2011- Οκτώβριου 2012.

Η συνολική αξία των εξαγωγών (αγαθών) το ίδιο χρονικό διάστημα παρουσίασε αύξηση 6,1%

Πίνακας 8. Εισαγωγές- Εξαγωγές

Εισαγωγές

Εξαγωγές

Οκτώβριος 2013  –  Σε εκατ. ευρώ

ΕΕ

Τρίτες Χώρες

ΕΕ

Τρίτες Χώρες

0. Τρόφιμα και ζώα ζωντανά

355

59

212

72

1. Ποτά καπνός

34

6

29

23

2. Πρώτες ύλες μη εδώδιμες  εκτός από καύσιμα

55

51

31

152

3. Ορυκτά καύσιμα λιπαντικά

94

1.505

172

602

4. Λάδια και λίπη ζωικής ή φυτικής προέλευσης

14

10

20

7

5. Χημικά προϊόντα και συναφή

476

117

174

68

6. Βιομηχανικά  είδη ταξινομημένα κυρίως κατά πρώτη ύλη

262

145

202

111

7. Μηχανήματα και υλικό μεταφορών

432

205

85

76

8. Διάφορα βιομηχανικά είδη

278

107

115

56

9.Είδη και  συναλλαγές μη ταξινομημένα κατά κατηγορίες

2

0

26

23

Σύνολο

2.001

2.216

1.066

1.192

 

Η σχέση με την ΕΕ στις εισαγωγές (αγαθών)  είναι περίπου 47,45% και στις εξαγωγές (αγαθών) 47,2%.

Από τις τρίτες χώρες το 68% των εισαγωγών (αγαθών) αποτελείται από το πετρέλαιο και το 50,5% των εξαγωγών (αγαθών).

Από την ΕΕ εισάγονται κυρίως Τρόφιμα, Χημικά προϊόντα, Βιομηχανικά ειδή και  Μηχανήματα και υλικό μεταφορών

Πίνακας 9. Εισαγωγές –Εξαγωγές (Πετρέλαιο)

Εισαγωγές

Εξαγωγές

2011

48.438

24.295

Χωρίς πετρέλαιο

33.916

17.048

Πετρέλαιο

14.522

7.247

2012

49.248

27.577

Χωρίς πετρέλαιο

1.318

17.185

Πετρέλαιο

17.930

10.392

 

Από τον Πίνακα 9 προκύπτει ότι εισάγεται πετρέλαιο περίπου διπλάσιο από ότι εξάγεται. Οι εξαγωγές χωρίς πετρέλαιο είναι σχετικά σταθερές.

Σύμφωνα με το Δελτίο τύπου της ΕΛΣΤΑΤ η συνολική αξία των εισαγωγών (αγαθών) κατά το δωδεκάμηνο Ιανουαρίου -Δεκεμβρίου 2013 παρουσίασε αύξηση  19,6%  σε σύγκριση με το αντίστοιχο δωδεκάμηνο του 2012.

Η συνολική αξία των εξαγωγών (αγαθών) το ίδιο χρονικό διάστημα παρουσίασε αύξηση 7,5 %

Πίνακας 10. Εισαγωγές –Εξαγωγές (Πετρέλαιο)

Εισαγωγές

Εξαγωγές

2001

32.022

11.797

Χωρίς πετρέλαιο

25.910

10.520

Πετρέλαιο

6.112

1.277

2012

33.062

10.946

Χωρίς πετρέλαιο

26.010

9.494

Πετρέλαιο

7.052

1.452

 

Μεταξύ 2001 και 2012 οι εισαγωγές είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο και οι εξαγωγές έχουν μειωθεί. Στις εισαγωγές το πετρέλαιο έχει αυξηθεί και στις εξαγωγές έχει μειωθεί.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Πίνακας 1. Σε εκατομμύρια ευρώ.

Ημερομίσθια και μισθοί

Προϊόντα γεωργίας, θήρας και συναφείς δραστηριότητες

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

838

2005

6.690

4.048

0

305

970

12.013

917

2010

5.951

3.614

0

266

1.163

10.994

794

2015*

4.981

2.914

0

208

1.414

9.518

9,4%

% μεταβολή 2005-2010

-11,1%

-10,7%

-12,7%

19,9%

-8,5%

-13,4%

% μεταβολή 2010-2015

-13,5%

-19,4%

-21,6%

46,6%

-13,4%

Products of agriculture, hunting and related services

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

6.538

10.661

1.352

2010

4.902

9.616

1.378

2015*

4.244

8.323

1.194

% μεταβολή 2005-2010

-25,0%

-9,8%

1,9%

% μεταβολή 2010-2015

-13,4%

-13,4%

-13,3%

Πίνακας 2.  

 

 

Ημερομίσθια και μισθοί

Βιομηχανία τροφίμων, ποτών, καπνού

  Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

1.627

2005

5.026

13.913

0

305

970

12.013

2.187

2010

3.145

17.890

0

-506

1.946

22.476

1.803

2015*

2.725

14.425

0

-396

2.366

18.523

34,4%

% μεταβολή 2005-2010

-37,4%

28,6%

-266,0%

100,6%

87,1%

-17,6%

% μεταβολή 2010-2015

-15,7%

-19,4%

-21,6%

46,6%

-17,6%

Βιομηχανία τροφίμων, ποτών, καπνού

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

4.914

15.706

4.334

2010

7.052

17.469

5.006

2015*

5.812

14.184

4.339

% μεταβολή 2005-2010

43,5%

11,2%

15,5%

% μεταβολή 2010-2015

-17,6%

-18,8%

-13,3%

 

 

 

Πίνακας 3.

Ημερομίσθια και μισθοί

Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

20.040

2005

5.727

4.028

0

486

2.043

12.284

22.476

2010

6.547

6.200

0

889

4.193

17.829

18.523

2015*

5.957

4.999

0

697

5.098

16.750

12,2%

% μεταβολή 2005-2010

14,3%

53,9%

82,9%

105,3%

45,1%

-17,6%

% μεταβολή 2010-2015

-2,2%

-19,4%

-21,6%

21,6%

-6,1%

Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

1.188

7.962

4.322

2010

2.084

13.201

4.628

2015*

1.958

12.739

4.011

% μεταβολή 2005-2010

75,4%

65,8%

7,1%

% μεταβολή 2010-2015

-6,1%

-3,5%

-13,3%

Πίνακας 4

Ημερομίσθια και μισθοί

Παραγωγή βασικών μετάλλων

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

310

2005

4.910

0

0

194

1.364

6.470

425

2010

5.426

3

0

68

1.867

7.364

411

2015*

5.121

2

0

54

2.736

7.913

37,0%

% μεταβολή 2005-2010

10,5%

-64,7%

36,9%

13,8%

-3,1%

% μεταβολή 2010-2015

-11,3%

-19,4%

-21,6%

21,6%

-3,1%

Παραγωγή βασικών μετάλλων

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

912

4.176

2.294

2010

1.657

5.494

1.871

2015*

1.606

5.516

1.621

% μεταβολή 2005-2010

81,8%

31,5%

-18,4%

% μεταβολή 2010-2015

-3,1%

0,4%

-13,3%

 

Πίνακας 5.

 

 

Ημερομίσθια και μισθοί     

Κατασκευές και κατασκευαστικές εργασίες

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

 

2.740

2005

4.565

1.447

0

25.025

242

31.279

 

3.149

2010

5.095

1.619

0

20.154

563

27.432

 

2.527

2015*

4.231

1.306

0

15.797

685

22.019

 

14,9%

% μεταβολή 2005-2010

11,6%

11,9%

-19,5%

132,6%

-12,3%

 

-19,7%

% μεταβολή 2010-2015

-15,7%

-19,4%

-21,6%

21,6%

-19,7%

 

Κατασκευές και κατασκευαστικές εργασίες

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

 

2005

12378

31194

85

 

2010

11044

27181

251

 

2015*

8865

21801

218

 

% μεταβολή 2005-2010

-10,8%

-12,9%

194,4%

 

% μεταβολή 2010-2015

-19,7%

-19,8%

-13,3%

  Πίνακας 6.  

 

 

Ημερομίσθια και μισθοί  

Χονδρικό και λιανικό εμπόριο- επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, εκτός από το εμπόριο  μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

 

4.178

2005

11.745

10.847

0

1.873

2.282

26.747

 

6.227

2010

12.751

12.888

0

2.643

2.672

30.953

 

5.343

2015*

10.845

10.391

0

2.071

3.248

26.556

 

49,0%

% μεταβολή 2005-2010

8,6%

18,8%

41,1%

17,1%

15,7%

 

-14,2%

% μεταβολή 2010-2015

-14,9%

-19,4%

-21,6%

21,6%

-14,2%

 
 

Χονδρικό και λιανικό εμπόριο- επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, εκτός από το εμπόριο  μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

 

2005

14.535

26.747

0

 

2010

16.577

30.953

0

 

2015*

14.214

26.556

0

 

% μεταβολή 2005-2010

14,1%

15,7%

 

% μεταβολή 2010-2015

-14,3%

-14,2%

 

Πίνακας 7.

Ημερομίσθια

και μισθοί 4) 5)

Λιανικό εμπόριο, εκτός από το εμπόριο  μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

2.858

2005

5.655

5.431

0

1.084

1.321

13.492

3.571

2010

5.650

5.481

0

1.202

1.215

13.548

3.046

2015*

4.719

4.419

0

942

1.478

11.558

24,9%

% μεταβολή 2005-2010

-0,1%

0,9%

10,9%

-8,0%

0,4%

-14,7%

% μεταβολή 2010-2015

-13,5%

-19,4%

-21,6%

46,6%

-14,7%

Λιανικό εμπόριο, εκτός από το εμπόριο  μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

8.037

13.492

0

2010

8.033

13.548

0

2015*

6.853

11.558

0

% μεταβολή 2005-2010

-0,1%

0,4%

% μεταβολή 2010-2015

-14,7%

-14,7%

Πίνακας 8.  

 

Ημερομίσθια

και μισθοί

Υπηρεσίες Θαλασσίων μεταφορών

Σύνολο Ενδιαμέσων  

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

577

2005

342

236

0

0

13.412

13.989

827

2010

353

418

0

0

14.581

15.352

991

2015*

329

337

0

0

17.727

18.393

43,4%

% μεταβολή 2005-2010

3,2%

77,4%

8,7%

9,7%

19,8%

% μεταβολή 2010-2015

-6,8%

-19,4%

21,6%

19,8%

Υπηρεσίες Θαλασσίων μεταφορών

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

7.058

13.972

17

2010

7.493

15.287

64

2015*

8.977

18.337

56

% μεταβολή 2005-2010

6,2%

9,4%

275,2%

% μεταβολή 2010-2015

19,8%

19,9%

-13,3%

 

 

 

Πίνακας 9.                                                                                         

Ημερομίσθια και μισθοί

Αποθήκευση και υποστηρικτικές προς τη μεταφορά δραστηριότητες

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

344

2005

5.583

415

0

0

530

6.528

466

2010

7.484

428

0

0

737

8.650

491

2015*

7.879

345

0

0

896

9.120

35,5%

% μεταβολή 2005-2010

34,1%

3,2%

39,2%

32,5%

5,4%

% μεταβολή 2010-2015

5,3%

-19,4%

21,6%

5,4%

Αποθήκευση και υποστηρικτικές προς
τη μεταφορά δραστηριότητες

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

944

1.823

4.705

2010

1.251

2.716

5.934

2015*

1.319

3.978

5.143

% μεταβολή 2005-2010

32,5%

49,0%

26,1%

% μεταβολή 2010-2015

5,4%

46,5%

-13,3%

Πίνακας 10.  

Ημερομίσθια και μισθοί

Καταλύματα και Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης

 Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

6.528

2005

2.007

17.510

0

0

0

19.517

8.650

2010

2.496

16.731

0

0

0

19.226

9.120

2015*

2.248

13.489

0

0

0

15.738

32,5%

% μεταβολή 2005-2010

24,4%

-4,5%

-1,5%

5,4%

% μεταβολή 2010-2015

-9,9%

-19,4%

-18,1%

Καταλύματα και Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

9.612

19.517

0

2010

13.565

19.226

0

2015*

11.103

15.738

0

% μεταβολή 2005-2010

41,1%

-1,5%

% μεταβολή 2010-2015

-18,1%

-18,1%

 

 

 

 

 

Πίνακας 11.

Ημερομίσθια και μισθοί

Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, με εξαίρεση τις ασφαλιστικές δραστηριότητες

  Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

2.344

2005

7.256

2.451

0

0

16

9.723

3.609

2010

8.529

2.788

0

0

323

11.640

3.050

2015*

7.196

2.248

0

0

392

9.837

53,9%

% μεταβολή 2005-2010

17,5%

13,8%

1879,8%

19,7%

-15,5%

% μεταβολή 2010-2015

-15,6%

-19,4%

21,6%

-15,5%

Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, με εξαίρεση τις ασφαλιστικές δραστηριότητες

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

7.220

9.158

5.65

2010

7.108

10.253

1.387

2015*

6.007

8.634

1.202

% μεταβολή 2005-2010

-1,6%

12,0%

145,5%

% μεταβολή 2010-2015

-15,5%

-15,8%

-13,3%

Πίνακας 12.

Ημερομίσθια και μισθοί

Διαχείριση ακίνητης περιουσίας

Σύνολο Ενδιαμέσων  

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

620

2005

6.845

18.551

0

177

0

25.573

715

2010

7.036

24.490

0

245

0

31.771

583

2015*

5.982

19.746

0

192

0

25.920

15,2%

% μεταβολή 2005-2010

2,8%

32,0%

38,6%

24,2%

-18,4%

% μεταβολή 2010-2015

-15,0%

-19,4%

-21,6%

-18,4%

Διαχείριση ακίνητης περιουσίας

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

21.606

25.573

0

2010

27.444

31.772

0

2015*

22.390

25.920

0

% μεταβολή 2005-2010

27,0%

24,2%

% μεταβολή 2010-2015

-18,4%

-18,4%

 

 

 

Πίνακας 13.

Ημερομίσθια και μισθοί

Δημόσια διοίκηση και άμυνα -υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση

  Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

5.788

2005

0

753

20.168

0

0

20.921

10.067

2010

0

816

23.756

0

0

24.572

7.482

2015*

0

658

17.603

0

0

18.261

73,9%

% μεταβολή 2005-2010

8,4%

17,8%

17,5%

-25,7%

% μεταβολή 2010-2015

-19,4%

-25,9%

-25,7%

Δημόσια διοίκηση και άμυνα –υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

14.023

20.921

0

2010

17.625

24.572

0

2015*

13.099

18.261

0

% μεταβολή 2005-2010

25,7%

17,5%

% μεταβολή 2010-2015

-25,7%

-25,7%

 

 

 

Πίνακας14.

Ημερομίσθια και μισθοί

Υπηρεσίες Εκπαίδευσης

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

5.788

2005

253

2.876

6.996

0

22

10.146

6.353

2010

227

4.205

7.768

0

24

12.224

4.865

2015*

189

3.390

5.756

0

35

9.371

9,8%

% μεταβολή 2005-2010

-10,1%

46,2%

11,0%

6,4%

20,5%

-23,4%

% μεταβολή 2010-2015

-18,5%

-19,4%

-25,9%

21,6%

-23,4%

Υπηρεσίες Εκπαίδευσης

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

9.325

10.137

9

2010

10.984

12.211

14

2015*

8.411

9.349

12

% μεταβολή 2005-2010

17,8%

20,5%

48,3%

% μεταβολή 2010-2015

-23,4%

-23,4%

-14,2%

 

Πίνακας 15.

Ημερομίσθια και μισθοί

Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

3.293

2005

371

6.136

5.333

0

37

11.877

3.934

2010

350

7.307

7.317

0

40

15.014

3.053

2015*

284

5.892

5.422

0

58

11.656

19,5%

% μεταβολή   2005-2010

-5,5%

19,1%

37,2%

6,4%

26,4%

-22,4%

% μεταβολή  2010-2015

-19,7%

-19,4%

-25,9%

21,6%

-22,5%

Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

7.162

11.862

15

2010

7.149

14.123

23

2015*

5.554

10.970

20

% μεταβολή  2005-2010

-0,2%

19,1%

48,3%

% μεταβολή  2010-2015

-22,4%

-22,4%

-13,3%

Πίνακας 16.

Ημερομίσθια και μισθοί

Ορυχεία και λατομεία

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

382

2005

5.986

0

0

429

118

6.533

389

2010

8.620

0

0

1.308

148

10.077

354

2015*

7.962

0

0

1.026

180

8.323

1,8%

% μεταβολή 2005-2010

44,0%

204,9%

25,0%

54,2%

-8,9%

% μεταβολή 2010-2015

-7,6%

 

 

-21,6%

21,6%

-17,4%

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

787

1.440

5.093

2010

719

1.400

8.677

2015*

655

1.662

7.520

% μεταβολή  2005-2010

-8,6 %

-2,8%

70,37%

% μεταβολή  2010-2015

-8,9%

18,7%

-13,3%

 

 

 

Πίνακας 17.

Ημερομίσθια και μισθοί

 

Ηλεκτρισμός

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

955

2005

3.799

2.081

   

13

5.892

885

2010

4.381

5.449

   

190

10.021

738

2015*

3.738

4.393

   

231

8.363

-7,30%

% μεταβολή 2005-2010

15,32%

161,85%

   

1361,54%

70,08%

-16,61%

% μεταβολή 2010-2015

-14,68%

-19,37%

 

 

21,82%

-16,55%

Ηλεκτρισμός

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

3.117

5.742

151

2010

4.034

9.037

984

2015*

3.367

7.510

853

% μεταβολή 2005-2010

29,42%

57,38%

551,65%

% μεταβολή 2010-2015

-16,53%

-16,90%

-13,31%

 

 

 

Πίνακας 18.

Ημερομίσθια και μισθοί

 

Τηλεπικοινωνίες

  Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη 

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

808

2005

2.465

3.887

   

265

6.617

814

2010

5.275

5.231

   

287

10.792

682

2015*

4.476

4.217

   

349

9.042

0,70%

% μεταβολή 2005-2010

114%

34,58%

   

8,30%

63,10%

-16,22%

% μεταβολή 2010-2015

-15,15%

-19,38%

 

 

21,60%

-16,22%

Τηλεπικοινωνίες

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

2005

3.638

6.394

223

2010

5.899

10.445

347

2015*

4.942

8.742

301

% μεταβολή 2005-2010

62,15%

63,36%

55,60%

% μεταβολή 2010-2015

-16,22%

-16,30%

-13,26%

 

 

 

 

Πίνακας 19.

Ημερομίσθια και μισθοί

Καθαρό Λειτουργικό Πλεόνασμα

 Πίνακες μεταβολών με τα συνολικά μεγέθη της ελληνικής οικονομίας για τα έτη 2005-2010-2015

 
   

2005

 Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

 

53.556

80.040

134.129

129.929

34.937

39.977

34.077

375.567

 
   

2010

Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

 

64.276

84.935

152.762

158.423

41.326

34.556

39.269

       429.936  
   

2015*

 Σύνολο Ενδιαμέσων

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Νοικοκυριών ΜΚΙΕΝ

Τελική Καταναλωτική Δαπάνη Γενικής Κυβέρνησης

Ακαθάριστος Σχηματισμός Κεφαλαίου

Εξαγωγές FOB

Συνολική

Χρήση

 

52.982

72.348

131.990

127.732

30.622

27.085

47.741

36.7737

 

20,0%

6,1%

% μεταβολή 2005-2010

13,9%

21,9%

18,3%

-13,6%

15,2%

14,5%

 

-17,6%

-14,8%

% μεταβολή 2010-2015

-13,6%

-19,4%

-25,9%

-21,6%

21,6%

-14,5%

 

-1,1%

-9,6%

% μεταβολή

2005-2015

 

2005

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

172.595

315.272

60.295

2010

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

200.629

363.033

66.903

2015*

Προστιθέμενη αξία σε βασικές τιμές

Εκροή σε βασικές τιμές

Εισαγωγές CIF

168.319

309.755

57.982

% μεταβολή 20052010

16,2%

15,1%

11,0%

% μεταβολή 2010-2015

-16,1%

-14,7%

-13,3%

 

 

 

 

 

 

Πίνακας 20.

Από τον Πίνακα Εισροών-Εκροών 2005, εκ.ευρώ

13.278,5

3.4%

Γεωργία, δασοκομία, αλιεία

6.533,3

1.67%

Ορυχεία- Λατομεία

107.665,9

27.59%

Μεταποίηση, Ενέργεια

31.279,0

8,0%

Κατασκευές

231.432,7

59.3%

Υπηρεσίες

390.189,4

99.96%

Σύνολο

 

 

Πίνακας 21

Από τον Πίνακα Εισροών-Εκροών 2010, εκ.ευρώ

 12.316

2,9%

Γεωργία, δασοκομία, αλιεία
 10.077

2,3%

Ορυχεία – Λατομεία
117. 811

27,4%

Μεταποίηση, Ενέργεια
 27.432

6,4%

Κατασκευές
 262.300

61,0%

Υπηρεσίες
 

100,0%

Σύνολο

 

 

Πίνακας 22.

Από τον Πίνακα Εισροών-Εκροών 2015, εκ. ευρώ

10.739

2,9%

Γεωργία, δασοκομία, αλιεία

9.182

2,5%

Ορυχεία – Λατομεία

101.815

27,7%

Μεταποίηση, Ενέργεια

22.019

6,0%

Κατασκευές

223.982

60,9%

Υπηρεσίες

100,0%

Σύνολο

 


[1] Συνολικά για την κατασκευή του Πινάκα για το 2015 αναφέρονται τα εξής:

-Ο υπολογισμός της Συνολικής Ζήτησης (Total Use) ανά κλάδο έγινε με τη χρήση της αντίστροφης μήτρας Leontief.

-Ακόμη, διατηρήθηκαν σταθερές οι αναλογίες από τον Πίνακα του 2010 για τα μέρη της Προστιθέμενης Αξίας.

-Οι φόροι μείον επιδοτήσεις προϊόντων προήλθαν από τη διαφορά της Ενδιάμεσης Ανάλωσης και της Συνολικής Ενδιάμεσης Ανάλωσης/ Τελική χρήση σε τιμές αγοραστή.

-Το Ακαθάριστο Λειτουργικό Πλεόνασμα προήλθε από το άθροισμα της ανάλωσης Παγίου Κεφαλαίου και του Καθαρού Λειτουργικού Πλεονάσματος.

-Η Προστιθέμενη Αξία σε Βασικές Τιμές προήλθε από το άθροισμα των Αποζημιώσεων των Εργαζομένων, των Λοιπών Καθαρών Φόρων Επί της Παραγωγής και του Ακαθάριστου Λειτουργικού Πλεονάσματος.

-Η Παραγωγή σε Βασικές Τιμές προήλθε από τη διαφορά της εξωγενώς δεδομένης Προσφοράς σε Βασικές Τιμές που υπολογίστηκε με τη χρήση της αντίστροφης μήτρας και των εξωγενώς δεδομένων Εισαγωγών.

-Επίσης, για τα στοιχεία της Τελικής Ζήτησης και των Εισαγωγών του Πίνακα του 2015 αξιοποιήθηκαν ως εξωγενώς δεδομένα, τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016 (που προέκυψαν από μακροοικονομικές προβολές). Η κλαδική σύνθεση των κλάδων της εξωγενώς δεδομένης Τελικής Ζήτησης του 2015 ανά στήλη βασίζεται στη σύνθεση των κλάδων του 2010 για την ιδιωτική και τη δημόσια κατανάλωση, τις συνολικές επενδύσεις και τις συνολικές εξαγωγές μετά φόρων.

-Η Τελική Καταναλωτική Δαπάνη από Μη-Κερδοσκοπικούς οργανισμούς που εξυπηρετούν Νοικοκυριά (ΜΚΙΕΝ) διατηρήθηκε ακριβώς η ίδια με τον Πίνακα του 2010 καθώς δεν επιδρά σημαντικά στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.

-Δεν υπολογίζονται στον Πίνακα για το 2015 ξεχωριστά οι μεταβολές των αποθεμάτων αλλά οι Συνολικές Επενδύσεις.

-Οι Εξαγωγές δεν διαχωρίζονται στην Πρόβλεψη για το 2015 σε εντός και εκτός ΕΕ αλλά λαμβάνονται ως συνολικές (Exports FOB), ήτοι όπως ακριβώς δημοσιεύονται από την Eurostat.

-Για τον υπολογισμό για το 2015 των συνολικών αξιών για τα επιμέρους μεγέθη της Τελικής Ζήτησης (ιδιωτική κατανάλωση, δημόσια κατανάλωση, συνολικές επενδύσεις, εξαγωγές) και των Εισαγωγών λάβαμε τα τελικά δημοσιοποιημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2012 (σε τρέχουσες τιμές) και εφαρμόσαμε σε αυτά τις ποσοστιαίες  μεταβολές του ΜΠΔΣ 2013-2016 μέχρι και το 2015.

-Επισημαίνεται ότι, για τις Εξαγωγές και τις Εισαγωγές του 2012 λήφθηκαν υπόψη το άθροισμα τους αποκλειστικά σε Αγαθά και Υπηρεσίες και όχι οι Δαπάνες μονίμων κατοίκων στην αλλοδαπή (για τις Εισαγωγές) και οι Δαπάνες μη μονίμων κατοίκων στην οικονομική επικράτεια (για τις Εξαγωγές), όπως προβλέπεται για την ορθή συμπλήρωση ενός Συμμετρικού Πίνακα Εισροών –  Εκροών.

 

[2] Συγκεκριμένα: ΑΕΠ 189 δισ. € , Ιδιωτική κατανάλωση 131.4 δισ. €, Δημόσια Κατανάλωση 29.2 δισ. €, Επενδύσεις 27.7 δισ. €, Εξαγωγές 57.6 δισ. €  και Εισαγωγές 58.2 δισ. €. Σημειώνεται ότι, από τις εξαγωγές που παρουσιάζει η Eurostat για το 2015 κατά μέσο όρο πρέπει να αφαιρεθούν περίπου  10 δισ. € που αποτελούν Δαπάνες μη μόνιμων κατοίκων στην οικονομική επικράτεια και από τις Εισαγωγές περίπου  1,5 δισ. € που αποτελούν Δαπάνες  μόνιμων κατοίκων στην αλλοδαπή.

 

[3] Συγκρίνοντας το ΜΠΔΣ 2012-2015 με το 2013-2016, προκύπτει ότι το ΑΕΠ μειώθηκε και το 2013, η ιδιωτική κατανάλωση ελαττώθηκε το 2013 και το 2014, η δημόσια κατανάλωση θα σημειώνει μείωση μέχρι το τέλος του 2016, οι συνολικές επενδύσεις μειώνονται και το 2013, οι εισαγωγές μειώνονται το 2013 και το 2014.

[4] Οι διαφορές μεταξύ των στοιχείων των δύο προϋπολογισμών του 2013 και του 2014 είναι ότι για το 2012 η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης των επενδύσεων των εξαγωγών και των εισαγωγών ήταν μεγαλύτερη, ενώ για το 2013 δεν υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις. Τα στοιχεία του ΜΠΔΣ 2013-2016 συγκρίθηκαν, επίσης, με τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού για το 2014.

[5] Επομένως ο ισχυρισμός για μεγαλύτερη ανάπτυξη από την προβλεπόμενη στο ΜΠΔΣ 2013-2016 προκύπτει κυρίως από την πρόβλεψη για την καλύτερη πορεία των επενδύσεων.

[6] Bousunis, M, Economidis, C.,  “Structural changes arising from the loan agreement for the Greek economy (Medium-Term Fiscal Strategy 2012-2015)” στο International Review of Applied Economic Research, τόμος 6, Νο 1-2 2012, σελ. 223 – 237.

Θετική εξέλιξη στους κλάδους-κλειδιά της ελληνικής οικονομίας, όπως  Γεωργία, Πετρέλαιο και Υφαντουργία, Μεταφορές συνολικά και Τουρισμός. Επίσης, αναμένεται μείωση στις Κατασκευές. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει για τη μείωση στους κλάδους που αποτελούν το «Κράτος», λόγω της μείωσης της δημόσιας κατανάλωσης.

[8] Με βάση τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (Παράρτημα ΙΙ.Α), ο μοναδικός στόχος του ΜΠΔΣ 2012-2015 που φαίνεται να επιτυγχάνεται έως τώρα είναι αυτός της αύξησης των εξαγωγών, ενώ οι υπόλοιποι στόχοι φαίνεται να μην είναι ρεαλιστικοί (η ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση μειώνονται περισσότερο από ότι προβλέπεται).

[9] Σε μια πιο εκτεταμένη ανάλυση θα πρέπει να ληφθούν, επίσης, υπόψη οι κλάδοι Παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών υλών 5.229, Παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων 5.336, Παραγωγή φαρμακευτικών προϊόντων 5.628, Κατασκευή μεταλλικών προϊόντων 5.434, Άλλα μεταφορικά μέσα 5.004, Χερσαίες μεταφορές 6.696, Νομικές και λογιστικές δραστηριότητες 6.537 και Αρχιτεκτονικές δραστηριότητες και δραστηριότητες μηχανικών 5.140.

 

[10] Στους τομείς των εμπορευσίμων περιλαμβάνονται: Γεωργία (διψήφιοι κωδικοί ISIC 1-5), Μεταποίηση (15-17), Ξενοδοχεία και Εστιατόρια (55) και Χρηματοπιστωτικές, Ασφαλιστικές και Λοιπές Επιχειρηματικές Υπηρεσίες (65-74 εκτός του 70).Οι τομείς των μη εμπορευσίμων   περιλαμβάνουν: Ενεργεία (40-41), Κατασκευές (45) Μεταφορά, Αποθήκευση και Επικοινωνίες (60-64), Χονδρικό και Λιανικό Εμπόριο (50-52) και Λοιπές Υπηρεσίες (75-99).  (Gibson 2010)

[11] Μαρκάκη, Μ (2013) Η Διάρθρωση της Ελληνικής Οικονομίας και η Παραγωγικότητα της Εργασίας (1995-2010): Ανάλυση Εισροών-Εκροών. Διδακτορική Διατριβή. Αθήνα. ΕΜΠ. ΣΕΜΦΕ

[12] Αρνητικοί ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ

[13] Οι Επενδύσεις το 2012 σε τρέχουσες τιμές είναι 26.339 δηλαδή μικρότερες από το 2000  31.778, όταν οι αποσβέσεις το 2012 ήταν 42.210, δηλαδή δεν εξασφαλίζεται ούτε η απλή αναπαραγωγή. Σε σταθερές τιμές το 2012 ήταν 27.685 κάτω από το 2001 33.025.

[14] Όπως προκύπτει από τους Πινάκες η εξέλιξη των αμοιβών στις Κατασκευές ήταν 2005= 2.740, 2010= 3.149, 2015=2.527 που αποδεικνύει τη μείωση των αμοιβών σε ένα κλάδο με μεγάλη απασχόληση.

[15] Τράπεζα της Ελλάδος (2013) Έκθεση  του Διοικητή για το έτος 2012

 

————————————————————————————————————

Επιπτώσεις της εργατικής πολιτικής την εποχή των Μνημονίων

 

Θεόδωρος Κουτρούκης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μηχανικών Οικονομίας & Διοίκησης, Κουντουριώτη 41, 82100 Χιος, e-mail: t.koutroukis@fme.aegean.gr

 

 

Περίληψη

 

Στην ανακοίνωση θα διαπραγματευτούμε το θέμα των επιπτώσεων των Μνημονίων που συνομολόγησε η Ελλάδα με τους δανειστές της στο εθνικό σύστημα εργασιακών σχέσεων.

Αρχικά θα αποτυπωθούν ορισμένες εννοιολογικές διευκρινίσεις και μία σκιαγράφηση των τρεχουσών τάσεων στις εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα και θα αναπτυχθεί σύντομα το σχετικό θεωρητικό πλαίσιο του κοινωνικού διαλογου.

Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί η συστηματική ανάλυση των μέτρων απορύθμισης της αγοράς εργασίας που υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις από την  υπογραφή του πρώτου Μνημονίου μέχρι και το τέλος του 2012.

Τέλος, θα αναδειχτούν οι συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων στο σύστημα των εργασιακών σχέσεων υπό το πρίσμα των θεωρητικών προσεγγίσεων της κοινωνικής εταιρικότητας.

Στα συμπεράσματα της εργασίας θα συζητηθούν οι αιτίες που οδήγησαν στην εγκατάλειψη του διάλογου των κοινωνικών εταίρων ως μηχανισμού επιρροής των αποφάσεων οικονομικής κι εργατικής πολιτικής στη χώρα μας.

 

Λέξεις κλειδιά: Μνημόνιο, Εργασιακές Σχέσεις, Εργατική Πολιτική.

 

  1. Εισαγωγικά

 

Πριν από την κρίση του 2008 οι εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα ήταν ακόμη αρκετά συγκεντρωτικές, με υψηλό επίπεδο ρύθμισης τόσο στις ατομικές, όσο και τις συλλογικές σχέσεις απασχόλησης (Koukiadaki and Kretsos, 2012). Τον Μάιο του 2010 ανακοινώθηκε η συμφωνία της χώρας να ενταχθεί στον μηχανισμό χρηματοοικονομικής στήριξης και υπογράφηκε το περίφημο Μνημόνιο, που συνοδεύτηκε από ένα πρωτοφανές σε σκληρότητα  πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής (Κυριακουλιας, 2012). Η εφαρμογή των Μέτρων του Μνημονίου είχε παράπλευρες συνέπειές και στο πεδίο του κοινωνικού διαλόγου (ΚΔ).

 

  1. Η εργατική πολιτική την εποχή του Μνημονίου

 

Το Μνημόνιο περιείχε μέτρα για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, τη ρύθμιση και εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα, την εφαρμογή «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» που θα βελτίωναν την ανταγωνιστικότητά της χώρας. Επιπλέον, στο Μνημόνιο συμπεριλήφθηκαν μέτρα παρέμβασης στην αγορά εργασίας, το θεσμικό πλαίσιο των σχέσεων απασχόλησης και τους μηχανισμούς κοινωνικού διαλόγου σε ποικίλα επίπεδα (Κυριακουλιας, 2012).

Οι κύριες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας προώθησαν την ευελιξία της εργασίας διαμέσου της διευκόλυνσης των απολύσεων και προσλήψεων και της μείωσης του κόστους αυτών, της διάδοσης των ευέλικτων μορφών εργασίας (προσωρινή και μερική απασχόληση, δανεισμός εργαζομένων, απασχόληση με τη μορφή «παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών», τηλεργασία), της διευθέτησης του χρόνου εργασίας (υπολογισμός εργάσιμου χρόνου σε ετήσια βάση, περιορισμός υπερωριών) και της ευελιξίας αμοιβών (μείωση των κατώτατων μισθών, αποκέντρωση συλλογικών διαπραγματεύσεων). Ειδικά για τον κοινωνικό διάλογο η μετατόπιση του κέντρου βάρους των συλλογικών διαπραγματεύσεων από τον κλάδο/  το επάγγελμα στην επιχείρηση σηματοδότησε τον ριζικό αναπροσανατολισμό του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων στη χώρα μας, μετά από περίπου μια 20ετια. (Κυριακούλιας, 2012).

Τα μέτρα των ποικίλων εκδοχών των Μνημονίων για την εργατική πολιτική που αποτυπώνονται στο πρώτο κείμενο και τις επικαιροποιήσεις του περιγράφονται πιο κάτω.

 

2.1.  Μνημόνιο Ι

 

Στο Μνημόνιο Ι στοχοθετούνται η προσαρμογή των εισοδημάτων σε βιώσιμα επίπεδα, η μείωση του πληθωρισμού σε επίπεδα κάτω του μέσου όρου της Ευρωζώνης και η ασφαλιστική μεταρρύθμιση με στόχο τη μείωση των δαπανών για συντάξεις και κοινωνική προστασία.  Σύμφωνα με το Μνημόνιο Ι, η κυβέρνηση πρέπει να προωθήσει τα εξής μέτρα (Κυριακούλιας, 2012, Koukiadaki and Kretsos, 2012):

 

Πίνακας 1: Μέτρα εργατικής πολιτικής κατά το Μνημόνιο Ι

Έναρξη διαβουλεύσεων με κοινωνικούς εταίρους για τροποποίηση του θεσμικού πλαισίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Αναθεώρηση της νομοθεσίας για προστασία της απασχόλησης με: (α) παράταση της περιόδου μαθητείας στο ένα έτος, (β) μείωση του συνολικού επιπέδου των αποζημιώσεων για όλους τους εργαζόμενους (υπαλλήλους και εργατοτεχνίτες), (γ) αύξηση ορίου για τις ομαδικές απολύσεις, ειδικά στις μεγάλες επιχειρήσεις, (δ) εφαρμογή μέτρων που θα διασφαλίσουν ότι οι κατώτατοι μισθοί (ΕΓΣΣΕ) θα παραμείνουν αμετάβλητοι σε ονομαστική αξία επί 3 έτη, (ε) μέτρα για τη διευκόλυνση της χρήσης των συμβάσεων εργασίας προσωρινής απασχόλησης και μερικής απασχόλησης.

«Αναθεώρηση κατώτατου μισθολογίου», με θέσπιση νομοθεσίας  για διαμόρφωση μισθών, κάτω αυτών της ΕΓΣΣΕ για ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες, ανέργους, μακροχρόνια ανέργους.

Αναθεώρηση νομοθεσίας ΣΣΕ με στόχο τη συγκράτηση μισθών μέσω: (α) της θεσμοθέτησης τοπικών συμφώνων απασχόλησης με μισθούς κατώτερους αυτών των κλαδικών συμβάσεων, (β) της διευκόλυνσης εφαρμογής συστημάτων «μεταβλητών απολαβών» σε επίπεδο επιχείρησης, ώστε οι μισθοί να αντικατοπτρίζουν την παραγωγικότητα, (γ) της τροποποίησης των διατάξεων περί Διαιτησίας.

Αύξηση της ευελιξίας του ωραρίου εργασίας με αναθεώρηση της νομοθεσίας για τον χρόνο εργασίας και τον υπολογισμό του σε ετήσια βάση με ταυτόχρονη μείωση των αμοιβών για υπερωριακή εργασία.

Καταπολέμηση της αδήλωτης εργασίας με: (α) ενίσχυση της νομοθεσίας για την επιβολή της δήλωσης των νέων απασχολουμένων, (β) επαρκή στελέχωση της Επιθεώρησης Εργασίας και θέσπιση ποσοτικών στόχων ελέγχων.

Επανεξέταση των μέτρων και των πολιτικών που αναφέρονται στο «δίχτυ» κοινωνικής προστασίας με στόχο να κατευθύνονται στις πλέον ευάλωτες ομάδες.

Πηγή: Επεξεργασία από Κυριακούλιας, 2012 και Patra, 2012.

 

2.2. Επικαιροποιήσεις Μνημονίου Ι

 

Στις τέσσερις επικαιροποίησεις του Μνημονίου Ι, επαναδιατυπώνονται στόχοι αναφορικά με την αγορά εργασίας και τον κοινωνικό διάλογο, όπως (Κυριακούλιας, 2012, Patra, 2012, Koukiadaki and Kretsos, 2012):

•  Θέσπιση μέτρων, για τη μείωση της αμοιβής της υπερωριακής εργασίας και την διεύρυνση των δυνατοτήτων διευθέτησης του χρόνου εργασίας.

• Θέσπιση μέτρων για τη διεύρυνση της προσωρινής και της μερικής απασχόλησης.

•  Τροποποιήσεις του πλαισίου και ενίσχυση της αποκέντρωσης των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

• Ενδυνάμωση της Επιθεώρησης Εργασίας.

• Κατάργηση του αυξημένου ωρομισθίου για τους μερικώς απασχολούμενους.

• Θέσπιση πιο ευέλικτων συστημάτων διευθέτησης του χρόνου εργασίας και εργασίας με βάρδιες.

• Απλοποίηση της νομοθεσίας για σύσταση εργατικών σωματείων στο επίπεδο της επιχείρησης.

• Εκπόνηση πιλοτικής μελέτης με αντικείμενο τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις στο σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης μιας ενδεχόμενης μείωσης κατά 10% των ασφαλιστικών εισφορών στις επιχειρήσεις που θα καθιερώσουν την κάρτα εργασίας.

 

2.3. Μνημόνιο ΙΙ  

 

Στη συνέχεια, με το Μνημόνιο 2, συμφωνήθηκαν και νέες παρεμβάσεις με μέτρα στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, όπως (Κυριακούλιας, 2011, Patra, 2012, Koukiadaki and Kretsos, 2012):

• Διαρθρωτικά μέτρα για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις.

• Άρση της «μονιμότητας» σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις εργασίας.

• Προσαρμογή κατώτατου μισθού.

• Προσαρμογή του μη μισθολογικού κόστους εργασίας με ευθυγράμμιση του φορολογικού βάρους της εργασίας στην Ελλάδα με αυτό των συγκρίσιμων ευρωπαϊκών χωρών.

 

 

  1. Μνημόνια και Εργατική Πολιτική

 

Τα Μνημόνια δρομολόγησαν ριζικές ανατροπές στο πλαίσιο προσδιορισμού των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα (δυνατότητα απόκλισης των όρων μεταξύ των ΣΣΕ ως προς την αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, απαγόρευση χορήγησης αυξήσεων πέραν εκείνων της ΕΓΣΣΕ, αλλαγές στη διαδικασία και το περιεχόμενο των θεσμών Μεσολάβησης και Διαιτησίας, ενίσχυση του θεσμού της Συμφιλίωσης). Με αυτόν τον τρόπο προωθήθηκε η αποκέντρωσή της συλλογικής διαπραγμάτευσης από το επίπεδο του κλάδου/επαγγέλματος προς το επίπεδο της επιχείρησης, αλλά και περαιτέρω προς την ατομική διαπραγμάτευσή εργοδότη-εργαζόμενου (Κυριακούλιας, 2012).

Τα ειδικότερα μέτρα εργατικής πολιτικής των Μνημονίων για τις συλλογικές σχέσεις εργασίας αποτυπώνονται στον πίνακα 2.

 

Πίνακας 2: Μέτρα Μνημονίων για συλλογικές σχέσεις εργασίας

Απόκλιση όρων συλλογικών συμβάσεων  (Ν. 3845/10)

α) Εκπροσώπηση εργοδοτών στον κλάδο των Τραπεζών, (β) Ηλεκτρονικό Μητρώο Συλλογικών Ρυθμίσεων  (Ν. 3846/10)

Απαγόρευση μισθολογικών αυξήσεων  (Ν. 3871/10)

(α) Μεσολάβηση και Διαιτησία, (β) Λειτουργία του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ)

Θεσμοθέτηση ειδικών επιχειρησιακών ΣΣΕ

(α) Κατάργηση ειδικών επιχειρησιακών ΣΣΕ, (β) ΣΣΕ με ενώσεις προσώπων, (γ) Υπερίσχυση επιχειρησιακών ΣΣΕ, (δ) Συρροή, επέκταση, κατάργηση και αναστολή διατάξεων Ν. 1876/90  (Ν. 4024/11)

Συμφιλίωση  Ν. (3996/11)

Κατίσχυση νομοθετικών διατάξεων έναντι ΣΣΕ στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα

(α) Μείωση κατώτατων μισθών ΕΓΣΣΕ, (β) Διάρκεια, παράταση, μετενέργεια ΣΣΕ, (γ) Πάγωμα αυξήσεων και ωριμάνσεων, (δ) Κατάργηση μονιμότητας σε ΔΕΚΟ, (ε) Κατάργηση μονομερούς προσφυγής στη Διαιτησία  (Ν. 4046/12, ΠΥΣ Αριθμ. 6/29-2-2012)

Πηγή: Επεξεργασία από Κυριακουλιας, 2012 και ΟΜΕΔ, 2012.

 

Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια εφαρμογής των Μνημονίων εισάγονται μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στην περεταίρω ευελιξία των ατομικών σχέσεων εργασίας και την ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος (Πίνακας 3).

 

Πίνακας 3: Μέτρα Μνημονίων για ατομικές σχέσεις εργασίας

Ειδικές μορφές απασχόλησης  (Ν. 3846/10)

Μερική απασχόληση  (Ν. 3846/2010, Ν. 3899/2010)

Καθιέρωση και επέκταση της μερικής απασχόλησης στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα  (Ν. 3846/10)

Εκ περιτροπής εργασία (Ν. 3846/10)

Συμβάσεις ορισμένου χρόνου–Δοκιμαστική περίοδος εργασίας  (Ν. 3896/10, Ν. 3899/10)

Προσωρινή απασχόληση (Απασχόληση μέσω εταιρειών προσωρινής απασχόλησης – «δανεισμός εργαζομένων»  (Ν. 3845/10, Ν. 3846/10, Ν. 3899/10)

Συμβάσεις εργολαβίας εταιρειών παροχής υπηρεσιών και ρυθμίσεις για την προστασία των εργαζομένων (Ν. 3863/10)

(α) Συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, (β) Συμβάσεις μαθητείας (Ν. 3845/10, Ν. 3863/10. Ν. 3986/11)

Διευθέτηση χρόνου εργασίας (Ν. 3846/10, Ν. 3986/11)

Διαθεσιμότητα μισθωτών (Ν. 4846/10)

Ατομικές και ομαδικές απολύσεις–Αποζημίωση απόλυσης  (Ν. 3863/10)

Ετήσια άδεια εργαζομένων–Κατάτμηση αδείας (Ν. 3846/10)

Πηγή: Επεξεργασία από Κυριακουλιας, 2012 και ΟΜΕΔ, 2012.

 

  1. Η δυναμική του κοινωνικού διαλόγου πριν το Μνημόνιο

 

Με τον όρο κοινωνικό διάλογο (ΚΔ) εννοούμε την «προσπάθεια επικοινωνίας και συνεννόησης κοινωνικών ομάδων διαφορετικών συμφερόντων, για την επίλυση προβλημάτων που τους αφορούν ή για την αναζήτηση, ανάδειξη ή και κατάκτηση κοινών στόχων ή απλώς για ανταλλαγή απόψεων μεταξύ τους» (ΟΚΕ, 1999).

Η αναγκαιότητα εγκαθίδρυσης και ενεργοποίησης διαδικασιών κοινωνικής εταιρικότητας/ κοινωνικού διαλόγου έχει διεθνώς αναγνωριστεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πληρέστερη επιτυχία της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής (Κουτρούκης, 2004). Έχει, άλλωστε, αποδειχτεί ότι αν ένας φορέας χάραξης ή/και άσκησης πολιτικής επιθυμεί να διασφαλίσει την υποστήριξη των ενδιαφερόμενων μερών οφείλει να πείσει τα μέρη όχι μόνο πως η πολιτική αυτή χαράσσεται με γνώμονα και το δικό τους συμφέρον, αλλά επίσης πως είναι έτοιμος να συνυπολογίσει τη γνώμη των εκπροσώπων των κοινωνικών εταίρων κατά τη διαμόρφωση της (Koutroukis and Kretsos, 2004, 2008).

Μια διαδικασία κοινωνικού διαλόγου ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 όταν η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να συζητά με τους κοινωνικούς εταίρους πριν να αναλάβει νομοθετικές πρωτοβουλίες για την οικονομική και κοινωνική πολιτική (OKE, 2002).

Μετά το 1990 ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων σταδιακά άλλαξε και στο νέο πλαίσιο  χαρακτηρίστηκε από το μειωμένο ρόλο του κράτους στις εργασιακές σχέσεις, την επικράτηση ενός συστήματος ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και εθελοντική διευθέτηση των εργασιακών διαφορών. Η Ελλάδα στις αρχές του 21ου αιώνα ανήκε στις χώρες της Ε.Ε. όπου η διεθνής τάση για αποκέντρωση των μισθολογικών διαπραγματεύσεων είχε προσκρούσει στο πλαίσιο κεντρικής ρύθμισης των αμοιβών της εργασίας (Lavdas, 2007). Αυτή η συγκεντρωτική διαπραγμάτευση έπαιζε ένα  κομβικό ρόλο στον καθορισμό των μισθών σε κλαδικό, επιχειρησιακό και τοπικό επίπεδο (Lavdas, 2007).

 

  1. Το θνησιγενές εγχείρημα του κοινωνικού διαλόγου μετά το Μνημόνιο

 

5.1.  Ο διάλογος σε μακροοικονομικό επίπεδο

 

Μετά το Μνημόνιο Ι η κυβέρνηση επιχείρησε να δρομολογήσει έναν υποτυπώδη κοινωνικό διάλογο για θέματα οικονομικής, κοινωνικής κι εργατικής πολιτικής, αλλά η ΓΣΕΕ αρνήθηκε να συμμετάσχει (Patra, 2012). Μολονότι, η πρόβλεψη για διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους πριν την οριστικοποίηση των μέτρων εργατικής πολιτικής προβλέφθηκε στο Μνημόνιο, τα εργατικά συνδικάτα απέφυγαν να συμμετέχουν, πεπεισμένα ίσως ότι οι διαβουλεύσεις θα γινόταν επι ματαίω.

Ο πιο σημαντικός θεσμός κοινωνικού διαλόγου Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) ελάχιστα συμμετείχε σε διαδικασίες κοινωνικού διαλόγου καθώς οι περισσότερες νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αγορά εργασίας θεσπίστηκαν με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και παρέπεμψαν την ΟΚΕ. Ούτως ή άλλως, οι περισσότερες επίσημες ή άτυπες προτάσεις των κοινωνικών εταίρων απορρίφθηκαν από την Τρόικα (Patra, 2012). Στις ad hoc διμερείς διαπραγματεύσεις εργοδοτικών κι εργατικών οργανώσεων (ΓΣΕΕ, ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ) δεν προέκυψαν πορίσματα, που ήταν πιθανό να αποδεχτεί το Υπουργείο Εργασίας (Patra, 2012). Ωστόσο, παρά τις λεκτικές διαφοροποιήσεις στις 15 Ιουλίου οι εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις υπέγραψαν την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) 2010-2012 που προέβλεπε μεταξύ άλλων:

  • Διατήρηση των 13ου και 14ου μισθού.
  • Μικρές αυξήσεις στους βασικούς μισθούς αντίστοιχες με τον εναρμονισμένο δείκτη πληθωρισμού της Ευρωζώνης.
  • Τριετής Διάρκεια ισχύος.
  • Διάφορες άλλες προβλέψεις.

Στις 14-05-2013 συνομολογήθηκε η ΕΓΣΣΕ για το 2013 που στα κύρια σημεία της προβλέπει ότι δεν μεταβάλλονται οι μισθοί, διατηρείται το επίδομα γάμου και παραμένουν σε ισχύ οι θεσμικοί όροι προηγούμενων συμβάσεων.

 

5.2. Το νέο τοπίο των συλλογικών διαπραγματεύσεων: τα πρώτα στοιχεία

 

Μια αποτίμηση του καινοφανούς νέου ρόλου του ΟΜΕΔ στις νέες διαδικασίες μισθολογικών διαπραγματεύσεων αποτυπώθηκε ήδη σε μια εμβριθή μελέτη που εκδόθηκε από τον Οργανισμό  Μεσολάβησης και Διαιτησίας (Ιωάννου και Παπαδημητρίου, 2013). Τα πρώτα καταγεγραμμένα στοιχεία αποτυπώνουν μια σημαντική υποχώρηση των κλαδικών και ομοιοεπαγελματικών ΣΣΕ προς όφελος των επιχειρησιακών (όπως φαίνεται και στον πίνακα 4). Τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι τα ακόλουθα (Ιωάννου και Παπαδημητρίου, 2013):

  • Ιδιαίτερα αισθητή είναι και η τάση για αποκέντρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ενώ από το 2012 και μετά δεν έχει εκδοθεί καμία διαιτητική απόφαση.
  • Την περίοδο 2011-2012 διαπιστώνεται η υποχώρηση του βαθμού ανανέωσης των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ και ο πολλαπλασιασμός των επιχειρησιακών ΣΣΕ.
  • Την τελευταία διετία είναι εξαιρετικά χαμηλός ο βαθμός κάλυψης της αγοράς εργασίας από ΣΣΕ. Το 48,2% των κλαδικών ή ομοιοεπαγγελματικών ΣΣΕ προβλέπει μείωση των αποδοχών, ενώ με επιχειρησιακές ΣΣΕ ενεργοποιείται ο κύριος μηχανισμός μειώσεων των αποδοχών άνω του 15%.
  • Ουσιαστικά οι ενώσεις προσώπων είναι το εργαλείο με το οποίο επιχειρείται η απόκλιση από τις κλαδικές ΣΣΕ. Το 2012 είχαν συνομολογηθεί 976 επιχειρησιακές ΣΣΕ (που σε αναλογία συνομολογήθηκαν: 83,4% με Ενώσεις Προσώπων, 5,1% με επιχειρησιακά σωματεία και 11% με πρωτοβάθμια κλαδικά τοπικά σωματεία).
  • Με τις επιχειρησιακές ΣΣΕ αποκεντρώθηκαν οι ΣΣΕ σε όλη τη χώρα.
  • Ακόμη η καταγγελία των ΣΣΕ γίνεται πλέον κυρίως από την εργοδοτική πλευρά (Ιωάννου και Παπαδημητρίου, 2013).

 

Πίνακας 4: Εξέλιξη μεριδίου των συλλογικών διαπραγματεύσεων κατά είδος και αποτέλεσμα 2008-2012

Έτος Ομοιοεπαγγελματικές Κλαδικές Επιχειρησιακές Σύνολο Ποσοστό %
Εθνικές Τοπικές
ΣΣΕ ΔΑ ΣΣΕ ΔΑ ΣΣΕ ΔΑ ΣΣΕ ΔΑ ΣΣΕ ΔΑ ΣΣΕ+ΔΑ ΣΣΕ ΔΑ
2008 43 17 27 2 117 25 215 15 403 59 462 87,2 12,8
2009 15 11 12 5 47 30 215 12 289 58 347 83,3 16,7
2010 33 8 14 6 31 21 227 11 306 46 352 86,9 13,1
2011 15 5 7 1 23 12 170 9 215 27 242 88,9 11,1
2012 4 3 6 4 19 1 976 0 1005 8 1013 99,2 0,8

Πηγή: Επεξεργασία από Ιωάννου και Παπαδημητρίου, 2013:47

 

  1. Συμπεράσματα: Από το διάλογο των κοινωνικών εταίρων στο μονόλογο της Τρόικας

 

Την τελευταία εικοσαετία η χώρα μας βίωσε ένα ατελές πλην όμως αξιοσημείωτο εγχείρημα κοινωνικής εταιρικότητας. Κυρίως στα θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, άρχισε να εμπεδώνεται μια κάποια κουλτούρα διαλόγου των κοινωνικών εταίρων, ενώ θεσμοί όπως η ΟΚΕ, ο ΟΜΕΔ, κ.λπ. ανέπτυξαν αξιόλογη δραστηριότητα. Η κατάσταση αυτή άλλαξε ριζικά τα τρία τελευταία χρόνια.

Το 2010 η ελληνική κυβέρνηση, αντιμετωπίζοντας ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, ζήτησε οικονομική βοήθεια από την ΕΕ και το ΔΝΤ, και δεσμεύθηκε να υιοθετήσει μέτρα λιτότητας, μεταρρυθμίσεων στις αγορές και δημοσιονομικής πειθαρχίας (που ελέγχονται για πιθανολογούμενες παραβιάσεις του Συντάγματος και των Διεθνών  Συμβάσεων Εργασίας) δίχως να προηγηθεί αξισημείωτος κοινωνικός διάλογος. Οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων προωθήθηκαν δίχως ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο, επιβεβαιώνοντας τον Hyman, που ισχυρίστηκε ότι στις χώρες όπου οι σχετικοί θεσμοί κοινωνικού διαλόγου δεν ήταν επαρκώς εδραιωμένοι, το κατεπείγον της κατάστασης διαχείρισης της κρίσης ελαχιστοποίησε τους λόγους για τη λειτουργία τους (2010).

Επιχειρώντας να δικαιολογηθεί η κυβέρνηση ισχυρίστηκε -και αυτό ήταν εν μέρει ακριβές- ότι οι ασφυκτικές πιέσεις των αγορών δεν παρείχαν επαρκή χρόνο για να τεθούν οι συμφωνίες με τους πιστωτές μας σε διαδικασία κοινωνικής διαβούλευσης (Κυριακουλιας, 2012). Εθισμένο να λειτουργεί αποτελεσματικά σε χρόνια ευημερίας,  το σύστημα συλλογικών διαπραγματεύσεων του νόμου 1876/90 βρέθηκε απροετοίμαστο για να συζητήσει εμβριθώς τα θέματα ανταγωνιστικότητας και εσωτερικής υποτίμησης που ανέδειξαν η οικονομική κρίση και η συμφωνία της χώρας για την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης (Ιωάννου, 2011).

Στη νέα πραγματικότητα η τριμερής συνεργασία των κοινωνικών εταίρων παραμερίστηκε και η Τρόικα (συν)αποφάσισε με την κυβέρνηση μια σειρά από μέτρα αναφορικά με την προσαρμογή της αγοράς εργασίας.

Τα μέτρα λιτότητας και η νέα νομοθεσία προκάλεσαν άμεση επίδραση στις εργασιακές σχέσεις. Ελέω των Μνημονίων, ο κοινωνικός διάλογος και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις περιθωριοποιήθηκαν, προς όφελος του μονολόγου της Τρόικας. Η στρατηγική και οι πολιτικές που προωθήθηκαν από την κυβέρνηση ανταποκρίνονταν κυρίως στις επιταγές της Τρόικας και πολύ λιγότερο στη βούληση των κοινωνικών εταίρων, καθώς οι εργατικές και εργοδοτικές ενώσεις διέθεταν περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης και συρρικνωμένη διαπραγματευτική ισχύ. Σε κάθε περίπτωση, η παγκοσμιοποίηση έχει προ πολλού επιτείνει την ανισορροπία ισχύος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας και σε συνδυασμό με την κρίση ελαχιστοποιεί την πιθανότητα για σύναψη συμφωνιών win-win (Hyman, 2010)

Η νεόδμητη νομοθεσία δημιούργησε ένα νέο περιβάλλον που επέδρασε καταλυτικά στην κατανομή της ισχύος και το ρόλο των πρωταγωνιστών του ελληνικού συστήματος εργασιακών σχέσεων.

Η εμφανής κυριαρχία της συνήθους προσέγγισης του ΔΝΤ στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής παραμέρισε την κουλτούρα τριμερούς συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και συντέλεσε στην κατάρρευση των όποιων ερεισμάτων κοινωνικής εταιρικότητας.

Στο νέο τοπίο της αγοράς εργασίας οι επιχειρήσεις δεν κινητροδοτούνται επαρκώς για να προσχωρήσουν στη φιλοσοφία της κοινωνικού διαλόγου, αντιθέτως μπορούν εύκολα να υπονομεύσουν τις προβλέψεις των συλλογικών συμβάσεων και να ρυθμίσουν de facto (μονομερώς) τις αμοιβές και τις συνθήκες εργασίας (Koukiadaki and Kretsos, 2012, Patra, 2012).

Καθώς η διαπραγμάτευση των όρων εργασίας είναι απίθανο πλέον να οδηγηθεί σε κάποιου είδους διαιτησία, φαίνεται πως οι μελλοντικές συνθήκες παροχής της μισθωτής εργασίας θα προσδιορίζονται κυρίως με ατομικές συμβάσεις εργασίας σε μια αγορά εργασίας με αυξημένο βαθμό ευελιξίας.

Το -μάλλον ζοφερό- μέλλον του κοινωνικού διάλογου θα επηρεαστεί δραστικά από την εξασθένιση των συνδικαλιστικών οργανώσεων (λόγω της ραγδαίας μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας) και την απώλεια της οικονομικής τους αυτονομίας.

Επιπλέον, η υψηλή ανεργία και η διευρυνόμενη ευελιξία της εργασίας ούτως ή άλλως υποσκάπτουν την όποια απόπειρά των εργατικών συνδικάτων να στρατολογήσουν νέα μέλη στον ιδιωτικό τομέα. Σε αυτές τις συνθήκες φαίνεται πως η προθυμία των συνδικάτων να προβούν σε υποχωρήσεις έναντι της εργοδοσίας ελπίζοντας να περισώσουν θέσεις απασχόλησης έχει κατά πολύ αυξηθεί (Glasner and Keume, 2010).

Συγκεφαλαιώνοντας, η διμερής ή τριμερής προσέγγιση στις μεταρρυθμίσεις έχει καταστεί κενό γράμμα. Αν οι προβλέψεις των Μνημονίων εκτελεστούν στο έπακρο, στο πεδίο της ελληνικής αγοράς εργασίας δε θα υπάρχει χώρος ούτε για κοινωνικό διάλογο, ούτε για υπερ-επιχειρησιακή συλλογική διαπραγμάτευση. Η Τρόικα (ή τουλάχιστον η βούληση της, με την κυβέρνηση να συμπαρατάσσεται ασμένως) φαίνεται πως θα παραμείνει ο ισχυρός και μοναδικός εταίρος στο ξεθωριασμένο ελληνικό όνειρο της κοινωνικής εταιρικότητας.

Μεσομακροπρόθεσμα και δεδομένης της τρέχουσας ισορροπίας δυνάμεων κεφαλαίου-εργασίας, μια ρεαλιστική απάντηση στην κρίση θα ήταν η υιοθέτηση μιας «οργανωμένης αποκέντρωσης» του κοινωνικού διαλόγου, δηλαδή μιας  διαδικασίας με την οποία οι υψηλότερου επιπέδου συμφωνίες θα θέτουν το πλαίσιο αρχών και κανόνων, εντός του οποίου θα διεξάγονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στο αποκεντρωμένο επίπεδο (π.χ. τοπικά σύμφωνα απασχόλησης, επιχειρησιακές ΣΣΕ). Με αυτόν τον τρόπο θα γίνει εφικτός ο καθορισμός κάποιων ελάχιστων όρων αμοιβής κι εργασίας στο αποκεντρωμένο επίπεδο διαμέσου μιας διαδικασίας κοινωνικού διαλόγου (Glasner and Keume, 2010, Hyman, 2010) και θα αποφευχθεί η ανεξέλεγκτη ευελιξία και ο εξατομικευμένος καθορισμός των όρων της σύμβασης εργασίας, υπεράνω των οποιωνδήποτε εθνικών και κλαδικών ρυθμίσεων.

 

Βιβλιογραφία

 

Hyman, R. (2010), Social dialogue and industrial relations during the economic crisis: Innovative practices or business as usual? WP 10, Geneva, International Labour Office.

Glassner, V. Keune, M. (2010), Negotiating the crisis? Collective Bargaining in Europe during the economic downturn, WP 10, Geneva, International Labour Office.

Koukiadaki, A. and Kretsos, L. (2012), Opening Pandora’s box: the sovereign debt crisis and labour market regulation in Greece, Industrial Law Journal, 41 (3), 276-304.

Koutroukis, T. and Kretsos, L. (2008), Social Dialogue in areas and times of depression: Evidence from social Greece, African Journal of Business Management, 2 (3).

Koutroukis, T. and Kretsos, L. (2004), Social Dialogue in Greece: the national and the local dimension, in Labour, Athens: Institute for Urban Environment and Human Resources.

Lavdas, K. (2007), Interest Groups in Disjointed Corporatism: Social Dialogue in Greece and European ‘Competitive Corporatism’, West European Politics, 28:2, 297 – 316.

OKE (2002), Social Dialogue in Greece: Assessment-Trends- Prospects, (opinion), Athens.

Patra, E. (2012), Social dialogue and Collective bargaining in the time of Crisis: The case of Greece, Working paper N0 38, Geneva, ILO.

Ιωάννου, Χ, και Παπαδημητρίου, Κ. (2013) Οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στην Ελλάδα τα έτη 2011 και 2012: Τάσεις και Προοπτικές, Αθήνα: ΟΜΕΔ (Μελέτες – Έρευνές Νο 2).

Ιωάννου, Χ. (2011), Τεκτονικές Αλλαγές στο σύστημα διαμόρφωσης μισθών, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 134-135, Α-Β, 133-164.

Κουτρούκης, Θ. (2004), Ο κοινωνικός διάλογος σε τοπική κλίμακα: Το παράδειγμα της Ημαθίας, Το Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, 40, 149-169.

Κυριακουλιας, Π. (2012), Οι Εργασιακές Σχέσεις μετά το Μνημόνιο: Πανόραμα της μεταρρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας, 2010-1012, ΕΙΕΑΔ, Άρθρα και Μελέτες, 2/2012.

ΟΚΕ (1999), Κοινωνικός διάλογος στη Νοτιανατολική Ευρώπη, Γνώμη 29, Αθήνα.

ΟΜΕΔ (2012), Θεσμικό Πλαίσιο Συλλογικών Διαπραγματεύσεων Μεσολάβησης και Διαιτησίας (επικαιροποιημένη νομοθεσία) Αθήνα, ΟΜΕΔ.

———————————————————————————–

 

 

Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων ως απάντηση στα προβλήματα

 εντολέα-εντολοδόχου

 

Γεώργιος Σταμπουλής

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

ystambou@uth.gr

Απόστολος Γεωργίου

Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

aposgeor@gmail.com

 

Περίληψη

 

Τα προβλήματα εντολέα-εντολοδόχου (Ε-Ε) αποτελούν θεμελιακό ζήτημα στο πεδίο της εταιρικής διακυβέρνησης. Συνήθως εξετάζονται στο πλαίσιο της ανώνυμης εταιρείας, όμως εδώ το πεδίο ανάλυσης αφορά στις συνεταιριστικές επιχειρήσεις. Σκοπός είναι να εξετασθεί αν και πώς η συνεταιριστική μορφή επιχείρησης μπορεί να υπερβεί τις αιτίες που οδηγούν στην εμφάνιση των προβλημάτων. Αφού αναλυθούν οι διαφορετικές μορφές συνεταιριστικής επιχείρησης, εστιάζουμε στους συνεταιρισμούς εργαζομένων. Θεωρούμε τους συνεταιρισμούς εργαζομένων ως ένα εναλλακτικό μοντέλο διακυβέρνησης της σχέσης εντολέα-εντολοδόχου. Αναλύουμε τις μορφές έκφανσης του φαινομένου και περιγράφουμε με ποιους μηχανισμούς επιλύουν οι συνεταιρισμοί τα πρόβληματα ώστε να ανταπεξέλθουν στο σύγχρονο επιχειρηματικό περιβάλλον και να καταστούν βιώσιμες επιχειρηματικές οντότητες. Εξετάζουμε αν το μοντέλα διακυβέρνησης που χρησιμοποιούνται στους συνεταιρισμούς αμβλύνουν, οξύνουν ή δημιουργούν νέα προβλήματα Ε-Ε.

Τα ερωτήματα που τίθενται είναι: ποιες οι μορφές των προβλημάτων Ε-Ε στους συνεταιρισμούς, ποιοι είναι οι μηχανισμοί αποτελεσματικής διακυβέρνησης των σχέσεων Ε-Ε, σε ποιες περιπτώσεις οι συνεταιρισμοί είναι πιο αποτελεσματικοί στην επίλυση αυτών των προβλημάτων σε σχέση με τις ανώνυμες εταιρίες, ποιες οι συνέπειες αυτών των προβλημάτων και ποια τα κόστη που σχετίζονται με τα προβλήματα Ε-Ε στους συνεταιρισμούς. Σύμφωνα με τις απαντήσεις που δίνονται στα παραπάνω ερωτήματα και  λαμβάνοντας υπόψη τις συνεταιριστικές αρχές της International Cooperative Alliance (ICA) και τα επιτυχημένα διεθνή παραδείγματα συνεταιριστικής επιχειρηματικότητας, καταλήγουμε σε προτάσεις για μηχανισμούς διακυβέρνησης για την επίλυση των προβλημάτων Ε-Ε στους συνεταιρισμούς εργαζομένων.

 

 

Λέξεις κλειδιά: συνεταιρισμός εργαζομένων, εντολέας, εντολοδόχος, επιχειρηματικότητα, μηχανισμός διακυβέρνησης

 

 

 

 

 

 

Εισαγωγή

Μία από τις πολλές προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η σύγχρονη επιχείρηση είναι τα προβλήματα που προκύπτουν ανάμεσα στις σχέσεις μεταξύ εντολέων-μετόχων/ιδιοκτητών και των εντολοδόχων-διοίκησης. Το πρόβλημα εντολέα-εντολοδόχου (Ε-Ε) ανακύπτει σε κάθε συμβόλαιο ή σχέση που χαρακτηρίζεται από ασύμμετρη πληροφόρηση, γνώση, κίνδυνο και αβεβαιότητα Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων αποτελούν μια ειδική περίπτωση συλλογικής επιχειρηματικότητας σε ότι αφορά στον τρόπο διοίκησης των σχέσεων ανάθεσης που προκύπτουν στο πλαίσιο  συγκεκριμένων δομών διοίκησης του συνεταιρισμού. Η θεωρία Ε-Ε σύμφωνα με τους Jensen και Meckling (1976) αναδεικνύει τα προβλήματα διακυβέρνησης σε αυτού του είδους τις επιχειρηματικές οντότητες. Στους συνεταιρισμούς τα προβλήματα εντολέα-εντολοδόχου προκύπτουν λόγω των αντικρουόμενων συμφερόντων μεταξύ των μελών και των διαχειριστών, μεταξύ των μελών και των διευθυντών και μεταξύ των διαχειριστών και των διευθυντών. Από την άλλη πλευρά, η έλλειψη δυναμικής στην αγορά εργασίας για στελέχη συνεταιρισμών και η δυσκολία αντικατάστασης τους, ενισχύει τη διαπραγματευτική δύναμη των στελεχών. (Arcas-Lario, Martin-Ugedo, Minguez-Vera 2010)

Σε αυτή την εργασία μελετώνται τα επιτυχημένα διεθνή παραδείγματα συνεταιριστικής επιχειρηματικότητας και αναλύονται οι εκφάνσεις των προβλημάτων Ε-Ε στους συνεταιρισμούς, λαμβάνοντας υπόψη τις δομικές ιδιαιτερότητες διακυβέρνησης των συνεταιρισμών εργαζομένων καθώς και τις συνεταιριστικές αρχές της International Cooperative Alliance (ICA). Στη συνέχεια, εξετάζουμε τις καλές πρακτικές διακυβέρνησης των συνεταιρισμών και διαχείρισης των προβλημάτων Ε-Ε από τα επιτυχημένα παραδείγματα, με ιδιαίτερη αναφορά στον όμιλο συνεταιρισμών του Mondragon. Τα κύρια ερωτήματα εδώ είναι πως οι συνεταιρισμοί είναι πιο αποτελεσματικοί σε σχέση με τις ανώνυμες εταιρίες στη διακυβέρνηση των σχέσεων Ε-Ε, τη διαχείριση των συνεπειών αυτών των προβλημάτων και ποια τα κόστη που σχετίζονται με τα προβλήματα Ε-Ε.

Το πρόβλημα εντολέα-εντολοδόχου (Ε-Ε) και οι επιχειρηματικές οντότητες

Το γενικότερο πρόβλημα το Ε-Ε αναφέρεται στη διαμάχες που προκύπτουν στις σχέσεις μεταξύ του ιδιοκτήτη της επιχείρησης και του διαχειριστή της ίδιας επιχείρησης. Τα προβλήματα στη σχέση Ε-Ε πηγάζουν σύμφωνα με την ορθόδοξη θεώρηση από: 1) τις ασυμμετρίες πληροφόρησης που οδηγούν σε περιορισμένη ορθολογικότητα και 2) τις διαφορετικές προτιμήσεις και στόχους των δύο μερών (Boland, Golden, Tsoodle 2008). Σύμφωνα με τους Dewes, Padula (2012) περιγράφει τη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο πλευρών όπου η μία πλευρά (εντολέας) αναθέτει καθήκοντα και εκχωρεί εξουσία στο άλλο μέρος (εντολοδόχος).  Δύο βασικά προβλήματα προκύπτουν από αυτή τη σχέση. Το πρώτο εμφανίζεται όταν οι επιθυμίες και οι στόχοι των δύο μερών είναι διαφορετικοί. Το δεύτερο πρόβλημα εμφανίζεται όταν ο εντολέας και ο εντολοδόχος έχουν διαφορετικές συμπεριφορές σχετικά με τη διαχείριση του κινδύνου, γεγονός που τους κάνει, λόγω της αβεβαιότητας, να συμπεριφέρονται με διαφορετικό τρόπο. Το κύριο σημείο αυτής της σχέσης είναι ότι ο εντολέας και ο εντολοδόχος θα πρέπει να δρουν συνεργατικά παρά τους διαφορετικούς προσωπικούς στόχους και τη διαφορετική στάση σχετικά με την ανάληψη κινδύνου. Έτσι η θεωρία Ε-Ε εστιάζει στην εύρεση του αποτελεσματικότερου συμβολαίου διακυβέρνησης αυτής της σχέσης. Τα συμβόλαια (contracts) αποτελούν μηχανισμούς για την επίλυση, με εκ των προτέρων όρους, προβλημάτων που προκύπτουν από την ατελή ευθυγράμμιση των συμφερόντων (Jensen, Meckling 1976). Αυτά τα συμβόλαια σκιαγραφούν ή οριοθετούν τις σχέσεις Ε-Ε: μεταξύ μετόχων και διαχειριστών, μεταξύ πιστωτών και διαχειριστών, μεταξύ μετόχων και διευθυντών και μεταξύ διευθυντών και διάφορων επιτροπών και ομάδων εργασίας. Με άλλα λόγια, οι όροι μιας σχέσης Ε-Ε καθορίζονται από ένα συμβόλαιο που θέτει ποια  θα είναι η αμοιβή του εντολοδόχου από τον εντολέα και εξαρτάται από την εκτέλεση συγκεκριμένων ενεργειών από την πλευρά του εντολοδόχου ή/και από την παρατήρηση των αποτελεσμάτων από τον εντολέα (Royer 1999). Η θεωρία Ε-Ε σχετίζεται με την επινόηση δομικών και συμπεριφορικών μέτρων που θα ελαχιστοποιούν τις αναποτελεσματικότητες που προκύπτουν από την ατελή ευθυγράμμιση των συμφερόντων του εντολέα και του εντολοδόχου. Οι περισσότερες εφαρμογές της θεωρίας Ε-Ε εστιάζουν στα κίνητρα για ανάληψη κινδύνου από τον εντολοδόχου, γεγονός που ευθυγραμμίζει τα συμφέροντα του εντολοδόχου με αυτά του εντολέα (Hangula, Thomas 2011).  Τα δύο θεμελιώδη προβλήματα που δημιουργούνται κατά την επισύναψη του συμβολαίου Ε-Ε είναι η δυσμενής επιλογή του εντολοδόχου λόγω της ελλιπούς πληροφόρησης (και γνώσης) του εντολέα σε σύγκριση με τον εντολοδόχο και η αναποτελεσματική κατανομή του κινδύνου ανάμεσα στα δύο μέρη επειδή τα δύο μέρη έχουν διαφορετική συμπεριφορά και στάση απέναντι στην ανάληψη κινδύνου (Dewes, Padula 2012).

Η θεωρία εντολέα-εντολοδόχου στις συνεταιριστικές οργανώσεις

Είδη συνεταιριστικών επιχειρήσεων

Πριν ξεκινήσουμε την ανάλυση της θεωρίας Ε-Ε στις συνεταιριστικές οργανώσεις θα πρέπει να αναφερθούμε στις μορφές τους και στην οργανωσιακή δομή τους έτσι ώστε να εντοπίσουμε αν υπάρχει όντως το πρόβλημα Ε-Ε και πως επιλύουν αυτές οι διαφορετικές οργανωσιακές δομές. Στην ιστορική εξέλιξη των συνεταιρισμών έχουν υπάρξει πέντε είδη συνεταιριστικών επιχειρήσεων που εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες. Παρακάτω θα παρατεθούν τα είδη καθώς και κάποια πρόσθετα στοιχεία σχετικά με την λειτουργία τους και τις ανάγκες που εξυπηρετούν.

  • Οι συνεταιρισμοί καταναλωτών (consumer cooperatives) που είναι η πιο κοινή μορφή και οργανώνεται από άτομα που επιζητούν την αγορά προϊόντων και υπηρεσιών σε χαμηλότερες τιμές. Τα μεμονωμένα μέλη αυτών των συνεταιρισμών έχουν μικρή άμεση επίδραση στον συνεταιρισμό λόγω των χιλιάδων, ακόμη και εκατομμυρίων μελών, που σημαίνει ότι έχουν ένα πολύ μικρό μερίδιο σε ένα πολύ μεγάλο οργανισμό. Ο λόγος ύπαρξης αυτών των συνεταιρισμών δεν είναι η διανομή μερισμάτων αλλά η διανομή προϊόντων και υπηρεσιών σε χαμηλές τιμές (NCBAα 2013).
  • Η μορφή των συνεταιρισμών παραγωγών (producer cooperatives) παρουσιάζεται κυρίως στον αγροτικό τομέα, όπου οι αγρότες συνενώνονται για να ανταγωνιστούν τις βιομηχανίες τροφίμων. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτοί οι συνεταιρισμοί οργανώνονται σε πολύ-επίπεδες δομές χαρακτηριζόμενες ως  ομοσπονδίες ή δευτεροβάθμιοι συνεταιρισμοί. Στους δευτεροβάθμιους συνεταιρισμούς υπάρχουν τόσο μεμονωμένοι αγρότες όσο και άλλοι συνεταιρισμοί ως μέλη. Ο λόγος της δημιουργίας των συνεταιρισμών από τους αγρότες είναι ότι λαμβάνουν χαμηλότερες τιμές από τους εμπόρους που αγοράζουν τα ευπαθή προϊόντα τους. Εφόσον έχει δημιουργηθεί ο συνεταιρισμός και έχουν επιτευχθεί υψηλότερες τιμές το επόμενο βήμα είναι η επεξεργασία των προϊόντων και ή πώληση τους στην αγορά, με άλλα λόγια η καθετοποίηση των συνεταιρισμών. Οι συνεταιρισμοί παραγωγών τείνουν να έχουν εκατοντάδες ή χιλιάδες μέλη, επομένως λειτουργούν όμοια με τους συνεταιρισμούς καταναλωτών: τα μέλη εκλέγουν το διοικητικό συμβούλιο κι διορίζουν πρόεδρο, ο πρόεδρος προσλαμβάνει προσωπικό και το προσωπικό εξυπηρετεί τα μέλη (NCBA 2013γ).
  • Οι συνεταιρισμοί προμηθειών και κοινόχρηστων υπηρεσιών (purchasing & shared services) αποτελούνται από επιχειρήσεις που συνεργάζονται ώστε να βελτιώσουν την απόδοση και την ανταγωνιστικότητα τους, μέσω της μείωσης του κόστους προμηθειών τους χάρη στην μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Όπως όλοι οι συνεταιρισμοί, έτσι και αυτοί εξυπηρετούν τις ανάγκες των μελών και επιτρέπουν στις μικρές επιχειρήσεις να ανταγωνιστούν του μεγάλους ανταγωνιστές. Τα μέλη τους εκλεγούν δημοκρατικά τα μέλη του συμβουλίου και διαμορφώνουν πολιτικές για τον συνεταιρισμό. Τα συνεταιριστικά οφέλη προέρχονται από τις αρχική εξοικονόμηση κεφαλαίων μέσω της αγοραστικής δύναμης της ομάδας και από τη διανομή των κερδών υπό τις συνεταιριστικές αρχές (NCBA 2013δ).
  • Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων (worker cooperatives) είναι επιχειρήσεις που ανήκουν και διακυβερνώνται δημοκρατικά από τους εργαζομένους. Δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως η φύλαξη παιδιών, εστίαση, υγειονομική περίθαλψη, τεχνολογία, εμπόριο, κατασκευές και σε πολλούς άλλους. Όπως και στους προηγούμενους συνεταιρισμούς το διοικητικό συμβούλιο εκλέγεται και ελέγχεται από τα μέλη. Οι διοικητικές δομές ποικίλουν σε μεγάλο βαθμό και εξαρτώνται από τις επιθυμίες των μελών. Κάποιοι συνεταιρισμοί χρησιμοποιούν παραδοσιακή διοικητική ιεραρχία, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν πιο χαλαρά συστήματα διαχείρισης (collectives) που επιτρέπουν τους εργαζόμενους να εμπλέκονται πιο άμεσα στις διοικητικές αποφάσεις. Πολλοί συνεταιρισμοί εργαζομένων κάνουν χρήση μιας συναινετικής διαδικασίας για τη λήψη αποφάσεων που θα έχουν την κοινή αποδοχή από τα μέλη. Τα κέρδη αυτών των συνεταιρισμών διανέμονται σε μορφή μερισμάτων συνεισφοράς (patronage dividends) και διανέμονται βάσει των ωρών εργασίας, του μισθού ή της θέσης (NCBA 2013ε), (Bartlett, Cable, Estrin, Jones, Smith 1992). Θεμελιώδης διαφορά από τις προαναφερθείσες μορφές συνεταιρισμών είναι η ανατροφοδοτούμενη σχέση ελέγχου μελών-διοίκησης-μελών.
  • Υβριδικοί συνεταιρισμοί (hybrid cooperatives). Οι συνεταιρισμοί δημιουργούνται από μέλη με διαφορετικά αλλά συμβατά ή συμπληρωματικά συμφέροντα, διαμορφώνονται οργανισμοί με πολλά ενδιαφερόμενα μέρη (multi-stakeholder), που αναζητούν την εξομάλυνση των αντικρουόμενων συμφερόντων, για παράδειγμα οι καταναλωτές επιθυμούν φθηνά προϊόντα, ενώ οι παραγωγοί επιζητούν υψηλότερες τιμές για τα προϊόντα τους και οι εργαζόμενοι υψηλότερη αμοιβή και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό συνδέεται με τους πολλαπλούς ρόλους των μελών (παραγωγός και καταναλωτής ταυτόχρονα). Συμβαίνει συχνά σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, υπό την έννοια ότι είναι μέλη ως παραγωγοί αλλά ταυτόχρονα μπορεί να είναι πελάτες ή προμηθευτές (NCBA 2013β, Chaddad 2012, Rodgers 2008).

 

Συνεταιρισμοί εργαζομένων και η θεωρία εντολέα-εντολοδόχου

Ένας συνεταιρισμός εργαζομένων είναι μια επιχειρηματική οντότητα που κατέχεται και ελέγχεται δημοκρατικά από τα άτομα που εργάζονται σε αυτή, δηλαδή επιλέγουν τη διοικητική και διαχειριστική δομή χρησιμοποιώντας δημοκρατικές διαδικασίες (USFWC 2013 και Burdin & Dean 2009). Ο αμιγής συνεταιρισμός εργαζομένων αποτελεί μία νομική μορφή στην οποία κάθε εργαζόμενος έχει ίσο μερίδιο στην οντότητα και μία ψήφο. Οι εργαζόμενοι αποφασίζουν τι θα παραχθεί, πως θα διανεμηθούν τα κέρδη, ποιος θα διαχειριστεί την επιχείρηση και αν θα γίνουν επενδύσεις (Levinson 2012). Τα κύρια στοιχεία που κάνουν τους συνεταιρισμούς εργαζομένων να διαφέρουν από τις συμβατικές επιχειρήσεις είναι ο έλεγχος και το καθεστώς ιδιοκτησίας. Σε μία καπιταλιστική επιχείρηση, τα δικαιώματα εκλογής της ηγεσίας του οργανισμού και η διανομή των κερδών βασίζονται στη συμμετοχή στο κεφάλαιο. Ο αριθμός των μετοχών που κατέχει ένας μέτοχος καθορίζει την επιρροή και τον έλεγχο, καθώς και το μέρισμα που λαμβάνει ο μέτοχος. Σε ένα συνεταιρισμό εργαζομένων, οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να εκλέγουν το διοικητικό συμβούλιο και να μοιράζονται τα κέρδη βάσει της ιδιότητας του μέλους (Northcountry Cooperative Foundation 2006). Ιδανικά, οι συνεταιρισμοί εργαζομένων παρέχουν εξασφαλισμένη εργασία, διασφαλίζουν καλές εργασιακές συνθήκες και αμοιβές και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής στην κοινότητα (Levinson 2012).  Οι σημερινοί συνεταιρισμοί ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό τις αρχές των πρωτοπόρων του Rochdale και της International Cooperative Alliance (ICA) όπου τα μέλη είναι ταυτόχρονα ιδιοκτήτες, χρήστες, ελεγκτές και δικαιούχοι του πλεονάσματος που παράγεται (Arcas-Lario, Martin-Ugedo, Minguez-Vera 2010).

Οι συνεταιριστικές αρχές της ICA είναι οι εξής:

  1. Εθελοντική και ανοικτή ένταξη μέλους. Οι συνεταιρισμοί είναι εθελοντικές οργανώσεις, ανοικτές σε όσους είναι διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες και να αποδεχτούν τις ευθύνες της συμμετοχής τους.
  2. Δημοκρατικός έλεγχος των μελών. Οι συνεταιρισμοί είναι δημοκρατικές οργανώσεις και ο έλεγχος γίνεται από τα μέλη, τα οποία καθορίζουν τις πολιτικές και τις αποφάσεις. Βασικός κανόνας είναι «ένα μέλος, μία ψήφος».
  3. Οικονομική συμμετοχή των μελών. Τα μέλη μετέχουν ισότιμα στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού. Μέρος αυτού του κεφαλαίου είναι συνήθως η κοινή περιουσία του συνεταιρισμού. Τα μέλη διαθέτουν μέρος του πλεονάσματος τους για τους ακόλουθους σκοπούς: την ανάπτυξη του συνεταιρισμού μέσω επενδύσεων, την παραχώρηση ωφελημάτων στα μέλη αναλογικά με τις συναλλαγές τους με το συνεταιρισμό και για την προώθηση άλλων δραστηριοτήτων.
  4. Αυτονομία και ανεξαρτησία. Οι συνεταιρισμοί είναι αυτόνομοι και ανεξάρτητοι οργανισμοί. Εάν συναφθούν συμφωνίες με άλλους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των κυβερνήσεων, θα πρέπει να το πράττουν με όρους που θα διασφαλίζουν τον δημοκρατικό έλεγχο από τα μέλη.
  5. Εκπαίδευση, κατάρτιση και πληροφόρηση. Οι συνεταιριστικές οργανώσεις παρέχουν εκπαίδευση και κατάρτιση σε όλα τα εσωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη ώστε να συμβάλλον αποτελεσματικά στην ανάπτυξη του συνεταιρισμού. Ακόμη προωθούν την συνεταιριστική εικόνα και τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει κάποιος.
  6. Συνεργασία μεταξύ των συνεταιρισμών. Οι συνεταιρισμοί εξυπηρετούν τα μέλη τους και ενδυναμώνουν το συνεταιριστικό κίνημα σε συνεργασία με τοπικούς, περιφερειακούς και εθνικούς φορείς.
  7. Μέριμνα για την κοινότητα. Οι συνεταιρισμοί προωθούν τη βιώσιμη ανάπτυξη των κοινοτήτων που δραστηριοποιούνται μέσω των πολιτικών τους (ICA 2013).

Η βασική διοικητική δομή των συνεταιρισμών αποτελείται από τη Γενική Συνέλευση των μελών που έχει το ρόλο του εντολέα και τη Διοίκηση του συνεταιρισμού που έχει το ρόλο του εντολοδόχου. Η πρωτογενής σχέση εντολέα-εντολοδόχου είναι μεταξύ μελών που έχουν το ρόλο του εντολέα και αποφασίζουν και τοποθετούν τα άτομα που θα απαρτίζουν τη διοίκηση-εντολοδόχο. Οι εντολοδόχοι-διοίκηση σε δεύτερη φάση παίρνουν το ρόλο του εντολέα και αναλαμβάνουν να δίνουν εντολές στους εργαζομένους-μέλη π.χ. για τις διαδικασίες παραγωγής και την ποιότητα των προϊόντων. Τη δεύτερη αυτή φάση μπορούμε να την αποκαλούμε δευτερογενής σχέση εντολέα-εντολοδόχου και προκύπτει από την εξουσία που κατέχουν τα μέλη της διοίκησης που ενδεχομένως (αν και σπάνια) να μην είναι παραγωγοί του συνεταιρισμού αλλά ειδικοί σε θέματα διοίκησης και οργάνωσης. Επιπλέον, η σχέση Ε-Ε αντικατοπτρίζει  τη ροή πληροφοριών εντός του οργανισμού καθώς και τα κόστη από την ανάληψη κινδύνου. Από τη στιγμή που ο εντολέας έχει τον έλεγχο του κεφαλαίου, η πληροφόρηση που σχετίζεται με τα οργανωσιακά αποτελέσματα γίνεται ολοένα και πιο σημαντική γι’ αυτόν. Σε ένα συνεταιρισμό οι σχέσεις μεταξύ του διαχειριστή και των συνεργατών αντανακλούν τις πληροφορίες για την οργάνωση, αλλά και εκείνες τις πληροφορίες που σχετίζονται με τα οφέλη που αποκομίζουν οι συνεργάτες από την οργάνωση. Η παροχή οφέλους στους συνεργάτες είναι ως εκ τούτου ο λόγος ύπαρξης της συνεταιριστικής οργάνωσης (Dewes & Padula 2012). Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων, αν και όχι πάντα, έχουν μια πιο συμμετοχική και λιγότερο ιεραρχική κουλτούρα από τις συμβατικές επιχειρήσεις και παρέχουν το δικαίωμα στα μέλη να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων για την καθημερινή λειτουργία του συνεταιρισμού (Northcountry Cooperative Foundation 2006).

Το βασικό πρόβλημα  που ανακύπτει από τη σχέση μεταξύ των δύο εν δυνάμει αντικρουόμενων πλευρών είναι ο ηθικός κίνδυνος και  προκύπτει κυρίως από τις ασυμμετρίες πληροφόρησης και γνώσης, και δευτερευόντως από τις διαφορετικές προτιμήσεις και τις ικανότητες των δύο πλευρών. Στους συνεταιρισμούς τα προβλήματα εντολέα-εντολοδόχου που δημιουργούνται είναι μεταξύ μελών και διοίκησης, μελών και (επιχειρησιακών) στελεχών και διοίκησης και στελεχών. Από την άλλη πλευρά η έλλειψη δυναμικής στην αγορά στελεχών και η δυσκολία αντικατάστασης των στελεχών διοίκησης (ιδιαίτερα με τις συγκεκριμένες αξίες) αποδίδει σχετική διαπραγματευτική δύναμη υπέρ των στελεχών διοίκησης (Arcas-Lario, Martin-Ugedo, Minguez-Vera 2010). Ο ηθικός κίνδυνος προκύπτει στην πλειονότητα των περιπτώσεων στις σχέσεις εντολέα-εντολοδόχου από την καλύτερη πληροφόρηση και γνώση του εντολοδόχου. Επομένως, η διοίκηση του συνεταιρισμού ενδέχεται να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις της και την εξειδίκευση της ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της έναντι των μελών ή διαφορετικά να μην ευθυγραμμίζει τα συμφέροντα των εργαζομένων με τα δικά της. Ωστόσο μπορεί να ειπωθεί ότι τα διοικητικά στελέχη μιας ανώνυμης εταιρείας έχουν μεγαλύτερη εξουσία από τα διοικητικά στελέχη ενός συνεταιρισμού επειδή μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντα τους με μεγαλύτερη ελευθερία και λιγότερο έλεγχο από τους μετόχους. Στον συνεταιρισμό, εν αντιθέσει με την ανώνυμη εταιρεία, τα μέλη ως μονάδες έχουν αντίστοιχο ρόλο με τους μετόχους, ενώ έχουν μεγαλύτερη δύναμη επειδή ισχύει η αρχή ένα μέλος-μία ψήφος και επομένως ο δημοκρατικός έλεγχος είναι αποτελεσματικότερος και δεν καθοδηγείται από τις σφαίρες επιρροής των μεγαλομετόχων γεγονός που συμβαίνει στις ανώνυμες εταιρείες. Επίσης για την αποτελεσματικότερη λειτουργία ενός συνεταιρισμού απαιτείται διάχυση γνώσης και πληροφοριών ανάμεσα στα μέλη και τη διοίκηση. Τα μέλη ενός συνεταιρισμού έχουν δικαίωμα στην ενημέρωση όπως αποφάσεις που λαμβάνονται, οικονομική κατάσταση του συνεταιρισμού, αλλαγές στο καταστατικό και συνεπώς του τρόπου διοίκησης του συνεταιρισμού. Κυρίως όμως τα μέλη είναι φορείς γνώσης και εμπειρίας που πηγάζει από την άμεση εμπλοκή τους στη λειτουργία της επιχείρησης. Επομένως, η ενημέρωση και η γνώση των μελών συνεισφέρει στην αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων από την πλευρά της Γενικής Συνέλευσης και του Συμβουλίου των Διαχειριστών.

Η πιθανότητα να υπάρχουν συμπεριφορές αυτό-παρακινούμενες και οπορτουνιστικές από τους εντολοδόχους είναι μία από τις θεμελιώδεις παραδοχές της θεωρίας Ε-Ε. Σε μία συνεταιριστική επιχείρηση το προσωπικό συμφέρον δεν πρέπει να είναι προτεραιότητα, ειδικά όταν έρχεται σε αντίθεση με το συλλογικό (Valadares 2002). Αν σε μία εμπορική επιχείρηση τα ερεθίσματα που σχετίζονται με το προσωπικό συμφέρον περιορίζουν μακροπρόθεσμο (ορθο)λογισμό, σε ένα συνεταιρισμό, το συλλογικό συμφέρον και η αλληλεγγύη – που βασίζεται στην οικοδόμηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης – μπορεί να οδηγούν σε μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο και στο μακροπρόθεσμο (αλλά και ανάμεσα στη λογική και στο συναίσθημα). Το γεγονός αυτό θα διευκολύνει καλύτερο καταμερισμό των ευθυνών ενισχύοντας την απόδοση. Κατά παρόμοιο τρόπο, η θέσπιση κοινών στόχων είναι πιο διαδεδομένη σε ένα συνεταιρισμό και όχι σε μια εμπορική επιχείρηση. Η απόκλιση των συμφερόντων και των στόχων μεταξύ εντολέα και εντολοδόχου είναι η ρίζα των συγκρούσεων εντός του οργανισμού (Dewes, Padula 2012). Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που ανακύπτει στις συνεταιριστικές οργανώσεις είναι  ότι ένα μέλος μπορεί να έχει ταυτόχρονα δύο ρόλους: του εντολέα και του εντολοδόχου. Σε αυτή την περίπτωση οι ηγέτες των συνεταιρισμών θα αντιμετωπίζουν περισσότερες συγκρούσεις από τους ομότιμούς τους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

Μηχανισμοί διακυβέρνησης Ε-Ε στους συνεταιρισμούς εργαζομένων

Η διακυβέρνηση αναφέρεται στο πως η επιχείρηση ελέγχεται και πως λαμβάνονται οι αποφάσεις. Η διακυβέρνηση περιλαμβάνει επίσης το πώς η επιχείρηση και οι εργαζόμενοι της είναι υπόλογοι τόσο στα μέλη όσο και στα εξωτερικά ενδιαφερόμενα μέρη. Σε ένα συνεταιρισμό εργαζομένων, οι εργαζόμενοι κατέχουν τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης και ελέγχουν ισότιμα την επιχείρηση και τις δραστηριότητες της (SELC 2013, Bataille-Chedotel & Huntziger 2004).   Όλα τα μέλη των συνεταιρισμών συμμετέχουν ισότιμα στις ψηφοφορίες για την εκλογή διοικητικού συμβουλίου και για οποιοδήποτε σημαντικό θέμα που επηρεάζει το μέλλον του συνεταιρισμού, όπως η πώληση, συγχώνευση ή διάλυση της επιχείρησης, καθώς και οποιεσδήποτε αλλαγές στο καταστατικό. Το διοικητικό συμβούλιο της συνεταιριστικής επιχείρησης έχει τις ίδιες ευθύνες με τα διοικητικά συμβούλια σε άλλες επιχειρήσεις και εταιρίες. Οι ακριβείς υποχρεώσεις του διοικητικού συμβουλίου διαφέρουν από συνεταιρισμό σε συνεταιρισμό ωστόσο ακολουθούν τις θεμελιώδεις υποχρεώσεις της πίστης, της υπακοής και της τήρησης του καταστατικού του συνεταιρισμού. Λόγω της ιδιαίτερης φύσης της συνεταιριστικής επιχείρησης, τα μέλη του συμβουλίου θα πρέπει να εκτελούν κάποια πρόσθετα καθήκοντα. Σε αντίθεση με τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις που εστιάζουν αποκλειστικά στο κέρδος, οι συνεταιρισμοί λειτουργούν με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών. Το διοικητικό συμβούλιο των συνεταιρισμών θα πρέπει να γνωρίζει επακριβώς τις ανάγκες των μελών και να διασφαλίζουν ότι τα μέλη είναι ενημερωμένα-μορφωμένα για τη φύση του συνεταιρισμού και για τα δικαιώματα τους (Northcountry Cooperative Foundation 2006).

Το διοικητικό συμβούλιο των συνεταιρισμών είναι εξουσιοδοτημένο και υπεύθυνο για την προσεκτική και τίμια  λήψη αποφάσεων. Η έγκαιρη και η ακριβής επικοινωνία είναι το κλειδί για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης και για την αποφυγή παρεξηγήσεων. Ο καθορισμός ρόλων, η εκπλήρωση των πολιτικών και οι διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων συμβάλουν στο να διαμορφωθεί μια κατάσταση που όλοι έχουν τις ίδιες προσδοκίες και οικοδομείται αμοιβαία εμπιστοσύνη. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να είναι ένα ισχυρό σώμα λήψης αποφάσεων ή εναλλακτικά ένα απλό σώμα που επιτελεί το ελάχιστο που απαιτείται από τη νομοθεσία, με τα μέλη να έχουν τον κύριο λόγο στη λήψη αποφάσεων  (Northcountry Cooperative Foundation 2006).

Σύμφωνα με την κυρίαρχη (ορθόδοξη) θεώρηση στο ζήτημα Ε-Ε, oι μηχανισμοί περιορισμού του ηθικού κινδύνου  είναι γενικά ο έλεγχος και οι συμβάσεις παροχής κινήτρων όπου το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί τον κύριο μηχανισμό ελέγχου (Jensen 1993). Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με τα συμφέροντα των μελών του συνεταιρισμού και να είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για την εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης, με στόχο να μειώνει τις ασυμμετρίες πληροφόρησης μέσω της επικύρωσης και του ελέγχου σημαντικών αποφάσεων (Shapiro 2005). Το σύστημα ελέγχου παρέχει ένα εκ των προτέρων σύστημα ελέγχου όπου η έκταση του έλεγχου εξαρτάται από την ροπή των διοικητικών στελεχών για οπορτουνιστικές συμπεριφορές και τα κόστη και τα οφέλη που σχετίζονται από την εφαρμογή του. Όσο πιο αποτελεσματικό είναι το Διοικητικό Συμβούλιο αλλά και η Γενική Συνέλευση (και άλλα επικουρικά εποπτικά ή διαμεσολαβητικά όργανα) στην απόκτηση πληροφοριών για την συμπεριφορά του εντολοδόχου, τόσο πιο πιθανό είναι ο διαχειριστής να ενεργεί προς το συμφέρον των μελών του συνεταιρισμού, και επομένως θα δαπανηθούν λιγότεροι πόροι για την ευθυγράμμιση των συμφερόντων μέσω επιπλέον κινήτρων (Rudiger Smith 2011).

Χαρακτηριστικά μελών-εντολέων και κίνητρα

Στους συνεταιρισμούς εργαζομένων η σχέση εντολέα-εντολοδόχου χαρακτηρίζεται από την ιδιαιτερότητα ότι, ενώ τα μέλη αναθέτουν στη διοίκηση τα καθήκοντα εύρυθμης λειτουργίας της επιχειρηματικής οντότητας, η διοίκηση καθορίζει εν γένει (ή τουλάχιστον εισηγείται) τα καθήκοντα για τους εργαζομένους ώστε να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για την παραγωγή του προϊόντος και να ακολουθούν τους κανόνες εύρυθμης λειτουργίας που θεσπίζει. Για παράδειγμα η διασφάλιση ποιότητας του προϊόντος εξασφαλίζει τις μακροπρόθεσμες συμφωνίες με τους πελάτες του συνεταιρισμού, συνεπώς και την εξασφάλιση της διοχέτευσης των προϊόντων στην αγορά.

Τα μέλη του συνεταιρισμού –με την ιδιότητα του εντολέα- δεν χαρακτηρίζονται από ομοιογένεια αφού έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά όπως την εκπαίδευση, την ειδίκευση και τις προσλαμβάνουσες, την ηλικία και το ποσοστό του εισοδήματος που προέρχεται από δραστηριότητες εκτός του συνεταιρισμού. Αυτή η ετερογένεια στα χαρακτηριστικά των μελών ίσως επιφέρει διαφορετικές συμπεριφορές κατά τη διάρκεια της λήψης αποφάσεων λόγω των διαφορετικών επιδιώξεων και στόχων που έχει κάθε μέλος του συνεταιρισμού, ωστόσο τα συμφέροντα τους χαρακτηρίζονται από ομοιογένεια. Έτσι, για παράδειγμα κοινό συμφέρον των μελών είναι να επιτύχουν καλύτερη τιμή και επομένως μεγαλύτερο περιθώριο για πλεόνασμα. Το ζήτημα που τίθεται σε όλες τις συνεταιριστικές οργανώσεις  είναι το  κατά πόσο υλοποιούνται οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης – που συνίσταται από μέλη με διαφορετικά γνωρίσματα  αλλά όμοια συμφέροντα – από τη διοίκηση που έχει το ρόλο του εντολοδόχου

 

Κόστη εντολέα-εντολοδόχου

Τα μέλη του συνεταιρισμού αναλαμβάνουν το κόστος της μη διαχείρισης του συνεταιρισμού από τους ίδιους και διορίζουν εντολοδόχους που διαθέτουν τα προσόντα και τις ικανότητες να φέρουν εις πέρας τη διοίκηση του συνεταιρισμού. Ο έλεγχος της διοίκησης απαιτεί πόρους και ο εντολέας καλείται να αντιμετωπίσει μια ποικιλία από κόστη που υπάρχουν στις σχέσεις εντολέα-εντολοδόχου (Jensen, Meckling 1976). Συγκεκριμένα:

  • Δαπάνες ελέγχου (monitoring expenditures) από μέρους του εντολέα. Ο εντολέας θα περιορίσει την αυτονομία του εντολοδόχου με τις διαδικασίες ελέγχου, τη διατήρηση καταχωρίσεων, τη θέσπιση ορίων του προϋπολογισμού, την άμεση επόπτευση και τη χρήση του συστήματος πληρωμών βάσει των παρεχόμενων κινήτρων  (Nilsson 2001).
  • Δαπάνες εξασφάλισης (bonding expenditures) από μέρους του εντολοδόχου. Οι εντολοδόχοι μπορούν να αποδεχθούν εθελοντικά ρήτρες στα συμβόλαια τους περιορίζοντας την ελευθερία τους· αυτοί οι περιορισμοί μπορούν να αυξήσουν τα κόστη, για παράδειγμα τα κόστη που σχετίζονται με προσοδοφόρες επενδύσεις που ενδεχομένως να απορριφθούν.
  • Υπολειμματικές απώλειες (residual losses) (Arcas-Lario, Martin-Ugedo & Minguez-Vera 2010, Jensen & Meckling 1976).

Στην περίπτωση των συνεταιρισμών εργαζομένων διαπιστώνουμε ότι τα παραπάνω κόστη είναι δυνατό να μειωθούν καθώς λαμβάνονται πρόνοιες ώστε τα μέλη να αποκτήσουν τις  ικανότητες και να τους παρέχονται τα μέσα ώστε νε ελέγχουν αποτελεσματικά τη διοίκηση, τα μέλη της διοίκησης είναι κατά κανόνα μέλη που έχουν αποδεχθεί συνειδητά τον περιορισμό του πρόσκαιρου ατομικού οφέλους με αντάλλαγμα το μακροπρόθεσμο όφελος.

Μελέτες περιπτώσεων

Τα τρία παραδείγματα συνεταιρισμών εργαζομένων που θα εξεταστούν για το πώς διαχειρίζονται τις σχέσεις εντολέα-εντολοδόχου είναι ο Όμιλος συνεταιρισμών του Mondragon στη Χώρα των Βάσκων, οι συνεταιρισμοί στην Emilia Romagna στην Ιταλία και τους συνεταιρισμούς SCOP (société cooperative et participative) στη Γαλλία.

Ο Όμιλος συνεταιρισμών του Mondragon ξεκίνησε από πέντε (5) νέους εργαζόμενους το 1956 και τώρα απασχολεί πάνω από 82.000 εργαζόμενους ενώ είναι η έβδομη μεγαλύτερη εταιρία στην Ισπανία σε μέγεθος πωλήσεων και αριθμό εργαζομένων. Αντιθέτως με τις υπόλοιπες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, το στρατηγικό πλάνο του Mondragon περιλαμβάνει στους στόχους του τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Να επισημανθεί ότι δεν έχει κάποια μορφή κρατικής υποστήριξης εκτός ότι έχει ελαφρύτερη φορολογία από τις ανώνυμες εταιρίες με 10% έναντι 28% επί των κερδών. Επίσης, ο συνεταιρισμός λαμβάνει υποστήριξη από την κοινότητα επειδή επενδύει στην κοινότητα με την δημιουργία θέσεων εργασίας, με δωρεές στην κοινότητα και την πολιτική ανάπτυξης πλαισίου εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης μεταξύ κοινότητας και Ομίλου (Corcoran, Wilson 2010) .

Στην περιοχή της Emilia Romagna της Ιταλίας υπάρχουν πάνω από 7.500 συνεταιρισμοί, από τους οποίους τα δύο τρίτα είναι ιδιοκτησία των εργαζομένων,  ενώ πάνω από 80.000 εργάζονται σε συνεταιρισμούς εργαζομένων. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των συνεταιρισμών εργαζομένων στην  Emilia Romagna είναι το εξαιρετικά μικρό μέγεθος τους, (κυμαίνεται στα 9 μέλη περίπου). Τα κέρδη των ιταλικών συνεταιρισμών εξαιρούνται από την φορολογία για όσο επενδύονται στον συνεταιρισμό. Στην Ιταλία, οι πιο κρίσιμοι παράγοντες επιτυχίας για τους συνεταιρισμούς εργαζομένων είναι: πρώτον, οι διάφοροι τύποι χρηματοδοτικής υποστήριξης, η τεχνική βοήθεια, η ειδική βοήθεια μετατροπής των ανώνυμων εταιριών σε συνεταιρισμούς εργαζομένων και οι ομοσπονδιακές δομές, δεύτερον, το υποχρεωτικό αδιαίρετο αποθεματικό στους περισσότερους συνεταιρισμούς και τέλος η αρχή της συνεργασίας μεταξύ των συνεταιρισμών (σημαντικός παράγοντας ανάπτυξης του συνεταιριστικού κινήματος στην Ιταλία).

Πίνακας 1: Μελέτες περιπτώσεων και σχέσεις Ε-Ε (Ιδία επεξεργασία)

Mondragon

Emilia Romagna

SCOP – Γαλλία

Αποστολή

Δημιουργία θέσεων εργασίας

Παροχή κοινωνικών υπηρεσιών

Διατήρηση θέσεων εργασίας και εστίαση στην καινοτομία

Φιλοσοφία-Όραμα

Δυνατότητα για ομάδες εργασίας με κοινούς στόχους.

Απαλλαγή από τον κρατικό και ιδιωτικό φορέα

‘‘Στη δημοκρατία στηριζόμαστε’’

Προκλήσεις Διακυβέρνησης

Δεν λαμβάνει – συστηματική -κρατική υποστήριξη

Λαμβάνει κρατική υποστήριξη

Ανεξαρτησία του κινήματος

Ιδιοκτησιακό καθεστώς

Δίκτυο συνεταιριστικών οργανώσεων

Μικρές επιχειρήσεις που συνενώνονται σε ομοσπονδίες

Τα μέλη κατέχουν την πλειοψηφία, ωστόσο υπάρχει και εξωτερικός έλεγχος.

Δομές εργασίας

Ομάδες εργασίας

5000 συνεταιρισμοί εργαζομένων. Ένας ανά 10 ανθρώπους.

21 εργαζόμενοι κατά μ.ο. ανά συνεταιρισμό

Διακυβέρνηση μελών-εντολέων

Εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών

Υποστήριξη των μελών σε μικρές επιχειρήσεις και δημιουργία δικτύων

Υποστήριξη από δίκτυο ειδικών  σε κάθε περιοχή

Διακυβέρνηση εντολοδόχων

Δημιουργία ηγετών και διατήρηση τους εντός των δομών

Δημιουργία κέντρων ελέγχου από τα ενδιαφερόμενα μέρη

Με ομοσπονδίες και περιφερειακές δομές

Λήψη αποφάσεων

Συγκεντρωτική δομή

Εστίαση στις αποφάσεις σε περιφερειακό επίπεδο

Σε εθνικό, περιφερειακό και τομεακό επίπεδο

Ευελιξία Διακυβέρνησης Οργανισμού

Στενός συντονισμός των κοινών δράσεων του οργανισμού

Πιο καινοτόμες και ευέλικτες δομές από τον κρατικό ή ιδιωτικό τομέα

Σύνδεση με το ευρύτερο συνεταιριστικό κίνημα

Αποδοτικότητα

Βελτιωμένες οικονομίες κλίμακας, Στρατηγικό πλάνο

Ισχυρό σύστημα άτυπων δικτύων και αμοιβαία βοήθεια, συνέργειες και οικονομίες κλίμακας

Εστίαση σε συγκεκριμένες ειδικότητες

Ιδία επεξεργασία (πηγές: Corcoran & Wilson – 2010, Azevedo & Gitaby – 2010, Les-scop – 2013, Logue – 2013)

 

Στη Γαλλία στην κυρίαρχη μορφή συνεταιρισμού εργαζομένων SCOP οι εργαζόμενοι πρέπει να κατέχουν το 51% του κεφαλαίου και το 65% των ψήφων. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει άνοιγμα των συνεταιρισμών σε εξωτερικό κεφάλαιο καθώς και σε εξωτερικό έλεγχο, ωστόσο τα μέλη του συνεταιρισμού διατηρούν την πλειοψηφία και τον έλεγχο. Το μέσο μέγεθος των SCOP είναι 21 εργαζόμενοι ενώ κυμαίνονται από 2 έως και πάνω από 1000 εργαζομένους. Το συνεταιριστικό κίνημα στη Γαλλία εστιάζει σε συγκεκριμένες δραστηριότητες όπως ο κατασκευαστικός τομέας, οι επικοινωνίες και η μεταποίηση (Corcoran, Wilson 2010).

Εξετάζοντας τον πίνακα 1 πιο πάνω, εντοπίζονται διαφορές και ομοιότητες μεταξύ των τριών ευρωπαϊκών συνεταιρισμών εργαζομένων. Αρχικά και οι τρεις δομές έχουν ως αποστολή τη βελτίωση της κοινότητας στην οποία δραστηριοποιούνται  με τη δημιουργία θέσεων εργασίας και διατήρηση τους.  Η πρώτη διαφορά που εντοπίζεται στους συνεταιρισμούς εργαζομένων στην περιοχή της Emilia Romagna είναι ότι λαμβάνει κρατική υποστήριξη και υπάρχει ξεκάθαρη ανάμιξη των πολιτικών κομμάτων της Ιταλίας σύμφωνα με  τους Corcoran& Wilson (2010). Αντιθέτως στο Mondragon δεν παρέχεται καμία μορφή κρατικής υποστήριξης (οικονομικής, τεχνικής, γραφειοκρατικής) ενώ στη Γαλλία  γίνεται προσπάθεια για την ανεξαρτησία του κινήματος από τον κρατικό φορέα ώστε  να εκπληρωθεί και η τέταρτη συνεταιριστική αρχή, περί ανεξαρτησίας και αυτονομίας του κινήματος. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς στους τρεις συνεταιρισμούς διαφέρει για το λόγο ότι στη Γαλλία βρίσκουμε και εξωτερικό κεφάλαιο  με αποτέλεσμα να υπάρχει και ο μηχανισμός της αγοράς που ελέγχει και επηρεάζει τις αποφάσεις του συνεταιρισμού, ωστόσο την πλειοψηφία την κατέχουν οι εργαζόμενοι. Αντιθέτως στην Ισπανία και την Ιταλία οι εργαζόμενοι κατέχουν αποκλειστικά τις επιχειρήσεις και επομένως τον έλεγχο και τη διακυβέρνηση τους. Το κύριο στοιχείο που αποτυπώνεται και στους τρεις συνεταιρισμούς είναι ότι οι δομές εργασίας τους αποτελούνται από ομάδες εργασίας λίγων ατόμων αν και υπάρχουν διακυμάνσεις στο πλήθος των εργαζομένων που βρίσκονται σε μια ομάδα εργασίας , για παράδειγμα στη Γαλλία βρίσκουμε και ομάδες εργασίας με πάνω από 1.000 άτομά.

Αναφορικά με τις σχέσεις εντολέα-εντολοδόχου και συγκεκριμένα με τη διακυβέρνηση των μελών των συνεταιρισμών, στο Mondragon η εκπαίδευση παίζει κυρίαρχο ρόλο και τη συντήρηση και ανάπτυξη του συνεταιριστικού κινήματος και συνάμα  για την εύρυθμη λειτουργία του συνεταιρισμού στον οποίο εργάζονται. Με παρόμοιο τρόπο, στην Ιταλία και στη Γαλλία τα μέλη λαμβάνουν υποστήριξη από περιφερειακά όργανα και από δίκτυα ειδικών  στην Emilia Romagna και στους συνεταιρισμούς εργαζομένων  SCOP  αντίστοιχα. Η  διακυβέρνηση των εντολοδόχων σε κάθε εξεταζόμενο συνεταιρισμό γίνεται με διαφορετικό τρόπο, αφού για παράδειγμα στο Mondragon δίνεται η δυνατότητα για παραγωγή στελεχών στο εσωτερικό του συνεταιρισμού και διατήρηση τους εντός των δομών, με αποτέλεσμα να μειώνονται τα προβλήματα Ε-Ε και τα συμφέροντα των δύο πλευρών είναι ευθυγραμμισμένα  στην βιωσιμότητα και την ευημερία του οργανισμού. Το επίπεδο του Mondragon δεν έχει επιτευχθεί από τις υπόλοιπες δύο δομές όπου ο έλεγχος των εντολοδόχων παίζει κυρίαρχο ρόλο αλλά υλοποιείται με διαφορετικό τρόπο. Η λήψη αποφάσεων στη Γαλλία και στην Emilia Romagna εντοπίζεται σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο ανάλογα το είδος και τη σημαντικότητα των αποφάσεων ενώ στο Mondragon και συγκεκριμένα μετά το 1991 που πραγματοποιήθηκε επανασχεδιασμός των εσωτερικών δομών, παρατηρείται μια πιο συγκεντρωτική δομή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, παρά το μέγεθος του ομίλου. Ως αποτέλεσμα, και οι τρεις συνεταιρισμοί εργαζομένων έχουν αποκτήσει μια πιο ευέλικτη δομή με λιγότερα ιεραρχικά επίπεδα και επομένως προκύπτουν  λιγότερες σχέσεις Ε-Ε και λιγότερα προβλήματα που θα πρέπει να επιλυθούν  με ευθυγράμμιση συμφερόντων, παροχή κινήτρων και κατανομή κινδύνου. Συνεπώς προκύπτουν και στις τρεις εξεταζόμενες περιπτώσεις οικονομίες κλίμακας στις επιχειρησιακές διαδικασίες, ενώ η αποδοτικότητα του Mondragon εντοπίζεται και στο στρατηγικό πλάνο, στην Emilia Romagna εντοπίζεται και στο ισχυρό σύστημα άτυπων δικτύων, ενώ στους συνεταιρισμούς της Γαλλίας η αποδοτικότητα διαφαίνεται στο γεγονός ότι εστιάζουν σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας όπως κατασκευές και επικοινωνίες και αποκτούν εξειδίκευση στον τομέα που δραστηριοποιούνται.

Αποτελεσματικότητα των συνεταιρισμών στη διακυβέρνηση σχέσεων Ε-Ε

Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι τα προβλήματα που προκύπτουν από τη σχέση εντολέα-εντολοδόχου στις (τυπικές καπιταλιστικές) ανώνυμες εταιρίες δεν διαφέρουν σημαντικά από αυτά που προκύπτουν στους συνεταιρισμούς. Στην πρώτη περίπτωση η μη ευθυγράμμιση συμφερόντων μεταξύ διοίκησης και μετόχων έχει ως αποτέλεσμα οι εντολείς να αγνοούν την παραγωγική συνεργασία με τους εντολοδόχους ώστε να ακολουθείται μια ενιαία στρατηγική, με συνέπεια τον μη αποδοτικό συντονισμό των λειτουργιών και την παγίωση ασύμβατων σχέσεων μεταξύ διάφορων εντολοδόχων που καταλήγουν σε όφελος των εντολοδόχων. Στην περίπτωση των συνεταιρισμών η ένταση του φαινομένου οξύνεται, σύμφωνα με τους Jensen & Meckling (1976) από τη δυσκολία προσέλκυσης ικανών στελεχών διοίκησης, τα χαμηλά επίπεδα ελέγχου των διαδικασιών του συνεταιρισμού από τα μέλη του συνεταιρισμών, την αστάθεια στον όγκο παραγωγής (αγροτικών προϊόντων) λόγω φυσικών φαινομένων, το γεγονός ότι οι εντολοδόχοι αποφεύγουν τον κίνδυνο (risk averse). Ταυτόχρονα διαπιστώνεται έντονος ανταγωνισμός και μεγάλες ανάγκες σε κεφάλαια. Οι εντολοδόχοι αναγκάζονται να λαμβάνουν αποφάσεις ώστε ο συνεταιρισμός να είναι πιο ευέλικτος και να έχει πρόσβαση σε κεφάλαια, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα των μελών-εντολέων, που όμως δεν είναι σε θέση να ασκήσουν έλεγχο. Συνέπεια των παραπάνω είναι η διοίκηση να καταφεύγει σε πελατειακές πρακτικές και εντέλει να διαπιστώνεται η απώλεια της συνεταιριστικής συνείδησης και ταυτότητας. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι οι Jensen & Meckling αναφέρονται κυρίως σε συνεταιρισμούς παραγωγών, προμηθειών ή καταναλωτικούς, όπου τόσο η μορφή άσκησης της διοίκησης όσο κυρίως η σχέση των μελών με την επιχείρηση δεν διαφέρει ουσιαστικά σημαντικά από αυτή που έχουν οι εταίροι με την ανώνυμη εταιρία.

Στην περίπτωση της καπιταλιστικής ανώνυμης εταιρίας η ορθόδοξη νεοφιλελεύθερη θεώρηση υποστηρίζει ότι η πειθάρχηση των διοικήσεων επιτυγχάνεται τελικά μέσω του μηχανισμού της χρηματιστηριακής αγοράς, όπου οι συνεταιρισμοί δεν έχουν πρόσβαση, άρα μειονεκτούν. Στην πραγματικότητα όμως το πρόβλημα Ε-Ε απλά μετατίθεται στη σφαίρα της χρηματιστικής οικονομίας, όπου στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών οργανισμών αναπαράγεται μεταξύ κεφαλαιούχων και στελεχών, με χαρακτηριστικά τα φαινόμενα των ‘golden boys’ και των συναφών σκανδάλων και πλευρών της κρίσης.

Στον Πίνακα 2 συνοψίζεται πως η λειτουργία των συνεταιρισμών παραγωγών αντιμετωπίζει τα προβλήματα που προκύπτουν από τη σχέση Ε-Ε σε δύο επίπεδα: καταρχήν, εγγενώς χάρη στη φύση των συνεταιρισμών εργαζομένων, όπου υπάρχει πρόσβαση και άμεση συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, συμμετοχή των μελών στην αντιμετώπιση των οργανωσιακών προκλήσεων, υπάρχει κοινό όραμα και αξιακό πλαίσιο σαφής και άμεση ανατροφοδότηση του ελέγχου μελών-διοίκησης. Σε δεύτερο επίπεδο, η ιστορική εμπειρία έχει καταδείξει ότι οι συνεταιρισμοί εργαζομένων αναπτύσσουν συστηματικά και με συνέπεια μηχανισμούς ου ενισχύουν τη δυνατότητα των μελών-εντολέων να ασκούν έλεγχο και – το κυριότερο – να συμμετέχουν στη λήψη και την υλοποίηση αποφάσεων: διάχυση πληροφοριών ανάμεσα σε μέλη και διοίκηση με αποτέλεσμα τα χαμηλά επίπεδα ασυμμετριών πληροφόρησης και τη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις σχέσεις που αναπτύσσονται, ενίσχυση της εκπαίδευσης των μελών των συνεταιρισμών, μείωση των βαθμίδων ιεραρχίας εντός των συνεταιρισμών.

Πίνακας 2:Σύγκριση Συνεταιρισμού & Καπιταλιστικής επιχείρησης

Συνεταιρισμός

Καπιταλιστική επιχείρηση

Ευθυγράμμιση συμφερόντων

Κατανόηση συνεταιριστικού κινήματος

Απαιτούνται κίνητρα

Συνεργασία Ε-Ε

Για την επίτευξη κοινωνικών στόχων

Αδυναμία λόγω οικονομικών συμφερόντων

Ανάπτυξη σχέσεων Ε-Ε

Εκπαίδευση και των δύο μερών

Με οικονομικά κίνητρα

Προσέλκυση στελεχών

Αδυναμία

Μηχανισμός αγοράς

Ανάληψη κινδύνου εντολοδόχου

Επιτυγχάνεται με εκπαίδευση

Απαιτούνται κίνητρα

Ανάπτυξη εμπιστοσύνης

Με διάχυση πληροφοριών, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και

Δυσκολία λόγω αντικρουόμενων συμφερόντων

Ανάληψη κινδύνου

Βάσει κοινωνικών κριτηρίων

Βάσει οικονομικών κριτηρίων

Ιεραρχία

Μείωση βαθμίδων ιεραρχίας – ανατροφοδότηση ελέγχου

Πολλά επίπεδα – έλεγχος σε μία κατεύθυνση

Πηγή: Ιδία επεξεργασία

Τέλος, είναι σημαντικό να επισημανθεί το γεγονός ότι η αποτελεσματικότητα των συνεταιρισμών εργαζομένων ενισχύεται σημαντικά και καθίσταται μακροπρόθεσμα διατηρήσιμη χάρη στην εμπέδωσή τους σε δίκτυα συνεργασίας και αλληλεγγύης τόσο επιχειρησιακά όσο και κοινωνικά-πολιτικά (Πίνακας 1). Παραδείγματα όπως αυτό του Mondragon δείχνουν ότι ο συνεταιριστικός τρόπος παραγωγής μπορεί να αναπτύξει το δικό του εποικοδόμημα, με αποτέλεσμα την βαθιά κοινωνική εμπέδωση, αλλά και την ανάπτυξη μηχανισμών αναπαραγωγής (Σταμπουλής & Νάκου, 2014)

Πηγές

Arcas-Lario N., Martin-Ugedo J. F., Minguez-Vera1 A. (2010) «Agency and property rights theories in agricultural cooperatives: evidence from Spain». Spanish Journal of Agricultural Research, 8 (4): 908-924

Azevedo A., Gitaby L. (2010) «The cooperative movement, self-management and competitiveness: the case of Mondragon corporacion cooperativa». The Journal of Labor and Society, 13: 5-29

Bartlett W., Cable, S. Estrin, D. Jones, and S. Smith. (1992). «Labor-Managed Cooperatives and Private Firms in North Central Italy: An Empirical Comparison». Industrial and Labor Relations Review,  46 (1): 103-118.

Bataille-Chedotel F., Huntziger F. (2004) «Faces of governance of production cooperatives: an exploratory study of ten French cooperatives». Annals of Public and Cooperative Economics, 75 (1): 89-111

Boland M, Golden B, Tsoodle L (2008) «Agency theory issues in the food processing industry». Journal of Agricultural and Applied Economics, 40 (2): 623–634

Burdin G., Dean A. (2009) «New evidence on wages and employment in worker cooperatives compared with capitalist firms». Journal of Comparative Economics, 37 :517-533

Chaddad F. (2012) «Advancing the theory of the cooperative organization: the cooperative as a true hybrid». Annals of Public and Cooperative Economics, 83 (4): 445-461

Corcoran H., Wilson D. (2010) «The worker co-operative movements in Italy, Mandragon and France: Context, Success Factors and Lessons». Canadian Worker Cooperative Federation

Dewes F., Padula A. (2012) «Questions of Agency in Cooperative Organizations: An Exploratory Study». Interdisciplinary Journal of Research in Business, 2 (3): 7-15

Hangula M., Thomas B. (2011) » Reviewing theory, practices and dynamics of agricultural cooperatives: Understanding cooperatives’ development in Namibia». Journal of Development and Agricultural Economics, 3(16): 695-702

ICA (2013) «History of the cooperative movement»: ICA,  http://ica.coop/en/what-co-op/history-co-operative-movement [Πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2013]

Jensen M., Meckling W. (1976) «Theory of the firm: managerial behavior, agency costs and ownership structure». Journal of Financial Economics, 3: 305-360

Jensen, M. (1993) «The Modern Industrial Revolution, Exit, & the Failure of Internal Control Systems». Journal of Finance, 48 ( 3) : 831-880

Les-scop (2013) » Presentation of the Scop’s network» :Les-scop, http://www.les-scop.coop/sites/en/ [Πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2013]

Levinson A. (2012) «Founding worker cooperatives:social movement theory and the law». Nevada Law Journal :1-41

Logue J. (2013)  «Economics, Cooperation, and Employee Ownership: The Emilia Romagna model – in more detail», http://dept.kent.edu/oeoc/oeoclibrary/emiliaromagnalong.htm [Πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2013]

NCBA (2013α) «Consumer Cooperatives»: NCBA, http://www.ncba.coop/ncba/about-co-ops/co-op-types/consumer-cooperatives [Πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2013]

NCBA (2013β) «Purchasing & Shared Services»: NCBA,http://www.ncba.coop/ncba/about-co-ops/co-op-types/purchasing-a-shared-service-cooperatives [Πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2013]

NCBA (2013γ) «Worker Cooperatives»: NCBA, http://www.ncba.coop/ncba/about-co-ops/co-op-types/worker-cooperatives [Πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2013]

NCBA (2013δ) «Producer Cooperatives» : NCBA,http://www.ncba.coop/ncba/about-co-ops/co-op-types/producer-cooperatives [Πρόσβαση: 25 Μαΐου 2013]

NCBA (2013ε) «Hybrid Cooperatives»: NCBA, http://www.ncba.coop/ncba/about-co-ops/co-op-types/hybrid-cooperatives [Πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2013]

Nilsson J. (2001) «Organisational principles for co-operative firms». Scandinavian Journal of Management, 17: 329-356

Northcountry Cooperative Foundation (2006) «Worker Cooperative Toolbox». Minneapolis

Royer J.  (1999) «Cooperative organizational strategies: A Neo-institutional digest». Journal of Cooperatives, :44-67

Rudiger Smith (2011) «Agency theory and its Consequences: a study of the unintended effect of Agency Theory on risk and morality». Copenhagen Business School

SELC (2013) «Think outside the boss: how to create a worker-owned business». The Sustainable Economies Law Center

Shapiro, S., 2005, «Agency Theory».  Annual Review of Sociology,  31( 1):  263-284

USFWC (2013) «What is a worker cooperative?»: USFWC,  http://www.usworker.coop/about/what-is-a-worker-coop [Πρόσβαση: 10 Δεκεμβρίου 2013]

Valadares, J. H. (2002). Moderna administração de cooperativas. Belo Horizonte. SESCOOP/BA.

Σταμπουλής Γ. & Νάκου Π. (2014) «Προς ένα συνεταιριστικό μέλλον: μαθαίνοντας από το Mondragon», Αειχώρος, (υπό δημοσίευση).

 ———————————————————————–

 

H Οικονομική Κρίση η Αγοράς Εργασίας και οι Επιπτώσεις στην

Παραγωγή: Η Ελληνική Οικονομία (2007-2013)

 

Μαρία Μαρκάκη*, Αθηνά Μπελεγρή-Ρομπόλη*, Γιώργος Κρητικίδης***

 

* Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

** ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

 

 

 

Περίληψη

 

Η μεγάλη αύξηση της ανεργίας σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση   των μισθών στην ελληνική οικονομία κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης (2008-2013), έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της τελικής ζήτησης, αλλά και της παραγωγής στην οικονομία της χώρας.

 

Ο στόχος της έρευνας είναι: i) να εκτιμήσει τη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης που οφείλεται στην ανεργία των πρώην μισθωτών, και ii) να υπολογίσει τις πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις αυτής της μείωσης στην παραγωγή.

 

Η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης (εγχώριας/εξωτερικού) εξαιτίας των ανέργων πρώην μισθωτών, αναμένεται  να  προκαλέσει,  άμεσα  και  έμμεσα,  μείωση  της  παραγωγικής  δραστηριότητας  τόσο  στους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας για τους οποίους η τελική ζήτηση μειώνεται, όσο και στους κλάδους με τους οποίους αυτοί διασυνδέονται. Αντίστοιχες μειώσεις αναμένονται και στις οικονομίες των χωρών για τις οποίες μειώνεται η ζήτηση για εισαγωγές. Μεθοδολογικά, η εκτίμηση των συνολικών (άμεσων και έμμεσων) επιπτώσεων της μείωσης της τελικής ζήτησης (εγχώριας/ εξωτερικού) στην παραγωγή εκτιμάται με τη χρήση του στατικού ανοικτού υπόδειγμα εισροών-εκροών.

 

Τα δεδομένα σχετικά με την ανεργία και τη μείωση των μισθών κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας είναι πρωτογενή και προέρχονται από την επεξεργασία των Ερευνών Εργατικού Δυναμικού (ΕΛΣΤΑΤ,

2008-2013),  ενώ  ο  πίνακας  εισροών-εκροών  για  την  ελληνική  οικονομία  αναφέρεται  στο  έτος  2010

(Eurostat).

 

Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι κάθετοι πολλαπλασιαστές των κλάδων της ελληνικής οικονομίας, οι οποίοι αποτυπώνουν τη δομή και διάρθρωση του εξεταζόμενου παραγωγικού συστήματος, λειτουργούν ως ένας παράγοντας που εντείνει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Αρχικά εκτιμάται ότι η μέση μείωση της τελικής ζήτησης για τα εξεταζόμενα χρόνια φτάνει στο 2,11% του ΑΕΠ, ενώ η μέση μείωση της εγχωρίως καλυπτόμενης τελικής ζήτησης στο 1,81% ΑΕΠ (οι εκτιμώμενες μεταβολές αποτυπώνονται σε όρους ελληνικού  ΑΕΠ  για  τη  διευκόλυνση  της  σύγκρισης,  χωρίς  αυτό  να  σημαίνει  ότι  υπάρχει  δυνατότητα πλήρους   υποκατάστασης   των   εισαγωγών).   Στη   συνέχεια,   λαμβάνοντας   υπόψη   την   επίδραση   των διακλαδικών πολλαπλασιαστών, εκτιμάται ότι η συνολική μείωση της παραγωγής εξαιτίας της μειούμενης τελικής ζήτησης (το διάστημα 2008-2013), φτάνει κατά μέσο όρο το 3,06% του ΑΕΠ, ενώ η μέση μείωση της  εγχώριας  παραγωγής  το  2,58%  του  ΑΕΠ.  Δηλαδή,  κατά  μέσο  όρο,  οι  κάθετοι  πολλαπλασιαστές εντείνουν τις επιπτώσεις της κρίσης κατά 31%. Μάλιστα, η επίδραση των πολλαπλασιαστών, αποκλειστικά για  της  εισαγωγές  είναι  υψηλότερη  και  φτάνει  το  37,58%.  Συνεπώς,  οι  εφαρμοζόμενες  προκυκλικές πολιτικές δεν αφορούν μόνο τις χώρες που βρίσκονται σε κρίση και εφαρμόζονται, αλλά και ως ένα βαθμό και τις χώρες που συνδέονται εμπορικά με αυτές.

 

 

 

 

Λέξεις κλειδιά: οικονομική κρίση, ανεργία, τελική ζήτηση, παραγωγή, ανάλυση εισροών εκροών

 

1. Εισαγωγή

 

Η εκτόξευση της ανεργίας της Ελλάδα τα χρόνια της οικονομικής κρίσης (στο 27,1% το Β’ Τρίμηνο  2013)  έχει,  όπως  είναι  αναμενόμενο,  πολλαπλές  δυσμενείς  επιπτώσεις  τόσο  στην οικονομία όσο και στην κοινωνία: «τι σημαίνει η ανεργία για τους μισθωτούς εργαζόμενους είναι γνωστό: Ανέχεια και συχνά εξαθλίωση για όσους έχασαν ήδη την εργασία τους, και χαμηλούς μισθούς, εντατικοποίηση της εργασίας, αυξημένη εργασιακή πειθαρχία, περιορισμούς των συνδικαλιστικών και διεκδικητικών δραστηριοτήτων τους και φόβο μπρος στην πιθανή απώλεια της εργασίας για όσους εργάζονται ακόμη» (Σταμάτης, 1986; Frangakis, 2013; IIEA, 2013).

Παράλληλα, την πενταετία 2008-2012 το ΑΕΠ έχει μειωθεί σωρευτικά κατά 20,1%, ενώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε σταθερές τιμές) το Γ’ τρίμηνο του 2012 βρισκόταν στο επίπεδο του αντίστοιχου τριμήνου του 2000 (ΤτΕ, 2013: 57). Την ίδια στιγμή, από το 2009 έως το 2013 η μείωση των μέσων ονομαστικών αποδοχών στην Ελλάδα έναντι των 36 αναπτυγμένων χωρών ανήλθε σε 23,8% υπολογισμένη σε εθνικό νόμισμα, και σε 25,0% υπολογισμένη σε δολάρια (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, 2013: 148).

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (3ο τρίμηνο 2013)1, «οι αποδοχές των εργαζομένων, τόσο στον

 

δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα συνεχίζουν να συρρικνώνονται [καταγράφοντας] μείωση των μισθών κατά 6% σε σχέση με το ίδιο διάστημα του 2012. Η τελευταία χρονιά που παρατηρήθηκε αύξηση των αποδοχών ήταν το 2010 (πρώτο και δεύτερο τρίμηνο) και έκτοτε οι περικοπές ήταν συνεχείς. Μάλιστα, οι εργαζόμενοι έχουν χάσει πάνω από το 25% των μισθών τους την περίοδο της

κρίσης […] καθώς ο σχετικός δείκτης [Δείκτης Μισθών2 στο σύνολο της οικονομίας, από το πρώτο

 

τρίμηνο 2006 έως και το τρίτο τρίμηνο του 2013] υποχώρησε από τις 107,9 μονάδες στις 80 μονάδες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η μείωση κατά 6% στο τρίτο τρίμηνο [2013] ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη μείωση μεταξύ των 28 κρατών-μελών της Ε.Ε. Στην Ε.Ε. ο μέσος όρος ετήσιας μεταβολής έδειξε αύξηση3 1,2%. […] Πάντως, τα στοιχεία του OECD δείχνουν ότι οι καθαρές αποδοχές των Ελλήνων έχουν επιστρέψει σε επίπεδα χαμηλότερα του 2000. Συγκεκριμένα, στο σύνολο  της οικονομίας,  οι καθαρές  αποδοχές  των  εργαζομένων  αυξήθηκαν  κατά 23,2%  στην

περίοδο  2000-2009  και  μειώθηκαν  κατά  20,2%  στην  επόμενη  τετραετία.  Ετσι,  συνολικά  στο

 

διάστημα 2000-2012 η απώλεια4 είναι 1,7%.

 

 

 

1 http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_31/12/2013_544558

2 Για τον υπολογισμό των συγκεκριμένων δεικτών χρησιμοποιούνται οι συνολικές ακαθάριστες αμοιβές προς τις ώρες εργασίας για το σύνολο των κλάδων της οικονομικής δραστηριότητας.

3  Μείωση καταγράφηκε σε έξι χώρες. Αυξήσεις μισθών που υπερβαίνουν το 5% καταγράφηκαν στο τρίτο τρίμηνο φέτος σε Εσθονία, Λεττονία και Λιθουανία. Στην Ισπανία οι μισθοί παρουσίασαν μηδενική μεταβολή, στην Ιταλία αυξήθηκαν  οριακά  κατά  0,3%  ενώ  στη  Γερμανία  καταγράφηκε  αύξηση  1,7%,  στη  Γαλλία  επίσης  κατά  1,7%

(http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_31/12/2013_544558).

4 Οι εργαζόμενοι στην κεντρική διοίκηση του Δημοσίουείχαν απώλειες 1,3% από το 2000. Μέχρι το 2009 κατέγραψαν αύξηση  22,7%  στις  αποδοχές  τους  και έκτοτε  έχασαν  το 19,6%.  Στους  φορείς  του  Δημοσίου  η  διατήρηση  του αυξημένου εισοδήματος κατά 12,4% από το 2000 έως το 2012 οφείλεται στην αύξησή του κατά 56,7% έως το 2009 και

 

Διαπιστώνεται, επίσης, ότι «οι μειώσεις των μισθών, η αύξηση της ανεργίας, η αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης αλλά και η αβεβαιότητα των νοικοκυριών για τις αρνητικές προοπτικές της οικονομίας και συνεπώς της απασχόλησης και του διαθέσιμου εισοδήματός τους περιορίζουν δραστικά την ιδιωτική κατανάλωση» (ΙΝΕ/ΓΣΣΕ-ΑΔΕΔΥ, 2013: 220; Haley, 2014).

Ειδικότερα, «η μείωση του αριθμού απασχολουμένων έχει επιφέρει επιπλέον μείωση της συνολικής ζήτησης εξαιτίας της απώλειας εισοδήματος των ανέργων» (ΙΝΕ/ΓΣΣΕ-ΑΔΕΔΥ, 2013:

75). Και μάλιστα, η «μεγάλη μείωση της ζήτησης οδηγεί σε [περαιτέρω] δραματική μείωση του ΑΕΠ, το οποίο προσαρμόζεται στη ζήτηση στη βραχυχρόνια διάρκεια, έτσι ώστε μετά από κάθε νέα μείωση της ζήτησης, η οικονομία μεταβαίνει σε κατάσταση ακόμη βαθύτερης ύφεσης» (ΙΝΕ/ΓΣΣΕ-ΑΔΕΔΥ, 2013: 69-70).

Το ερώτημα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι: Κατά πόσο αυτή η ανεργία επιδρά στην εμβάθυνση της κρίσης στην παραγωγή και γενικά στην ένταση του καθοδικού σπιράλ στην οικονομία;

Στόχος της έρευνας είναι η εκτίμηση των επιπτώσεων της απότομης αύξησης της ανεργίας στην ελληνική οικονομία κα ειδικότερα στην παραγωγή, τη βραχυχρόνια περίοδο. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω έρευνα, θα διερευνηθούν: οι επιπτώσεις της συνολικής καταγεγραμμένης ανεργίας των μισθωτών και της μείωσης των μισθών (Έρευνα Εργατικού Δυναμικού, 2008-2013) i) στη συνεπαγόμενη μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, την ίδια περίοδο, και ii) η συμβολή στη μείωση του παραγόμενου προϊόντος της οικονομίας και στη

διαμόρφωση του σπιράλ της ύφεσης.

 

Το άρθρο χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες. Στην δεύτερη ενότητα περιγράφεται αναλυτικά η εκτίμηση του στατιστικού δείγματος και η εφαρμοζόμενη μεθοδολογία της έρευνας, στην τρίτη ενότητα αναλύεται η μελέτη περίπτωσης και παρουσιάζονται τα αποτελέσματα και τέλος, στην τέταρτη ενότητα καταγράφονται τα βασικά συμπεράσματα καθώς και προτάσεις για περαιτέρω

έρευνα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

στην υποχώρησή του κατά 28,3% από το 2009 έως το 2012, ενώ στις τράπεζες οι εργαζόμενοι είχαν πετύχει αύξηση των αποδοχών τους κατά 17,1% από το 2000 έως το 2009 και απώλεσαν στα επόμενα τέσσερα χρόνια το 17,2%. Στο σύνολο των ετών, έχουν χάσει το 3,1% των καθαρών αποδοχών που είχαν το 2000 (http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_31/12/2013_544558).

 

2. Μεθοδολογία

 

Η μεθοδολογία της έρευνας παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 1. Συνίσταται σε δύο σκέλη: το πρώτο αφορά την κατασκευή του δείγματος που θα αναλυθεί (2008-2013) και το δεύτερο, την εφαρμογή του υποδείγματος Εισροών-Εκροών (ΙΟ) στο εν λόγω δείγμα.

 

 

 

Διάγραμμα  1: Μεθοδολογία Έρευνας

 

 

 

 

 

Βήμα 4Α: Μείωση Εγχώριας Ζήτησης

   

Βήμα 5Α: Μείωση Εγχώριας Παραγωγής

 

 

Βήμα 1Α: Ανεργία 

 

 

 

 

 

Βήμα 2: Απώλεια

ΕΙσοδήματος

Βήμα 3: Μείωση

Κατανάλωσης

 

 

 

 

 

Βήμα 4Β: Μείωση Ζήτησης για εισαγωγές

   

Βήμα 5Β: Μείωση Παραγωγής Άλλων Χωρών

 

 

Βήμα 1Β: Μέσος

Μισθός

 

 

 

 

Στη συνέχεια θα περιγραφούν τα βήματα και οι βασικές αρχές της προτεινόμενης μεθοδολογίας: Το Βήμα 1 χωρίζεται στο Βήμα 1.Α και στο Βήμα 1.Β.   Αρχικά (Βήμα 1.Α), υπολογίζεται, ανά έτος, το κλαδικό διάνυσμα u (nx1, n οι κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας) των ανέργων οι οποίοι στην προηγούμενη εργασία τους είχαν μισθωτή σχέση5. Στη συνέχεια (Βήμα

1.Β), υπολογίζεται το κλαδικό διάνυσμα w (διαστάσεων nx1) το οποίοι περιέχει το μέσο μηνιαίο

 

μισθό.

 

Έχοντας εκτιμήσει τα διανύσματα u (άνεργοι) και w (μέσος μηνιαίος μισθός) εκτιμούμε

(Βήμα  2)  την  ετήσια  απώλεια  εισοδήματος  εξαιτίας  της  συγκεκριμένης  κατηγόριας  ανέργων. Υπολογίζεται δηλαδή το διάνυσμα W΄ (nx1), σύμφωνα με τη σχέση6:

 

(1)

όπου 12 ο αριθμός των μηνών ανά έτος. Στη συνέχεια τα στοιχεία του διανύσματος W΄ αθροίζονται (2) και υπολογίζεται η συνολική απώλεια εισοδήματος (TW) που οφείλεται στην ανεργία των πρώην μισθωτών:

 

(2)

 

 

 

 

 

5  Ο εκτιμούμενος αριθμός ανέργων με προηγούμενη μισθωτή σχέση διαφέρει από το μέγεθος της συνολικής ανεργίας. Στο μέγεθος της συνολικής ανεργίας υπολογίζονται επιπλέον και οι πρώην αυτοαπασχολούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες που τώρα είναι άνεργοι, καθώς και οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας οι οποίοι δεν μπορούν να βρουν εργασία.

6 Με το σύμβολο «’» υποδηλώνεται αναστροφή του διανύσματος, και με το «^» υποδηλώνεται διαγώνιο πίνακα.

 

όπου e διάνυσμα διαστάσεων nx1 με όλα τα στοιχεία του ίσα με τη μονάδα. Προκύπτει δηλαδή, ότι

 

η συνολική απώλεια εισοδημάτων ισούται με:

 

(3)

 

Ωστόσο,  η  απώλεια  μισθών  κατά  κλάδο  δεν  σημαίνει  κατ’  αντιστοιχία  και  απώλεια ισόποσης ζήτησης. Είναι γνωστό από την οικονομική θεωρία ότι ένα μόνο τμήμα του εισοδήματος των νοικοκυριών διατίθεται για κατανάλωση. Το τμήμα αυτό στη βραχυχρόνια περίοδο εκφράζεται από   τη  μέση  ροπή  προς  κατανάλωση  (APC-Average  Propensity  to   Consume),   ενώ  στη μακροχρόνια από την οριακή ροπή προς κατανάλωση (MPC-Marginal Propensity to Consume). Συνεπώς, η εκτίμηση (Βήμα 3) της μείωσης της κατανάλωσης (C), υπολογίζεται από τη σχέση:

(4)

 

 

ή από τη σχέση

 

 

 

(5)

 

 

ανάλογα με τη ροπή για κατανάλωση η οποία θεωρείται κατάλληλη για την εφαρμογή.

 

Στη συνέχεια, η απώλεια κατανάλωσης κατανέμεται (Βήμα 4) σε δύο κατηγορίες ζήτησης7: Εγχώρια ζήτηση (Βήμα 4.Α) και εισαγωγές (Βήμα 4.Β). Αρχικά, υπολογίζονται δύο κλαδικά διανύσματα: Το διάνυσμα cd (nx1), το οποίο περιλαμβάνει την ποσοστιαία κατανομή της ζήτησης που καλύπτεται από την εγχώρια παραγωγή και το διάνυσμα cim (nx1), το οποίο περιλαμβάνει την ποσοστιαία κατανομή των εισαγωγών. Το άθροισμα τον στοιχείων των δύο διανυσμάτων ισούται

με μονάδα, δηλαδή:

 

(6)

 

Έτσι, από το τέταρτο βήμα, προκύπτουν δύο διανύσματα μείωσης της κατανάλωσης των νοικοκυριών: Το διάνυσμα Fd το οποίο εκφράζει τη μείωση της ζήτησης που θα καλύπτονταν από εγχώρια παραγωγή (σχέση 7) και το διάνυσμα Fim το οποίο εκφράζει τη μείωση της ζήτησης που θα

καλύπτονταν από εισαγωγές (σχέση 8).

 

 

 

 

και

 

 

 

Από τα παραπάνω, προκύπτει επίσης ότι:

 

(7) (8)

(9)

 

 

Τέλος, στο Βήμα 5 και ειδικότερα από τα Βήματα 5Α και 5Β, εκτιμάται η επίδραση στην παραγωγή της οικονομίας που προκάλεσε η μείωση της ζήτησης που υπολογίστηκε στο Βήμα 4.

Για την εκτίμηση αυτή χρησιμοποιείται η ανάλυση Εισροών-Εκροών (ΙΟ Ανάλυση) (βλ. Μαρκάκη,

 

 

 

 

7 Για τη δημιουργία αυτών των κατανομών χρησιμοποιούνται οι πίνακες εισροών-εκροών και ειδικότερα, τα κλαδικά διανύσματα κατανάλωσης των νοικοκυριών του εγχώριου πίνακα και του πίνακα εισαγωγών.

 

2013; Μπελεγρή κ.ά, 2010; Miller and Blair, 2009; Leontief, 1953;). Συγκεκριμένα, η μείωση της παραγωγής, (Xd και Xim), εξαιτίας της μειωμένης ζήτησης (Fd και Fim) δίνεται από τις σχέσεις:

Ι     Α      (10)

 

Ι     Α      (11)

 

όπου  Ι     Α       η αντίστροφη μήτρα του Leontief διαστάσεων nxn.

 

Ειδικότερα, το διάνυσμα Xd εκφράζει τη συνολική μείωση της εγχώριας παραγωγής (Βήμα

 

4.Α) κατά κλάδο, λόγω της μείωσης της ζήτησης των ανέργων πρώην μισθωτών για προϊόντα και υπηρεσίες  εγχωρίως  παραγόμενα.  Από  την  άλλη,  το  διάνυσμα  Xim   εκφράζει,  αντίστοιχα,  τη συνολική μείωση της παραγωγής λόγω της μείωσης της ζήτησης για εισαγωγές (Βήμα 4.Β).

 

 

H μεθοδολογία που προτείνεται για την εκτίμηση των επιπτώσεων της ανεργίας στην παραγωγή εστιάζεται: i) στη χρήση πρωτογενών κλαδικών δεδομένων των Ερευνών Εργατικού Δυναμικού (ΕΕΔ) για την εκτίμηση της ανεργίας και της μείωσης των μισθών, ii) στη χρήση των ΙΟ πινάκων για την ποσοστιαία κατανομή της ζήτησης των νοικοκυριών σε εισαγωγές και εγχώρια παραγωγή,  και  iii)  στη  σύνδεση  της  μειωμένης  ζήτησης  κατά  κλάδο  με  τη  συρρίκνωση  της

παραγωγής, μέσω της ΙΟ ανάλυσης8. Οι παραδοχές και οι περιορισμοί της έρευνας, οι οποίοι

 

συνδέονται με την επεξεργασία των ΕΕΔ, την εκτίμηση της κλαδικής κατανομής της ζήτησης και την ανάλυση εισροών-εκροών, παρουσιάζονται στο Παράρτημα Ι.

Πρέπει  να  σημειωθεί  ότι,  η  ΙΟ  ανάλυση,  ως  υπόδειγμα  ζήτησης,  προσφέρει  σημαντικές δυνατότητες για την αποτύπωση των επιπτώσεων της ανεργίας στην παραγωγική δομή μιας οικονομίας, τη μεσοπρόθεσμη περίοδο και με δεδομένη τη τεχνολογία παραγωγής. Ειδικότερα, οι σχέσεις (10) και (11) μέσω των οποίων υπολογίζεται η μείωση της παραγωγής, έχουν την έννοια ότι, εκτός από την άμεση μείωση της παραγωγής των κλάδων λόγω της μείωσης της τελικής ζήτησης, εκτιμούν και τη συνολική επίδραση στην οικονομία, λόγω της έμμεσης μείωσης της

παραγωγής9.

 

 

 

8 Σημειώνεται ότι μέσω της ΙΟ ανάλυσης, είναι εφικτός και ο διαχωρισμός των άμεσων επιπτώσεων από τις έμμεσες. Έτσι, ενώ πχ το διάνυσμα Fd   αποτυπώνει την άμεση μείωση της τελικής ζήτησης εξαιτίας της ανεργίας, το διάνυσμα Xd  αποτυπώνει τη συνολική μείωση, και το διάνυσμα Xd-Fd  αποτυπώνει τη μείωση της εγχώριας παραγωγής η οποία οφείλεται στις διακλαδικές σχέσεις της οικονομίας. Κατ’ αντιστοιχία, το διάνυσμα Xim-Fim, εκφράζει την έμμεση μείωση της παραγωγής στο εξωτερικό. Τα εκτιμώμενα έμμεσα αποτελέσματα εξαρτώνται από δύο παράγοντες: από την κατανομή των άμεσων μεταβολών και από τους κάθετους πολλαπλασιαστές (αναλυτικά: Μπελεγρή-Ρομπόλη   κ.ά.

2010).  Γι αυτό, πιθανές διαφοροποιήσεις μεταξύ των έμμεσων αποτελεσμάτων για το εσωτερικό της οικονομίας και το εξωτερικό θα πρέπει να αναζητηθούν και στους δύο αυτούς παράγοντες.

9 Η έμμεση μείωση, η οποία ενσωματώνει πολλαπλασιαστικά χαρακτηριστικά, αφορά τους κλάδους προμηθευτές, τους κλάδους  δηλαδή  οι  οποίοι  καλύπτουν  την  ενδιάμεση  ζήτηση  της  εξεταζόμενης  οικονομίας.  Έτσι,  μέσω  της  ΙΟ ανάλυσης συνυπολογίζονται στο παραγωγικό κύκλωμα και οι διακλαδικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των παραγωγικών  κλάδων  της  οικονομίας.  Οι  πολλαπλασιαστικές  επιδράσεις  εξαιτίας  της  έντασης  των  διακλαδικών

σχέσεων μιας οικονομίας, εκφράζονται στην ΙΟ ανάλυση από τους κάθετους πολλαπλασιαστές, μεγέθη τα οποία δείχνουν την επίπτωση που θα έχει στην οικονομία η μεταβολή της τελικής ζήτησης ενός κλάδου. Οι κάθετοι πολλαπλασιαστές δίνονται από τo άθροισμα των στηλών της αντίστροφης μήτρας του Leontief (αναλυτικά: Μπελεγρή- Ρομπόλη  κ.ά. 2010).

 

Επιπλέον, στην προτεινόμενη μεθοδολογία, αποτυπώνονται δύο επιδράσεις: Η πολλαπλασιαστική επίδραση στην παραγωγή εξαιτίας της μείωσης της εγχώριας ζήτησης10, αλλά και της ζήτησης για εισαγωγές11. Όμως, παρά τη μαθηματική ομοιότητα, η οικονομική έννοια των δύο επιδράσεων διαφέρει σημαντικά. Συγκεκριμένα, η οικονομική σημασία του διανύσματος Xim μπορεί να έχει διπλή ανάγνωση: Από τη μία, μπορεί να εκφράσει τη δυνητική μείωση της παραγωγής, υποθέτοντας την πλήρη υποκατάσταση των εισαγωγών, από την άλλη, όμως, μπορεί να εκφράσει τη δυνητική μείωση της παραγωγής των οικονομιών του εξωτερικού12 με τις οποίες συνδέεται εμπορικά η εξεταζόμενη οικονομία. Δηλαδή, από τη δεύτερη ανάγνωση του μεγέθους Xim, προκύπτει μία επιπλέον αναλυτική δυνατότητα, καθώς οι επιπτώσεις της μειωμένης ζήτησης δημιουργούν αρνητικά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα όχι μόνο στο εγχώριο παραγωγικό σύστημα, αλλά και στο παραγωγικό σύστημα των χωρών από όπου εισάγουμε προϊόντα και υπηρεσίες. Η σημασία των απωλειών αυτών, οι οποίες προκαλούνται σε άλλες χώρες, μπορεί να

είναι σχετικά μικρές στην περίπτωση που εξετάζονται μικρές οικονομίες. Ωστόσο, με δεδομένο ότι η τρέχουσα οικονομική κρίση συνοδεύεται από υψηλή ανεργία και μειώσεις στους μισθούς στην πλειοψηφία των χωρών (ακόμα και αν η ένταση των επιπτώσεων δεν είναι τόσο ισχυρή σε όλες τις χώρες), οι συνολικές επιπτώσεις στον όγκο του παγκόσμιου εμπορίου εξαιτίας της μειωμένης ζήτησης καθώς και οι συνεπακόλουθες επιπτώσεις στην παραγωγή των οικονομιών αναμένεται να είναι πολύ υψηλές. Δηλαδή, η επέκταση της εφαρμογής της προτεινόμενης μεθοδολογίας, μπορεί να αποτυπώσει και τη δυναμική της διάχυση της οικονομικής κρίσης δια μέσου του διεθνούς εμπορίου.

 

 

 

 

 

3. Η Περίπτωση Μελέτης : Η Ελληνική Οικονομία (2007-2013)

 

Η μεθοδολογία της προηγούμενης ενότητας εφαρμόζεται στην ελληνική οικονομία την περίοδο 2008-2013, δηλαδή, την περίοδο της βαθιάς ύφεσης και της πολύ υψηλής ανεργίας. Τα Βήματα 1-5 της μεθοδολογίας θα προσαρμοστούν κατάλληλα στα διαθέσιμα στοιχεία, ενώ παράλληλα θα ελεγχθούν και οι αντίστοιχες υποθέσεις (Παράρτημα Ι). Ειδικότερα, τα στοιχεία που

χρησιμοποιούνται  είναι:  Οι  Έρευνες  Εργατικού  Δυναμικού  (ΕΕΔ)  για  τα  εξεταζόμενα  έτη

 

 

 

10 Το διάνυσμα  Xd αποτυπώνει, την αναμενόμενη επίδραση μίας μείωσης της ζήτησης στην παραγωγή μιας χώρας, αν θεωρήσουμε δεδομένη και σταθερή την τεχνολογία παραγωγής της χώρας αυτής.

11  Το διάνυσμα Xim  εκφράζει τη συνολική μείωση της παραγωγής κατά κλάδο εξαιτίας της μειωμένης ζήτησης για προϊόντα και υπηρεσίες παραγόμενα στο εξωτερικό, μείωση η οποία δημιουργείται εξαιτίας των ανέργων πρώην μισθωτών.

12  Με την υπόθεση της ταυτόσημης τεχνολογίας παραγωγής της εξεταζόμενης οικονομία με τη μέση τεχνολογία των

χωρών από τις οποίες εισάγονται προϊόντα για την κάλυψη της τελικής ζήτησης.

 

(ΕΛΣΤΑΤ, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), ο εγχώριος και ο συνολικός πίνακας εισροών-εκροώνν για την ελληνική οικονομία το έτος 2010 (Eurostat), και η κατανάλωση των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ για τα έτη 1995-2013 (Εurostat). Η κλαδική ανάλυση γίνεται σύμφωνα με την κατάταξη NACE Rev.2, σε 62 κλάδους οικονομικής δραστηριότητας (Πίνακας Π.1, Παράρτημα ΙΙ).

Αρχικά, από τις ΕΕΔ, Β’ τριμήνου (2008-2013), καταγράφεται ο αριθμός των ανέργων πρώην μισθωτών ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας (Βήμα 1.Α). Κατασκευάζεται δηλαδή, το διάνυσμα u (62×1) για κάθε έτος της περιόδου. Επιπλέον, από τις ίδιες έρευνες, καταγράφεται ο μέσος μισθός13  (Βήμα 1.Β) και κατασκευάζεται το διάνυσμα w (62×1). Έτσι, σύμφωνα με τις σχέσεις 1, 2 και 3, υπολογίζονται (Βήμα 2) οι συνολικές μισθολογικές απώλειες για όλη την οικονομία ανά έτος (TW), ενώ από σχέση 4, με βάση τη μέση ροπή για κατανάλωση, υπολογίζεται

(Βήμα 3) το τμήμα εκείνο των μισθολογικών απωλειών το οποίο θα κατευθύνονταν στην κατανάλωσης (C ).

Για την κατανομή, όμως, της απώλειας κατανάλωσης ανά κατηγορία ζήτησης και κλάδο οικονομικής δραστηριότητας υπολογίζονται (Βήμα 4.Α και 4.Β) τα διανύσματα cd και cim. Ο υπολογισμός γίνεται από τα στοιχεία του εγχώριου ΙΟ πίνακα και του πίνακα εισαγωγών για το έτος 2010. Με βάση τα cd και cim, και τις σχέσεις 7 και 8, εκτιμάται η μείωσης της ζήτησης εσωτερικού (Fd) και εξωτερικού (Fim). Τέλος, από τις σχέσεις (10) και (11) υπολογίζονται (Βήμα

5.Α και 5.Β) τα διανύσματα14  Xd  και Xim  (Πίνακας Π.2 και Π.3, Παράρτημα ΙΙ). Η διαφορά των

 

διανυσμάτων (Xd – Fd) και (Xim- Fim) δίνει τα έμμεσα αποτελέσματα (  ind,d και    ind,im αντίστοιχα)

 

που προκαλούνται εξαιτίας των διακλαδικών σχέσεων της οικονομίας.

 

Τα αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία επικεντρώνονται αρχικά, στην ανάλυση των ευρημάτων σε σχέση με το δείγμα της ανεργίας που έχει καταγραφεί, καθώς και με τις μεταβολές των μισθών και της ζήτησης και στη συνέχεια, στην ανάλυση των αποτελεσμάτων από την εφαρμογή  του  ΙΟ  υποδείγματος,  ενώ  παράλληλα,  ελέγχονται  και  οι  υποθέσεις  που  έχουν διατυπωθεί ως προς την πιθανότητα υπερεκτίμησης ή υποεκτίμησης των αποτελεσμάτων.

 

 

3.1 Η ανεργία των πρώην μισθωτών και η ελληνική οικονομία (2008-2013)

Στον Πίνακα 1 παρουσιάζεται η εξέλιξη της συνολικής ανεργίας της οικονομίας, της ανεργίας των πρώην μισθωτών, καθώς και η κατανομή των ανέργων πρώην μισθωτών κατά τομέα οικονομικής

 

 

 

13 Στις ΕΕΔ, όμως, δεν καταγράφεται το ακριβές ποσό των καθαρών αποδοχών των μισθωτών. Οι μισθοί κατηγοριοποιούνται σε 10 κατηγορίες (οι κατηγορίες αυτές είναι: «Μέχρι 450 ευρώ», «500-699», «700-799», «800-

899», «900-999», «1000-1099», «1100-1299», «1300-1599», «1600-1749», και «Πάνω από 1750»). Οπότε, αρχικά, από τα δεδομένα της ΕΕΔ, εκτιμάται, ο αριθμός των μισθωτών ανά κλάδο και κατηγορία αποδοχών. Στη συνέχεια, για κάθε κλάδο, πολλαπλασιάζεται ο αριθμός των μισθωτών ανά κατηγορία αποδοχών με την κεντρική τιμή13  της κάθε κατηγορίας, και τέλος, τα αποτελέσματα προστίθενται και διαιρούνται με τον συνολικό αριθμό των μισθωτών ανά κλάδο.

14 Για την εφαρμογή των σχέσεων (10) και (11), υπολογίζεται η αντίστροφη μήτρα του Leontief, με τη χρήση του εγχώριου πίνακα εισροών-εκροών για το έτος 2010.

 

δραστηριότητας. Από τα στοιχεία του ενλόγω πίνακα παρατηρούμε ότι το δείγμα της ανεργίας που έχει καταγραφεί και αναλύεται είναι κατά μέσο όρο το 66,3% της συνολικής ανεργίας κατά τα εξεταζόμενα έτη. Δηλαδή, η ανεργία των πρώην μισθωτών είναι τα 2/3 της συνολικής ανεργίας (2008-2013). Επιπλέον, ενώ ο συνολικός αριθμός των ανέργων αυξήθηκε κατά 2,8 φορές (2008-

2013), οι ανέργοι πρώην μισθωτοί αυξήθηκαν κατά 3,2 φορές (Πίνακας 1). Δηλαδή, η ανεργία πλήττει τους κυρίως τους μισθωτούς αφού οι πρώην μισθωτοί φτάνουν το 55,78% των ανέργων το

2008 και το 63,10% το 2013. Επιπλέον, η πλειοψηφία των ανέργων (Πίνακας 1) αφορά τον τριτογενή τομέα (67%), ακολουθεί ο δευτερογενής (30%), και τέλος, ο πρωτογενής (3%), ενώ σε επίπεδο κλάδου προκύπτει ότι δέκα κλάδοι εμφανίζουν την υψηλότερη συγκέντρωση ανέργων (2008-2013). Οι κλάδοι αυτοί είναι οι: 5 (Βιομηχανία τροφίμων, ποτών και καπνού), 6 (Παραγωγή υφασμάτων, ειδών ένδυσης, δερμάτινων ειδών και υποδημάτων), 27 (Κατασκευές), 29 (  ονδρικό εμπόριο), 30 (Λιανικό Εμπόριο), 36 (Καταλύματα και Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης), 53 (Δραστηριότητες παροχής προστασίας και έρευνας, υπηρεσιών σε κτίρια και εξωτερικούς χώρους και Διοικητικές δραστηριότητες γραφείου), 54 (Δημόσια διοίκηση και άμυνα, υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση ), 55 (Εκπαίδευση), 56 (Υγεία).

Πίνακας 1: Η ανεργία στην ελληνική οικονομία, 2008-2013 (επιλεγμένα μεγέθη)

 

  2008 2009 2010 2011 2012 2013
             
Αριθμός Ανέργων 357.143 442.563 594.032 810.820 1.208.000 1.350.436
Άνεργοι πρώην μισθωτοί   199.208       281.102       411.248       565.823       770.235       852.098
% ανέργων πρώην μισθωτών στο σύνολο των ανέργων   55,78% 63,52% 69,23% 69,78% 63,76% 63,10%
Κατανομή των ανέργων πρώην μισθωτών κατά τομέα
Πρωτογενής Τομέας 6.730 9.462 12.154 15.687 14.436 18.704
Δευτερογενής Τομέας 52.548 90.027 132.489 183.441 247.704 256.149
Τριτογενής Τομέας 139.930 181.613 266.605 366.695 508.095 577.245
% κατανομή των ανέργων πρώην μισθωτών κατά τομέα
Πρωτογενής Τομέας 3,38% 3,37% 2,96% 2,77% 1,87% 2,20%
Δευτερογενής Τομέας 26,38% 32,03% 32,22% 32,42% 32,16% 30,06%
Τριτογενής Τομέας 70,24% 64,61% 64,83% 64,81% 65,97% 67,74%

Πηγή: ΕΕΔ

 

Οι εν λόγω κλάδοι, την εξεταζόμενη περίοδο, συγκεντρώνουν, κατά μέσο όρο, το 66% των ανέργων πρώην μισθωτών. Δηλαδή τα 2/3 της ανεργίας των πρώην μισθωτών, η οποία είναι τα 2/3 της συνολικής ανεργίας, εμφανίζει κλαδική «σηματοδότηση».

Τέλος, στο Διάγραμμα 2, παρουσιάζεται η διάρθρωση της ανεργίας, επικεντρώνοντας στην ΕΕΔ του 2013. Οι άνεργοι οι οποίοι στο παρελθόν ήταν αυτοαπασχολούμενοι (με ή χωρίς προσωπικό) ή βοηθοί σε οικογενειακή επιχείρηση αποτελούν μόλις το 8% των ανέργων, ενώ το υπόλοιπο 28% είναι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας. Συνεπώς, ο μη υπολογισμός τους στην

 

ανεργία του δείγματος μας15  αναμένεται να μην επηρεάσει σημαντικά τα αποτελέσματα. Από την άλλη, όμως, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας οδηγούν σε μια σχετική υποεκτίμηση των αποτελεσμάτων σε σχέση με τη συνολική ανεργία, ωστόσο, δεν μπορούν να συνυπολογιστούν αφού δεν μπορεί με ασφάλεια να τους αποδοθεί ένας μέσος μισθός. Αυτό σημαίνει ότι, σε μελλοντική έρευνα, η συμπλήρωση του δείγματος με αυτούς τους ανέργους θα μας δώσει μια πληρέστερη εικόνα των αποτελεσμάτων της ανεργίας στην παραγωγή.

Διάγραμμα 2: Η κατανομή των ανέργων ως προς την προηγούμενη εργασία τους, 2013

 

Βοηθός στην οικογενειακή επιχείρηση

1%

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μισθωτός

64%

Νεοεισερχόμεν ος

28%                  Αυτοπασχολού

μενος με προσωπικό

1%

Αυτοπασχολού μενος χωρίς προσωπικό

6%

 

 

 

Πηγή: ΕΕΔ 2013, Πρωτογενής Επεξεργασία

 

 

 

Σε σχέση με τις συνολικές απώλειες των μισθών του δείγματος (Πίνακας 2) παρατηρούμε ότι από το 0,98% του ΑΕΠ που ήταν το 2008, φτάνουν στο 5,12% του ΑΕΠ το 2013.Δηλαδή, προκύπτει μια θεαματική αυξηση της απώλειας του εν λόγω μεριδίου στο σχηματισμό του ΑΕΠ. Επιπλέον, ο μέσος μισθός της οικονομίας16, παρατηρούμε ότι, την περίοδο 2008-2013, μειώθηκε από τα 1057 ευρώ το 2008 στα 905 το 2013, μειώθηκε δηλαδή κατά 14,38% (σε σταθερές τιμές).

 

 

Πίνακας 2: Συνολικές απώλειες εισοδήματος ανέργων πρώην μισθωτών (σε εκ. ευρώ)

 

  2008 2009 2010 2011 2012 2013
             
Απώλεια εισοδήματος ανέργων πρώην μισθωτών   2.277 3.366 5.023 6.786 8.983 9.356

% του ΑΕΠ

  0,98% 1,46% 2,26% 3,25% 4,64% 5,12%

 

 

 

 

 

 

 

 

15 Επίσης, στη μελέτη δεν λαμβάνονται υπόψη οι περιπτώσεις πρώην μισθωτών οι οποίοι δεν αναζητούν εργασία, οπότε δεν συνυπολογίζονται στο εργατικό δυναμικό.

16  Ο μέσος μισθός της οικονομίας υπολογίστηκε με τον ίδιο τρόπο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό των μέσων κλαδικών μισθών.

 

Πηγή: Δική μας επεξεργασία

 

Αντίστοιχες μειώσεις παρατηρούνται και σε επίπεδο κλάδων. Οι κλάδοι με την υψηλότερη ποσοστιαία μείωση των μισθών17 είναι οι 1 (Φυτική και ζωική παραγωγή, θήρα και συναφείς δραστηριότητες), 7 (Βιομηχανία ξύλου κλπ), 17 (Κατασκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικών και οπτικών προϊόντων), 20 (Κατασκευή μηχανοκίνητων οχημάτων, κλπ), 21 (Κατασκευή λοιπού εξοπλισμού μεταφορών), 35 (Κατασκευή λοιπού εξοπλισμού μεταφορών), 37 (Εκδοτικές δραστηριότητες), 44 (Διαχείριση ακίνητης περιουσίας), 31 (Επισκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδών ατομικής ή οικιακής χρήσης) και 62 (Άλλες δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών). Η μείωση του μισθού στους κλάδους αυτούς κυμαίνεται από 20,84% έως

42,86% (σε σταθερές τιμές).

 

Για τον υπολογισμό των μισθών, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, υποθέσαμε ότι οι μισθωτοί που απολύονται προέρχονται από όλες τις εισοδηματικές κατηγορίες. Έτσι, για τον έλεγχο της εν λόγω υπόθεσης, παρουσιάζεται, ενδεικτικά (2013), η κατάταξη των μισθωτών και των ανέργων πρώην μισθωτών με βάση το επίπεδο εκπαίδευσης τους (Πίνακας 3).

Πίνακας 3: Κατανομή μισθωτών και ανέργων πρώην μισθωτών ανά επίπεδο εκπαίδευσης (2013)

 

  Τριτοβάθμια

εκπαίδευση

Δευτεροβάθμια

εκπαίδευση

Πρωτοβάθμια

εκπαίδευση

Δεν πήγε καθόλου

σχολείο

         
Μισθωτοί 48,64% 42,92% 8,24% 0,19%
Άνεργοι πρώην μισθωτοί 32,94%                          51,42%                           15,22%                                        0,43%

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, ΕΕΔ 2013

 

 

Από τον Πίνακα 3 παρατηρούμε ότι πολύ υψηλό ποσοστό των ανέργων πρώην μισθωτών έχουν τριτοβάθμια (32,94%) και δευτεροβάθμια (51,42%) εκπαίδευση. Άρα, οι απολύσεις αφορούν και  στρώματα  εργαζομένων  με  υψηλές  απολαβές  και  από  την  άποψη  αυτή  ο  μέσος  μισθός θεωρείται ως το αντιπροσωπευτικότερο μέγεθος μισθού στην ενλόγω έρευνα18.

Ωστόσο, η απώλεια μισθών κατά κλάδο δεν σημαίνει και ισόποση απώλεια ζήτησης. Το

τμήμα των εισοδημάτων το οποίο διατίθεται για κατανάλωση στη βραχυχρόνια περίοδο εκφράζεται από τη μέση ροπή προς κατανάλωση (APC), ενώ στη μακροχρόνια από την οριακή ροπή προς κατανάλωση  (MPC).  Η  οριακή  ροπή  για  την  κατανάλωση  των  νοικοκυριών  στην  ελληνική

 

 

 

17  Οι κλάδοι με τους χαμηλότερους μισθούς είναι οι: 1 (Φυτική και ζωική παραγωγή, θήρα και συναφείς δραστηριότητες), 6 (Παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών υλών, ειδών ένδυσης, κλπ), 7 (Βιομηχανία Ξύλου κλπ), 17 (Κατασκευή  ηλεκτρονικών  υπολογιστών,   ηλεκτρονικών  και  οπτικών  προϊόντων),   30  (Λιανικό  Εμπόριο),   44 (Διαχείριση  Ακίνητης  Περιουσίας)  53  (Δραστηριότητες  παροχής  υπηρεσιών),  57  (Δραστηριότητες  κοινωνικής μέριμνας) 61 (Επισκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδών ατομικής ή οικιακής χρήσης) και 62 (Άλλες δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών). Στους κλάδους αυτούς ο μέσος μισθός κυμαίνεται το 2013 από 578 έως 793 ευρώ.

18 Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι στον υπολογισμό της απώλειας των μισθών δεν λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα ανεργίας γιατί, αφενός είναι πολύ μικρά αφετέρου τα λαμβάνουν περίπου 138.000 άνεργοι (τον Οκτώβριο του 2013, σύμφωνα με τον ΟΑΕΔ) και για λιγότερο από ένα έτος.

 

οικονομία, τη περίοδο 1995-2007, εκτιμήθηκε στο 0,7619. Παρόλα αυτά, η μέση ροπή για κατανάλωση κατά τα χρόνια της κρίσης αυξήθηκε20 (Πίνακας 4) και έφτασε το 2013 στο 82% περίπου. Εξαιτίας αυτής της διαφοράς μεταξύ της μέσης ροπής για κατανάλωση21  και της μακροχρόνιας τάσης της, στην περιπτωσή μας χρησιμοποιείται το μέγεθος APC, αφού είναι πιο αντιπροσωπευτικό συγκρινόμενο και με άλλες πηγές (Οικογενειακοί Προϋπολογισμοί, 2012).

 

 

 

Πίνακας 2: Μέση Ροπή για Κατανάλωση (APC) στην ελληνική οικονομία

 

  2007 2008 2009 2010 2011 2012 2013
               
APC 0,767 0,796 0,800 0,809 0,816 0,807 0,816

Πηγή: AMECO, Επεξεργασία: EMΠ, Τομέας ΑΚΕΔ: Μ. Μαρκάκη.Τα στοιχεία για 2013 είναι προβλέψεις.

 

 

 

Από την προηγούμενη ανάλυση συνολικά προκύπτει ότι, η ανεργία των πρώην μισθωτών συμβάλλει σημαντικά (44% κατά μέσο όρο) στη μείωση της κατανάλωσης22 των νοικοκυριών (Διάγραμμα 3). Η εν λόγω μείωση της κατανάλωσης των νοικοκυριών αφορά κατά 85,6% ζήτηση για εγχώρια προϊόντα, ενώ το υπόλοιπο 14,4% αφορά τις εισαγωγές.

 

Διάγραμμα 1: Η συμβολή της ανεργίας των πρώην μισθωτών στην ετήσια μείωση της ζήτησης των νοικοκυριών

 

60,00%

 

50,00%

 

40,00%

 

30,00%

 

20,00%

 

10,00%

 

 

0,00%

 

2009                         2010                         2011                         2012                          2013

 

 

 

Πηγή: AMECO, ΕΕΔ, δικοί μας υπολογισμοί

 

 

 

 

 

 

 

19   Η εκτίμηση της MPC έγινε με τη μέθοδο των ελαχίστων τετραγώνων.

20Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών για το έτος 2012, η μέση ροπή για κατανάλωση των νοικοκυριών, με υπεύθυνο εργάτη, φτάνει το 85,8%, ενώ αν ο υπεύθυνος είναι υπάλληλος φτάνει το

84,3% (http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/PAGE-themes?p_param=A0801&r_param=SFA05&y_param=2012_00&mytabs=0).

21 Επιπλέον, «η ανάλυση των στατιστικών στοιχείων δείχνει ότι η ροπή προς κατανάλωση των μισθωτών (των οποίων οι αποδοχές είναι γενικά χαμηλές έως πολύ χαμηλές) είναι υψηλότερη από την αντίστοιχη των νοικοκυριών των οποίων

το εισόδημα προέρχεται από κέρδη, τόκους και προσόδους, ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, 2013:134».

22 Για την κατασκευή του διαγράμματος αυτού υπολογίσαμε αρχικά τη μεταβολή της ζήτησης των νοικοκυριών μεταξύ των διαδοχικών ετών (Πηγή: AMECO). Στη συνέχεια, διαιρέσαμε την εκτιμούμενη μείωση της ζήτησης (C) για κάθε έτος με την ετήσια μεταβολή

 

Η κατανομή της ζήτησης αυτής (Διάγραμμα 4) καλύπτεται αφενός από εγχώρια παραγωγή αφετέρου, το μεγαλύτερο τμήμα της αφορά τις υπηρεσίες (το 64,3%). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι, η ζήτηση για εισαγόμενα προϊόντα του δευτερογενή τομέα είναι το 12,6% της συνολικής ζήτησης. Παρατηρούμε δηλαδή, ότι οι εισαγωγές προς κατανάλωση των νοικοκυριών αφορούν κυρίως προϊόντα της μεταποίησης (το 85,7% των εισαγόμενων προϊόντων είναι προϊόντα μεταποίησης).

 

 

 

Διάγραμμα 4: Κατανομή της ζήτησης των νοικοκυριών ανά κατηγορία και τομέα

 

Εισαγωγές, Πρωτογενής Τομέας

0,44%

 

 

 

Εγχώρια Ζήτηση

Τριτογενής Τομέας

64,3%

 

 

 

 

 

Εισαγωγές

14,3%

 

 

 

Εισαγωγές,

Δευτερογενής Τομέας

12,6%

 

 

 

 

 

Εγχώρια Ζήτησης

Δευτερογενής Τομέας

18,6%

 

 

Εγχώρια Ζήτησης

Πρωτογενής Τομέας

2,7%

 

 

 

Εισαγωγές, Τριτογενής Τομέας

1,4%

 

 

 

Πηγή: Eurostat, Δική μας επεξεργασία

 

Ενδεικτικά, στον πίνακα 5 παρουσιάζεται η μείωση της κατανάλωση που οφείλεται στην ανεργία  των  πρώην  μισθωτών  ανά  τομέα,  το  2013.  Όπως,  είναι  αναμενόμενο  λόγω  των διανυσμάτων cd και cim, η άμεση μείωση της εγχώριας παραγωγής αφορά κυρίως κλάδους του τριτογενή τομέα, ενώ η μείωση των εισαγωγών κλάδους του δευτερογενή τομέα.

 

Πίνακας 3: Κατανομή της μειωμένης κατανάλωσης (2013)

 

 

Εγχώρια

Εισαγωγές

Σύνολο

       
  εκ. ευρώ % εκ. ευρώ % εκ. Ευρώ %
Πρωτογενής Τομέας 231 3,11%

38

3,02% 268 3,10%
Δευτερογενής Τομέας 1 612 21,76% 1090 87,29% 2 702 31,21%
Τριτογενής Τομέας 5 565 75,13% 121 9,68% 5 686 65,69%
Σύνολο 7 408 100% 1248 100% 8 656 100%

Πηγή: ΕΕΔ, Eurostat, δική μας επεξεργασία

 

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι, οι κλάδοι με την υψηλότερη άμεση μείωση της παραγωγής τους είναι οι: 5 (Βιομηχανία τροφίμων, ποτών και προϊόντων καπνού), 10 (Παραγωγή οπτάνθρακα και

 

προϊόντων διύλισης πετρελαίου), 29 (  ονδρικό εμπόριο), 30 (Λιανικό εμπόριο), 36 (Καταλύματα και Δραστηριότητες   υπηρεσιών   εστίασης),   39   (Τηλεπικοινωνίες),   44   (Διαχείριση   ακίνητης περιουσίας) και 56 (Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας). Ενώ, οι κλάδοι με την υψηλότερη μείωση των  εισαγωγών  τους  είναι  οι:  5  (Βιομηχανία  τροφίμων,  ποτών  και  προϊόντων  καπνού),  6 (Παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών υλών, ειδών ένδυσης, δερμάτινων ειδών και υποδημάτων), 10 (Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου), 11 (Παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων),  12  (Παραγωγή  βασικών  φαρμακευτικών  προϊόντων  και  φαρμακευτικών σκευασμάτων), 20 (Κατασκευή μηχανοκίνητων οχημάτων, ρυμουλκούμενων και ημιρυμουλκούμενων     οχημάτων),     22     (Κατασκευή     επίπλων και     άλλες     μεταποιητικές δραστηριότητες).

Στο  σημείο  αυτό,  πρέπει  να  αναφερθούμε  στις  δύο  πιο  δεσμευτικές  υποθέσεις  που συνδέονται  με  το  σχεδιασμό  και  την  εφαρμογή  της  προτεινόμενης  μεθοδολογίας:  Πρώτον, θεωρούμε ότι η κατανομή της ζήτησης του συνόλου των νοικοκυριών ταυτίζεται με αυτή των νοικοκυριών με εισόδημα από μισθωτή εργασία23 και, δεύτερον, θεωρούμε ότι η κατανομή της ζήτησης κατά κατηγορία (εγχώρια/εισαγωγές) και κατά κλάδο (2008-2013), ταυτίζεται με την κατανομή του 201024. Έτσι, με δεδομένη την έλλειψη σε διαθέσιμα δεδομένα, θεωρούμε ότι, σε αυτή τη φάση της έρευνας, ισχύει η εν λόγω κατανομή η οποία, οπως είναι φυσικό, αποτυπώνει, ως ένα βαθμό, τη διαμορφούμενη συγκυρία σε σχέση με τη συμπεριφορά της ζήτησης.

Από τη προηγούμενη ανάλυση προκύπτει ότι, η ανεργία του εξεταζόμενου δείγματος είναι το μεγαλύτερο ποσοστό της συνολικής ανεργίας στη χώρα, την περίοδο 2008-2013. Επίσης, αφορά ένα σημαντικό μερίδιο των μισθών, αλλά και ένα σημαντικό κομμάτι της κατανάλωσης των νοικοκυριών. Στη συνέχεια θα αναλύσουμε κατά πόσο η μείωση αυτής της κατανάλωσης επειρέασε την παραγωγή της χώρας (έμεσα και έμμεσα), αλλά, δυνητικά, και το διεθνές εμπόριο.

 

3.2 Τα Αποτελέσματα της ΙΟ Ανάλυσης

Τα συνολικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της ΙΟ ανάλυσης κατά τομέα και κατηγορία ζήτησης,  καθώς  και  η  συμβολή  της  έμμεσης  μεταβολής  στη  διαμόρφωση  του  συνολικού

 

 

 

 

 

 

 

23 Η υπόθεση αυτή γίνεται εξαιτίας έλλειψης κατάλληλων δεδομένων κατανομής της τελικής ζήτησης ανάλογα με την προέλευση του εισοδήματος των νοικοκυριών. Τα δεδομένα αυτά περιλαμβάνονται στους Πίνακες Κοινωνικής Λογιστικής (Social Accounts Matrix), οι οποίοι όμως δεν υπάρχουν για την ελληνική οικονομία.

24 Η υπόθεση αυτή γίνεται εξαιτίας της έλλειψης πιο πρόσφατων δεδομένων (ο τελευταίος διαθέσιμος ΙΟ πίνακας είναι του 2010) . Κι αυτό γιατί, παρόλο που από τις έρευνες Οικογενειακών Προϋπολογισμών προκύπτει ότι η κατανομή του εισοδήματος έχει μεταβληθεί κατά τα έτη της κρίσης, η νέα κατανομή δεν είναι διαθέσιμη ούτε ανά κλάδο οικονομικής

δραστηριότητας, αλλά ούτε ανάλογα με τον αν τα προϊόντα είναι εγχωρίως παραγόμενα ή όχι. Για το λόγω αυτό, θεωρούμε ότι η κατανομή της ζήτησης των νοικοκυριών παραμένει σταθερή και ίση με αυτή του έτους 2010, θεωρούμε δηλαδή ότι κατά το 2010 είχαν ενσωματωθεί στην κατανομή της ζήτησης οι μεταβολές του καταναλωτικού προτύπου των νοικοκυριών εξαιτίας της οικονομικής κρίσης.

 

αποτελέσματος25  περιέχονται στον Πίνακα 6. Η συνολική εικόνα όμως για την οικονομία, όπως είναι φυσικό, διαφοροποιείται τόσο κατά τομέα (πίνακας 6) όσο και κατά κλάδο (πίνακας Π.2& Π.3, Παράρτημα ΙΙ).

 

Πίνακας 4: Η μείωση της παραγωγής κατά τομέα (σε εκ. €)

 

    2008 2009 2010 2011 2012 2013 % έμμεσης παραγωγής
                 
Πρωτογενής Τομέας Εγχώρια Παραγωγή 74 111 167 226 369 494 53,24%
Εισαγωγές                       17 25 38 52 85 114 66,79%
Δευτερογενής Τομέας Εγχώρια Παραγωγή 375 560 843 1145 1868 2496 35,43%
Εισαγωγές                      196      292      440      598      976      1304            16,45%
Τριτογενής Τομέας Εγχώρια Παραγωγή 1137 1694 2552 3468 5657 7559 26,37%
Εισαγωγές                       85       126      190      258      421        562            78,51%

Σύνολο

Εγχώρια Παραγωγή 1587 2364 3561 4840 7895 10549 29,77%
Εισαγωγές                      298      444      669      909    1482      1980            36,97%

Πηγή: Πίνακες Π2 και Π3, Παράρτημα ΙΙ

 

Από τον παραπάνω πίνακα, προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της μείωσης της παραγωγής αφορά την εγχώρια παραγωγή (όπου άλλωστε υπάρχει και η μεγαλύτερη μείωση ζήτησης) και ιδιαίτερα τον τριτογενή τομέα, ενώ η σημασία της έμμεσης μεταβολής διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των κατηγοριών ζήτησης και των τομέων. Είναι σημαντικό επίσης πως, ενώ για τα εγχώρια παραγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες (για όλους τους τομείς) η έμμεση μεταβολή είναι το 29,77% της συνολικής, για τα εισαγόμενα φτάνει το 36,97%. Η διαφορά αυτή οφείλεται στη διαφορετική κλαδική κατανομή της ζήτησης των νοικοκυριών σε εγχώρια και εισαγόμενα προϊόντα, αλλά και ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγονται στο εξωτερικό τείνουν να σχετίζονται με κλάδους οι οποίοι δημιουργούν υψηλότερα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα από ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγονται εγχώρια. Το αποτέλεσμα αυτό είναι ενδεικτικό, καθώς τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που εισάγονται, παράγονται στην πραγματικότητα με διαφορετική τεχνολογία παραγωγής (ανάλογα με τη χώρα παραγωγής τους). Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι: πρώτον, πιθανή δυνατότητα   υποκατάστασης   εισαγωγών   θα   δημιουργούσε   πολλαπλασιαστικές   επιδράσεις

ισχυρότερες  από  αυτές  που  ισχύουν  τώρα,  και,  δεύτερον,  αν  υποθέσουμε  όμοια  τεχνολογία

 

 

 

 

 

25 Εξαιτίας της γραμμικότητας του υποδείγματος εισροών-εκροών και της υπόθεσης της σταθερής τεχνολογίας παραγωγής για τα εξεταζόμενα έτη, η ποσοστιαία συμμετοχή της έμμεσης μεταβολής ανά κλάδο παραμένει σταθερή για τα εξεταζόμενα έτη.

 

παραγωγής,  η  επίδραση  της  συνολικής  μείωσης  της  παραγωγής  σε  τρίτες  χώρες  εξαιτίας  της μείωσης της ελληνικής κατανάλωσης είναι, σχετικά, σημαντικότερο.

Αναλυτικότερα, σε επίπεδο κλάδων, τα ευρήματα σε σχέση με τη ζήτηση που ικανοποιείται από την εγχώρια παραγωγή, οι κλάδοι με την υψηλότερη μείωση της παραγωγής τους (Πίνακας 2, Παράρτημα ΙΙ) είναι οι: 1, 5, 10, 24, 29, 30, 36, 39, 41, 44. Πρόκειται για μια ομάδα κλάδων (16% του συνόλου) με απώλειες υψηλότερες από 300 εκ. ευρώ το 2013, οι οποίοι μάλιστα στο σύνολό τους ερμηνεύουν το 65% περίπου της συνολικής μείωσης της εγχώριας παραγωγής εξαιτίας των ανέργων πρώην μισθωτών.

Οι κλάδοι με τις υψηλότερες συνολικές απώλειες παραγωγής εξαιτίας της μείωσης της ζήτησης για εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες (Πίνακας 3, Παράρτημα ΙΙ) είναι οι: 1, 5, 6, 10, 11,

12, 20, 24, 29, 41. Πρόκειται για μια ομάδα κλάδων (16% του συνόλου), με απώλειες υψηλότερες από 60 εκ. ευρώ το 2013, ερμηνεύουν το 64% της μείωσης της παραγωγής σε άλλες χώρες εξα ιτίας των ανέργων πρώην μισθωτών. Παρατηρούμε ότι οι κλάδοι 1, 5, 10, 24, 29 και 41 εμφανίζονται στις πρώτες θέσεις των κλάδων με την υψηλότερη μείωση και για τις δύο κατηγορίες ζήτησης. Παρόλα αυτά, από τα αποτελέσματα προκύπτει ότι η μείωση στη ζήτηση των νοικοκυριών που καλύπτεται από εγχώρια παραγωγή επιδρά κυρίως σε κλάδους του τριτογενή τομέα, ενώ αυτή που καλύπτεται από εισαγωγές επιδρά σε κλάδους του δευτερογενή τομέα.

Σε  ότι  αφορά  τη  σημασία  των  έμμεσων  επιπτώσεων,  φαίνεται  ότι,  οι  κλάδοι  με  την

 

υψηλότερη έμμεση μείωση παραγωγής εξαιτίας της μειωμένης ζήτησης για εγχώρια προϊόντα και υπηρεσίες είναι οι: 1, 5, 10, 24, 29, 30, 36, 39, 41, 44. Δηλαδή, οι κλάδοι με υψηλότερες συνολικές και  έμμεσες  επιπτώσεις  ταυτίζονται26.  Από  την  άλλη,  οι  κλάδοι  με  τις  υψηλότερες  έμμεσες απώλειες παραγωγής λόγω της μειωμένης ζήτησης για εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες είναι οι:

1, 10, 15, 24, 29, 30, 41, 44, 45, 53. Οπότε, οι κλάδοι με υψηλές έμμεσες και συνολικές απώλειες δεν ταυτίζονται πλήρως27.

Υπάρχουν δύο επιπλέον κριτήρια για την ανάλυση των αποτελεσμάτων. Το πρώτο είναι η συμβολή της έμμεσης μεταβολής στη διαμόρφωση της συνολικής καθώς και η διασπορά του έμμεσου αποτελέσματος (υψηλές τιμές της διασποράς εκφράζουν τη διάχυση των έμμεσων αποτελεσμάτων σε πολλούς κλάδους). Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται στους Πίνακες 2 & 3, Παράρτημα ΙΙ. Τα αποτελέσματα που αφορούν τη συμβολή του έμμεσου αποτελέσματος είναι μικτά. Εξαρτώνται δηλαδή, από δύο παράγοντες: Την άμεση μεταβολή και τον κάθετο πολλαπλασιαστή. Δηλαδή, στην περίπτωση όπου η άμεση μείωση της ζήτησης του κλάδου είναι

μηδενική, η έμμεση συμβολή ισούται με τη συνολική. Για το λόγο αυτό, οι κλάδοι με % έμμεσης

 

 

26 Ο συντελεστής Spearman μεταξύ των δύο μεγεθών ισούται με 0,844. Οπότε, είναι αναμενόμενο να εμφανίζεται αυτή η ομοιότητα στην κατάταξη.

27 Ο συντελεστής Spearman μεταξύ των δύο μεγεθών ισούται με 0,640. Οπότε, αναμένεται μέτρια ομοιότητα στην κατάταξη των δύο μεγεθών.

 

μεταβολής ίσο με 100% δε λαμβάνονται υπόψη. Από τους υπόλοιπους κλάδους, οι κλάδοι με υψηλότερη συμμετοχή της έμμεσης μεταβολής για την εγχώρια παραγωγή είναι οι 7,9, 17,23, 35,

36, 43, 45, 51 και 53, ενώ αυτοί με τις υψηλές έμμεσες μεταβολές στην παραγωγή τρίτων χωρών είναι οι: 7, 16, 27, 35, 39, 45, 46, 50, 53 και 58.

Πίνακας 5: Φθίνουσα Κατάταξη των σημαντικότερων κλάδων ως προς βασικά χαρακτηριστικά τους

 

   

 

Fd

 

 

Xin,d

 

 

Xd

 

 

Fim

 

 

Xind,im

 

 

Xim

Διασπορά

Έμμεσου

Αποτελέσματος

 

Κάθετοι

Πολλαπλασιαστές

 

 

u

 

 

w

1 13 4 6 9

2

7

1

62

14

62

5

3

6 4 1 22 1

3

60

7

27

6 18 27 21 2 11 2

24

39

12

54

10

7

10 7 3

8

3

14

49

58

7

11 39 37 40 5 17 5

36

27

47

12

12 26 34 32 4 20 4

9

54

32

8

20 44 58 56 6 51 10

56

7

62

49

22 25 45 33 7 50 11

20

43

23

44

24

9

9 10 8

9

8

5

58

26

2

29

4

2 3 44

1

6

4

59

8

31

30

6

7 5 44

3

12

12

51

2

58

36

2

3 2 44 23 38

23

40

3

51

39

8

8 8 19 13 19

7

56

25

6

41 15 5 9 15

6

9

11

52

33

3

44

1

1 1 44

7

15

6

57

57

60

45 35 13 19 30

4

13

19

44

13

16

 

 

 

Η διασπορά του έμμεσου αποτελέσματος είναι ένας σημαντικός δείκτης, αφού αποτυπώνει το εύρος της επίδρασης του κάθε κλάδου. Οι κλάδοι με την υψηλότερη διάχυση των έμμεσων μεταβολών είναι οι: 1, 4, 5, 24, 27, 29, 39, 44.

Από  την  παραπάνω  ανάλυση,  προκύπτει μια ομάδα  16  κλάδων οι οποίοι δέχονται πιο έντονα τις επιπτώσεις της μειωμένης ζήτησης εξαιτίας των ανέργων πρώην μισθωτών και για τις δύο κατηγορίες ζήτησης. Στον Πίνακα 7 συγκεντρώνονται οι κλάδοι αυτοί και συμπεριλαμβάνονται τα χαρακτηριστικά τους. Ανάμεσα σε αυτά, περιλαμβάνεται και η διασπορά του έμμεσου αποτελέσματος καθώς και τους κάθετους πολλαπλασιαστές απασχόλησης (βλ. Μαρκάκη, 2013). Παρατηρούμε ότι, παρόλο που η ομάδα αυτή των 16 κλάδων εμφανίζει καλές αποδόσεις στη διασπορά του έμμεσου αποτελέσματος, η κατάταξη των κλάδων της ως προς τους κάθετους πολλαπλασιαστές δείχνει ότι τα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα της μειωμένης ζήτησής τους δεν είναι τόσο ισχυρά. Επίσης, προκύπτει μεταξύ των κλάδων αυτών υπάρχουν πολλοί κλάδοι με πολλούς απολυμένους μισθωτούς (5, 6, 22, 24, 29, 30, 36, 39, 41, 45) και αρκετοί κλάδοι με σχετικά χαμηλούς μισθούς (1, 6, 22, 22, 36).

 

Δηλαδή, προκύπτει ότι οι κλάδοι με σημαντική μείωση της ζήτησης (και της παραγωγής τους) είναι και οι κλάδοι με σημαντικό αριθμό απολύσεων, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται και για κλάδους με χαμηλόμισθους εργαζόμενους.

Από την προυγούμενη ανάλυση προκύπτει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της απώλειας της παραγωγής και της εμβάθυνσης του σπιράλ της κρίσης έχει ως αφετηρία το μέγεθος της ανεργίας και των προβλημάτων που συνδέονται με αυτή. Ωστόσο, η ανάλυση της μελέτης περίπτωσης σε σχέση με τα συνολικά μεγέθη της οικονομίας που ακολουθεί θα συμπληρώσει την εικόνα των επιπτώσεων.

 

 

5. Συμπεράσματα και Περαιτέρω Έρευνα

 

 

Η παρούσα έρευνα αναλύει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και της προκαλούμενης ανεργίας στο παραγωγικό κύκλωμα της οικονομίας, ενώ παράλληλα προτείνει μια μεθοδολογία εκτίμησης αυτών των επιπτώσεων κατά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας τόσο για την εγχώρια παραγωγή όσο και την παραγωγή άλλων χωρών, οι οποίες επηρεάζονται εξαιτίας της μείωσης των εισαγωγών.

Προκειμένου να συστηματοποιήσουμε τα αποτελέσματα της μελέτης περίπτωσης σε σχέση με την ελληνική οικονομία κατασκευάζουμε τον πίνακα 4. Αρχικά, πρέπει να σημειωθεί ότι, (σύμφωνα  με  τον  Πίνακα  1)  μεταξύ  των  ετών  2008-2013,  η  ανεργία  τετραπλασιάστηκε. Παράλληλα, το 2013, η μείωση της τελικής ζήτησης, εξαιτίας των ανέργων με προηγούμενη μισθωτή σχέση, για εγχώρια προϊόντα φτάνει το 4,05% του ΑΕΠ, ενώ η μείωση της παραγωγής το

5,77%. Αν λάβουμε υπόψη και τη μείωση της ζήτησης για εισαγωγές, τότε η συνολική μείωση της ζήτησης αγγίζει το 4,73% του ΑΕΠ, και η αντίστοιχη μείωση της παραγωγής το 5,77% του ΑΕΠ. Επίσης, τον Πίνακα 1, προκύπτει ότι η μείωση της ζήτησης των ανέργων πρώην μισθωτών φτάνει να συμβάλλει κατά 4,73% στην μείωση του ΑΕΠ όταν η μείωση της ολικής ζήτησης συμβάλλει κατά 6,85%.

 

Πίνακας 4 : Συνολικά αποτελέσματα 2008-2013 (εκ. €)

Τρέχουσες Τιμές

   

2008

 

2009

 

2010

 

2011

 

2012

 

2013

 

Μείωση Τελικής Ζήτησης Νοικοκυριών (εγχώρια + εισαγωγές)

 

1.300

 

1.937

 

2.917

 

3.965

 

6.468

 

8.642

 

Μείωση Τελικής Ζήτησης Νοικοκυριών ( εγχώρια )

 

1.114

 

1.660

 

2.501

 

3.399

 

5.544

 

7.408

 

Μείωση Τελικής Ζήτησης Νοικοκυριών (εισαγωγές)

 

186

 

277

 

417

 

566

 

924

 

1.234

Συνολική Μείωση Παραγωγής εξαιτίας μείωσης ζήτησης (εγχώρια) 1.587 2.364 3.561 4.840 7.895 10.549
 

Συνολική Μείωση Παραγωγής εξαιτίας μείωσης ζήτησης (εισαγωγές)

 

298

 

444

 

669

 

909

 

1482

 

1980

 

Συνολική Μείωση Παραγωγής (εγχώρια + εισαγωγές)

 

1884

 

2808

 

4229

 

5748

 

9377

 

12529

 

Έμμεση Μείωση Παραγωγής (εγχώρια)

 

472

 

704

 

1.060

 

1.441

 

2.351

 

3.141

 

Έμμεση Μείωση Παραγωγής (εισαγόμενα)

 

112

 

167

 

252

 

342

 

558

 

746

 

 

 

Σταθερές Τιμές 2005

Συνολική Μείωση Παραγωγής εξαιτίας μείωσης ζήτησης ως % της μεταβολής

του ΑΕΠ (εγχώρια)

 

 

-31,60%

 

-30,83%

 

-30,35%

 

-59,79%

 

-69,38%

 

Μείωση της Τελικής Ζήτησης ως % της μεταβολής του ΑΕΠ (Εγχώρια)

 

 

-22,19%

 

-21,65%

 

-21,31%

 

-41,99%

 

-48,72%

Έμμεση Μείωση Παραγωγής εξαιτίας μείωσης ζήτησης ως % της μεταβολής του

ΑΕΠ (εγχώρια)

 

 

-9,41%

 

-9,18%

 

-9,04%

 

-17,81%

 

-20,66%

Συνολική Μείωση Παραγωγής εξαιτίας μείωσης ζήτησης ως % της μεταβολής

του ΑΕΠ (Εγχώρια και Εισαγωγές)

 

 

-37,54%

 

-36,61%

 

-36,04%

 

-71,02%

 

-82,40%

Μείωση της Τελικής Ζήτησης ως % της μεταβολής του ΑΕΠ (Εγχώρια και

Εισαγωγές)

 

 

-3,70%

 

-3,61%

 

-3,55%

 

-7,00%

 

-8,12%

Έμμεση Μείωση Παραγωγής εξαιτίας μείωσης ζήτησης ως % της μεταβολής του

ΑΕΠ (Εγχώρια και Εισαγωγές)

 

 

-2,23%

 

-2,18%

 

-2,14%

 

-4,23%

 

-4,91%

 

Πηγή: AMECO; ΕΜΠ, Τομέας ΑΚΕΔ: Μ. Μαρκάκη

 

 

 

Επιπλέον, αν διερευνηθεί η συμβολή των εξεταζόμενων μεγεθών στη μεταβολή του ΑΕΠ, προκύπτει ότι (Πίνακας 4) η μειωμένη ζήτηση εξαιτίας της ανεργίας των πρώην μισθωτών αγγίζει το 48,72% του ΑΕΠ και η μειωμένη παραγωγή το 69,38% του ΑΕΠ.

Αυτή η θεαματική μείωση συνιστά έντονη διαταραχή στο οικονομικό κύκλωμα (προϊόν – εισόδημα – δαπάνη) για την οικονομία. Δεδομένων όμως των προκυκλικών πολιτικών που εφαρμόζονται στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της κρίσης, στη βραχυχρόνια περίοδο, τα ευρήματα δείχνουν (Πίνακας 4) να εντείνεται το πρόβλημα, τόσο από το σκέλος της ζήτησης όσο και από το σκέλος της παραγωγής.

Περαιτέρω, η έρευνα θα μπορούσε να κινηθεί προς δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη κατεύθυνση αφορά τη διερεύνηση των εισοδηματικών ελαστικοτήτων ζήτησης για τους εξεταζόμενους κλάδους και η εκτίμηση των διανυσμάτων κατανομής (εγχώριας – εισαγωγών) της κατανάλωσης των νοικοκυριών με βάση τις ελαστικότητες. Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά την αναλυτικότερη διερεύνηση των επιπτώσεων της ανεργίας των πρώην μισθωτών στην Ελλάδα σε άλλες χώρες, μέσω της διάχυσης των επιπτώσεων της μειωμένης ζήτησης για εισαγόμενα προϊόντα. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν διανύσματα κατανομής της κατανάλωσης που καλύπτεται από εισαγωγές και πίνακες εισροών-εκροών ανά χώρα προέλευσης.

 

Βιβλιογραφία

 

 

Backer, Κ. and  Miroudo, S., (2013), Mapping Global Value Chains, OECD Trade Policy

 

Papers No. 159.

 

Ergen,E.,    (2011),    Evaluating  the  macro  and  micro  economic  effects  of  the  current economic crisis and analyzing the implications for the short and medium term planning in private tertiary education in Greece,   http://www.ergen.gr

Haley,   J.,   (2014),    The   Age   of   Uncertainty:   Time   for    a   new   Bretton              Woods?

 

http://www.cigionline.org/blogs/new-age-of-uncertainty

 

Martins,  N.,  (2011),  Globalization,  Inequality  and  the  Economic  Crisis,  New  Political

 

Economy, 16:1, 1-18.

 

Miller, R. E. and Blair, P. D., (2009), Input-Output Analysis: Foundations and Extensions, New Jersey, Prentice Hall.

Nelson, R., Belkin, P., Mix, D., (2011), Greece’s Debt Crisis: Overview, Policy Responses,

 

and Implications,  Congressional Research Service (CRS),  Report for Congress, www.crs.gov.

 

The  Institute  of  International  and  European  Affairs  (IIEA),  2013,    The  Euro  Crisis

 

Infographic, http://www.iiea.com/ftp/Infographics/The%20Euro%20Crisis%20Infographic_Flat.png

Frangakis, M.,  2013,  Inequality and redistribution in the Greek crisis, http://www.zeitschrift-luxemburg.de/inequality-and-redistribution-in-the-greek-crisis/

ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (2012), Ετησια Έκθεση2013: Η Ελληνική Οικονομία και η Απασχόληση,

 

Εκθέσεις: ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Αθήνα.

 

Μαρκάκη, Μ., (2013), Η Διάρθρωση της Ελληνικής Οικονομίας και η Παραγωγικότητα της

 

Εργασίας (1995-2010): Ανάλυση Εισροών-Εκροών, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα.

 

Μπελεγρή-Ρομπόλη, Α., Μαρκάκη, Μ. και Μιχαηλίδης, Π., (2010), Διακλαδικές Σχέσεις στην Ελληνική Οικονομία. Παραγωγή, Απασχόληση, Μισθοί και Επαγγέλματα, Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, Αθήνα.

Σταμάτης, Γ., (1986), Η κρίση και οι αυταπάτες για το ξεπέρασμά της, Θέσεις, τεύχος 16. Τράπεζα της  Ελλάδος,  (2013), Εκθέση  του Διοικητή  για το έτος 2012, Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

 

 

Υποθέσεις και Περιορισμοί της Μεθοδολογίας

 

Οι υποθέσεις της έρευνας που περιγράφονται παρακάτω, γίνονται με στόχο την μέγιστη δυνατή αντικειμενικότητα και πληρότητα των δεδομένων που εξάγονται28  και δύναται να αναθεωρηθούν στο μέλλον, αν αποδειχτεί ότι οδηγούν σε υπερεκτίμηση ή υποεκτίμηση των αποτελεσμάτων. Συγκεκριμένα, οι υποθέσεις της μεθοδολογίας είναι:

  • Δεν υπολογίζεται το σύνολο της ανεργίας, αλλά μόνο όσοι άνεργοι κατείχαν μισθωτή θέση στην τελευταία απασχόλησή τους. Αυτό σημαίνει ότι δεν λαμβάνουμε υπόψη την ανεργία των αυτοαπασχολούμενων, καθώς και τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας. Ο λόγος για τον οποίο δεν περιλαμβάνονται οι αυτοαπασχολούμενοι είναι ότι δεν μπορεί να τους αποδοθεί με ασφάλεια ένας μέσος μισθός εξαιτίας διαφορετικής θέσης στην παραγωγή από τους μισθωτούς. Αντίστοιχα, για τους νεοεισερχόμενους δεν μπορεί να υπάρχει εκτίμηση για τον κλάδο στον οποίο θα μπορούσαν να εργαστούν.
  •  Ο μισθός ο οποίος θεωρείται το απολεσθέν εισόδημα των ανέργων πρώην μισθωτών είναι ο μέσος  μισθός  του  κλάδου.  Υποθέτουμε  δηλαδή  ότι  οι  άνεργοι  προέρχονται  από  όλες  τις

εισοδηματικές κατηγορίες και δεν είναι πχ, κυρίως, χαμηλόμισθοι. Η ορθότητα της υπόθεσης αυτής θα ελεγχθεί κατά την εφαρμογή της μεθοδολογίας στη μελέτη περίπτωσης.

  •  Δεν λαμβάνεται υπόψη πιθανή καταβολή επιδόματος ανεργίας. Και η υπόθεση αυτή θα ελεγχθεί κατά την εφαρμογή της μεθοδολογίας, αφού σχετίζεται με την επιλεγμένη περίπτωση μελέτης και συγκεκριμένα, με τα θεσμικά της χαρακτηριστικά και την προστασία των ανέργων.
  •  Υποθέτουμε ότι η ροπή για κατανάλωση των μισθωτών (οριακή ή μέση) ταυτίζεται με αυτή των νοικοκυριών. Η υπόθεση αυτή υποεκτιμά τη ροπή για κατανάλωση των μισθωτών, αφού από μια σειρά έρευνες προκύπτει ότι η οριακή ροπή για κατανάλωση όσων λαμβάνουν μισθό είναι πολύ υψηλότερη   από   αυτή   όσων   λαμβάνουν   κέρδη.   Μάλιστα,   η   ροπή   για   κατανάλωση   των χαμηλόμισθων είναι ακόμα υψηλότερη από αυτή του συνόλου των μισθωτών (για μια επισκόπηση των σχετικών ερευνών βλ. Martins, 2011).
  •  Υποθέτουμε ότι η κατανομή της ζήτησης των νοικοκυριών σε κατηγορία (εγχώρια και εισαγωγές) και κλάδο παραμένει σταθερή κατά τα εξεταζόμενα έτη. Η υπόθεση αυτή είναι αρκετά

δεσμευτική εξαιτίας σημαντικών μεταβολών στη ζήτηση κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης. Παρόλα αυτά, εξαιτίας της έλλειψης πιο πρόσφατων δεδομένων, υιοθετείται η υπόθεση της σταθερότητας της κατανομής.

  •  Τέλος, υιοθετούνται όλες οι υποθέσεις της ανάλυσης εισροών-εκροών (βλ. Μπελεγρή κ.ά,

2010).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

28  Οι υποθέσεις που έγιναν κατά την ανάπτυξη της συγκεκριμένης μεθοδολογίας δεν είναι μοναδικές, και η επιλογή τους βασίστηκε στην αντίληψη της ομάδας μελέτης και με κριτήριο τη βέλτιστη προσέγγιση της οικονομικής πραγματικότητας.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

 

Πίνακας Π. 1: Η κατάταξη των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας (NACE Rev.2)

1 Φυτική και ζωική παραγωγή, θήρα και συναφείς δραστηριότητες
2 Δασοκομία και υλοτομία
3 Αλιεία και υδατοκαλλιέργεια
4 Ορυχεία και λατομεία
5 Βιομηχανία τροφίμων , ποτών και προϊόντων καπνού
6 Παραγωγή κλωστοϋφαντουργικών υλών, ειδών ένδυσης, δερμάτινων ειδών και υποδημάτων
7 Βιομηχανία ξύλου και κατασκευή προϊόντων από ξύλο και φελλό, εκτός από έπιπλα- κατασκευή ειδών καλαθοποιίας και
8 αρτοποιία και κατασκευή χάρτινων προϊόντων
9 Εκτυπώσεις και αναπαραγωγή προεγγεγραμμένων μέσων
10 Παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου
11 Παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων
12 Παραγωγή βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών σκευασμάτων
13 Κατασκευή προϊόντων από ελαστικό (καουτσούκ) και πλαστικές ύλες
14 Παραγωγή άλλων μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων
15 Παραγωγή βασικών μετάλλων
16 Κατασκευή μεταλλικών προϊόντων, με εξαίρεση τα μηχανήματα και τα είδη εξοπλισμού
17 Κατασκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικών και οπτικών προϊόντων
18 Κατασκευή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού
19 Κατασκευή μηχανημάτων και ειδών εξοπλισμού π.δ.κ.α
20 Κατασκευή μηχανοκίνητων οχημάτων, ρυμουλκούμενων και ημιρυμουλκούμενων οχημάτων
21 Κατασκευή λοιπού εξοπλισμού μεταφορών
22 Κατασκευή επίπλων  και άλλες μεταποιητικές δραστηριότητες
23 Επισκευή και εγκατάσταση μηχανημάτων και εξοπλισμού
24 Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού
25 Συλλογή, επεξεργασία και παροχή νερού
26 Επεξεργασία λυμάτων, συλλογή, επεξεργασία και διάθεση αποβλήτων- ανάκτηση υλικών, δραστηριότητες εξυγίανσης και άλλες
27 Κατασκευές
28 ονδρικό και λιανικό εμπόριο- επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών
29 ονδρικό εμπόριο, εκτός από το εμπόριο μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών
30 Λιανικό εμπόριο, εκτός από το εμπόριο μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσυκλετών
31 ερσαίες μεταφορές και μεταφορές μέσω αγωγών
32 Πλωτές μεταφορές
33 Αεροπορικές μεταφορές
34 Αποθήκευση και υποστηρικτικές προς τη μεταφορά δραστηριότητες
35 Ταχυδρομικές και ταχυμεταφορικές δραστηριότητες
36 Καταλύματα και Δραστηριότητες υπηρεσιών εστίασης
37 Εκδοτικές δραστηριότητες
38 Παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών, βίντεο και τηλεοπτικών προγραμμάτων, ηχογραφήσεις και μουσικές εκδόσεις  και
39 Τηλεπικοινωνίες
40 Δραστηριότητες προγραμματισμού ηλεκτρονικών υπολογιστών, παροχής συμβουλών και συναφείς δραστηριότητες  και
41 Δραστηριότητες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, με εξαίρεση τις ασφαλιστικές δραστηριότητες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία
42 Ασφαλιστικά, αντασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία, εκτός από την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση
43 Δραστηριότητες συναφείς προς τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τις ασφαλιστικές δραστηριότητες
44 Διαχείριση ακίνητης περιουσίας
45 Νομικές και λογιστικές δραστηριότητες
46 Αρχιτεκτονικές δραστηριότητες και δραστηριότητες μηχανικών- τεχνικές δοκιμές και αναλύσεις
47 Επιστημονική έρευνα και ανάπτυξη
48 Διαφήμιση και έρευνα αγοράς
49 Άλλες επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες  και Κτηνιατρικές δραστηριότητες
50 Δραστηριότητες ενοικίασης και εκμίσθωσης
51 Δραστηριότητες απασχόλησης
52 Δραστηριότητες ταξιδιωτικών πρακτορείων, γραφείων οργανωμένων ταξιδιών και υπηρεσιών κρατήσεων και συναφείς
53 Δραστηριότητες παροχής προστασίας και έρευνας , Δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών σε κτίρια και εξωτερικούς χώρους ,
54 Δημόσια διοίκηση και άμυνα- υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση
55 Εκπαίδευση
56 Δραστηριότητες ανθρώπινης υγείας, Δραστηριότητες βοήθειας κατ’ οίκον
57 Δραστηριότητες κοινωνικής μέριμνας χωρίς παροχή καταλύματος
58 Δημιουργικές δραστηριότητες, τέχνες και διασκέδαση, Δραστηριότητες βιβλιοθηκών, αρχειοφυλακείων, μουσείων και λοιπές
59 Αθλητικές δραστηριότητες και δραστηριότητες διασκέδασης και ψυχαγωγίας
60 Δραστηριότητες οργανώσεων
61 Επισκευή ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδών ατομικής ή οικιακής χρήσης
62 ‘Άλλες δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών

 

Πινάκας 2: Εκτιμώμενη Μείωση της Εγχώριας Παραγωγής, % Έμμεσης Μεταβολής και Διασπορά

   

 

2008

 

 

2009

 

 

2010

 

 

2011

 

 

2012

 

 

2013

% Έμμεσης Μεταβολής Διασπορά Έμμεσου Αποτελέσματος

1

63,25 94,26 141,96 192,95 314,75 420,55 63,94%

10,1

2

0,9

1,34 2,02 2,75 4,48 5,99 28,49%

0,5

3

4,74 7,07 10,64 14,46 23,59 31,52 24,28%

0,97

4

5,35 7,97

12

16,32 26,62 35,56 100,00%

3,83

5

116,89 174,2 262,34 356,57 581,64 777,17 30,16%

6,23

6

18,31 27,29 41,1 55,87 91,13 121,77 35,45%

2,25

7

3,76

5,6

8,43 11,46 18,69 24,98 92,32%

2,24

8

8,73

13

19,58 26,62 43,42 58,01 67,46%

1,59

9

10,63 15,84 23,85 32,42 52,88 70,66 98,34%

3,31

10

58,52 87,21 131,33 178,51 291,19 389,07 44,66%

3,13

11

5,94 8,85 13,32 18,11 29,54 39,47 68,89%

1,38

12

8,35 12,44 18,73 25,46 41,54 55,5 50,89%

3,76

13

4,66 6,94 10,45 14,2 23,16 30,95 71,43%

1,51

14

4,59 6,84 10,3

14

22,83 30,51 75,73%

1,69

15

7,18 10,7 16,11 21,9 35,72 47,73 99,85%

1,84

16

10,85 16,17 24,35 33,1 53,99 72,14 71,53%

2,11

17

0,33

0,5

0,75 1,01 1,66 2,21 79,24%

0,36

18

1,66 2,47 3,72 5,05 8,24 11,02 48,27%

0,43

19

0,18 0,27 0,41 0,56 0,91 1,22 73,38%

0,23

20

1,48

2,2

3,32 4,51 7,35 9,82 30,31%

0,44

21

0,41

0,6

0,91 1,24 2,02

2,7

26,55%

0,1

22

7,24 10,79 16,25 22,09 36,03 48,14 41,17%

2,57

23

2,35 3,51 5,29 7,18 11,72 15,66 97,34%

1,1

24

53,86 80,26 120,87 164,28 267,98 358,07 49,19%

4,54

25

5,31 7,91 11,91 16,19 26,41 35,29 50,21%

1,04

26

12,51 18,64 28,08 38,16 62,25 83,18 61,98%

2,72

27

31,75 47,32 71,26 96,86 158 211,11 78,15%

7,78

28

40,86 60,9 91,71 124,66 203,34 271,7 40,12%

2,15

29

134,26 200,08 301,32 409,55 668,06 892,63 48,69%

5,13

30

66,49 99,09 149,23 202,83 330,86 442,08 46,42%

3,48

31

37,76 56,28 84,75 115,2 187,91 251,08 33,53%

1,76

32

3,61 5,38

8,1

11,02 17,97 24,01 45,08%

0,84

33

11,38 16,95 25,53 34,7 56,6 75,63 35,22%

0,89

34

4,78 7,12 10,72 14,58 23,78 31,77 87,26%

1,57

35

7,04 10,49 15,8 21,47 35,02 46,79 93,92%

2,4

36

166,83 248,61 374,41 508,9 830,11 1109,16 25,31%

2,27

37

20,83 31,05 46,76 63,55 103,67 138,52 40,75%

1,53

38

9,41 14,02 21,11 28,69 46,8 62,54 59,62%

1,3

39

58,11 86,59 130,41 177,25 289,14 386,33 50,70%

3,92

40

3,41 5,08 7,65 10,39 16,95 22,65 100,00%

1,19

41

54,78 81,64 122,95 167,11 272,6 364,23 70,07%

3,66

42

8,91 13,28

20

27,19 44,35 59,25 42,60%

0,95

43

6,45 9,61 14,48 19,68 32,1 42,89 93,76%

2,95

44

242,69 361,68 544,68 740,33 1207,63 1613,58 32,37%

4,02

45

23,73 35,36 53,26 72,39 118,08 157,77 89,05%

2,64

46

15,72 23,43 35,29 47,96 78,23 104,53 75,89%

2,94

47

1,64 2,45 3,68 5,01 8,17 10,91 100,00%

0,82

48

12,78 19,04 28,67 38,97 63,57 84,94 100,00%

2,34

49

4,96 7,39 11,13 15,13 24,68 32,97 63,71%

1,21

50

6,05 9,02 13,59 18,47 30,12 40,25 68,01%

1,03

51

1,33 1,98 2,98 4,05

6,6

8,82 99,44%

1,17

52

11,55 17,22 25,93 35,25 57,49 76,82 43,09%

1,77

53

27,4 40,83 61,49 83,57 136,32 182,15 89,67%

3,75

54

6,29 9,37 14,11 19,18 31,28 41,8 21,35%

0

55

32,22 48,02 72,32 98,3 160,35 214,25 22,99%

0,46

56

52,32 77,97 117,42 159,6 260,34 347,85 21,92%

0,38

57

2,81 4,19 6,31 8,58 13,99 18,7 26,99%

0,46

58

26,24 39,11 58,9 80,05 130,59 174,48 38,66%

2,89

59

2,75

4,1

6,17 8,39 13,68 18,28 52,93%

0,88

60

1,25 1,86 2,79

3,8

6,2

8,28 73,29%

0,71

61

6,34 9,45 14,23 19,35 31,56 42,16 36,93%

0,8

62

23,89 35,61 53,62 72,88 118,89 158,85 22,12%

0,58

Σύνολο 1587 2364 3561 4840 7895 10549 29,78%  

 

Πίνακας 3: Εκτιμώμενη Μείωση της Παραγωγής σε άλλες χώρες, % Έμμεσης Μεταβολής και

Διασπορά

  2008 2009 2010 2011 2012 2013 % Έμμεσης Μεταβολής

1

14,18 21,13 31,82 43,25 70,55 94,27

64,22%

2

0,12 0,18 0,27 0,37 0,60

0,81

16,05%

3

0,52 0,77 1,16 1,57 2,57

3,43

3,21%

4

2,28 3,40 5,12 6,96 11,35 15,16

100,00%

5

35,50 52,91 79,68 108,30 176,66 236,05

3,52%

6

32,87 48,98 73,77 100,27 163,56 218,54

10,28%

7

1,69 2,52 3,80 5,16 8,42 11,25

96,71%

8

2,85 4,25 6,40 8,70 14,20 18,97

38,11%

9

1,31 1,96 2,95 4,01 6,54

8,73

99,89%

10 27,43 40,87 61,55 83,66 136,47 182,35

18,70%

11 16,08 23,96 36,09 49,05 80,02 106,91

11,59%

12 23,57 35,13 52,90 71,90 117,28 156,71

5,83%

13 2,34 3,49 5,25 7,14 11,64 15,56

41,77%

14 1,47 2,19 3,29 4,47 7,30

9,75

31,08%

15 3,99 5,95 8,96 12,17 19,85 26,53

99,66%

16 4,46 6,65 10,02 13,62 22,21 29,68

57,75%

17 3,40 5,07 7,63 10,37 16,92 22,60

1,46%

18 4,02 5,99 9,01 12,25 19,98 26,70

4,16%

19 0,27 0,41 0,61 0,83 1,35

1,81

13,26%

20 8,88 13,23 19,93 27,08 44,18 59,03

1,05%

21 4,15 6,18 9,31 12,66 20,64 27,58

0,51%

22 8,07 12,03 18,12 24,63 40,18 53,68

1,25%

23 0,42 0,62 0,94 1,27 2,07

2,77

100,00%

24 9,91 14,76 22,23 30,22 49,29 65,86

44,31%

25 0,38 0,56 0,85 1,15 1,88

2,52

100,00%

26 1,97 2,94 4,43 6,02 9,82 13,13

28,18%

27 1,13 1,68 2,54 3,45 5,62

7,52

91,36%

28 2,88 4,29 6,46 8,78 14,33 19,14

100,00%

29 14,99 22,34 33,65 45,73 74,60 99,68

100,00%

30 7,07 10,54 15,87 21,57 35,19 47,02

100,00%

31 1,51 2,26 3,40 4,62 7,53 10,06

56,96%

32 0,44 0,65 0,99 1,34 2,18

2,92

63,01%

33 1,94 2,89 4,35 5,92 9,65 12,89

23,35%

34 3,04 4,53 6,82 9,27 15,13 20,21

22,81%

35 1,05 1,56 2,35 3,20 5,21

6,96

99,14%

36 1,22 1,82 2,74 3,72 6,07

8,11

100,00%

37 4,32 6,44 9,70 13,18 21,50 28,72

18,80%

38 1,38 2,06 3,10 4,21 6,86

9,17

39,59%

39 4,14 6,17 9,29 12,63 20,60 27,52

63,44%

40 0,68 1,01 1,52 2,06 3,37

4,50

100,00%

41 8,98 13,39 20,16 27,40 44,69 59,72

67,28%

42 3,85 5,74 8,65 11,76 19,18 25,62

14,13%

43 1,87 2,78 4,19 5,70 9,30 12,42

100,00%

44 5,80 8,65 13,02 17,70 28,87 38,57

100,00%

45 6,80 10,14 15,27 20,75 33,85 45,23

96,66%

46 1,21 1,80 2,71 3,69 6,01

8,03

87,92%

47 0,15 0,22 0,34 0,46 0,74

0,99

100,00%

48 1,47 2,19 3,29 4,48 7,31

9,76

100,00%

49 0,52 0,78 1,18 1,60 2,61

3,49

59,60%

50 0,56 0,83 1,25 1,70 2,77

3,70

92,70%

51 0,18 0,27 0,41 0,55 0,90

1,20

100,00%

52 0,33 0,49 0,74 1,00 1,63

2,18

100,00%

53 6,13 9,14 13,77 18,71 30,52 40,78

99,44%

54 0,00 0,00 0,00 0,00 0,00

0,00

0,00%

55 0,12 0,17 0,26 0,35 0,58

0,77

58,44%

56 0,22 0,33 0,49 0,67 1,09

1,45

17,93%

57 0,03 0,05 0,07 0,10 0,16

0,22

100,00%

58 0,72 1,08 1,63 2,21 3,61

4,82

66,80%

59 0,07 0,10 0,15 0,20 0,33

0,44

100,00%

60 0,40 0,59 0,89 1,21 1,97

2,64

100,00%

61 0,53 0,78 1,18 1,61 2,62

3,50

43,71%

62 0,01 0,01 0,02 0,03 0,04

0,06

100,00%

Σύνολο

298

444

669

909

1482 1980

36,95%

 

——————————————————————————————————————————————————————

 

 

Εισηγήσεις στο 3ο Συνέδριο της ΕΕΠΟ (1ο τμήμα)

Η καπιταλιστική κρίση και η κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση του επιστημονικού πλούτου.

Νίκος Α. Ασπράγκαθος

Καθηγητής,  Πανεπιστήμιο Πατρών

asprag@mech.upatras.gr

http://robotics.mech.upatras.gr/

Περίληψη

Σε αυτή την εργασία θα υποστηριχθεί ότι η επιστημονική ερευνητική εργασία κοινωνικοποιείται με αυξανόμενους ρυθμούς ενώ με παρόμοιους ρυθμούς ιδιοποιείται ο παραγόμενος επιστημονικός και τεχνολογικός πλούτος και συγκεντρώνεται κυρίως στο μονοπωλιακό κεφάλαιο.

Θα δεχθούμε ότι οι καπιταλιστικές κρίσεις οφείλονται στην  κεφαλαιοκρατική υπερσυσώρευση και υπερπαραγωγή, και επόμενα  η μονοπωλιακή εκμετάλλευση της έρευνας και τεχνολογίας συμβάλει στην εμφάνιση των κρίσεων. Η δε τεχνολογική υστέρηση χωρών ή περιοχών είναι απότοκο της ανισόμετρης καπιταλιστικής «ανάπτυξης».  Επίσης θα επισημανθεί ότι η κεφαλαιοκρατική  ιδιοποίηση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης είναι εμπόδιο στην ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης και των παραγωγικών δυνάμεων, παρά τις σημαντικές αλλαγές που έχουν γίνει στα παραγωγικά μέσα.

Τέλος θα υποστηριχθεί ότι αν ο παραγόμενος επιστημονικός και τεχνολογικός πλούτος ήταν κοινωνική ιδιοκτησία όπως είναι κοινωνικοποιημένη και η ερευνητική εργασία, τότε θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ριζική βελτίωση της ζωής των εργαζομένων και να ανοίξουν πρωτόγνωροι ορίζοντες για την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο.  Οι ερευνητές κομμάτι του εργατικού δυναμικού με  την ένταξη τους  στο εργατικό κίνημα μπορούν να συμβάλουν στις κατακτήσεις και τα εργασιακά δικαιώματα όταν κινούνται στην κατεύθυνση  της λύσης της αντίφασης ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή της γνώσης και την κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση, στη σοσιαλιστική προοπτική.

Εισαγωγή

Από οικονομολόγους και πολιτικούς ευρέως φάσματος θεωρείται ότι ένας παράγοντας της εκδήλωσης της τρέχουσας κρίσης είναι και τεχνολογική καθυστέρηση της Ελλάδος και προτείνουν την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων μέσω της καινοτομίας. Η ίδια συνταγή προτείνεται και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης και κάθε καπιταλιστικής χώρας για την έξοδο από την κρίση.

Η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση χτύπησε πρώτα από όλα τις μεγάλες δυνάμεις στην τεχνολογία, όπως οι ΗΠΑ αλλά και μικρές χώρες, που θεωρούνταν πρότυπα τεχνολογικής ανάπτυξης όπως η Ιρλανδία. Χρέη και ελλείμματα παρουσιάζουν πολλές ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, που δεν έχουν έλλειψη παραγωγικής βάσης και το ερευνητικό τους μοντέλο προσπαθούν να αντιγράψουν οι ελληνικές κυβερνήσεις. Εκεί η έρευνα διεξάγεται σε συνεργασία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα με  αποφασιστικό ρόλο των επιχειρήσεων και γίνονται μεγάλες επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας. Παρ’ όλα αυτά τα δικαιώματα των εργαζομένων αναιρούνται, η ανεργία καλπάζει, οι αποδοχές και συντάξεις μειώνονται.

Η καπιταλιστική κρίση ταλανίζει τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά  τη διακήρυξη της Λισαβόνας, που έθεσε  στόχο ως το 2010 «να  καταστεί η ένωση η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ικανή να εξασφαλίσει βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή». Παρά τα δεκάδες δισεκατομμύρια, ευρώ που διοχετευθήκαν κυρίως στις πολυεθνικές από τις τσέπες των εργαζομένων της ΕΕ, ο στόχος της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής αποδείχθηκε φιάσκο, και  η ανισομετρία διευρύνθηκε. Η τεράστια σημασία, που έχει για το κεφάλαιο η απαλλοτρίωση των ερευνητικών  αποτελεσμάτων, αποδεικνύεται από την κατοχύρωση της «πέμπτης ελευθερίας» εντός της ΕΕ για την «άρση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία της γνώσης» καθώς και οι αλλεπάλληλες συμφωνίες του ΠΟΕ για τα πνευματικά δικαιώματα.

Κοινωνικοποιημένη παραγωγή γνώσης και «καινοτομίας»

Από πολλούς η γνώση και ιδιαίτερα η επιστημονική παρουσιάζεται σαν αυθύπαρκτη για να νομιμοποιηθεί η απαλλοτρίωσή της από το κεφάλαιο και να αποκρυφτεί η κοινωνικοποιημένη παραγωγή της. Για την παραγωγή γνώσης καταναλώνεται εργατική πνευματική και χειρωνακτική δύναμη όπως και για οπουδήποτε άλλο  προιόν.

Η κοινωνικοποίηση της ερευνητικής εργασίας για την ανάπτυξη νέας επιστημονικής γνώσης και τεχνολογίας και η σημασία της στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι μία αναμφισβήτητη πραγματικότητα αν και δεν προβάλλεται η αποκρύβεται συστηματικά η κοινωνική και πολιτική της σημασία. Ο Μαρξ έγραφε: «Η ανάπτυξη του πάγιου κεφαλαίου δείχνει σε πιο βαθμό η γενική κοινωνική γνώση έχει γίνει άμεση παραγωγική δύναμη..»(Μαρξ, GRUNDISSE).  Η γενική κοινωνική γνώση είναι η επιστημονική κληρονομιά της ανθρωπότητας που προέρχεται από την γενική εργασία, που συμπεριλαμβάνει  «όλες τις ανακαλύψεις, όλες τις εφευρέσεις».

Στις μέρες μας η τάση της κοινωνικοποίησης ενισχύεται με την κρατική ή υπερκρατική παρέμβαση,  την δημιουργία μεγάλων ερευνητικών κοινοπραξιών, την συνέργεια των επιστημόνων και ερευνητών εντός του ίδιου δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα ή και μεταξύ φορέων με πολλές μορφές και σχήματα. Τις τελευταίες δεκαετίες εξελίσσεται μια τεράστια αναδιάρθρωση του χώρου της έρευνας ώστε να εξυπηρετήσει καλύτερα την κεφαλαιοκρατική κερδοφορία. Η επιστήμη και η παραγωγή νέας γνώσης κοινωνικοποιείται τόσο διαχρονικά όσο και από την πλευρά της οργάνωσης της ερευνητικής εργασίας. Ως διαχρονική κοινωνικοποίηση ορίζεται η κληρονομιά των επιστημονικών ανακαλύψεων και θεωριών, που έχουν αναπτυχθεί ανά τους αιώνες από αυτόνομους επιστήμονες, όπως παρουσιάζεται στην αστική ιστορία που παραβλέπει την έστω και σε πολύ μικρότερο βαθμό κοινωνικοποιημένη παραγωγή του απώτερου παρελθόντος. Σήμερα όλοι αναγνωρίζουν ότι εχει παρέλθει προ πολλού το μοντέλο του αυτόνομου ερευνητή, αφού η νέα γνώση παράγεται σε μεγάλα κρατικά ή ιδιωτικά ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια που συγκεντρώνουν εκατοντάδες ως χιλιάδες ερευνητές. Η οργάνωση της ερευνητικής εργασίας προσιδιάζει στην καπιταλιστική παραγωγή.  Ο σχετικός κατατεμαχισμός του ερευνητικού έργου και ο καταμερισμός εργασίας μεταξύ ερευνητών με συμπληρωματικές ειδικεύσεις και συγκρότηση μεγάλων κοινοπραξιών θεωρείται προϋπόθεση για το τελικό ολοκληρωμένο ερευνητικό προϊόν. Η αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνικοποίηση της εργασίας και την ιδιοποίηση του προϊόντος από το κεφάλαιο οξύνεται απλώνεται σε νέους χώρους.

Πολλοί οικονομολόγοι του κυρίαρχου ρεύματος  βλέποντας τους περιορισμούς του ανταγωνισμού και της μυστικότητας στην Ε&Α προτείνουν την ανοιχτή καινοτομία (open innovation paradigm), την δημοκρατικοποίηση της καινοτομίας, (Democratizing innovation), το μοντέλο της τριπλής έλικας (University-Industry-Government)  και τα κατανεμημένα καινοτομικά μοντέλα, που είναι μορφές επέκτασης και διεύρυνσης της κοινωνικοποίησης της παραγωγής νέας επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης (Aspragathos, 2013). Η συσσωρευτική καινοτομία ορίσθηκε από τον Shapiro (2001) σαν κεντρικός παράγοντας σε κάθε επιστημονική μέθοδο αφού κάθε νέα ανακάλυψη στηρίζεται στις προηγούμενες. Εκείνο που παραγνωρίζεται στην ιστορικά ολοκληρωμένη κοινωνικοποίηση είναι η αναντικατάστατη συμβολή των σκλάβων των τεχνητών, των εργατών και των μηχανικών που κατασκευάζουν τις μηχανές και τις διατάξεις. Η συνέργεια όλων αυτών των παραγόντων έχει πολλαπλασιαστικά αντί για προσθετικά αποτελέσματα στην εξέλιξη των παραγωγικών μέσων και των παραγωγικών δυνάμεων.  Περισσότερες μορφές συνέργειας ερευνητών και δημόσιων η ιδιωτικών ερευνητικών και μη φορέων παρουσιάζονται σε πρόσφατη εργασία του συγγραφέα και δείχνουν τις τάσεις ραγδαίας κοινωνικοποίησης(Aspragathos, 2013).

Η κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση και συγκέντρωση επιστημονικού πλούτου και τεχνογνωσίας παράγοντες της καπιταλιστικής κρίσης

Η κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση του κοινωνικοποιημένα παραγόμενου πλούτου επιτυγχάνεται μέσω της θεσμοθέτησης και ενίσχυσης της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, των φοροαπαλλαγών, των επιδοτήσεων και του σκληρού καθεστώτος προστασίας της λεγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας.

Σε προηγούμενες εργασίες του ιδίου συγγραφέα παρατέθηκαν στοιχεία για την σχετικά ραγδαία αύξηση των κρατικών επιδοτήσεων προς τη βιομηχανία και τις επιχειρήσεις για την διεξαγωγή έρευνας τόσο στις ΗΠΑ (Ασπράγκαθος, 2013) όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τα προηγούμενα χρηματοδοτικά πλαίσια (Ασπράγκαθος, 2008).  Στην παρούσα εργασία θα δοθούν και θα σχολιασθούν δεδομένα για την εξέλιξη των χρηματοδοτήσεων και των συμμετοχών των επιχειρήσεων στο 7ο πλαίσιο (FP7), όπως επίσης και στοιχεία για την κατάταξη των χωρών που ανήκουν στην  Ευρωπαϊκή Ένωση για την επίδοση τους στην καινοτομία, παρ’ όλο που ο τρόπος συγκέντρωσης και παρουσίασης από της εκθέσεις της ΕΕ είναι επηρεασμένος από την κυρίαρχη πολιτική.

Στόχος της ΕΕ είναι η χρηματοδότηση της έρευνας να προέρχεται κατά 2/3 από επιχειρήσεις και κατά 1/3 από δημόσιους ερευνη­τικούς φορείς (πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, ερευνητικά ινστιτούτα, ευρύτερο δημόσιο τομέα). Είναι προφανές ότι έτσι εντείνεται ουσιαστικά ο έλεγχος της έρευνας από το μεγάλο κεφά­λαιο. Οι επιχειρήσεις αφενός εξασφαλίζουν τη διεξαγωγή της έρευνας που επιθυμούν, αφετέρου όμως δεν συνεισφέρουν τη δική τους αντίστοιχη χρηματοδότηση αλλά προσπορίζονται δημόσιο χρήμα (π.χ. μέσα από την υπερτιμολόγηση της συμμετοχής τους). Οι λεγόμενες Ευρωπαϊκές Τεχνολογικές Πλατφόρμες (ETP), που καθιερώθηκαν το 2003, σκοπό είχαν και έχουν την ολοκληρωτική κυριαρχία και έλεγχο από τις μεγάλες επιχειρήσεις του αντίστοιχου κλάδου πάνω στις χρηματοδοτήσεις και της έρευνας και ανάπτυξης (Ευρωπαϊκή Ένωση, 2013α). Παρόμοιο ρόλο έχουν και οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (PPP), που καθιερώθηκαν το 2008 ως ένα μέτρο εξόδου από την κρίση με την διεύρυνση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην μεταποίηση, την κατασκευή κτιρίων  και την αυτοκινητοβιομηχανία (Ευρωπαϊκή Ένωση, 2013β). Είναι σαφέστατες παρεμβάσεις στην άμεση ιδιωτικοποίηση της κοινωνικά παραγόμενης γνώσης από το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Οι ισχύοντες στην Ελλάδα νόμοι για την έρευνα-ανάπτυξη-καινοτομία και ειδικά το τελευταίο νομοσχέδιο που είναι υπό «διαβούλευση» κινείται στο ίδιο πλαίσιο με σκανδαλώδη κίνητρα στις επιχειρήσεις και πλήρη υποταγή των ερευνητικών φορέων στο κεφάλαιο.

Τα στοιχεία που παρατίθενται παρακάτω αφορούν κυρίως το FP7 και προέρχονται από έκθεση της ευρωπαϊκής επιτροπής, όπου φαίνεται η συμμετοχή των επιχειρήσεων τόσο αριθμητικά όσο και στο ποσοστό της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης αυξάνεται στους τομείς των μεταφορών, την ενέργεια και την ασφάλεια εκεί που οι επιχειρήσεις κυριαρχούν απολύτως είναι η τεχνολογία πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών.  Στο Σχ. 1 φαίνεται ο διπλασιασμός του ποσοστού των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων για έρευνα στις λεγόμενες μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), που για τα ελληνικά δεδομένα είναι μεγάλες αλλά και σε επίπεδο Ευρώπης αυτές που συμμετέχουν σε ερευνητικά έργα προσεγγίζουν τα άνω όρια του ορισμού των ΜΜΕ ή ανήκουν σε ομίλους.

Σχ. 1   Η  διεύρυνση της συμμετοχής των μικρομεσαίων  επιχειρήσεων στην ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της Ε&Α. (Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013δ), Sixth FP7 Monitoring Report)

Βέβαια τη μερίδα του λέοντος από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση της έρευνας  λαμβάνουν τα πολύ γνωστά πολυεθνικά μονοπώλια, όπως δείχνει ο πίνακας του Σχ. 2. Είναι αναμενόμενο αφού τα κριτήρια για την έγκριση της πρότασης είναι η ανταγωνιστικότητα της κοινοπραξίας και η «ποιότητα» της πρότασης ενώ στα αρχικά πλαίσια συμπεριλαμβάνονταν δευτερευόντως και κριτήρια «σύγκλισης».

Σχ.2 Η μερίδα του λέοντος στα γνωστά μονοπώλια. (Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013δ), Sixth FP7 Monitoring Report)

Η χρηματοδότηση που προέρχεται από την ΕΕ είναι σχετικά μικρό ποσοστό της συνολικής δημόσιας χρηματοδότησης αλλά οι τάσεις είναι ίδιες αφού σχεδόν σε όλα τα χρηματοδοτικά πλαίσια επιβάλλεται η τριπλή έλικα ή άλλως   PublicPrivatePartnership (PPP). Οι επενδύσεις σε Ε&Α είναι στρατηγικής σημασίας για την επικράτηση στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.   Ο Nagaoka (2005) έδειξε ότι στις φαρμακευτικές και τις τηλεπικοινωνίες/παιχνίδια οι επενδύσεις για Έρευνα και Ανάπτυξη (άϋλο) ξεπερνούν κατά πολύ τις επενδύσεις σε Εργοστάσια και Εξοπλισμό (υλικό). Ακόμη και στην αυτοκινητοβιομηχανία, που παράγει προϊόντα, που εμπεριέχουν πολύ πρώτη ύλη και δαπανηρές κατεργασίες οι επενδύσεις για  Έρευνα και Ανάπτυξη είναι υψηλότερες από ότι για Εργοστάσια και Εξοπλισμό. Πιθανά να υπάρχει υπερκοστολόγηση της Έρευνας και Ανάπτυξης αλλά η τάση είναι σαφής.

Η ανωτέρω έκθεση της ΕΕ δεν αναφέρει στοιχεία για την κατανομή των πατεντών, που προήλθαν από τα χρηματοδοτηθέντα ερευνητικά έργα, μεταξύ των δημόσιων φορέων και των επιχειρήσεων αλλά είναι γνωστό ότι τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν οι επιχειρήσεις. Η τεράστια συγκέντρωση των πατεντών και άλλων μορφών ιδιοποίησης του κοινωνικού επιστημονικού πλούτου από το κεφάλαιο έχει παρουσιαστεί σε προηγούμενη εργασία (Aspragathos 2013).

Η σημασία των «άϋλων» επενδύσεων που στηρίζονται κυρίως στην απλήρωτη επιστημονική εργασία προηγούμενων εποχών ή επιστημόνων που εργάζονται στις εν λόγω εταιρείες η σε πανεπιστήμια ερευνητικά ινστιτούτα συνεργαζόμενα με τις εταιρείες γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Η συνεργασία των δημόσιων ερευνητικών φορέων και ειδικά των πανεπιστημίων με τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (Public-Private-Partnership, PPP) είναι στρατηγικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Στο 6ο πλαίσιο της ΕΕ οι κοινοπραξίες που συμπεριλάμβαναν πανεπιστήμια με επιχειρήσεις ενώ ήταν λιγότερες από το 1/3 η χρηματοδότηση που έλαβαν συνολικά ανταποκρίνονταν στα 2/3 της συνολικής. Στο 7ο πλαίσιο η τάση αυτή ενισχύεται συστηματικά και στους σχεδιασμούς του Horizon 2020 η PPP λαμβάνει πλέον δομικά χαρακτηριστικά και όλα αυτά για την ανταγωνιστικότητα και την κερδοφορία του κεφαλαίου μέσω μηχανισμών της απαλλοτρίωσης του κοινωνικά παραγόμενου και χρηματοδοτούμενου πλούτου.

Σύμφωνα με τον Schumpeter (1943, 2003) η «καινοτομία» είναι κρίσιμος συντελεστής για την ανάπτυξη μιας επιχείρησης όμως ο ίδιος αναγνώρισε ότι είναι ένας μηχανισμός δημιουργίας μονοπωλίου. Η μονοπωλιακή συγκέντρωση και συγκεντροποίηση που είναι εγγενής στον καπιταλισμό είναι κατά πολλούς παράγοντας εκδήλωσης των κρίσεων.

Τεχνολογική Ανισομετρία

Για την παρουσίαση των τάσεων της τεχνολογικής ανισομετρίας θα στηριχθούμε σε ευρωπαϊκά δεδομένα που λίγο πολύ ισχύουν σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο αν εξαιρέσουμε τις αναδυόμενες οικονομίες που χρειάζονται ειδική αντιμετώπιση. Διεύρυνση του χάσματος στην τεχνολογία και την καινοτομία μεταξύ των κυρίαρχων καπιταλιστικών δυνάμεων και επιχειρήσεων της Ευρώπης και των ουραγών αναγνωρίζεται από εκθέσεις της ΕΕ (Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013γ), Innovation Union Scoreboard).

2008 2009 2010 2011 2012 Μεταβολή%
EU27 0.504 0.516 0.532 0.531 0.544 1.62%
Ελλάδα 0.364 0.338 0.362 0.334 0.340 -1.66%
Πορτογαλία 0.378 0.400 0.427 0.425 0.406 1.67%
Σουηδία 0.725 0.731 0.733 0.735 0.747 0.65%
Γερμανία 0.677 0.694 0.710 0.705 0.720 1.75%
Ιταλία 0.397 0.410 0.432 0.432 0.445 2.71%
Γαλλία 0.519 0.531 0.558 0.560 0.568 1.84%
Ουγγαρία 0.301 0.301 0.329 0.335 0.323 1.35%

 

Σχ. 3α Μεταβολή του βαθμού καινοτομικότητας μεταξύ 2008 και 2012 (Ευρωπαϊκή Ένωση 2013γ).

Ανθρώπινο

δυναμικόΕρευνητικό

σύστημαΧρημα-τοδότησηΕπενδύσεις

ΕπιχειρήσεωνΕπιχειρη-ματικοτηταΠνευματικά

δικαιώματαΚαινοτόμοιΟικονομικά

ΑποτελέσματαEU270.5570.4780.5850.4060.5320.5550.5710.603Ελλάδα0.5060.2940.1510.2200.4850.1220.6760.347Πορτο-

γαλία0.4040.4350.4140.2790.4160.3120.7280.378Σουηδία0.9000.7750.8290.6590.8020.7670.6930.612Γερμανία0.6260.5530.6100.6370.7310.8141.0000.728Ιταλία0.4200.3540.2890.2870.4040.5190.6160.535Γαλλία0.6690.6640.6310.3470.4980.5160.5320.611Ουγγαρία0.4520.1690.2710.2440.2170.2500.1310.590

Σχ. 3(β). Επίδοση ανά διάσταση του βαθμού καινοτομικότητας για το 2012.

Στην ίδια έκθεση αυτή οι χώρες της ΕΕ χωρίζονται σε 4 ομάδες, όπου στην πρώτη ομάδα ανήκουν 3 πρωτοπόρες, ακολουθεί η δεύτερη ομάδα που είναι κοντά στο μέσο όρο ενώ η τρίτη  και τέταρτη ομάδα είναι κάτω από το μέσο όρο από10% -50% και >50% αντίστοιχα. Η τρίτη ομάδα στην οποία κατατάσσεται η Ελλάδα  παρουσιάζει σχετικά υψηλό κατά κεφαλή εισόδημα αλλά κυριαρχείται από τομείς χαμηλής και μέσης τεχνολογίας. Όπως φαίνεται στο Σχ.3α η σχετική θέση των χωρών δεν άλλαξε μετά το 2008 αλλά το χάσμα μεταξύ των πρωτοπόρων και των μέτριας απόδοσης και των ουραγών  γενικά διευρύνθηκε με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Στο Σχ. 3β φαίνεται η επίδοση των χωρών ανά διάσταση του βαθμού καινοτομικότητας. Η κάθε διάσταση συνίσταται από  επιμέρους δείκτες των οποίων ο βαθμός έχει σημαντική διασπορά από το μέσο όρο της κάθε διάστασης.  Αν εξαιρέσει κανείς τις ερευνητικές δημοσιεύσεις, που η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά υψηλό επίπεδο, σχεδόν όλοι οι άλλες διαστάσεις/δείκτες  είναι κάτω του μέσου όρου και όσον αφορά στις ιδιωτικές επενδύσεις για Ε&Τ είναι κοντά στο μηδέν.   Οι δημοσιεύσεις και η ιδιωτικές επενδύσεις εντάσσονται στο ερευνητικό σύστημα και στις επενδύσεις επιχειρήσεων αντίστοιχα που διαμορφώνονται και από άλλους δείκτες.

Η τεχνολογική ανισομετρία φαίνεται και από την επίδοση των εταιριών στην συμμετοχή σε χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ ερευνητικά έργα. Οι πενήντα πρώτες εταιρείες προέρχονται από 13 χώρες με την υψηλότερη συμμετοχή από τη Γαλλία (13) και τη Γερμανία (11) ακολουθούμενες από την Ιταλία(7) και την Ισπανία (5). Αντίστοιχα είναι και τα στοιχεία που προκύπτουν και για την παραγωγικότητα της εργασίας ως προς την κατάταξη των χωρών, που δείχνει τη σύνδεση της Ε&Τ με την παραγωγικότητα της εργασίας (Σχ. 4) με τις αντίστοιχες επιπτώσεις για το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Ενώ οι χώρες με υψηλό τεχνολογικό επίπεδο πλησιάζουν ή ξεπερνούν  την παραγωγικότητα των ΗΠΑ οι χώρες της τρίτης και τέταρτης ομάδας να έχουν πάρα πολύ μικρή παραγωγικότητα με μεγαλύτερη εντατικοποίηση και πολύ αυξημένες ώρες εργασίας κατά μέσο όρο.

Ετήσιες ώρες εργασίας  ανά

εργαζόμενοΑΕΠ ανά

ώρα εργασίαςΑΕΠ ανά

ώρα εργασίας

% των ΗΠΑ

Γαλλία147959,592,8Γερμανία139358,390,9Ελλάδα203434,553,7Ουγγαρία188628,344,1Ιταλία175246,772,8Πορτογαλία16913453Σουηδία162154,785,3

Σχ. 4 Ώρες εργασίας ανά έτος και παραγωγικότητα της εργασίας(OECD.Stat , 2014)

Η ανισομετρία είναι εγγενής στον καπιταλισμό και προέρχεται από τον ανταγωνισμό που θεωρείται η βασική κινητήρια δύναμη του συστήματος. Απλουστευμένα οι ηγετικές χώρες  γίνονται ισχυρότερες και οι χώρες ουραγοί ασθενέστερες.

Δομική κρίση και ανεργία?

Η κρίση και η ανεργία δεν οφείλονται στην τεχνολογική ανάπτυξη αλλά είναι εγγενή χαρακτηριστικά του καπιταλισμού,  όπως έχει δειχθεί από το Μαρξ και μεταγενέστερους ερευνητές και οικονομολόγους. Όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες μηχανικοί και άλλοι επιστήμονες, που ασχολούνται με την εξέλιξη της πληροφορικής και του αυτοματισμού, θεωρούν ότι με τους ρυθμούς ανάπτυξης της τεχνολογίας που ενσωματώνεται στην παραγωγή και τις υπηρεσίες, σε μερικές δεκάδες χρόνια  οι μηχανές γενικά θα αποκτήσουν ευφυΐα και επιδεξιότητα που μπορεί να ξεπεράσει την μέση ανθρώπινη το οποίο επονομάζουν ενικότητα (singularity).Οι  επιστήμονες αυτοί παρόλο που περιγράφουν τα αποτελέσματα της τεχνολογικής εξέλιξης δεν  δέχονται  την μαρξιστική ερμηνεία και πρόταση για λύση της αντίφασης   (Ford 2009). Ο ίδιος στηρίζει την προσδοκία για δημιουργία αυτόνομων μηχανών, στην εξέλιξη μιας σειράς επιστημονικών και τεχνολογικών κλάδων όπως την πληροφορική, τη ρομποτική, τη νανοτεχνολογία, τη βιοτεχνολογία, και τις εφαρμογές τους από τον πρωτογενή μέχρι τον τριτογενή τομέα της οικονομίας αλλά και σε οικιακές και προσωπικές ανάγκες. Επειδή οι τεχνολογίες αυτές εξελίσσονται  με γεωμετρική πρόοδο στην αρχή οι αλλαγές δεν είναι τόσο εμφανείς, αλλά από ένα σημείο και μετά η εξέλιξη είναι εκρηκτική. Όπως φαίνεται στο σχηματικό διάγραμμα του Σχ. 5 η τεχνολογική έκρηξη θα προκαλέσει απότομη τεράστια πτώση του εισοδήματος των μισθωτών και προφανώς μια πρωτοφανή κρίση του καπιταλιστικού συστήματος σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις. Πολλές  φορές σχήματα πρόβλεψης έχουν διαψευσθεί, όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι  η παραγωγικότητα της εργασίας έχει βελτιωθεί με υψηλούς ρυθμούς τις μεταπολεμικές δεκαετίες

 

Σχ. 5 Τάσεις προς την τεχνολογική έκρηξη και την κατάρρευση στο εισόδημα μισθωτών

Μετά το επίσημο τέλος της ύφεσης (2009) από την τρέχουσα κρίση ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ ήταν ίσος με το 75%  του μέσου ρυθμού της μεταπολεμικής (1948-2007) ανόδου, η αύξηση των επενδύσεων σε εξοπλισμό και λογισμικό έφτασε στο 95% του ιστορικού μέγιστου και τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων έπιασαν ιστορικό ρεκόρ για την μεταπολεμική περίοδο.  Από την άλλη, οι νέες θέσεις εργασίας έχουν σταθεροποιηθεί περίπου στο μισό του προ-υφεσιακού ύψους παρά την αύξηση των επενδύσεων, η ανεργία δεν μειώνεται ενώ το οικογενειακό εισόδημα των εργαζομένων μειώνεται (Brynjolfsson,  McAfee, 2011) . Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι παραπάνω εξελίξεις σε μεγάλο οφείλονται στην τεχνολογική ανάπτυξη και ότι η οικονομία δεν βρίσκεται απλά σε μια μεγάλη ύφεση κυκλικού χαρακτήρα αλλά στην οδύνη μίας μεγάλης αναδόμησης, με αλλά λόγια είναι δομική.

Η πλήρης αυτοματοποίηση είναι ασύμβατη με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής γιατί η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και η άντληση όλο και περισσότερης υπεραξίας είναι το άνω φράγμα στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Επίσης αντιμετωπίζουν την ανάπτυξη της ευφυΐας με μηχανιστικό τρόπο ενώ είναι ιστορική και κοινωνική διαδικασία, επόμενα χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση η σύγκριση της ανθρώπινης με τη μηχανική που είναι εκτός του σκοπού αυτής της εργασίας.

Απελευθέρωση της επιστήμης και κοινωνικοποίηση του επιστημονικού και τεχνολογικού πλούτου.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η αντίφαση μεταξύ της κοινωνικοποιημένης παραγωγής γνώσης και της ιδιωτικής μονοπωλιακής ιδιοποίησης οξύνεται με όλο και ταχύτερους ρυθμούς. Επαληθεύεται ότι «…. Η τεράστια παραγωγική δύναμη, έρχεται σε αντίφαση με τις σχέσεις αξιοποίησης αυτού του ογκούμενου κεφαλαίου. Από δω οι κρίσεις.» (Καρλ Μάρξ, «Κεφάλαιο»)

Η κεφαλαιοκρατική  ιδιοποίηση της επιστημονικής και τεχνολογικής γνώσης, και η συνεπαγόμενη εμπιστευτικότητα είναι εμπόδιο στην ελεύθερη ανάπτυξη της επιστήμης και των παραγωγικών δυνάμεων, δεν αξιοποιείται για την κοινωνική ευημερία αλλά ακόμη και σε βάρος της κοινωνίας αν αυτό επιβάλει η εξασφάλιση του κέρδους. Αυτή η όξυνση συμβάλει σε ορισμένο βαθμό μαζί με τους κύριους παράγοντες στην εμφάνιση όλο και βαθύτερων κρίσεων του καπιταλιστικού συστήματος. Επίσης διευρύνεται και η τεχνολογική ανισομετρία μεταξύ των οικονομιών των χωρών και περιοχών αλλά και κλάδων της οικονομίας και διαψεύδονται από ακόμη μια πλευρά όσοι προσδοκούσαν η προσδοκούν σύγκλιση εντός της ΕΕ.

Η θεώρηση ότι η τεχνολογία και η καινοτομία σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο θα είναι ένας από τους μοχλούς για την έξοδο από την κρίση σε όφελος των εργαζομένων είναι συνειδητά η ασυνείδητα τουλάχιστο αποπροσανατολιστική.   Η τρέχουσα καπιταλιστική κρίση έχει μεγάλο βάθος και πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά, ενώ δεν προτείνεται από τους οικονομολόγους του συστήματος κανένα αξιόπιστο μοντέλο οικονομικής ανόδου και ειδικότερα μείωσης της ανεργίας με προοπτική. Αν δεχθούμε ότι είναι μια δομική κρίση τότε μπορούμε να πούμε ότι οφείλεται σε ένα βαθμό από την εκμετάλλευση της τεχνολογίας για την μεγιστοποίηση της κερδοφορίας.

Οι ερευνητές και οι επιστήμονες αλλά και όλοι οι εργαζόμενοι συνέβαλαν και θα συνεχίσουμε να συμβάλουμε στην παραγωγή νέας γνώσης παρά την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων από το κεφάλαιο.  Παράλληλα αποτελεί κοινωνική ανάγκη να αγωνιζόμαστε οργανωμένα στο πλαίσιο του εργατικού κινήματος για την απελευθέρωση της επιστήμης από τα καπιταλιστικά δεσμά και την απόδοση του επιστημονικού και τεχνολογικού πλούτου στην κοινωνία. Με σκληρούς ταξικούς αγώνες  οι εργαζόμενοι απέσπασαν σημαντικά οφέλη από την επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη, που η τρέχουσα βάρβαρη επίθεση του κεφαλαίου τα αναιρεί, και αποτελεί ζωτική ανάγκη η ανατροπή της.

Στην ημερήσια διάταξη του εργατικού κινήματος  είναι ανάγκη να συμπεριληφθούν διεκδικήσεις για την κατάργηση της εμπορευματοποίησης, και της εμπιστευτικότητας, την ισότιμη διεθνή συνεργασία, το προσανατολισμό  στην επίλυση των λαϊκών προβλημάτων, στην μείωση της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης αλλά και την αξιοποίηση της τεχνολογίας για την μείωση του εργάσιμου χρόνου με αύξηση αποδοχών, την απαλλαγή από βαριές και ανθυγιεινές εργασίες.

Σύγκρουση με τον ΕΧΕ και κατεύθυνση ανατροπής της πολιτικής των χρηματοδοτι­κών πλαισίων της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης. Δραστική αύξηση των δημόσιων δαπανών με σύστημα για την ισότιμη χρηματοδότηση της έρευνας από το ΥΠΕΠΘ, για όλες τις επιστήμες που διδάσκονται στα πανεπιστήμια και για όλα τα μέλη ΔΕΠ, μακριά από την ανταγωνιστική λογική και τις προτεραιότητες των προγραμμάτων της ΕΕ.

Θωράκιση της ακαδημαϊκής και ερευνητικής ελευθερίας, της ελεύθερης συνείδησης των ερευνητών για την αναζήτηση της επιστημονικής αλή­θειας, απέναντι στις αυθαιρεσίες εργοδοτών και εταιρειών που συμμετέχουν στα ερευνητικά έργα. Κατάργηση της νομοθετικής ρύθμισης που προβλέπει και ενισχύει την ίδρυση spin-off εταιρειών από μέλη ΔΕΠ.

Διεκδίκηση  των εργασιακών δικαιωμάτων των ερευνητών και των μεταπτυχιακών φοιτητών, που εργάζονται σε ερευνητικά έργα και κατοχύρωσή τους με υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Η αντίσταση στα κυβερνητικά μέτρα και οι διεκδικήσεις θα είναι αποτελεσματικά όταν κινούνται στο πλαίσιο της λύσης της αντίφασης ανάμεσα στην κοινωνικοποιημένη παραγωγή της γνώσης και την κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση, στη σοσιαλιστική προοπτική, που θα απελευθερώσει την επιστημονική έρευνα και τους ερευνητές από τα καπιταλιστικά δεσμά και να εμφανιστούν πρωτόγνωρες και συναρπαστικές εξελίξεις στην επιστημονική πρόοδο.

Αναφορές

Azagra-Caro Joaquín M., Carat Gérard, Pontikakis Dimitrios (2009), University-industry cooperation in the Research Framework Programme, EUR 24078 EN – 2009

Ασπράγκαθος Νίκος Α. (2013), Η επιστημονική έρευνα, η αυτοματοποίηση  και η καπιταλιστική κρίση.7ο Διεπιστημονικό Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο ΕΜΠ, Μέτσοβο, 12-15 Σεπτεμβρίου 2013.

Aspragathos Nikos A. (2013),  Commons-based Science and Research and the Privatization of its Fruits: The Robotics Paradigm,  n° 12 – Journal of Innovation Economics – 2013/2

Ασπράγκαθος Ν.Α.,  Μ. Φραγκομιχελάκης (2008), Η πανεπιστημιακή έρευνα στον ασφυκτικό Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας, Το μέλλον του Δημόσιου Πανεπιστημίου στην Ελλάδα, Ημερίδα ΣΔΕΠ Πολυτεχνείου Κρήτης (14.5.2008)

 Brynjolfsson Erik, and  McAfee Andrew (2011), Race Against The Machine: How the Digital Revolution is Accelerating Innovation, Driving Productivity, and Irreversibly Transforming Employment and the Economy, Digital Frontier Press, Lexington, Massachussets,

Ford Martin R. (2009), The Lights in the Tunnel: Automation, Accelerating Technology and

the Economy of the Future, Acculant™ Publishing

Ευρωπαϊκή Επιτροπή  (2013α) COMMISSION STAFF WORKING DOCUMENT, STRATEGY FOR EUROPEAN TECHNOLOGY PLATFORMS: ETP 2020, Brussels, 12.7.2013

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013β), Contractual public-private partnerships for research and innovation in Horizon 2020, 2013

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013γ), Innovation Union Scoreboard http://ec.europa.eu/enterprise/policies/innovation/facts-figures-analysis/innovation-scoreboard/index_en.htm

Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2013δ), Sixth FP7 Monitoring Report, 2012, European Union,7 August 2013

Μαρξ Κάρλ, GRUNDISSE, Τόμος Β’, Στοχαστής

Καρλ Μάρξ, «Κεφάλαιο», Τόμος ΙΙΙ, κεφ. 13-14, Σύγχρονη Εποχή, 1978.

Nagaoka Sadao, (2005) “Determinants of high-royalty contracts and the impact of stronger protection of intellectual property rights in Japan”, J. Japanese Int. Economies 19 233–2546

OECD.Stat (2014): Breakdown of Gross Domestic Product per capita in its components, 2014.

SCHUMPETER, J. (2003), Capitalism, Socialism and Democracy, Taylor & Francis e-Library.

SHAPIRO, C. (2001), Navigating the Patent Thicket: Cross Licenses, Patent Pools, and Stand­ard Setting, Innovation Policy and the Economy, Jaffe A., Lerner J. and Stern Scott (eds), Cambridge MA, The MIT Press.

————————————————————————————————————————-

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ  Γ. ΛΑΓΟΣ

Καθηγητής

 Τουριστικής Οικονομικής

  και Διοίκησης Τουριστικών Επιχειρήσεων

Τμήμα Διοίκησης  Επιχειρήσεων

Πανεπιστήμιο  Αιγαίου                                                                                                                 d.lagos@aegean.gr

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο τουρισμός είναι μια οικονομική δραστηριότητα που θα επηρεαστεί από τη διεθνή χρηματοοικονομική συγκυρία, λόγω της ευαισθησίας που παρουσιάζει το τουριστικό προϊόν στις οικονομικές μεταβολές.

Τα αίτια που τροφοδοτούν την κρίση στον ελληνικό τουρισμό οφείλονται κυρίως στα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της τουριστικής βιομηχανίας και στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν. Εμφανή συμπτώματα αυτής της παθογένειας συνιστούν, η συρρίκνωση της τουριστικής περιόδου, η μείωση της διαπραγματευτικής ικανότητας της χώρας μας, η μείωση της εγχώριας τουριστικής δαπάνης και η σταθερή υποβάθμιση του οικονομικού και κοινωνικού προφίλ του μέσου τουρίστα. Αυτό είναι συνέπεια του κυρίαρχου αναπτυξιακού προτύπου «ήλιος και θάλασσα» (sun lust) και του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος των 4S (Sun, Sand, Sea, Sex) που τα τελευταία επέβαλλαν τη μαζικοποίηση του τουριστικού φαινομένου και που σε περιόδους χρηματοοικονομικής κρίσης εντείνεται και δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στην αποδοτικότητα και ανταγωνιστικότητα της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας.

Για την  υπέρβαση της κρίσης, απαιτείται η εφαρμογή κατάλληλου μίγματος τουριστικής πολιτικής για την ποιοτική αναβάθμιση, τον εμπλουτισμό και τη διαφοροποίηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, ώστε να μετατραπούν οι συνιστώσες της χρηματοοικονομικής κρίσης σε  άξονες ευκαιριών.

Λέξεις – κλειδιά: ελληνική τουριστική πολιτική, ανταγωνιστικότητας της τουριστικής βιομηχανίας, χρηματοοικονομική κρίση.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πλούσιο φυσικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, το οποίο τις παρέχει διαχρονικά συγκριτικό πλεονέκτημα για την ανάπτυξη των διαφόρων μορφών τουρισμού.

Τα μέχρι  σήμερα αποτελέσματα της τουριστικής της ανάπτυξης είναι αξιόλογα. Συγκεκριμένα, το εισρέον τουριστικό συνάλλαγμα καλύπτει το 36,98 % των άδηλων πόρων σε συνάλλαγμα και το 51,09%  του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου (στατιστικά δεδομένα του 2012). Τα τουριστικά έσοδα ανήλθαν σε 10.025 δισεκατομμύρια ευρώ το 2012, έναντι 10.505 εκατ. ευρώ το 2011, σημειώνοντας μείωση κατά 4,78%. Η απασχόληση στον τουρισμό, είτε με άμεσο είτε με έμμεσο τρόπο, αποτέλεσε το 18,3% της συνολικής απασχόλησης της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι 688.800 άτομα απασχολήθηκαν, άμεσα ή έμμεσα, σε όλους τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας και ότι ο τουρισμός συνεισφέρει το 16,4% του Α.Ε.Π. Η Ελλάδα κατέχει το 2,93% της ευρωπαϊκής αγοράς τουρισμού και το 1,5% της παγκόσμιας αγοράς. Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη ανήλθε το 2012 στα 646,06 ευρώ, η οποία ήταν κατά 1,02%  υψηλότερη από το 2011. Η εκτίμηση για το 2013 είναι ότι οι διεθνείς αφίξεις θα ξεπεράσουν τα 17,5 εκατ. τουριστών και τα 12,2 δις. ευρώ τα έσοδα.

Στην Εικόνα 1, παρουσιάζονται οι ανταγωνίστριες χώρες της Ελλάδας με βάση τις αφίξεις τουριστών του 2012 και μεταβολή αυτών σε σχέση με το 2011.

Εικόνα 1: Διεθνείς Τουριστικές Αφίξεις σε Ελλάδα και Ανταγωνιστές, 2012
Πηγή: ΣΕΤΕ (2012:12)

Συγκρινόμενος σε παγκόσμιο επίπεδο, ο ελληνικός τουρισμός καταγράφει ικανοποιητικές επιδόσεις (Εικόνα 2). Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού (UNWTO), η Ελλάδα το 2012 ήταν 17η σε επίπεδο διεθνών αφίξεων και 23η σε επίπεδο εσόδων. Επίσης, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (WEF) το 2013, η Ελλάδα καταλάμβανε την 32η θέση μεταξύ 140 χωρών στο Δείκτη Ταξιδιωτικής και Τουριστικής Ανταγωνιστικότητας, ενώ στο Γενικό Δείκτη Ανταγωνιστικότητας καταλάμβανε μόλις την 96η.

Εικόνα 2: Ελλάδα & Ανταγωνιστές – Θέση στην Παγκόσμια Κατάταξη 2012

Πηγή: ΣΕΤΕ, UNWTO, WEF

Ο μεγαλύτερος αριθμός επισκεπτών μέχρι πριν από λίγα χρόνια προερχόταν κυρίως από τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Την τελευταία δεκαετία ωστόσο, αναδείχθηκαν νέες χώρες-αγορές από τις οποίες η Ελλάδα προσελκύει σημαντικό αριθμό επισκεπτών. Οι χώρες αυτές είναι κυρίως η Ρωσία και οι γειτονικές Βαλκανικές. Ιδιαίτερα, οι αφίξεις από την Ρωσία εμφανίζουν σημαντική αύξηση τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη πλευρά, μικρός είναι ο αριθμός των επισκεπτών από χώρες όπως η Ιαπωνία και η Κίνα, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχουν και άλλες σημαντικές αγορές από τις οποίες η Ελλάδα θα μπορούσε να αποσπάσει ακόμα μεγαλύτερο μερίδιο.

Οι προοπτικές για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη παραμένουν συγκρατημένα αισιόδοξες. Ειδικότερα, και σύμφωνα με τις προβλέψεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, ο ευρωπαϊκός τουρισμός θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με μικρότερους ρυθμούς από ό,τι αναπτύσσεται μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να ενταθεί ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε διάφορους προορισμούς (UNWTΟ:2000). Σύμφωνα με νεότερες εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού, μέχρι το 2030 οι άνθρωποι που θα ταξιδεύουν θα φθάσουν το 1,8 δις.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού για το 2013 προβλέπει αύξηση των διεθνών αφίξεων κατά 4,1%, που σημαίνει ότι οι διεθνείς τουριστικές αφίξεις θα ξεπεράσουν τα 1,5 δις.  Παρ’ όλα  αυτά, ο διεθνής τουρισμός προβλέπεται ότι θα μειωθεί, εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης, της μείωσης του Α.Ε.Π. πολλών χωρών, αλλά και της αναμενόμενης αύξησης του κόστους των μετακινήσεων. Έτσι, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του διεθνούς τουρισμού αναμένεται να κυμανθεί από το 4,2 % στην περίοδο 1980-2020 σε 3,35% στην επόμενη εικοσαετία (2010-2030).

Η Ευρώπη προβλέπεται ότι μέχρι το 2030 θα χάσει τα «σκήπτρα» στην τουριστική βιομηχανία του πλανήτη, καθώς αναμένεται άνοδος της τουριστικής κίνησης στην νοτιοανατολική Ασία και στον Ειρηνικό. Το μερίδιο της Ευρώπης, το οποίο το 1980 ήταν 63%, μειώθηκε στο 51% το 2010 και αναμένεται να συρρικνωθεί στα επίπεδα του 41% μέχρι το 2039, εντείνοντας ακόμα περισσότερο τον διεθνή ανταγωνισμό, δυσχεραίνοντας συνακόλουθα την προσέλκυση τουριστών και εισροή εσόδων  στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα η εξέλιξη των τουριστικών μεγεθών των τελευταίων ετών κρίνεται – σε γενικές γραμμές – θετική. Αυτό, κυρίως, οφείλεται στα φυσικά πλεονεκτήματα της χώρας που προσδιορίζονται από το εντυπωσιακό μεσογειακό της τοπίο και τις ήπιες κλιματολογικές της συνθήκες. Σύμφωνα με μελέτη της McKinsey «Τουριστικός Στρατηγικός Σχεδιασμός 2021», η οποία υλοποιήθηκε για λογαριασμό του ΣΕΤΕ , τα επόμενα 8-10 χρόνια ο τουρισμός θα αποτελέσει κινητήρια δύναμη της ελληνικής οικονομίας. Οι διεθνείς αφίξεις αναμένεται να φθάσουν τα 22-24 εκατ. τουριστών με παράλληλη αύξησης της μέσης δαπάνης ανά ταξίδι. Η συνολική εισφορά στο Α.Ε.Π.  αναμένεται να φθάσει τα 45-48 δις. ευρώ και περίπου το 1 εκατ. εργαζόμενους στον τουρισμό, δηλ. 300.000 επιπλέον θέσεις εργασίας απ’ ότι σήμερα. Το σχέδιο αυτό απαιτεί επενδύσεις 3,3 δις. ευρώ ανά έτος για τα επόμενα 8 χρόνια, που θα διατεθούν για την αναβάθμιση των υπαρχόντων καταλυμάτων, τη δημιουργία νέων υψηλής ποιότητας και την ενίσχυση των ειδικών τουριστικών υποδομών.

Όμως, παρά τη γενικά καλή στατιστική εικόνα που παρουσιάζει διαχρονικά ο ελληνικός τουρισμός σε σύγκριση με τα διεθνή δεδομένα και τις δυνατότητες που έχει, τα τελευταία χρόνια η τουριστική βιομηχανία άρχισε να εμφανίζει συμπτώματα κόπωσης. Η Ελλάδα θεωρείται χώρα φιλοξενίας τουριστών χαμηλής και μεσαίας εισοδηματικής στάθμης. Το τουριστικό της προϊόν είναι μέτριας ποιότητας. Συνεπώς, η τιμή του τουριστικού προϊόντος συνιστά το αποφασιστικό στοιχείο για την προσέλκυση τουριστών και φυσικό επακόλουθο είναι το ότι η ζήτησή του θα τείνει να στραφεί σε ολιγότερο τουριστικά αναπτυγμένες χώρες που έχουν χαμηλότερο κόστος εργασίας (π.χ. Τουρκία). Οι μέχρι σήμερα ενδείξεις καταγράφουν ότι η ποιοτική στάθμη των προσφερόμενων τουριστικών υπηρεσιών δεν βελτιώνεται, παρά την αυξητική τάση του τουριστικού ρεύματος. Αυτό οφείλεται, κυρίως, στα παρακάτω διαρθρωτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η τουριστική βιομηχανία.

  • Η ξενοδοχειακή κρίση που είναι το αποτέλεσμα της υπερπροσφοράς  τουριστικών καταλυμάτων στην παράκτια ζώνη, η οποία βασίζεται στην προϋπόθεση διατήρησης και μεγέθυνσης της τουριστικής ζήτησης. Όμως, αυτή η προϋπόθεση δεν επαληθεύτηκε και αποτέλεσε την απαρχή μείωσης της ποιότητας των κυρίων τουριστικών καταλυμάτων, λόγω της στροφής των τουριστών σε συμπληρωματικά τουριστικά καταλύματα, παραθεριστικές κατοικίες κ.λπ, που είναι χαμηλότερης ποιότητας και παρερχομένων υπηρεσιών.
  • Η προσφορά του τουριστικού προϊόντος των 4S που στηριζόταν στο πρότυπο “sunlust” «ήλιος και θάλασσα», που επέβαλλαν τη μαζικοποίηση του τουριστικού φαινομένου, για πολλά χρόνια είχε επιτρέψει στην χώρα να αυξήσει τις τουριστικές της εισπράξεις που απαιτούντο για τροφοδότηση της οικονομικής της ανάπτυξης, όμως σήμερα αυτό το πρότυπο φαίνεται να έχει φθάσει σ΄ ένα επίπεδο κορεσμού.
  • Η έλλειψη αποκεντρωμένων χωρικών μηχανισμών υποστήριξης (π.χ. αποκεντρωμένοι αυτόνομοι τουριστικοί οργανισμοί) της τουριστικής βιομηχανίας.
  • Η εμφάνιση ανταγωνιστριών χωρών, οι οποίες προσφέρουν τουριστικό προϊόν παρόμοιο με εκείνο της Ελλάδας, αλλά σε μία καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής.
  • Η μεγάλη εξάρτηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος από έναν μικρό αριθμό χωρών προέλευσης και ιδίως από την γερμανική και βρετανική τουριστική αγορά.
  • Ο μεγάλος βαθμός παρέμβασης των μεγάλων ταξιδιωτικών γραφείων  (tour operators) στην εμπορευματοποίηση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, που δηλώνει την μεγάλη εξάρτηση του ελληνικού τουρισμού από τους tour operators και κατά συνέπεια από τη βούληση και τα συμφέροντα τους.
    • Η απώλεια από την Ελλάδα του συγκριτικού πλεονεκτήματος της χαμηλής τιμής του τουριστικού προϊόντος ως αποτέλεσμα της τουριστικής δραστηριοποίησης χωρών με χαμηλό εργατικό κόστος, ιδίως μετά την ένταξη της χώρας στην Ευρωζώνη.
    • Η μη ύπαρξη επαρκούς ειδικής τουριστικής υποδομής.
    • Η εκτεταμένη παραξενοδοχεία και τα συνακόλουθα με αυτήν προβλήματα.
    • Η έντονη εποχικότητα της τουριστικής δραστηριότητας.
    • Ο κυριαρχία των καταλυμάτων χαμηλών κατηγοριών και η χωρική ανισοκατανομή του ξενοδοχειακού δυναμικού στο εσωτερικό της χώρας.
    • Τα προβλήματα μόλυνσης του περιβάλλοντος και ηχορύπανσης που παρατηρούνται σε πολλές τουριστικές περιοχές.
    • Ο προσανατολισμός στον μαζικό τουρισμό ως πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης και το απαρχαιωμένο θεσμικό πλαίσιο.
    • Η αδυναμία της ελληνικής τουριστικής αγοράς να υιοθετήσει και να αναπτύξει αποτελεσματικά νέες μορφές τουριστικής δραστηριότητας.

Αναμφισβήτητα, ο τουρισμός συνιστά μια σημαντική πλουτοπαραγωγική πηγή που είχε, έχει και θα έχει θετικές συμβολές στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη της χώρας. Και αυτό, λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών, πολιτιστικών και φυσικών στοιχείων που διαθέτει η Ελλάδα, τα οποία προσδίνουν συγκριτικό πλεονέκτημα  και δημιουργούν μια καλή τουριστική εικόνα στις διεθνείς τουριστικές αγορές. Η αναπτυξιακή φιλοσοφία παραμένει διαχρονικά αμετάβλητη, καθότι η συνεχώς αυξανόμενη τουριστική ζήτηση των αλλοδαπών επιβεβαιώνεται στην πράξη με τις μέχρι σήμερα τουριστικές αφίξεις. Ωστόσο, αυτή η φιλοσοφία στηρίζεται στο κυρίαρχο πρότυπο του μαζικού – οργανωμένου τουρισμού και αγνοεί τη μεγάλη συμβολή του εσωτερικού τουρισμού και τις νέες τάσεις (προώθηση ειδικών και εναλλακτικών μορφών τουρισμού, παγκοσμιοποίηση τουριστικής αγοράς, τα συνδυασμένα τουριστικά κίνητρα, τις νέες τεχνολογίες στον τουρισμό κ.λπ.) που διαμορφώνουν το νέο πρότυπο ανάπτυξης του τουρισμού. Στο πλαίσιο αυτό, οι  εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες περιορίζονται στο να υπογραμμίζουν το σημαντικό ρόλο του τουρισμού στην εθνική και περιφερειακή οικονομία, χωρίς να προτείνουν μια ολοκληρωμένη τουριστική πολιτική με μακροχρόνια προοπτική η οποία να είναι αρμονικά συνδεδεμένη με τους άλλους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας και να αντιμετωπίζει ουσιαστικά τις διαρθρωτικές αδυναμίες της τουριστικής μας δραστηριότητας (Ζαχαράτος, 2000, Κούρτης 2004, Λαγός 2005:101, Τσάρτας – Λαγός 2006).

Στόχος της εισήγησης είναι η διερεύνηση της υφιστάμενης παθογένειας της τουριστικής βιομηχανίας σε σχέση με τις επιδράσεις που προκαλεί η τρέχουσα «μνημονική» πολιτική στη δομή και διάρθρωση του ελληνικού τουριστικού μας προϊόντος, καθώς και η διαμόρφωση πλαισίου τουριστικής πολιτικής για την αντιμετώπιση των σχετικών επιδράσεων.

3. ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

Κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης βιώνει την οικονομική κρίση με διαφορετικό τρόπο, σε διαφορετική έκταση και ένταση, ανάλογα με τη δομή στην οικονομική διάρθρωσή της.

Η κρίση στη χώρα μας αναμένεται να έχει μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια απ’ ό,τι σε άλλες χώρες της ΕΕ, γιατί η δομή και τα διαρθρωτικά της προβλήματα είναι όχι μόνο διαφορετικά, αλλά διατηρούνται και προϊόντος του χρόνου, γίνονται μεγαλύτερα και οξύτερα, αντί να αμβλύνονται, κάτω από τις συνθήκες της διεθνούς κρίσης.

Πολύ πριν από την έκρηξη της  παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ο ελληνικός  τουρισμός εμφάνιζε  ήδη έντονα σημεία παθογένειας με σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, τα οποία,  σταδιακά, απόμειναν το ανταγωνιστικό  πλεονέκτημά του όσον αφορά στη  σχέση αξίας-τιμής (value for money), συγκριτικά, μάλιστα, με τους νέους ανταγωνιστές στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου οι οποίοι, για το ίδιο μαζικό παραθεριστικό τουριστικό προϊόν, έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής και πολύ χαμηλότερη τιμή (Πατσουράτης, 2002).

Ο τουρισμός στην Ελλάδα βάσει του τρόπου οργάνωσης και διακίνησης χαρακτηρίζεται ως μαζικά οργανωμένος παραθεριστικού τύπου. Η ελληνική τουριστική πολιτική, τα τελευταία χρόνια, προωθεί την πολιτική για τις ειδικές και εναλλακτικές μορφές τουρισμού, όπου το κύριο βάρος επικεντρώνεται στην κοινωνία, τον πολιτισμό και το φυσικό περιβάλλον. Η εικόνα του προτύπου τουριστικής ανάπτυξης της Ελλάδας, που έχει διαμορφωθεί στις ξένες αγορές ταυτίζεται με το περίφημο σλόγκαν των τεσσάρων S (Sun, Sand, Sea, Sex). Κατά συνέπεια, η Ελλάδα ως «προϊόν» κατατάσσεται σε μια ευρύτερη ομάδα «χωρών προϊόντων» με τα χαρακτηριστικά